π.Θεόδωρος Ζήσης, Σε αδιέξοδο ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος για το Ουκρανικό

0
734785

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟ

Σπεύδει σέ βοήθεια ὁ Ναυπάκτου Ἱερόθεος

1. Ἀπομονωμένος ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Κίνδυνος ἐθνοφυλετισμοῦ

Γιά πρώτη φορά ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται ἀπομονωμένη ἀπό τίς λοιπές αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες, λόγω τῶν ἀντικανονικῶν καί ἀντισυνοδικῶν ἐνεργειῶν στήν παραχώρηση αὐτοκεφαλίας στούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας. Ἔθεσε ἔτσι ἡ ἴδια σέ ἀμφισβήτηση τόν ἀναγνωρισμένο συντονιστικό της ρόλο ὡς παράγοντα ἑνότητας καί ὁδήγησε σέ πλήρη ἀποτυχία τήν δοκιμασμένη καί ἀποτελεσματική ἐκκλησιαστική της πολιτική, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν κολοβή καί ἐλλιπῆ ἐκπροσώπηση τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης.

Σέ προγενέστερα κείμενά μας εἴχαμε ἐπισημάνει τόν διαφαινόμενο καί ἐπικρεμάμενο κίνδυνο γιά τίς ἑλληνόφωνες ἡγεσίες ἀρκετῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν (Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων, Κύπρου, Ἑλλάδος, Ἀλβανίας) νά παρασυρθοῦν ἀπό ἐθνοφυλετικά κριτήρια καί νά στηρίξουν τήν ἑλληνική πρωτόθρονη Ἐκκλησία, περιπίπτοντας στήν αἵρεση τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, τήν ὁποία εἶχε καταδικάσει ἡ Τοπική Σύνοδος τῆς Κωνσταντινούπολης τό 1872, ἐξ αἰτίας τῶν βουλγαρικῶν τότε ἐθνοφυλετικῶν διεκδικήσεων. Δυστυχῶς τέτοια κριτήρια κυριαρχοῦν σέ μεγάλη μερίδα τῶν ἑλληνοφώνων κληρικῶν, θεολόγων καί νομοκανονολόγων, οἱ ὁποῖοι ἱεραρχοῦν τόν πατριωτισμό καί τήν ἐθνική καταγωγή πάνω ἀπό τήν ὑπερφυλετική ἔνταξη ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων στό ἑνιαῖο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, «ὅπου οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος, περιτομή καί ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλά τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός»[1]. Ἔτσι, ἐνῶ εἶναι ἡλίου φαεινότερη ἡ ἀντικανονική εἰσπήδηση τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στό ἔδαφος τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας, στήν ὁποία ἐπί τρεῖς καί πλέον αἰῶνες ἀνήκει ἡ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ἀπό τό 1686, μέ πάγκοινη καί ἀναμφισβήτητη ἀναγνώριση ἀπό ὅλες τίς τοπικές ἐκκλησίες καί ἀπό αὐτό ἀκόμη τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅπως ἀπέδειξαν ἱστορικά καί ἱερακανονικά ἐπιστημονικές μελέτες[2], ἐν τούτοις καταβάλλεται σχεδιασμένη προσπάθεια ἀπό ἐρευνητάς νά παρουσιασθεῖ ἄλλη εἰκόνα ὑπέρ τῆς δικαιοδοσίας δῆθεν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, καί τό πολύ χειρότερο ὑπέρ τῆς δικαιοδοσίας δῆθεν νά ἀπονέμει μόνο αὐτό τήν αὐτοκεφαλία, χωρίς τήν συναίνεση τοῦ ὅλου σώματος τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζεται συνοδικά καί πανορθόδοξα. Τό ἀποκορύφωμα δέ αὐτῆς τῆς νεοφανοῦς ἐκκλησιολογίας πού ἐπιδιώκει νά παρουσιάσει τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη ὄχι ὡς «πρῶτον μεταξύ ἴσων» (primus inter pares), ἑπομένως συναποφαινόμενο καί συναποφασίζοντα μετά τῶν ἴσων, ἀλλά ὡς «πρῶτον ἄνευ ἴσων» (primus sine paribus), ἀποφαινόμενον κατά παπικό μοναρχικό τρόπο, συντελέσθηκε μέ τήν ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου αὐθαίρετη παντελῶς ἀποκατάσταση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας, χωρίς τήν τήρηση τῶν προβλεπομένων ἀπό τούς ἱερούς κανόνες προϋποθέσεων, τήν δημόσια δηλαδή ἐκδήλωση μετανοίας καί τήν ἐπαναχειροτονία ἤ ἐπαναχειροθεσία τους. Τό χείριστο δέ στήν περίπτωση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας καί ἀδιανόητο ἐκκλησιολογικά καί ποιμαντικά εἶναι τό ὅτι δέν ἐπανεντάσσονται στήν ἐπί αἰῶνες ὑπάρχουσα κανονική Ἐκκλησία, τήν ὑπό τόν μητροπολίτη Ὀνούφριο, ἀπό τήν ὁποία ἀποσχίσθηκαν, ἀλλά δημιουργεῖ ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος μία νέα παράλληλη δικαιοδοσία στόν ἴδιο τόπο, μία νέα σύνοδο, καθιστάμενος ἔτσι δημιουργός σχίσματος, μέ ὀδυνηρές συνέπειες ὄχι μόνον γιά τήν Οὐκρανία, ἀλλά γιά τήν ἀνά τήν οἰκουμένη Ὀρθοδοξία.

2. Οἱ ἑλληνόφωνες ἡγεσίες τοπικῶν ἐκκλησιῶν, δέν συμφωνοῦν μέ τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο

Πρός τό παρόν πάντως οἱ τέσσαρες ἀπό τίς πέντε ἑλληνόφωνες ἐκκλησίες δέν συντάχθηκαν μέ τήν Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῶ ἡ πέμπτη, τῆς Ἑλλάδος, σιωπᾶ καί περιμένει. Οἱ δύο μάλιστα, τῆς Κύπρου καί τῆς Ἀλβανίας, μέ συνοδικές ἀποφάσεις ζητοῦν τήν σύγκληση πανορθοδόξου συνόδου γιά τήν ἐπίλυση τοῦ Οὐκρανικοῦ. Μέ ἱκανοποίηση δέχθηκε τό ὀρθόδοξο πλήρωμα αὐτήν τήν ὑπερφυλετική στάση τῶν δύο προκαθημένων κ.κ. Χρυσοστόμου καί Ἀναστασίου, οἱ ὁποῖοι, μολονότι εἶχαν συνάντηση στήν Βιέννη προσκληθέντες ἐκεῖ ἀπό τόν πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, δέν ὑπανεχώρησαν ἀπό τήν ἀρνητική τους θέση ἀπέναντι στήν ἀντικανονική, ἀντισυνοδική καί μονομερῆ ἐκχώρηση αὐτοκεφάλου στούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας.

Γιά ἀμφοτέρους τούς προκαθημένους ἀποτελεῖ ἡ ὀρθή αὐτή στάση μικρή ἐξιλέωση γιά τήν ὁλόθυμη συμπόρευσή τους στήν σύγκληση καί λειτουργία τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης καί στήν ἐνθάρρυνση τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου νά ἐνεργεῖ ὡς πάπας· ἐάν δέν τόν βοηθοῦσαν στήν Κρήτη νά ἀγνοήσει, νά μήν ὑπολογίσει τίς ἐνστάσεις τεσσάρων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, πού ἐκπροσωποῦσαν τό μέγιστον μέρος τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, δέν θά τολμοῦσε τώρα νά ἀγνοεῖ τήν γνώμη τῶν ἐκκλησιῶν, ἀκόμη καί τῆς μητέρας ἐκκλησίας, τῆς Ρωσσικῆς, πολύ περισσότερο τήν γνώμη τῆς τοπικῆς κανονικῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δέν ἐζήτησε αὐτοκεφαλία, καί νά ἀποφασίζει μόνος του, ἀποκαθιστώντας αὐθαιρέτως καθηρημένους σχισματικούς. Δέν θά τολμοῦσε νά τούς κάνει καί τόν δάσκαλο, ἐπικαλούμενος στήν ἀπάντησή του πρός τόν Ἀλβανίας Ἀναστάσιο παραδείγματα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ὅπως τό σχίσμα τῶν Μελιτιανῶν, τό ὁποῖο δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό Οὐκρανικό σχίσμα, ὅπως ἔδειξαν καί ἄλλοι, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀναστάσιος, ἀπαντώντας μέ δεύτερο κείμενό του στό ἐπιτιμητικό ἔγγραφο τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, τό ὁποῖο, ὅπως ὀρθά  ἐγράφη «θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ μνημεῖο κατοχύρωσης τοῦ φαναριώτικου πρωτείου στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»[3].

3. Ἀντιφατική δήλωση τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας. Διαφωνεῖ μέ τούς σχισματικούς, ἀλλά θά παραμείνει μέ τό προκληθησόμενο σχίσμα.

Εἶναι πάντως ἄξιο ἐπισημάνσεως ὅτι ὁ προκαθήμενος τῆς κατά Ἀλβανίαν Ἐκκλησίας Ἀναστάσιος, ἐνῶ ἐτόλμησε νά ἀμφισβητήσει ὀρθῶς καί μέ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἐπιχειρηματολογία, ὡς ἀκαδημαϊκός διδάσκαλος, τήν ἐκχώρηση αὐτοκεφαλίας στούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας, γιά νά μή φανεῖ ρωσσόφιλος, ἐπέρριψε εὐθύνες καί στήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας, ἱκανοποιώντας ἐν μέρει τόν ἐθνοφυλετισμό τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ Φαναρίου, καί ἐγκωμιάζοντας πάλιν καί πολλάκις τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο γιά τά «μοναδικῆς ἀξίας ἐπιτεύγματα τῶν Ὀρθοδόξων κατά τάς τελευταίας δεκαετίας, (ὡς εἶναι) αἱ Πανορθόδοξοι Συνάξεις τῶν Προκαθημένων καί ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῇ ἀόκνῳ προσπαθείᾳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί προσωπικῶς τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος»[4]. Οὐσιαστικῶς μάλιστα ἀχρήστευσε τήν ὀρθόδοξη ἀντίστασή του στό θέμα τῆς ψευδοαυτοκεφαλίας τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας καί μᾶς ἐξέπληξε μέ τήν διευκρινιστική στό τέλος τοῦ δευτέρου ἐγγράφου του δήλωση, ὅτι σέ περίπτωση πού θά προκληθεῖ σχίσμα, ἀπό τίς λανθασμένες ἀσφαλῶς ἐνέργειες τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ὅπως ὁ ἴδιος τίς διαζωγράφησε, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας θά εὑρεθεῖ στό πλευρό αὐτῶν πού προκάλεσαν τό σχίσμα, θά ὁδηγήσει δηλαδή ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας τό ποίμνιό του στήν ἀπώλεια, ἀφοῦ οὔτε ἡ αἵρεση οὔτε τό σχίσμα ὁδηγοῦν στήν σωτηρία. Ἀπορεῖ κανείς καί ἐξίσταται πῶς αὐτό συμβιβάζεται μέ τήν λογιοσύνη καί νοημοσύνη τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ἀλλά καί μέ τήν διά βίου κοπιώδη ἱεραποστολική του προσπάθεια νά ὁδηγήσει τούς ἀνθρώπους στήν σωτηρία. Μόνον ἡ οἰκουμενιστική σύγχυση καί ἀνάμειξη, πού ἐξισώνει θρησκεῖες, αἱρέσεις καί σχίσματα, δικαιολογεῖ αὐτές τίς ἀντιφάσεις. Γράφει ἐπί λέξει: «Πρός ἀποτροπήν πάντως οἱασδήποτε παρανοήσεως, διευκρινίζομεν ὅτι εἰς περίπτωσιν τραγικῆς καταλήξεως εἰς Σχίσμα (ὁ Θεός νά μή τό ἐπιτρέψη!), ἡ κατ᾽ Ἀλβανίαν Ὀρθόδοξος Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, θά παραμένῃ σταθερῶς ἐν ἀληθευούσῃ ἀγάπῃ μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου»[5]. Τό πόσο ἀληθεύουσα εἶναι ἡ ἀγάπη πού σέ ὁδηγεῖ στό σχίσμα φαίνεται σαφῶς ἀπό δύο μόνον μαρτυρίες, μία συνοδική μέ οἰκουμενικό κῦρος καί μία πατερική, πού ἐνδεικτικῶς ἀναφέρουμε. Ὁ β´ κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ συνόδου, τόν ὁποῖον παραθέτουμε στήν ὑποσημείωση, λέγει ὅτι αὐτός πού κοινωνεῖ μέ τούς ἀκοινωνήτους καθίσταται καί αὐτός ἀκοινώνητος, τό γνωστό δηλαδή «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔσται»[6]. Καί ὁ χρυσορρήμων, μετά Παῦλον Παῦλος, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διδάσκει ὅτι τό νά σχίσει κανείς τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι μικρότερο κακό ἀπό τό νά ἐμπέσει σέ αἵρεση: «Τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τό τήν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττόν ἐστι κακόν». Τίποτε δέν παροργίζει τόν Θεό περισσότερο ἀπό τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα. Οὔτε τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου ἠμπορεῖ νά ἐξαλείψει τήν ἁμαρτία τοῦ σχίσματος[7]. Ὑπάρχει ἐμφανέστερος καί χειρότερος ἐθνοφυλετισμός ἀπό τό νά συντάσσεσαι μέ τόν ὁμόφυλο καί ὁμογενῆ πατριάρχη, πού προκαλεῖ σχίσματα καί διαιρέσεις, διακινδυνεύοντας ὄχι μόνον τήν δική σου σωτηρία, ἀλλά καί τοῦ ποιμνίου σου;

4. Πῶς ἐξέπεσε ὁ θεολογικώτατος μητροπολίτης Ναυπάκτου;

Ἔχουμε ἤδη προηγουμένως γράψει ὅτι ἀπό τίς πέντε ἑλληνόφωνες ἡγεσίες τῶν ἀντιστοίχων πέντε αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν (Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων Κύπρου, Ἑλλάδος καί Ἀλβανίας) οἱ τέσσαρες δέν δέχονται τό Οὐκρανικό ψευδοαυτοκέφαλο καί δέν μνημονεύουν εἰς τά Δίπτυχα τόν σχισματικό προκαθήμενο, μητροπολίτη Ἐπιφάνιο. Ζητοῦν σύγκληση πανορθοδόξου συνόδου γιά τήν ἐπίλυση τοῦ θέματος, τήν ὁποία ἀρνεῖται ὁ διεκδικῶν πρωτεῖο ἐξουσίας πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος. Ἀδιευκρίνιστη πρός τό παρόν καί ἄγνωστη εἶναι ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας ὁ προκαθήμενος κ. Ἱερώνυμος οὔτε παίρνει ὁ ἴδιος θέση οὔτε συγκαλεῖ τήν Ἱεραρχία, γιά νά λάβη συνοδική ἀπόφαση, ἀλλά παραπέμπει παρελκυστικά τό θέμα σέ συνοδικές ἐπιτροπές, ὑποσχόμενος ὅτι θά τό φέρει κάποτε -πότε;- στήν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας. Καί ἐπειδή βέβαια στήν Ἱεραρχία θά ὑπάρξουν πολλές καί σοβαρές ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους ὀρθοφρονούντων ἱεραρχῶν, ὅπως ἔδειξαν οἱ δημόσιες τοποθετήσεις τῶν μητροπολιτῶν Πειραιῶς καί Κυθήρων, θέλει νά ἀποφύγει προφανῶς τό διαιρετικό κλῖμα καί τίς ἐντάσεις ἀφήνοντας τό θέμα σέ ἐκκρεμότητα, μετέωρο, προσδοκώντας ἴσως νά ξεκαθαρίσει περισσότερο ἡ κατάσταση ἤ κάτι ἄλλο ἐξαιρετικό. Ἐκκλησιαστικά πάντως ἡ κατάσταση εἶναι ἀπολύτως ξεκάθαρη· οὐδεμία τοπική αὐτοκέφαλη ἐκκλησία ἀποδέχεται τό νέο ψευδοαυτοκέφαλο τῆς Οὐκρανίας καί τήν μνημόνευση στά Δίπτυχα τοῦ σχισματικοῦ προκαθημένου Ἐπιφανίου. Στήν πράξη τό ἀρνεῖται καί ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος, ἀφοῦ οὔτε αὐτός μνημονεύει τόν σχισματικό Ἐπιφάνιο. Θά ἦταν λοιπόν ἀπολύτως λογικό, συνοδικό, κανονικό, νά συνταχθεῖ καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν πανορθόδοξη ἀπόρριψη τοῦ αὐτοκεφάλου καί νά μήν ἀφήσει ἀνοικτή τήν πύλη στόν οἰκουμενικό πατριάρχη νά προχωρήσει στήν δημιουργία νέου σχίσματος, ὅπως ἔπραξε στό παρελθόν μέ τήν ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση. Ἐδημιούργησε τότε τό Φανάρι τό ἡμερολογιακό σχίσμα μέ τήν σύμπραξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί προχωρεῖ τώρα στή δημιουργία τοῦ Οὐκρανικοῦ σχίσματος, ἀναμένοντας πάλιν, ὡς φαίνεται, τήν σύμπραξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος ἀφήνει τό θέμα ἀνοικτό καί δέν τό κλείνει, διότι προφανῶς δέχεται πιέσεις ἀπό ὅσα πολιτικά, πολιτειακά, γεωπολιτικά καί ἐκκλησιαστικά κέντρα καλλιεργοῦν τήν ρωσσοφοβία καί ἐνισχύουν, γιά τά δικά τους συμφέροντα, τόν ἑλλαδικό ἐθνοφυλετισμό. Καί ἐπειδή στούς θεολογικούς καί ἐκκλησιαστικούς κύκλους, ἰδιαίτερα μεταξύ τῶν ἱεραρχῶν, δύσκολα θά βρισκόταν καταρτισμένος θεολογικά ἱεράρχης μέ κῦρος καί ἀποδοχή, γιά νά προπαρασκευάσει τήν σχεδιασμένη καί σχεδόν σίγουρη ἀποδοχή τῆς ψευδοαυτοκεφαλίας τῶν σχισματικῶν Οὐκρανῶν, ἀνέλαβε τό ἐπαχθές αὐτό, ἀντικανονικό καί ἀντισυνοδικό ἔργο, ἐν ἐπιγνώσει ἤ ἀνεπιγνώστως, ὁ μέχρι τώρα εὐφήμως γνωστός γιά τό ἀντιοικουμενιστικό, ἀντιαιρετικό, εὐρύτατο συγγραφικό του ἔργο, μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος. Γνωρίζουν πολύ καλά οἱ ἀντίχριστες δυνάμεις νά ἀχρηστεύουν τούς ἀντιπάλους, νά παραπλανοῦν καί τούς ἐκλεκτούς.

Δέν πιστεύαμε πραγματικά στά μάτια μας καί ὁ νοῦς μας ἀποροῦσε καί ἐξίστατο, ὅταν διαβάσαμε τήν ἐπίσημη ἐπιστολή πού ἔστειλε ὁ μητροπολίτης στίς 30 Μαρτίου, τρέχοντος ἔτους, πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέ τήν ὁποία, ὡς μέλος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καταθέτει τήν γνώμη του γιά τό ἐκκλησιολογικό θέμα τῆς Οὐκρανίας. Σέ τρεῖς πρῶτες ἑνότητες ἀναπτύσσει: α) Σύντομο ἱστορικό τῶν Αὐτοκεφαλιῶν καί τῶν Πατριαρχικῶν ἀξιῶν. β) Οἱ Πατριαρχικοί καί Συνοδικοί Τόμοι γιά τήν χορηγία Αὐτοκεφαλίας καί Πατριαρχικῆς ἀξίας. γ) Ἡ συζήτηση γιά τόν τρόπο ἀνακηρύξεως μιᾶς Ἐκκλησίας σέ Αὐτοκέφαλη. Μέ αὐτές τίς ἑνότητες νομίζει ὅτι ἔθεσε τίς θεωρητικές, θεολογικές, ἱστορικές καί ἱεροκανονικές βάσεις γιά νά φθάσει συμπερασματικά στήν ἑνότητα δ) Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος τῆς Οὐκρανίας. Εἰς αὐτήν, ταυτιζόμενος ἀπολύτως πρός τίς θέσεις καί ἐπιδιώξεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πιθανόν καί τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου, καί ὅλων τῶν λοιπῶν ρωσσοφοβικῶν πολιτικῶν καί γεωπολιτικῶν δυνάμεων, καταλήγει στό παντελῶς ἀθεμελίωτο καί ἀπαράδεκτο συμπέρασμα, τό ὁποῖο ἐπί λέξει ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῆ τήν ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν πράξη του νά ἐκδώση Πατριαρχική Πράξη χορηγήσεως Αὐτοκεφαλίας στήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, ἀλλά νά ἀποδεχθῆ πρός τό παρόν τήν ἀπόφαση αὐτή καί νά ἀναμείνη νά ἐκφράση τήν συνολική ἄποψη καί κρίση της, μέ τήν ψῆφο της, ὅταν θά συνέλθη ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος. Ἐκεῖ θά κριθῆ καί ὁ τρόπος πού δόθηκε ἡ Αὐτοκεφαλία, ὄχι μόνον στήν Οὐκρανία, ἀλλά καί στίς ἄλλες Ἐκκλησίες.

Ἡ μή ἀποδοχή τοῦ τρόπου ἐκδόσεως τοῦ Πατριαρχικοῦ Τόμου γιά τήν Αὐτοκεφαλία τῆς Οὐκρανίας, θά θέση σέ ἀμφισβήτηση τίς Αὐτοκεφαλίες τῶν ὀκτώ ἄλλων ὑφισταμένων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Διότι αὐτές οἱ Αὐτοκεφαλίες χορηγήθηκαν μόνον ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο»[8].

Δέν θά ἀσχοληθοῦμε τώρα μέ τήν κριτική τῶν θέσεων τοῦ μητροπολίτου. Τό  ἔχουν πράξει ἐπιτυχῶς ἀρκετοί ἐρευνηταί. Δικαιολογημένα πολλοί ἔχουν ἐκφράσει τήν πικρία, τήν ὀργή, τήν ἀπογοήτευση, τήν ἀγανάκτηση, γιά τήν ἔνταξή του στό πολιτικό καί ἐκκλησιαστικό κατεστημένο, ἰδιαίτερα γιά τό ὅτι δίνει θεολογική γραμμή στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά ἀποδεχθεῖ τήν πατριαρχική αὐθαιρεσία τῆς χορηγήσεως αὐτοκεφάλου στούς σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας. Τό πόσο πρόχειρα κατέληξε σέ συμπεράσματα, μή κατανοώντας τίς πηγές καί τήν βιβλιογραφία, τό ἐπεσήμανε ὁ κατά τά ἄλλα συνόμιλος καί ὁμόφρων ὡς πρός τήν στήριξη τῶν σχισματικῶν ἐνεργειῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νομοκανονολόγος Ἀναστ. Βαβοῦσκος[9].

Θά ἐπισημάνουμε μόνον ὅτι ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου στρουθοκαμηλίζει, κλείνει τά μάτια καί τόν νοῦ του μπροστά στό τεραστίας σημασίας γεγονός ὅτι ἡ αὐτοκεφαλία δέν δίδεται στήν κανονική Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, ἀλλά σέ δύο ὁμάδες σχισματικῶν, χωρίς αὐτοί νά δηλώσουν  μετάνοια καί τήν ἐπιθυμία τους νά ἐπιστρέψουν στήν κανονική Ἐκκλησία ὑπό τόν μητροπολίτη Ὀνούφριο. Ὅλες οἱ ἄλλες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ἐμφαντικά ἐπισημαίνουν τήν σχισματική κατάσταση τῆς νέας ψευδοαυτοκέφαλης ἐκκλησίας ὡς τό κύριο ἐμπόδιο, γιά νά προχωρήσουν στήν ἀποδοχή της, καί θεωροῦν ὅτι τό σχίσμα παραμένει στήν Οὐκρανία, ἀφοῦ δέν τό ἦρε ἡ Ἐκκλησία πού ἐπέβαλε τήν καθαίρεση καί τόν ἀφορισμό μετά τήν ἐπιδειχθεῖσα μετάνοια, ἐνῶ ἀντίθετα ὁ μητροπολίτης κ. Ἱερόθεος πουθενά στήν ἐπιστολή του δέν ἀσχολεῖται μέ τό ἐκκλησιολογικό πρόβλημα τοῦ σχίσματος. Δέν ὑπάρχει στά κείμενά του ἡ λέξη σχίσμα, ἔχει ἐξαφανισθῆ. Ὡσάν νά πρόκειται γιά ἀπόδοση αὐτοκεφαλίας στήν κανονική Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας καί συζητοῦμε μόνο περί τοῦ ἄν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δικαιοῦται νά χορηγεῖ αὐτοκέφαλο καί νά προσάγουμε ἱστορικές καί ἱεροκανονικές μαρτυρίες. Σέ καμμία ὅμως ἀπό τίς περιπτώσεις χορηγήσεως αὐτοκεφάλου δέν ὑπῆρχε στήν ἐπικράτεια, στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο πού δίδεται ἡ αὐτοκεφαλία, μία κανονική καί μία σχισματική Ἐκκλησία. Τήν αὐτοκεφαλία ζητοῦσε καί ἐλάμβανε μία μόνον ἐκκλησία πού ἐκάλυπτε τό σύνολο τῶν πιστῶν τῆς χώρας, ἤ ἄν ἡ μία αὐτή Ἐκκλησία εἶχε περιπέσει σέ κατάσταση σχίσματος, ἐδήλωνε μετάνοια, ἐπανήρχετο στήν κανονικότητα καί ἐλάμβανε τό αὐτοκέφαλο.

Στήν Οὐκρανία ὅμως ἡ μία καί μόνη κανονική Ἐκκλησία, ἀναγνωριζόμενη ἐπί αἰῶνες ἀπό τίς λοιπές αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες, δέν ἐζήτησε πρός τό παρόν αὐτοκεφαλία. Τό ἐζήτησαν σχισματικοί, τούς ὁποίους τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔπρεπε νά συμβουλεύσει νά ἐπανενταχθοῦν ἐν μετανοίᾳ στήν μία κανονική ἐκκλησία, ἡ ὁποία βεβαίως αὐτή καί μόνη δικαιοῦται νά ζητήσει καί νά λάβει τήν αὐτοκεφαλία. Τώρα στόν ἴδιο τόπο δημιουργήθηκε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο παράλληλη, δεύτερη τοπική ἐκκλησία μέ ξεχωριστή σύνοδο, μή ἀναγνωριζόμενη ἀπό τήν κανονική Ἐκκλησία, δημιουργήθηκε δηλαδή μέ πατριαρχική βούλα σχισματική κατάσταση. Πῶς θά συνυπάρξουν στόν ἴδιο χῶρο δύο παράλληλες ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες; Ἐπί ἔτη προσπαθοῦμε στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Διασπορᾶς νά ἐπιλύσουμε τό πρόβλημα τῶν πολῶν δικαιοδοσιῶν στόν ἴδιο τόπο· τώρα τό εἰσάγουμε καί μέσα στίς αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες, χωρίς νά ὑπάρχει κανένα θεολογικό καί ἱεροκανονικό ἔρεισμα.

Περί τοῦ ὅτι τό σχίσμα τῆς Οὐκρανίας, πού νομιμοποιήθηκε ἀντικανονικά καί αὐθαίρετα εἶναι ἕνας ἀπό τούς βασικούς λόγους πού ἀπορρίπτουν τήν νέα αὐτοκεφαλία ὅλες οἱ αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες, καί τό ὁποῖο παραβλέπει ἀδικαιολόγητα ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου, ἐνδεικτικά μόνο θά παραθέσουμε μερικές μαρτυρίες. Ἡ ἴδια ἡ κανονική Ἐκκλησία ὑπό τόν μητροπολίτη Ὀνούφριο σέ τελευταία της συνοδική ἀπόφαση μεταξύ ἄλλων λέγει ὅτι «τό αὐτοκέφαλο χορηγεῖται μόνο σέ ἑνωμένη Ἐκκλησία ἐντός τῶν ὁρίων ἑνός συγκεκριμένου κράτους, καί οὐδόλως σέ ἀποσχισθεῖσα τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας μερίδα»[10]. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος στήν πρώτη του ἐπιστολή πρός τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο ἐπισημαίνει ὅτι ἑκατομμύρια πιστῶν ὑπό τόν μητροπολίτη Ὀνούφριο, ἀρνήθηκαν νά μετάσχουν εἰς τήν διαδικασίαν χορηγήσεως τῆς αὐτοκεφαλίας, «ἐνῶ κατά τό παρελθόν τό ἐκκλησιαστικόν πλήρωμα τῶν χωρῶν (Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας, Ἀλβανίας, Τσεχίας καί Σλοβακίας), εἰς τάς ὁποίας ἐχορηγήθη αὐτοκεφαλία, ὑπῆρξεν ἡνωμένον»[11]. Σέ αὐστηρότερους τόνους ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας σέ ἐπιστολή πού ἀποστέλλει πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη στίς 6 Φεβρουαρίου τοῦ 2019, ἀφοῦ ἐν πρώτοις κατακρίνει τήν ἀντικανονική εἰσπήδηση τοῦ Φαναρίου εἰς τόν κανονικό χῶρο τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας προσθέτει: «Δέν ἀναγνωρίζομεν ἅμα τήν ὡς «Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας» ἀνακηρυχθεῖσαν, κανονικῶς μέν ἀνυπόστατον, ἐν τοῖς πράγμασι δέ βιαίως ἐπιβεβλημένην, τεχνητήν «συνομοσπονδιοποίησιν» τῶν ἐν Οὐκρανίᾳ σχισματικῶν παραφυάδων (ἤδη καί πάλιν σφόδρα ἀντιμαχομένων ἀλλήλας καί πρός χωρισμόν ἀσυγκρατήτως ὀδευουσῶν). Οἱ σχισματικοί παρέμειναν σχισματικοί. Ἅπαξ σχισματικός, ἀεί σχισματικός-πάρεξ τῶν περιπτώσεων τῆς εἰλικρινοῦς ἐπιστροφῆς καί εἰς βάθος μετανοίας. Ἡ μόνη ὑφ᾽ ἡμῶν γνωριζομένη καί ἀναγνωριζομένη Ἐκκλησία εἶναι ἡ κανονική Οὐκρανική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, τόν Μακαριώτατον Μητροπολίτην Κιέβου καί πάσης Οὐκρανίας κ. Ὀνούφριον ἐπί κεφαλῆς ἔχουσα»[12].

Δύο διακεκριμένοι ἐπίσης ἱεράρχες ὁ Κύκκου Νικηφόρος, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, καί ὁ Μπάτσκας Εἰρηναῖος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, γράφουν σχετικῶς. Ὁ μητροπολίτης Κύκκου: «Ἡ τοιαύτη πράξη, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, κρίνεται ἀντικανονική, ἀφοῦ, σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνες, ἡ οἱαδήποτε ποινή, καί ἐπί τοῦ προκειμένου ἤ καθαίρεση καί ὁ ἀφορισμός τῶν ὡς ἄνω, αἴρεται ἀπό τό Σῶμα ἐκεῖνο, τό ὁποῖο καί τήν ἐπέβαλε, ὑπό τήν προϋπόθεση, βεβαίως, τῆς προηγούμενης ἔμπρακτης μετάνοιας τῶν καταδικασθέντων. Ὠς ἐκ τούτου, μόνο τό Ὀρθόδοξο Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, τό ὁποῖο εἶχε ἐπιβάλει τήν καθαίρεση καί τόν ἀφορισμό, εἶχε τήν νομοκανονική δικαιοδοσία νά ἀποκαταστήσει καί νά ἐπαναφέρει στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τούς πταίσαντας. Ἀλλά καί ἕτερον, σοβαρότατο, κατά τήν ταπεινή ἄποψή μου, λάθος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἶναι καί ἡ περιφρονητική παραγνώριση τοῦ κυρίου Ὀνουφρίου, Μητροπολίτου τῆς μόνης κοινῶς ἀναγνωρισμένης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας, ὅπως καί ἡ, ἀντ᾽ ἀυτοῦ, ἀναγνώριση, ὡς Μητροπολίτου Κιέβου καί πάσης Οὐκρανίας, ἑνός μή κανονικῶς χειροτονηθέντος, τοῦ ἀχειροτόνητου Ἐπιφανίου, καί ἡ παράδοση σέ αὐτόν τοῦ Συνοδικοῦ Τόμου Αὐτοκεφαλίας, κατά τή διάρκεια συλλειτουργίας μαζί του»[13].

Καί ἐπίσκοπος Μπάτσκας: «Ταυτοχρόνως ὅμως δέν εἶναι δυνατή ἡ ἀθέτησις τῆς δι᾽ ὅλους ὑποχρεωτικῆς ἀρχῆς τῶν ἱερῶν κανόνων, ὅτι δέν ἐπιτρέπεται ἡ κοινωνία μετά τῶν ἀκοινωνήτων, δηλαδή μετά τῶν οἰκειοθελῶς καί αὐθαιρέτως ἀποστερησάντων ἑαυτούς τῆς ἐν χάριτι κοινωνίας. Δέν νοεῖται καί δέν ἐπιτρέπεται ἡ διαγραφή τῆς οὐσιαστικῆς διαφορᾶς μεταξύ Ἐκκλησίας καί σχίσματος, μεταξύ τῶν νομίμων διαδόχων τῶν ἁγίων ἀποστόλων καί τῶν «αὐτοχειροτονήτων» ἤ αὐτοκλήτων»[14].

Δυστυχῶς, ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου, ἐναντιούμενος πρός τούς Ἱερούς Κανόνες, προτείνει στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά κοινωνήσουμε μέ τούς ἀκοινωνήτους σχισματικούς τῆς Οὐκρανίας καί νά διαγράψουμε τήν διαφορά μεταξύ Ἐκκλησίας καί σχίσματος. Δηλαδή, μέχρι νά συνέλθει ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία κατά τήν γνώμη του θά κρίνει ἐάν καλῶς ἤ κακῶς ἐδόθη ἡ αὐτοκεφαλία εἰς τούς σχισματικούς, νά γίνουμε καί ἐμεῖς σχισματικοί, διακινδυνεύοντες τήν σωτηρία, καί τήν δική μας καί τῶν ἑκασταχοῦ ποιμαινομένων. Ὡραῖο πράγματι ποιμαντικό καί σωτηριολογικό ἐνδιαφέρον; Δέν εἶναι δικαιολογημένες ἡ πικρία, ἡ ἀπογοήτευση, ἡ ἀνησυχία γιά τήν ἀνεξήγητη ἤ ἐξηγούμενη αὐτή ἔκπτωση τοῦ μητροπολίτου Ναυπάκτου;


[1]. Κολ. 3, 11. Βλ. καί Γαλ. 3, 28: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ· πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ».

[2]. Τρεῖς ἰδικές μας μελέτες μέ τίτλους: α) Ἡ Οὐκρανία εἶναι κανονικό ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας, β) Τό Οὐκρανικό αὐτοκέφαλο. Ἀπόκρυψη καί παρερμηνεία ἐγγράφων καί γ) Ἡ Κωνσταντινούπολη τῶν Οἰκουμενιστῶν δημιουργεῖ σχίσματα. Μετά τό Ἡμερολογιακό ἔρχεται τό Οὐκρανικό, μετά τήν κυκλοφόρησή τους στό Διαδίκτυο ἐδημοσιεύθησαν ἐνσωματωμένες σέ βιβλίο μέ τίτλο: Τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο. Ἀντικανονική καί διαιρετική εἰσπήδηση τῆς Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκη 2018, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον». Τρεῖς ἐπίσης μελέτες ἐξεπόνησε ὁ πρωτο-πρεσβύτερος Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος ὑπό τόν γενικό τίτλο: Μικρή Συμβολή γιά τό Οὐκρανικό «Αὐτοκέφαλο». Ἡ πρώτη ἔχει τίτλο: Ὑπάγεται ἡ Οὐκρανία στή δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου; Ἡ δεύτερη: Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο ἤ κακοκέφαλο. Καί ἡ τρίτη: Ὁ αὐτοχειροτόνητος Vincent Chekalin καί ἡ «Αὐτοκέφαλη» Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας. Καί οἱ τρεῖς μελέτες δημοσιεύ-θηκαν στό Διαδίκτυο καί τώρα ἐκδίδονται σέ βιβλίο πού θά κυκλοφορηθεῖ σύντομα.

[3]. Ιωαννησ Τατσης, Φαναριώτικο Πρωτεῖο (29-3-19).

[4]. Ἐπιστολή τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας Ἀναστασίου πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο (Ἐν Τιράνοις, 14 Ἰανουαρίου 2019).

[5]. Περί τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος 2α ἀπόκριση, ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ. (Ἐν Τιράνοις, 21 Μαρτίου 2019).

[6]. Βλ. Πηδάλιον, Ἐκδοτ. Οἶκος «Ἀστήρ», σελ. 407: «Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδέ ἐν ἑτέρᾳ Ἐκκλησίᾳ ὑποδέχεσθαι τούς ἐν ἑτέρᾳ Ἐκκλησίᾳ μή συναγομένους. Εἰ δέ φανείη τις τῶν Ἐπισκόπων ἤ Πρεσβυτέρων ἤ Διακόνων ἤ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν καί τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἄν συγχέοντα τόν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας».

[7]. Εἰς Ἐφ. Ὁμ. 14, 4, PG 62, 85-87.

[8]. Ἐπιστολή μητροπολίτου Ναυπάκτου, Πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (30 Μαρτίου 2019).

[9]. Αναστασιος Βαβουσκοσ, «Ὁ ἀτελής χαρακτήρας τῶν ὑφισταμένων αὐτοκεφάλων καθεστώτων. Ἕνα θεμελιῶδες κανονικό λάθος» (Romfea, 5 Ἀπριλίου 2019), Τοῦ αὐτοῦ, «Ἀπάντηση στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου» (Romfea, 7 Ἀπριλίου 2019). Τοῦ αὐτοῦ, «Τελική (ἐπίσης) ἀπάντηση στόν Σεβασμιώτατο Ἅγιο Ναυπάκτου» (Romfea, 8 Ἀπριλίου 2019).

[10]. Δήλωση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας γιά τήν κατάσταση στήν Οὐκρανία, (Romfea, 3. Ἀπριλίου 2019).

[11]. Ἔνθ᾽ ἀνωτ.

[12]. Ἐπιστολή τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο (6 Φεβρουαρίου 2019).

[13]. Ὑπόμνημα τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κύκκου καί Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου, Πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου γιά τό Οὐκρανικό Ζήτημα (7 Φεβρουαρίου 2019).

[14]. Ἐπίσκοπος Μπάτσκας Ειρηναιος, Προσωπική θέση ὡς πρός τήν Θέση τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας γιά τό Οὐκρανικό (Romfea, 15 Μαρτίου 2019).