Δημήτρης Νατσιός, «… τον βλάσφημο ούτε η γη δεν τον δέχεται»

0
649

«Αν υβρίσεις την μάνα μου και τον πατέρα μου σε συγχωρώ, αν βλαστημήσεις την Παναγία και τον Χριστό, δεν έχω μάτια να σε δω»
Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

του Δημητρίου Νατσιού

Αποτυχημένοι διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί με προσόντα ακρίδας, εκκλησιομάχοι, καντιποτένιοι νεοσταλινικοί, ημιμαθείς, μετατρέπουν την πατρίδα σε «ράκος ασθμαίνον», σε ρημαδιό.  Άνοιξαν τις φυλακές-ο νόμος του απίθανου αυτού τύπου Παρασκευόπουλου-και αμόλησαν στυγερούς εγκληματίες για να συνεχίσουν το έργο τους, τις ανομίες τους.

Ο Κουφοντίνας, τρισάθλιο υποκείμενο, δολοφόνος αμετανόητος, λες και υπηρετούσε την θητεία του σε στρατόπεδο νεοσυλλέκτων, έπαιρνε άδειες και προκλητικά, σεργιανούσε για ψώνια στην αγορά της Αθήνας. (Και ο γιος του, το ζαγάρ’, «να βγάζει την γλώσσα» στους διαφωνούντες ή να ελεεινολογεί και να ειρωνεύεται όσους συμμετείχαν στα εθνικά συλλαλητήρια κατά της προδοσίας της Μακεδονίας μας).

Τώρα ετοιμάζονται να καταργήσουν τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που αφορούν στην κακόβουλη βλασφημία, στην καθύβριση θρησκευμάτων και στην περιύβριση των νεκρών. Και ποια «θεία» βλασφημούνται στην πατρίδα μας; Το όνομα του Χριστού και της Παναγίας μας. Ούτε ο Μωάμεθ ούτε ο Βούδας βλασφημούνται. Και τι θα συμβεί; «Χαύνοι ορνεοκέφαλοι (θα) βυσσοδομούν. Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς (θα) κοπροκρατούν το μέλλον». (Ελύτης, Το Άξιον εστί). Όλα τα κατακάθια και τα δυσώδη περιθώρια του τόπου, ελεύθεροι πλέον, θα βλασφημούν τα όσια και τα ιερά μας. Ούτε «φύλλο συκής» πλέον δεν κρατούν οι εχθροί του σταυρού «ων ο Θεός η κοιλία». Η Ελλάδα μας, αν συνεχιστεί αυτό το κακό, οδηγείται σε ιστορική ευθανασία.

Ξεκίνησε με ένα άγιο Κυβερνήτη, που την ανέστησε, που πίστευε πως «…αν η παρούσα γενεά δεν ενδυναμωθεί από ανθρώπους μορφωμένους εν καλή διδασκαλία και μάλιστα προς τον κανόνα της αγίας ημών πίστεως και των ηθών μας, θα είναι δυσοίωνο το μέλλον της και η διακυβέρνησίς της αδύνατη». (Ι. Καποδίστρια, Κείμενα, «ΟΕΔΒ», σελ. 75). Η Ελλάδα μας, η οποία, διά στόματος του στρατηγού Μακρυγιάννη, ομολογούσε ότι «τον Χριστόν φοβόμαστε και αυτείνη η θρησκεία μας λευτέρωσεν και βγήκαμε εις την κοινωνίαν του κόσμου», αυτή η Ελλάδα κατασπαράσσεται, οδηγείται στον τάφο από τα απολειφάδια του μαρξισμού, από τσιράκια του διαβόλου. Ποιοι; Εμείς οι Έλληνες, πάλε ποτέ λαός αρχοντικός, «διδάσκαλος της ανθρωπότητος, κατά θείαν πρόνοιαν» (άγιος Νεκτάριος), xλεύη της Οικουμένης και παλιόψαθα των εθνών. Κατήργησαν τον Εθνικό Ύμνο στο δημοτικό σχολείο, μετέτρεψαν την γιορτή των Τριών Ιεραρχών, σε αργία, «λέρωσαν» το μάθημα των Θρησκευτικών το οποίο κατάντησε προπαγάνδα της πανθρησκείας, πρόδωσαν την Μακεδονία, ξηλώνουν από την Ιστορία το Εικοσιένα και τον Μακεδονικό Αγώνα, τι έμεινε για να θυμίζει ότι τούτος ο τόπος είναι των Ελλήνων; Μαγαρίζουν την Παράδοσή μας και και μένουμε με τα μνημόνια και την ανικανότητά τους.  Όλων…

Και όμως δεν πέρασαν πολλά χρόνια που ο λαός μας είχε σέβας. Που θεωρούσε αδιανόητη την βλασφημία. Θα αναφερθώ σε δυο επεισόδια από την πρόσφατη Ιστορία μας, που παραπέμπουν στην αδυσώπητη φράση του Σεφέρη «να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό». Και τόπος είναι οι άνθρωποι, που κάποτε μοσχοβολούσαν σαν το Τίμιο Ξύλο και τώρα γεμίσαμε δίποδες αναθυμιάσεις. Το πρώτο είναι από το ιστορικό βιβλίο του Χρήστου Σαμουηλίδη, Κιλκισσιώτη συγγραφέα, «το χρονικό του Καρς», στο οποίο περιγράφει τα πάθια, τους καημούς και τις σφαγές των Ελλήνων του Καυκάσου και την μετεγκατάστασής τους στην Ελλάδα, όσων γλύτωσαν από τον αιμοσταγή Κεμάλ.

Η σκηνή είναι από τον ερχομό των πλοίων για το «νόστιμον ήμαρ». «Εκείνη την στιγμή κατέφθασαν στο λιμάνι και δυο άνδρες του κλιμακίου της Μίσιας (=η ελληνική αποστολή που θα μετέφερε τους πρόσφυγες στην πατρίδα). Ο ένας βλέποντας την κατάσταση εκνευρίστηκε τόσο πολύ ώστε άρχισε να βρίζει Χριστούς και Παναγίες.  Μόλις τον άκουσαν οι πρόσφυγες που δεν ήταν συνηθισμένοι ούτε να λένε ούτε να ακούνε παρόμοιες βρισιές, έγιναν έξαλλοι και στράφηκαν εναντίον του υβριστή, παρ’ όλο που είδαν ότι ήταν υπερασπιστής τους. Τον άρπαξαν και άρχισαν να τον δέρνουν άγρια». (σελ. 249).

Οι αγαθοί εκείνοι Ρωμιοί, τι έκαναν; Εφάρμοσαν την εντολή του αγίου Χρυσοστόμου: «Καν ακούσης τινός έν αμφόδω (=σε δρόμο) ή εν αγορά βλασφημούντος τον Θεόν…ράπισον αυτού την όψιν, σύντριψον το στόμα.. αγίασον σου την χείρα» (προς Ανδριάντας, α΄ ).

Το δεύτερο:

«Στον επικό πόλεμο του 1940 ό ελληνικός στρατός διακρινόταν για την ευσέβειά τουΣτο μέτωπο η βλασφημία είχε καταργηθεί από τους ίδιους τουςστρατιώτες μαςπου αγωνίζονταν με δυνατή πίστη στον Θεό και κάτω από τη σκέπη της Υπεραγίας ΘεοτόκουΔυστυχώς υπήρχαν και οι θλιβε­ρέςεξαιρέσειςΤο πιο κάτω περιστατικό αποτελεί φοβερό δείγμα παραδειγ­ματικής τιμωρίας ενός βλάσφημουΤο διηγείται ως αυτόπτηςμάρτυρας ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος ΔΒασιλόπουλοςπου τότε υπη­ρετούσε ως λοχίας του τάγματος των ευζώνων».

«Ήταν η 27η Δεκεμβρίου 1940, τότε που οι «Έλληνες αγωνίζονταν τον ενδοξότερο αγώνα της πατρί­δαςΗ μάχη εμαίνετο στο ΤεπελένιΜεταγωγικάμετέφεραν πυρομαχικά στους μαχόμενουςΚαθ‘ όδόν συ­ναντούν τραυματία με τραύμα στην κνήμη. “Κουράγιοσυνάδελφετου λένεΘα γυρίσουμεκαι θα σε πά­ρουμεΕκείνος βλασφήμησε τό όνομα της ΠαναγίαςΣτό άκουσμα της βλασφημίας έφριξαν οι στρατιώ­τεςδιότι εκεί η βλασφημία είχεκο­πεί εντελώς. “Συνάδελφετου λένεμη βλασφημείςΠες «Παναγία βόη­θα«. Aλλά εκείνος εξακολούθησε να βλασφημεί συνεχώς.

Όταν επέστρεψαντον βρήκαν πεθαμένοΛυπήθηκαν κατάκαρδα για την ψυχή τουδιότι έφυγε με αυ­τόν τον αμετανόητο τρόπο. Επειδή δεν υπήρχειερέας στο σύνταγμαέσκαψαν πρόχειρα με τις ξιφολόγχες τους και τον έθαψαν. Έκαμαν τον σταυρό τους και έφυγανΆλλα μόλις απομακρύνθηκανγύρω στα είκοσι μέτραέρχεται μια οβίδα από το Τεπελένιτον ξεθάφτει και τον πε­τάει δέκα μέτρα μακριά! Έπεσαν οι άνδρες κάτω να προφυλαχθούν.Κα­τάλαβαν ότι η οβίδα ήταν σταλμένη για τον βλάσφημοΤον έχωσαν ξα­νά στον λάκκο που άνοιξε η οβίδα και ξεκίνησαν να φύγουν.

Μόλις έφθασαν στα είκοσι μέ­τραέρχεται δεύτερη οβίδα και με τον ίδιο τρόπο τον ξεχώνει και τον πετά δέκα μέτρα μακριάΤότε κατά­λαβαν ότι τονβλάσφημο ούτε η γη δεν τον δέχεταιΤον παράτησαν άτα­φο και έφυγαν

Φόβος και τρόμος τους κατέλα­βεόχι μόνο αυτούς άλλα όλο τον εκεί στρατόΟ γράφων ήταν εκεί αυτόπτης μάρτυρας».

(Βιβλίο, «ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ’40»).

Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκίς