Ανδρέας Μπουλάκης, Περί πραότητος

0
440

του Ανδρέα Μπουλάκη
αρθρογραφεί για katanixi.gr

Ὁ Ἀρχηγός καί τελειωτής τῆς πίστεώς μας, ὁ Κύριός μας Ἰησούς Χριστός μακαρίζει εἰς τήν ἐπί τοῦ ὂρους ὁμιλία, τούς πραεῖς. Ποιός ὅμως εἶναι ὁ πράος; Λέγει ὁ μεγάλος Πατέρας καί διδάσκαλος, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:

«Τοῦτο γάρ μάλιστά ἐστι πράου, τά μέν εἰς ἑαυτόν ἀφεῖναι, τοῖς δέ ἀδικουμένοις ἀμύνειν· καθάπερ καί ὁ Χριστός ἐποίησεν.»

Ἑρμηνεία: Αὐτό κυρίως εἶναι τό γνώρισμα τοῦ πράου, τίς μέν ἀδικίες πού γίνονται σ΄αὐτόν νά τίς παραβλέπει, τούς ἀδικούμενους ὅμως νά τούς ὑπερασπίζεται, ὅπως ἀκριβῶς ἒκαμε καί ὁ Χριστός.

Και συνεχίζει ὁ Ἅγιος Πατήρ:

«τί ποτέ ἐστι πραότης, καί τί τραχύτης. Οὐδέ γάρ τό πλήττειν, τραχύτητος ἁπλῶς, οὐδέ το φείδεσθαι, πραότητος· ἀλλά πρᾶος ἐκεῖνός ἐστιν, ὁ τά εἰς ἑαυτόν πλημμελήματα φέρειν δυνάμενος, καί ὁ τοῖς ἀδικουμένοις ἀμύνων, καί σφοδρός ἒκδικος τῶν ἐπηρεαζομένων γινόμενος· ὡς ὅ γε μή τοιοῦτος, νωθής, καί ὑπνηλός, καί νεκροῦ οὐδέν ἂμεινον διακείμενος, οὐ πρᾶος, οὐδέ ἐπιεικής. Τό παρορᾶν ἀδικουμένους, τό μή ἀλγεῖν ὑπέρ τῶν ἀδικουμένων, μηδέ θυμοῦσθαι τοῖς ἐπηρεάζουσιν, οὐκ ἀρετῆς, ἀλλά κακίας· οὐκ ἂρα πραότητος, ἀλλά νωθείας.»

Ἑρμηνεία: Τί τέλος πάντων εἶναι πραότητα καί τί σκληρότητα; Γιατί, οὒτε τό νά χτυπάει κανείς εἶναι γενικά δεῖγμα σκληρότητας, οὒτε τό νά λυπᾶται εἶναι δεῖγμα πραότητας. Ἀλλά πράος εἶναι ἐκεῖνος, πού μπορεῖ νά ὑπομένει τά ἀδικήματα πού γίνονται σ’αὐτόν καί ἐκεῖνος πού ὑπερασπίζεται τούς ἀδικουμένους καί γίνεται σφοδρός ἐκδικητής καί ὑποστηρικτής ἐκείνων πού βλάπτονται. Ὅπως, ἐκεῖνος πού δέν εἶναι τέτοιος, ἀλλά εἶναι νωθρός καί κοιμισμένος καί δέν διαφέρει τίποτε ἀπό ἕνα νεκρό ὡς πρός τή δραστηριότητα, αὐτός δέν εἶναι πράος οὒτε ἐπιεικής. Τό νά παραβλέπει δηλαδή κανείς τούς ἀδικουμένους, τό νά μή θυμώνει ἐναντίον ἐκείνων πού βλάπτουν καί ἀδικοῦν, δέν εἶναι γνώρισμα ἀρετῆς, ἀλλά κακίας. Ἂρα δέν εἶναι δεῖγμα πραότητας, ἀλλά νωθρότητας καί ἀδιαφορίας. Δέν εἶναι λοιπόν ὁ θυμός πού ἒχουμε γιά τά ἐθνικά μας θέματα, καί κυρίως γιά τά πνευματικά ζητήματα, γνώρισμα σκληρότητας ἢ τραχύτητας. Καί ἂς δημιουργοῦμε ἐχθρούς, ἕνεκα τῆς συμπεριφοράς μας, ὅπως ὁ ἲδιος ὁ ἱερός Χρυσόστομος εἶχε φοβερούς ἐχθρούς – καί μάλιστα τήν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία – διότι ὑπῆρξε ἀδυσώπητος ἐλεγκτής κάθε παρανομίας καί κακίας. Εἶναι ἀπόλυτα φυσιολογικό νά θυμώνουμε ὂχι μόνο γιά τό ξεπούλημα τῆς Μακεδονίας μας, ἀλλά πολύ περισσότερο γιά τήν ἀντικατάσταση τῆς σώζουσας Ὀρθοδοξίας μας ἀπό τήν, μασονικῆς προελεύσεως, παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Δέν ἀποτελεῖ ἡ ὀργή μας γιά αὐτά τά θέματα ἒλλειψη πραότητος. Καί βέβαια θυμώνουμε ὅταν Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς, πιστοί στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἀκόλουθοι τῶν Ἁγίων Πατέρων, διώκονται ἀπό ψευδοποιμένες καί ἐξορίζονται ἀπό τούς ναούς τους, ἐπειδή ἀρνοῦνται νά ἐπιδείξουν «διπλωματική συμπεριφορά» ἀπέναντι στούς ἰσχυρούς ἐκκλησιαστικούς καί πολιτικούς ἂρχοντες, μένοντας ἀκοίμητοι φρουροί γιά τήν φύλαξη τοῦ μεγίστου θησαυροῦ τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας, τῆς Ἁγίας μας Ὀρθοδοξίας, τῆς μόνης Ἐκκλησίας. Ἂς εἶναι ὅμως. Καί ἂν ἀκολουθήσουν, αὐτοί οἱ ἱερεῖς, τήν ὁδό τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου ἕως τέλους, εἶναι διότι κρατοῦν ψηλά τή ΣΗΜΑΙΑ πού ἒλαβαν ἀπό τούς Πατέρες, ἡ ὁποία εἶναι ποτισμένη ἀπό τό ἅγιο αἶμα τους. Ἐξάλλου ὅλοι ὅσοι ἀχαποῦμε ἀληθινά τήν Ὀρθοδοξία (κληρικοί ἢ λαϊκοί) εἲμαστε ἕτοιμοι, «Εἰ δέ καλέσοι καιρός, καί μυριάκις ὑπέρ σοῦ τεθνηξόμεθα.»