Απόστολος Σαραντίδης, Τα ψαράκια

0
249

του Απόστολου Σαραντίδη 
αρθρογραφεί για katanixi.gr

Γνωρίζουμε πολύ καλά όσοι έχουμε πνευματική σχέση με γεροντάδες και διαβάζουμε και πέντε πράγματα εκκλησιαστικά, ότι μεγάλος πυλώνας της πίστεως είναι η εμπειρία που αποτελεί λίθο της Ιεράς Παραδόσεως.

Θα συνεχίσουμε και αυτή την εβδομάδα την αναστάσιμη και θα ολοκληρώσουμε την επομένη, έναν πρώτο γύρω εμπειριών προσωπικών ή τρίτων, για να καταγράφονται και να γνωστοποιούνται στους έχοντας ώτα ακούειν.

Είκοσι χρόνια πάλι πριν, σε εορταστικό βραδινό δείπνο με συναδέλφους του σχολείου για τη λήξη του διδακτικού έτους σε παραθαλάσσια ταβέρνα κάπου στη Νέα Ηρακλίτσα Καβάλας. Ήσυχη, δροσερή καλοκαιρινή βραδιά. Τα θαλασσινά εδέσματα, νοστιμότατα. Ούζο και τσίπουρο. Παρέα καλή.

Σύζυγος μιας συναδέλφου συνέτρωγε μαζί μας με τη γυναίκα του. Από χωριό του Αμυνταίου, για πολλά χρόνια εργαζόμενος σε τοπική βιομηχανία, ονόματι Γιάννης. Πολλά χρόνια που εγκαταστάθηκαν στην Καβάλα. Εκείνη, από το Ξυνό Νερό. Ένας ωραίος έξυπνος ευχάριστος τύπος, της παρέας – καλή του ώρα – ψηλός, αδύνατος, με αραιό γκρίζο γένι και πειστικό λόγο. Το περιβάλλον εντελώς κοσμικό. Πώς πήγε όμως η κουβέντα σε εκκλησία και παπάδες! Πάνω σε αυτήν, μας διηγείται το παρακάτω περιστατικό για τον εαυτό του:

«Εγώ πιστεύω αλλά δεν πολυπηγαίνω στην εκκλησία. Θα ήθελα να πάω μια φορά στο Άγιο Όρος και είπα σε έναν φίλο μου που πηγαίνει συχνά, να αναφέρει στον γέροντά του εκεί για μένα, ότι θα πάω κάποτε αλλά όχι τώρα. Ο γέροντας τότε, χωρίς να με γνωρίζει είπε στον φίλο μου κατά λέξη: «Πες στον δικό σου αυτά:

Ήτανε κάποτε κάτι νεαρά ψάρια μες στα καταγάλανα νερά που κολυμπούσαν ευτυχισμένα και παιγνίδιζαν χαρούμενα κάνοντας πολλές τρέλες ξεφεύγοντας από τους γονείς τους και από το μεγάλο κοπάδι. Τότε κάποια γέρικα και σοφά ψάρια από την ίδια οικογένεια τους λένε: «Παιδιά μου, να προσέχετε πάρα πολύ όταν κολυμπάτε και να μην ξεφεύγετε από τα σημάδια που υπάρχουν διότι οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι. Αν δείτε φρέσκια και λαχταριστή τροφή να αιωρείται να προσέχετε πολύ. Μπορεί να υπάρχουν εκεί μέσα κρυμμένα κάτι δυνατά μυτερά μέταλλα που λέγονται αγκίστρια. Όταν πάτε να φάτε αυτά καρφώνονται στο στόμα και δεν βγαίνουν με τίποτα. Αυτά είναι  δεμένα με κάτι κλωστές τόσο λεπτές που δεν φαίνονται καθόλου και λέγονται πετονιές. Όποιος καρφωθεί, αυτές οι κλωστές τον τραβάνε επάνω σε ένα μέρος χωρίς αέρα και τον βάζουν σε κάτι σκληρά πράγματα σαν μπλεγμένα φύκια που λέγονται καλάθια. Τότε έρχονται κάτι μεγάλα τέρατα που λέγονται άνθρωποι και κρατούνε κάτι κοφτερά πράγματα σαν τσόφλια από μύδια που λέγονται μαχαίρια. Με αυτά θα σας γδάρουν όλα τα λέπια και θα σας ξεριζώσουνε τα βράγχια. Μετά, θα σας βάλουν μέσα σε ένα μεταλλικό καλάθι που λέγεται τηγάνι και που θα έχει ένα πηχτό υγρό που λέγεται λάδι. Ύστερα θα βάλουν το τηγάνι σε μια μεγάλη φωτιά και θα βράσετε μέσα στο λάδι. Κατόπιν θα σας βάλουν σε ένα σκληρό μέρος που λέγεται πιάτο και με τα μαχαίρια τους θα σας κομματιάσουν και θα σας φάνε.»

Και τα ψαράκια: «Τι λένε οι γέροι ρε; Θα μας τρελάνουν! Γίνονται αυτά τα πράγματα;»»!

Έκτοτε, σχεδόν χαθήκαμε αν και μένουμε σχετικά κοντά. Δεν ξέρω αν ο Γιάννης – συνταξιούχος τώρα – πήγε από τότε στο Άγιο Όρος. Μια κουβέντα μαζί του θα είχε πραγματικό ενδιαφέρον.