Αριστείδης Π. Δασκαλάκης: Προς Εμμαούς

0
403

του Αριστείδη Δασκαλάκη
αρθρογραφεί για katanixi.gr

Δύο μαθητές, τρεις μέρες μετά το θάνατο τού Κυρίου, προχωρούν προς Εμμαούς, συζητώντας μεταξύ τους για τον Ιησού.
Αγωνιούν. Μιλούν για τα γεγονότα. Απελπίζονται.
Έρχεται ο αναστημένος Χριστός, άγνωστος συνοδοιπόρος. Δεν τον αναγνωρίζουν. Μιλούν για ελπίδες ανεκπλήρωτες. Το κουράγιο τους σώνεται. Κι Εκείνος τους στηρίζει.
Ερμηνεύει τις Γραφές. Τους υπενθυμίζει πως η Δόξα περνά μέσα απ’ τα Πάθη και τη Σταύρωση. Δίνει ελπίδα στην θλίψη και την κατήφειά τους. Εν τέλει, Τον αγαπούν αυτόν τον Συνοδοιπόρο. Του λένε «μείνε μαζί μας». Τ’ αυτιά τους έχουν γλυκαθεί. Οι καρδιές τους ζεστάθηκαν. Στο τραπέζι και στην κλάση του άρτου Τον αναγνωρίζουν.
Τα μάτια όσων Τον γνώρισαν πριν τη Σταύρωση, τώρα, εμποδίζονται κατά ανερμήνευτο τρόπο, να Τον αναγνωρίσουν.

«Οι δέ οφθαλμοί αυτών εκρατούντο του μή επιγνώναι αυτόν».

Η Μαρία η Μαγδαληνή, στον κήπο του μνημείου, Τον περνάει για κηπουρό. Οι δυο οδοιπόροι, στο δρόμο για την Εμμαούς, Τον νομίζουν τυχαίο διαβάτη. Οι μαθητές, που ψαρεύουν στην Τιβεριάδα, Τον ακούνε να τους ζητάει κάτι «βρώσιμον», και δεν υποψιάζονται ποιος είναι Αυτός που τους περιμένει στην όχθη. Όλοι Τον ανακαλύπτουν ξαφνικά και αυτονόητα, αλλά αφού αρχικά πλανηθούν. Είναι ο γνώριμος «Υιός του Ανθρώπου», αλλά «εν ετέρα μορφή».

Αυτή η ετερότητα αν και  απροσδιόριστη στις ευαγγελικές διηγήσεις, μοιάζει γνωστή και αυτονόητη για την εμπειρία της Εκκλησίας. Είναι η μορφή του «εκ νεκρών ζώντος», η ανθρωπότητα στον καινούργιο τρόπο υπάρξεως, που έχει περάσει μέσα από τον θάνατο, που έχει πατήσει το θάνατο με το θάνατο.
Το αναστημένο σώμα του Χριστού, είναι η καινούργια ανθρωπότητα, που αποδέχεται το θάνατο, με την κατάδυση στο νερό του βαφτίσματος κι αργότερα με τη μετάνοια και την άσκηση, συνανίσταται με το Χριστό πατώντας το θάνατο.

Η καινούργια αυτή ανθρωπότητα, οι πρώτοι καρποί αυτής της ανάστασης, οι άγιοι της Εκκλησίας, οι ομολογητές, οι μάρτυρες κυκλοφορούν ανάμεσά μας «εν ετέρα μορφή». Εμφανίζονται στα μάτια μας ή επιμένουμε να τους ερμηνεύουμε ως ηθικά, απλώς, πρότυπα, ακραίες περιπτώσεις άσκησης και αυταπάρνησης, ακατανόητες για την ανορθόγραφη θρησκευτικότητά μας, που περιμένει πάντοτε την Ανάσταση σαν κοσμική σωτηρία: «ημείς ηλπίζομεν ότι αυτός εστίν ο μέλλων λυτρούσθαι τον Ισραήλ».
Η πραγματικότητα της Ανάστασης μας διαφεύγει, γιατί δεν ξέρουμε να αναγνωρίσουμε την αλήθεια της ζωής, το μοναδικό τρόπο υπάρξεως, στην αποδοχή του θανάτου. Γι’ αυτό και οι «εκ νεκρών ζώντες» περνάνε από το βίο μας απαρατήρητοι «εν ετέρα μορφή».
Ο αναστημένος Χριστός εισέρχεται στο υπερώο της Ιερουσαλήμ «των θυρών κεκλεισμένων».

Η Ανάσταση έρχεται μυστικά. Θα έχουμε ίσως δαπανήσει μια ολόκληρη ζωή, με ατέλειωτες ηθικολογικές συζητήσεις, με αναπάντητους φόβους και άσκοπες προσδοκίες, ως την εσπέρα, που σε κάποια Εμμαούς, ο Αναστημένος Χριστός θα αποκαλυφθεί «εν τη κλάσει του άρτου».

Η μορφή του Αναστημένου Χριστού είναι το κλειδί για την είσοδο στην όντως ζωή. Η είσοδος δεν είναι μόνο στενή, μοιάζει συχνά «κεκλεισμένη». Την κλείνουν τα πάθη μας, το βόλεμα και ο εγωισμός μας, το απελπισμένο μας γάντζωμα στις επιφάσεις της ζωής, στην ιδιοτέλειά μας, στην υποταγή στη νέα τάξη πραγμάτων. Μόνο αν όλα αυτά νεκρωθούν, όχι θεωρητικά, αλλά πάνω στο ίδιο το κορμί μας, μπορούμε να μπούμε, «των θυρών κεκλεισμένων», στη ζωή. Πριν από μας έχει εισέλθει ο Αναστημένος Χριστός. Αυτός κάνει δυνατή την είσοδό μας.

Διδακτική η περικοπή του Ευαγγελίου και πάντα επίκαιρη.
Σε μια εποχή που κυριαρχεί η τετράγωνη λογική. Η πειραματική τεκμηρίωση των πάντων. Σε μια εποχή που ο άνθρωπος χρησιμοποιεί την επιστήμη ως άλλοθι για να κρυφτεί απ’ τον Θεό. Να ξεφύγει απ’ τα διλήμματα και το πρόβλημα του Θεού.

Που χρησιμοποιεί τις βεβαιότητες της φυσικής για να αποδείξει αβέβαιες κι αναξιόπιστες τις προτάσεις της μεταφυσικής. Που προσπαθεί να κυριαρχήσει στα φυσικά φαινόμενα, προς ικανοποίηση των υλικών του αναγκών και απολαύσεων, απομυζώντας τη φύση.
Η αναγωγή της ανθρώπινης λογικής σε υπέρτατη αυθεντία και απόλυτη αξία, δεν αφήνει περιθώρια στο λόγο του Θεού να καρποφορήσει μέσα μας.

Αυτή η λογική  που δίνει «τὸ ἅγιον τοῖς κυσὶ» χάριν μιας παρεξηγημένης αγάπης. Που ερμηνεύει την αγάπη με διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν που δίδαξε ο Θεός. Που δεν σώζει τον αιρετικό αλλά μας οδηγεί κι εμάς στην αίρεση.
Αυτή η λογική, που μας στέλνει στις κάλπες, με καθαρά οικονομικά κριτήρια και όχι ορθόδοξα και πατριωτικά.
Αυτή η λογική που καθιστά τη διπλωματία και τη συναλλαγή, υπέρτερη του πατριωτισμού, ακόμα του ίδιου του Θεού και συνώνυμη πολλές φορές της προδοσίας.
Αυτή η λογική που διπλώθηκε με τα χαρτονομίσματα στο πορτοφόλι μας. Που κατατέθηκε στον τραπεζικό μας λογαριασμό.
Αυτή η λογική που περικόπτει το Ευαγγέλιο, στο βαθμό που βολεύει τον καθένα.
Που κοσκινίζει κάθε λόγο του Ευαγγελίου στο κόσκινο του ιδιωτικού συμφέροντος.
Που υποβάλλει την αγνή και πηγαία πίστη, σε διαδικασίες επιχειρημάτων και αποδείξεων.
Που αντικαθιστά την εμπιστοσύνη στον Θεό, που είναι η πίστη, με την σκέψη και τη διάνοια.

Σύμφωνα με τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή ο άνθρωπος έχει δύο γνωστικά κέντρα. Δύο οδούς, δύο τρόπους για να γνωρίσει τη κτιστή φυσική δημιουργία και τον ίδιο το Θεό.

Το ένα είναι ο νους (που οι πατέρες τον ταυτίζουν με την καρδιά) και το άλλο ο λόγος (η λογική, η διάνοια, το μυαλό).
Ο νους έχει την έδρα του στην καρδιά και ο λόγος στον εγκέφαλο.
Ο νους είναι το κέντρο της ψυχής, γι’ αυτό και οι Πατέρες τον ονομάζουν «ηγεμονικόν της ψυχής» και μ’ αυτόν αποκτάται η γνώση κι εμπειρία του Θεού.
Ο λόγος είναι η πρακτική ενέργεια της ψυχής. Και μ’ αυτόν ο άνθρωπος γνωρίζει τη κτιστή δημιουργία.
Με τη λογική δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό. Μας οδηγεί όμως στην ανάγκη της πίστεως.
Η γνώση του Θεού αποκτάται με την καρδιά.

Οι σύγχρονοι άθεοι –αν υπάρχουν και δεν είναι απλώς, αντίθεοι και αντίχριστοι – όπως και οι αιρετικοί αλλά και οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, προσπάθησαν με λάθος μέσο να γνωρίσουν το Θεό. Με τη λογική. Και δεν τον βρήκαν ποτέ. Κι αυτό το μέσο –όπως και πολλά άλλα, κυρίως τεχνολογικά ή φιλοσοφικά επιτεύγματα – το δώρισαν σε εμάς τους ορθοδόξους, πολλοί εκ των οποίων το χρησιμοποίησαν, αφήνοντας στην άκρη το «νου», δηλ. την καρδιά. Και το βίωμα έδωσε τη θέση του, στην απόδειξη και τον ορθολογισμό. Στην κοσμικότητα.
Η λογική εξοβέλισε την καρδιά. Την φυλάκισε με δεσμά απαραβίαστα.

Ο Χριστός είναι συνοδοιπόρος μας, αλλά δεν τον αντιλαμβανόμαστε. Δεν φτάνουμε καν στο σημείο των δύο μαθητών να πούμε «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν». Δεν μας γλυκαίνει πλέον ο λόγος Του. Προτιμούμε τις Σειρήνες της Δύσης. Την ευζωία και την υλική απόλαυση. Την καριέρα. Την επιτυχία.
Οι συνοδοιπόροι προς Εμμαούς, καλούν τον Κύριο να μείνει μαζί τους. Θέλουν κι άλλη ζεστασιά. Κι άλλη στήριξη. Κι άλλη ελπίδα.

Ας αναρωτηθούμε κι εμείς σήμερα.

Μπορούμε να καλέσουμε τον Κύριο να μείνει μαζί μας στους χώρους ψυχαγωγίας μας; Στις παρέες και συντροφιές μας; Σε ανίερους χώρους λατρείας, που προσβάλλεται ο Κύριος και είμαστε κι εμείς συνδαιτυμόνες, όπως το παγκόσμιο συμβούλιο «εκκλησιών»; Μπορούμε να καλέσουμε τον Κύριο σε χειροτονίες επισκόπων με ανυποψίαστες νεανίδες που ραίνουν με ροδοπέταλα το πέρασμα του και καταντούν φιέστες με άρωμα καρναβαλιών και αφής ολυμπιακής φλόγας ή σε «ορθόδοξα» σεμινάρια με ομιλητές, αιρετικές παλαιοκαθολικές ιέρειες  ή σε βαφτίσια παπικού τύπου δια ραντισμού;   

Ο Κύριος απάντησε στους δύο μαθητές με την επιτίμηση «ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται!» δηλαδή να πιστεύουν σε όλα που έχουν λεχθεί απ’ τους προφήτες. Και στα περί Δόξας αλλά και στα περί Παθών και Σταύρωσης. Επιτιμά την «περικοπή» των προφητειών, δηλαδή των λόγων της Αγίας Γραφής (Παλαιάς Διαθήκης).

Σήμερα που πολλοί περικόπτουν τα λόγια της Αγίας Γραφής (Καινή Διαθήκη) ανακαλύπτοντας ή εφευρίσκοντας μια νέου είδους αγάπη, που δεν χωρά το Χριστό και τα εντελλόμενα απ’ Αυτόν, αλλά μιας αγάπης όχι προς τον άνθρωπο, αλλά προς την αίρεση και την ανομία, ο Κύριος θα επαναλάβει σ’ εμάς το λαό, στους επαΐοντες, στους ταγούς της πίστης και του έθνους, τα λόγια της προς Εμμαούς πορείας.

Μιας πορείας που το ανθρώπινο γένος ακόμα διάγει, χωρίς να αναγνωρίζει πάντοτε τον συνοδοιπόρο Χριστό.

Ας ευχηθούμε να γλυκαθούν τα ώτα μας απ’τα λόγια του Κυρίου μας και να φτάσουμε στο «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν».

Και ο Κύριος να ελεήσει και να μας αποκαλυφθεί.

Χριστός Ανέστη!