Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης

0
251

«Γης, κι αν τον κρατάς, δεν τον έφαες Άδη. Δεν πέθανε. Μαρμάρωσε. Κοιμάται. Θα ξυπνήση!» Κ.Παλαμάς

του Χαράλαμπου Βουρουτζίδη

«Το την πόλιν σοι δούναι, ουτ εμόν εστίν ούτ άλλου των κατοικούντων ενταύθα κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν, μη φειδόμενοι της ζωής ημών»
Η απάντηση του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου
στο αίτημα του Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ για την παράδοση της Κωνσταντινούπολης

Η ήττα του Σέρβου δεσπότη των Σερρών Ιωάννη Ugljesa και του αδελφού του Vukasin στις 26 Σεπτεμβρίου του 1371 στη μάχη του Cernomen στον Έβρο έδωσε τη δυνατότητα στους Σέρβους ηγεμόνες Κωνσταντίνο και Ιωάννη Dragaš, που εξουσίαζαν περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας, να καταλάβουν την πόλη των Σερρών για μικρό χρονικό διάστημα αφού, το Νοέμβριο του 1371 την ελευθέρωσε ο Διοικητής της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Παλαιολόγος που, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1373 στέφθηκε συναυτοκράτορας του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου.

Ο Μανουήλ στην πόλη των Σερρών, γνώρισε τη Σερβίδα πριγκίπισσα Έλενα Dragaš την οποία και παντρεύτηκε, μετά την άνοδό του στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, στις 10 Φεβρουαρίου του 1392. Η Έλενα Dragaš, λίγο πριν από τη στέψη της σε αυτοκράτειρα μετονομάστηκε σε Ειρήνη και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1450. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος ήταν το τέταρτο παιδί από τα έξι αγόρια που απέκτησε με την Ειρήνη- Έλενα Dragaš ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος.

Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 1404. Από νωρίς ο πατέρας του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (1391-1425) του ανέθεσε ηγετικές και υπεύθυνες, για τις συνθήκες της εποχής, διοικητικές θέσεις. Έτσι ανέλαβε τη διοίκηση των πόλεων του Εύξεινου Πόντου, τη διοίκηση της Βοστίτσας το 1427 και στη συνέχεια, με τα αδέλφια του Θεόδωρο και Θωμά ανέλαβε τη διοίκηση του Δεσποτάτου του Μυστρά. Την εποχή αυτή κατάφερε να ανακαταλάβει τις εναπομείνασες υπό τον έλεγχο των Φράγκων περιοχές της Πελοποννήσου.
Η διαφωνία των τριών αδελφών ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να επιστρέψει στην Βασιλεύουσα, όπου και παρέμεινε από το Σεπτέμβριο του 1435 έως και τον Ιούνιο του 1346. Πιθανολογείται πως, κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη, συμμετείχε στις προκαταρτικές συζητήσεις για την ένωση των «εκκλησιών» και, χάρη σ’ αυτή την εμπειρία, συμμετείχε σε επιτροπές που μετέβησαν στην Ιταλία για να συζητήσουν αυτό το θέμα.

Από τις 27 Νοεμβρίου του 1439 έως και την πρώτη Φεβρουαρίου του 1440 αντικατέστησε τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο (1425-1448) που, επικεφαλής ενός ομίλου από αξιωματούχους της αυλής και εκκλησιαστικούς ηγέτες, πήγε στην Ιταλία για να συμφωνήσει την ένωση των «εκκλησιών» και τη μεταστροφή στο δόγμα των Λατίνων του ορθόδοξου λαού και κλήρου της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Μετά την επώδυνη για την Ορθοδοξία διακήρυξη της ένωσης Λατίνων και Ορθοδόξων, ο Αυτοκράτορας επανήλθε στην Βασιλεύουσα και ο Κωνσταντίνος, τον Οκτώβριο του 1443 επέστρεψε στην Πελοπόννησο, όπου και έγινε Δεσπότης του Μυστρά. Αυτή την εποχή συνομιλεί με τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα, το φιλόσοφο με τη νεοελληνική συνείδηση, που έγραφε στον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο πως: «Έλληνες εσμέν το γένος, ων ηγείσθε και βασιλεύετε, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί». Καρπός της πνευματικής επίδρασης του φιλοσόφου, που υποστήριζε ότι οι Παροπαμισάδαι, όπως έλεγε του Τούρκους, θεωρώντας τους βυζαντινούς Έλληνεςi ήλθαν για να εκδικηθούν τα όσα έπαθαν οι πρόγονοί τους από το Μέγα Αλέξανδρο, ήταν η στερέωση της Ελληνικής αυτοσυνειδησίας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που επηρέασε μεγάλως τις κατοπινές του αποφάσεις.

Επί των ημερών του, το Δεσποτάτο του Μυστρά, αύξησε τα όριά του και βελτίωσε την άμυνά του με την οικοδόμηση στον ισθμό της Κορίνθου του τείχους του Εξαμιλίου, το οποίο όμως δεν άντεξε στην επίθεση των στρατευμάτων του Μουράτ του Β΄, που νίκησε τον Κωνσταντίνο στις 10 Δεκεμβρίου του 1446 και τον υποχρέωσε να γίνει φόρου υποτελής του.

Στις 31 Οκτωβρίου του 1448 πεθαίνει, χωρίς να αφήσει απογόνους, ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄Παλαιολόγος που, παρά τη σθεναρή αντίσταση του Μητροπολίτου Εφέσου Μάρκου του Ευγενικού είχε υπογράψει στις 6 Ιουλίου του 1439 την ένωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους σχισματικούς Λατίνους.
Στο θρόνο της Αυτοκρατορίας τον διαδέχεται ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος- Δραγάσης που, στις 6 Ιανουαρίου του 1449 στέφθηκε Αυτοκράτορας στο Μυστρά ως Κωνσταντίνος ο ΙΑ΄ και δύο μήνες αργότερα εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη.

Την αρχή της βασιλείας του σημάδεψαν γεγονότα με τεράστια πολιτική σημασία. Το πρώτο ήταν η παραίτηση από τη θέση του καθολικού κριτή και γενικού σεκρετάριου των ανακτόρων του Γεννάδιου Σχολάριου που έγινε το 1450ii. Το δεύτερο ήταν ο θάνατος στις 2 Φεβρουαρίου του 1451 του Σουλτάνου Μεχμέτ του Β΄ και, το τρίτο η φυγή από τη Βασιλεύουσα του Πατριάρχη Γρηγορίου Β΄ Μελισσηνού τον Αύγουστο του 1451.
Η ανάληψη της εξουσίας από το νεαρό Μωάμεθ επιδείνωσε τις σχέσεις Οθωμανών και Βυζαντίου. Η στρατιωτική πίεση των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη, που αυτή την εποχή ήταν πρωτεύουσα και κράτος της κάποτε κραταιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθημερινά αυξανόταν και, η σύγκρουση φαινόταν πως ήταν αναπόφευκτη. Οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αυτοκρατορίας ήταν αξιόμαχες, αλλά αριθμητικά ασύγκριτα λιγότερες απ’ αυτές που διέθετε ο νέος Οθωμανός Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄.

Από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο δεν έλειπε η προνοητικότητα, το θάρρος και η αποφασιστικότητα. Οι προθέσεις του νέου Σουλτάνου έδειχναν πως, η σύγκρουση ήταν προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Οι δυνατότητες βοήθειας για την Αυτοκρατορία ήταν περιορισμένες, καθώς ο Σέρβος Δεσπότης Γεώργιος Μπράνκοβιτς (1427), εγγονός του Πρίγκιπα Λαζάρου, που είχε ηρωικότατα αντισταθεί στις στρατιές του Μουράτ Α΄ στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389) δεν είχε τη δυνατότητα να παράσχει βοήθεια, αφού η Σερβία βρισκόταν υπό τον Οθωμανικό ζυγό από το 1439. Ακόμη, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των Σέρβων και των Ούγγρων του Ιωάννη Ουνιάδη, η ήττα του χριστιανικού στρατού στις μάχες της Βάρνας το 1444 και του Ουνιάδη στο Κοσσυφοπέδιο το 1448 απέκλειαν κάθε βοήθεια από τις χριστιανικές δυνάμεις της Μεσευρώπης, γιατί ο Ουνιάδης είχε συνάψει ανακωχή με τους Τούρκους το Νοέμβριο του 1451.

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, παρά το γεγονός πως δεν είχε περιορισμένη αντίληψη της συνολικής πολιτικής καταστάσεως στην Δύση, δεν υποψιαζόταν τις ραδιουργίες του πάπα Νικόλαου του Ε΄, που ενίσχυε με όλα του τα πολιτικά και οικονομικά μέσα το θρασύ Βασιλιά της Αραγωνίας και Νεαπόλεως Αλφόνσο τον Ε΄ του οποίου, οι πολιτικές και στρατιωτικές φιλοδοξίες έφταναν έως και την ίδρυση μιας νέας λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη.
Η «…πολυώνυμος… και μεγαλώνυμος… η μεγαλόπολις αύτη Πόλις πασών των υπό τον ήλιον πόλεων…» ήταν γεωγραφικά απομονωμένη από το χριστιανικό της περίγυρο. Η μόνη οδός επικοινωνίας της, με τη Δύση, ήταν η θάλασσα.

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, δεν είχε μπροστά του πολλές επιλογές. Τον Απρίλιο του 1451 στέλνει στη Ρώμη τον Ανδρόνικο Βρυένιο Λεοντάρη να ζητήσει βοήθεια.
Ο αυτοκρατορικός απεσταλμένος δίνει στον πάπα Νικόλαο Ε΄ δυο επιστολές. Η πρώτη ήταν του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο οποίος εξηγούσε στον πάπα πως, ο καιρός είναι κατάλληλος για την παροχή βοήθειας προκειμένου να αντιμετωπισθεί το στράτευμα του νεαρού Σουλτάνου ενώ, με τη δεύτερη επιστολή, που συνέταξαν οι ανθενωτικοί: «ουχ εκόντες…αλλά ηναγκασμένοι και βεβιασμένοι τας συνειδήσεις…» προτεινόταν στον πάπα η σύγκλιση μιας νέας συνόδου στην Κωνσταντινούπολη, που θα επανεξέταζε τις μεταξύ των δυο εκκλησιών διαφορές.

Εν τω μεταξύ και, κάτω από την αυξανόμενη δυσαρέσκεια του λαού της Πόλης, για τον ύποπτο ρόλο του στο ακανθώδες θέμα της ενεργοποίησης των όρων της συνόδου της Φλωρεντίας και της καλλιέργειας ασταθούς πολιτικού κλήματος στη Βασιλεύουσα, ο ενωτικός Πατριάρχης Γρηγόριος Β΄ Μελισσηνός τον Αύγουστο του 1451 φεύγει κρυφά από την Κωνσταντινούπολη, χωρίς να παραιτηθεί από Πατριάρχης, και πηγαίνει στη Ρώμη.

Το αίτημα του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου για στρατιωτική βοήθεια συζητήθηκε στη Ρώμη και στις αυλές της Βενετίας και της Γένοβας, που έχοντας οικονομικά συμφέροντα στα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, την Πελοπόννησο, την Κύπρο και στον Γαλατά, δεν επιθυμούσαν μια ευθεία αντιπαράθεση με τους Οθωμανούς.
Έτσι η Γένοβα απέτρεψε τους πολίτες της, που ζούσαν στη συνοικία του Πέραν, να εμπλακούν στη διαμάχη, ενώ η Βενετία και ο πάπας άρχισαν να ετοιμάζουν έναν μικρό στόλο, που ποτέ δεν έφτασε στην Βασιλεύουσα και, ο Αλφόνσος της Αραγωνίας στην πιο ακατάλληλη χρονική στιγμή, απέσυρε τα δέκα πλοία που διατηρούσε στο Αιγαίο.
Η φυγή του Πατριάρχη από την Κωνσταντινούπολη, δημιούργησε σοβαρά προβλήματα τόσο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όσο και στις σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τον πάπα Νικόλαο Ε΄ ο οποίος, με υπόδειξη του φυγά Πατριάρχη Μελισσηνού, αντελήφθη την παρελκυστική πολιτική του Κωνσταντίνου στο θέμα της ενώσεως και, με επιστολή του, ζήτησε τόσο την αλλαγή των θέσεων του Αυτοκράτορα στο ζήτημα της ένωσης των εκκλησιών, όσο και την επιστροφή και αποκατάσταση του προδότη Μελισσηνού.

Όμως, η απαίτηση του πάπα Νικόλαου, για άμεση ενεργοποίηση των όρων της συνόδου της Φλωρεντίας, πέρα από την αποκατάσταση του προδότη και λατινόφρονα πατριάρχη Γρηγορίου Μελισσηνού ήταν αυτή που, ουσιαστικά, ναρκοθέτησε κάθε καλή πρόθεση στη Δύση, για παροχή βοήθειας στους Έλληνες.
Η προσδοκία στρατιωτικής βοήθειας που, παρά τις υποσχέσεις, ποτέ δεν έφτασε από τους Λατίνους, καθώς και η μεγάλη αίσθηση ευθύνης για την τύχη της Αυτοκρατορίας οδήγησαν τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο στο λάθος, να μην αξιολογήσει σωστά το έμψυχο δυναμικό που βρισκόταν μέσα στη Βασιλεύουσα. Δεν πίστεψε στη δύναμη του λαού, στο αξιόμαχο φρόνημά του, που περιγράφεται στο Ρωσικό χρονικό του Νέστορα Ισκεντέρηiii και φάνηκε περίτρανα στη μεγάλη μάχη της 29ης Μαΐου και, ιδιαίτερα, μετά την επαίσχυντη φυγή του Λατίνου Ιουστινιάνη.

Στις αρχές του 1452 ο Σουλτάνος διέταξε το κτίσιμο του ισχυρού φρουρίου Ρούμελη-Χισάρ που, μαζί με το φρούριο Αναντολού-Χισάρ έδιναν στους Οθωμανούς τον έλεγχο των στενών του Βοσπόρου.
Από τον Οκτώβριο του 1452 που έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ο αρνησίθρησκος πρώην Μητροπολίτης Κιέβου Ισίδωρος, ως καρδινάλιος και παπικός λεγάτος με μια μικρή δύναμη διακοσίων τοξοτών, αναζωπυρώθηκε το θέμα της ένωσης των «εκκλησιών». Επιτροπές λαϊκών και αρχόντων συζήτησαν, με προτροπή του Αυτοκράτορα, τις προϋποθέσεις αυτής της ένωσης. Η κατάληξη όλων αυτών των συζητήσεων, με απαίτηση του Αυτοκράτορα, αποτυπώθηκε σε κείμενο που συνέταξαν τα μέλη της Σύναξης του Πατριαρχείου, που συνήλθε στο παλάτι στις 15 Νοεμβρίου του 1452. Στο κείμενο αυτό τονιζόταν οι θεολογικές διαφορές με τους Λατίνους και εν τέλει, για ποιους λόγους διαφωνούν με το αποτέλεσμα της συνόδου της Φλωρεντίας. Τέλος, τα συμπεράσματα αυτής της Συνόδου, κατέληγαν σε πρόταση σύγκλισης νέας Συνόδου στην Πόλη.

Μέσα στην αγωνία του, για τη σωτηρία της Αυτοκρατορίας, αυτός ο Έλληνας «…ο κύρης Κωνσταντίνος, ο φρένιμος, ο δυνατός, ο περισσά ανδρειωμένος, ο πράγος, ο καλόλογος, η φήμη των Ρωμαίων…»iv πήρε μια απόφαση, που ξεπέρασε τα όρια του δόγματος της Οικονομίας, δόγμα που υπό ορισμένες προϋποθέσεις επιτρέπει την προσωρινή ή και μόνιμη απόκλιση από την «ακρίβεια», «χάριν μείζονος ωφελείας τινών ή της καθ’ όλου Εκκλησίας»vεφόσον όμως παραμένει αλώβητη η ευσέβεια και η ακεραιότητα του Ορθοδόξου Δόγματος. Πέντε μόλις μήνες πριν από την αποφράδα ημέρα, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, ενεργοποίησε το ναυαγισμένο σχέδιο της ένωσης των εκκλησιών και διακήρυξε, μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας την ένωση, τελώντας λειτουργία κατά το ρωμαϊκό τυπικό, στην οποία χοροστάτησε ο πλανεμένος, πρώην μητροπολίτης Κιέβου και νυν καρδινάλιος Πελοποννήσου Ισίδωροςvi.
Η πολιτική αυτή απόφαση διατάραξε την κλονισμένη από καιρό ομόνοια και συνοχή του λαού της Κωνσταντινούπολης.
Οι συνέπειες αυτής της απόφασης, ήταν εξαιρετικά μεγάλες. Η προσβολή του θρησκευτικού φρονήματος του λαού, οδήγησε σε διαμάχες και διαίρεσε τους άρχοντες.

Στη Μονή του Παντοκράτορος συγκεντρώθηκαν οι ανθενωτικοί και τέλεσαν τη Θεία Λειτουργία. Το μένος τους εναντίον των Παπικών δεν πήγαζε μόνο από τις διαφορές του δόγματος. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει την απίστευτη βαρβαρότητα των Λατίνων σε βάρος του λαού της Αυτοκρατορίας, μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 ούτε και οι Κωνσταντινουπολίτες αγνοούσαν το πώς ζούσαν οι ομόδοξοί τους σε λατινοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας και γι’ αυτό, κάθε συζήτηση για τους Λατίνους όξυνε τα πνεύματα, με αποτέλεσμα να σημειωθούν κινητοποιήσεις και, η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα να κλονισθεί. Έτσι, όταν τον Απρίλιο του 1453 κάτω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης συγκεντρώθηκε ένα ισχυρό στράτευμα, ενωμένο υπό τη σιδηρά εξουσία του Μωάμεθ Β΄ μέσα στη Βασιλεύουσα ο λαός ήταν δυσαρεστημένος με τον Αυτοκράτορα, ενώ οι Γενουάτες, που ζούσαν στη συνοικία του Γαλατά, λειτουργούσαν ως πέμπτη φάλαγγα για τους Τούρκους.

Η τελική επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης αποφασίσθηκε από τον Μωάμεθ να γίνει στις 29 Μαΐου του 1453.
Στο ναό της Αγίας Σοφίας τελέστηκε λειτουργία και, δυστυχώς, ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, κοινώνησε από τα χέρια του προδότη της Ορθοδόξου πίστεως Καρδινάλιου Ισίδωρου.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος-Δραγάσης, «η γενναιότητα και το ήθος του οποίου σπανίως συναντάται στην Παγκόσμια Ιστορία»vii, με 5.000 Έλληνες πολεμιστές και 2.000 Λατίνους, το κύριο σώμα των οποίων αποτελούσαν οι 700 μισθοφόροι του γενουάτη Ioannes Iustinianus Longus, αντιστάθηκε στις ορδές των Οθωμανών και, η πρώτη επίθεσή τους αποκρούσθηκε με επιτυχία.

Λίγο νωρίτερα από την αποφράδα ημέρα, πρεσβευτές του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, διεμήνυσαν υπερήφανα στον Μωάμεθ, ως απάντηση στο αίτημά του (21 Μαΐου) να του παραδοθεί η πόλη, πως: «Εάν μεν θέλης και συ να ζήσης με μας ειρηνικά, όπως έζησαν και οι πρόγονοί σου, θα οφείλουμε χάρι στο Θεό…Το να σου δώσω όμως την Πόλι, ούτε δικαίωμά μου είναι ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της. Γιατί από κοινού θα πεθάνουμε όλοι με τη θέλησί μας και δεν θα λυπηθούμε την ζωή μας»viii.

Η επίθεση των πυροβόλων όπλων των Οθωμανών εναντίον των τειχών της πόλης, το πρωί της 29 Μαΐου του 1453 ήταν ιδιαίτερα σφοδρή.
Στα τείχη της Πόλης ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ως ίσος με τους Ορθόδοξους πολεμιστές και τους Λατίνους στρατιώτες, αμυνόταν γενναία. Όμως, ο τραυματισμός του Ιωάννη Ιουστινιάνη από θραύσμα πυροβόλου όπλου και η αποχώρησή του από τους προμαχώνες, ήταν μεγάλο πλήγμα στην άμυνα της πόλης, μεγαλύτερο και από αυτό που οι Οθωμανοί της κατάφεραν με την υπερνεώλκηση 70 τουρκικών πλοίων από το Βόσπορο στον Κεράτιο στις 23 Απριλίου του 1453. Έτσι: «ο τοσαύτα ανδρίας δείγματα προαποδειξάμενος Ιουστινιανός, καταβληθείς υπό του εκ της πληγής πόνου, από δειλία, μικροψυχεί και εν τοιαύτη κρισιμοτάτη στιγμή εγκαταλιπών την θέσιν φεύγει»ix, παρά τις παρακλήσεις του Αυτοκράτορα.

Η επαίσχυντη αποχώρηση του τραυματισμένου Ιωάννη Ιουστινιάνη, μείωσε τις δυνάμεις των αμυνόμενων, γιατί οι Λατίνοι μαζί με τον αρχηγό τους επιβιβάσθηκαν σε πλοία και έφυγαν για τη Χίο, όπου ο Ιουστινιάνης πέθανε με σύντροφό του τη ντροπή. Όμως, η ζημιά είχε γίνει. Οι υπερασπιστές της πόλης την πιο κρίσιμη ώρα, στερήθηκαν έναν μεγάλο εμπνευστή του πολεμικού τους φρονήματος.
Ο αγώνας του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, εκεί στην Πύλη του Πέμπτου, δεν μειώθηκε και: «…μέγας τωόντι εν τη δυστηχία αυτού γενόμενος, επεδείξατο ανδρίαν απαράμιλλον και ηρωϊσμόν εφάμιλλον του Λεωνίδα και των Σπαρτιατών»x. Αγωνίστηκε ο Αυτοκράτορας, χωρίς τα αυτοκρατορικά του εμβλήματα, μαζί με τους εναπομείναντες Έλληνες στις επάλξεις, έως και την τελική πτώση του ίδιου και της Βασιλεύουσας των Πόλεων.

Οι Οθωμανοί «λυκοφεγγούσης της ημέρας»xi βρήκαν ανοιχτή μια μικρή πόρτα στο κάστρο, την Κερκόπορτα, μπήκαν στην Πόλη και: «Τέλος πάντων την 29η Μαΐου 1453 είδεν η Δύσις εκπληρούμενον τον σκοπόν, τον οποίον προ εξακοσίων ετών λυσσωδώς επεδίωκεν»xii.

Η Κερκόπορτα, ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμουxiii.

«Η Πόλις της οικουμένης… της καλλονής η εστία, το πρόσκαιρον της τρυφής χωρίον…του ημετέρου γένους το έδαφος, το των αγαθών πρυτανείον, ομόροις το θέλγητρον, και αλλογενέσιν ηδύτατον λάλημα…η κοινή πατρίς και μήτηρ και τροφός των ορθοδόξων Χριστιανών»xiv ΕΑΛΩ! ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ και από τότε παραμένει σκλαβωμένη.

Ο Μιχαήλ Δούκας, με απλότητα, διηγείται τις τελευταίες στιγμές του αυτοκράτορα: «Ο βασιλεύς ουν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα, είπε λόγον λύπης άξιον «ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ΄ εμού;» ην γαρ μονώτατος απολειφθείς. τότε εις των Τούρκων δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, και αυτός τω Τούρκω ετέραν εχαρίσατο’ των όπισθεν δ΄ετέρος καιρίαν δους πληγήν, έπεσε κατά γης’ ου γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστίν, αλλ’ ως κοινόν στρατιώτην τούτον θανατώσαντες αφήκαν». Ο ίδιος συγγραφέας υποστηρίζει πως, ο Μωάμεθ, ζήτησε το σώμα του Αυτοκράτορα και οι Οθωμανοί: «πλείονας κεφάλας των αναιρεθέντων έπλυναν, ει τύχοι και την βασιλικήν γνωρίσωσι, και ουκ ηδυνήθησαν γνωρίσαι αυτήν, ει μη το τεθνεώς πτώμα τού Βασιλέως ευρόντες ο εγνώρισαν εκ των βασιλικών περικνημίδων, ή και πεδίλων ένθα, χρυσοί αετοί ήσαν γεγραμμένοι, ως έθος υπήρχε τοις βασιλεύσι». Κανένας από τους ιστορικούς της Αλώσεως δεν είδε το εθνικά ιερό σκήνωμα του Αυτοκράτορα.

Ο ηρωικός θάνατός του Κωνσταντίνου μετατράπηκε από τον Ελληνικό Λαό σε ίστρο εθνικής ζωής, που μπολιάστηκε με θρύλους, σύμφωνα με τους οποίους άγγελος Κυρίου άρπαξε το Βασιλιά μέσα από τα χέρια των Τούρκων και, τον έκρυψε σε μια σπηλιά όπου και παραμένει «Μαρμαρωμένος», για να ξαναρθεί στο πλήρωμα του χρόνου και, με το σπαθί του, να διώξει τους Τούρκους από τη Βασιλίδα των Πόλεων.

Ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, για τον Ελληνικό λαό δεν πέθανε!
Η πίστη αυτή τροφοδοτούσε τις ελπίδες του γένους, για μια επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, όπως το 1261 που διώχτηκαν οι Λατίνοι. Του γένους, η ελπίδα αυτή, ενέπνευσε τον ποιητή Κ. Παλαμά, που τη συνόψισε με τους στοίχους : «Μαρμαρωμένος βασιλιάς, και θα ξυπνώ απ’ το μνήμα/ το μυστικό και τάβρετο, που θα με κλειή, θα βγαίνω/ και τη χτιστή χρυσόπορτα ξεσχίζοντας, θα τρέχω/ και χαλιφάδων νικητής και τσάρων κυνηγάρης/ πέρα στην Κόκκινη Μηλιά θα παίρνω την ανάσα!».

Το Έθνος, με την ηρωική αντίσταση του τελαυταίου Αυτοκράτορά του είχε ελπίδες αναγέννησης και, ακριβώς, το τέλος του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, αντάξιο Έλληνα στρατηλάτη και, η άρνησή του να παραδοθεί, αποτέλεσαν το ιδεολογικό υπόβαθρο της επανάστασης του 1821, όπως μαρτυρά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «Μι­αν φο­ρν, όταν επή­ρα­μεν το Ναύ­πλιον, ήλ­θεν ο Ά­μιλ­τον να με ιδή· μου είπε ό­τι: πρέ­πει οι Έλ­λη­νες να ζη­τή­σουν συμ­βι­βα­σμόν, και η Άγ­γλί­α να με­σι­τεύ­σ· εγ του απε­κρί­θη­κα, ότι αυτ δεν γί­νε­ται πο­τέ, ελευ­θε­ρί­α ή θά­να­τος· εμείς, κα­πι­τν Άμιλ­τον, πο­τ συμ­βι­βα­σμ δεν εκά­μα­με με τους Τούρ­κους· άλ­λους έκο­ψε, άλ­λους εσκλά­βω­σε με το σπα­θ και άλ­λοι, κα­θς εμείς, εζού­σα­μεν ελεύ­θε­ροι απ γεν­νε­ εις γεν­νε­ά· ο Βα­σι­λεύς μας εσκο­τώ­θη, καμ­μί­α συν­θή­κη δεν έκα­με, η φρου­ρ του είχε παν­το­τι­νν πό­λε­μον με τους Τούρ­κους και δύο φρού­ρια ήτον πάν­το­τε ανυ­πό­τα­κτα· –με είπε, ποία είναι η βα­σι­λι­κ φρου­ρά του, ποία εί­ναι τα φρού­ρια;– η φρου­ρ του Βα­σι­λέ­ως μας είναι οι λε­γό­με­νοι Κλέ­φται, τα φρού­ρια η Μά­νη και το Σού­λι και τα βου­νά».

Ο αρχιστράτηγος του αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας, γνήσιος εκφραστής της συνείδησης του Ελληνικού Λαού έλεγε πως: «Έχουμε βασιλιά τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο στην Πόλη» ενώ, είναι στερεά η πίστη των Ελλήνων πως, τα λόγια των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ προς την Παναγία Μητέρα του Κυρίου: «Σώπα, κυρία Δέσποινα, μην κλαίης, μη δακρύζης, πάλε με χρόνους, με καιρούς, πάλε δικά μας θα ‘ναι», ανυπερθέτως θα επαληθευτούν στο πλήρωμα του χρόνου.

  • i Θεοδώρου Νικολάου: Αι περί πολιτείας και δικαίου ιδέαι του Γ. Πλήθωνος Γεμιστού, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, 1974, σ. 38.
  • ii Θεόδωρου Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος (Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία). Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών. Θεσσαλονίκη 1980, σ. 168.
  • iii Μ. Αλεξανδρόπουλος, Η πολιορκία και η άλωση της Πόλης. Το Ρωσικό χρονικό του Νέστορα Ισκεντέρη. Έκδοση Κέδρος, 1978, σ. 88.
  • iv Η άλωση της πόλης, «Τραγούδια και θρήνοι για την άλωση». Έκδοση Ακρίτας, 1994, σ. 346.
  • v Ιερωνύμου Κοτσώνη, Προβλήματα «Εκκλησιαστικής Οικονομίας», Αθήνα 1957, σ. 209
  • vi Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Σχολάριος ό.π., σ. 168.
  • vii Στήβεν Ράνσιμαν, Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Έκδοση Μπεργαδή, 1979, σ. 11.
  • viii Μιχαήλ Δούκα, Το χρονικό της αλώσεως. Πάπυρος, 1971, σ. 130.
  • ix Α.Δ.Μορτμάνου, Πολιορκία και άλωσις Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων εν έτει 1453, Αθήνα 1859, σ. 42.
  • x Ο.π. σ.41
  • xi Μιχαήλ Δούκα, Ο.π.
  • xii Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453-1821, Έκδοση Καμαρινόπουλου, 1962, σ. 1.
  • xiii Στέφαν Τσβάιχ, Η τελευταία λειτουργία. Στήβεν Ράνσιμαν, Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Έκδοση Μπεργαδή, 1979, σ. 40.
  • xiv Ν. Τωμαδάκη, Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, « Ι. Βρυέννιου, Δημηγορία περί του της πόλεως ανακτίσματος», Έκδοση Πουρνάρα, 1993, σ. 243.