​Νέου Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ελπιδοφόρου Οικουμενιστικά Λεχθέντα και πραχθέντα (Μέρος 1ον)

0
1361

ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ

Ἀποκλειστικά γιά τό Katanixi.gr

e-mail : synaxisorthkm@gmail.com
Θεσσαλονίκη, 03 Ἰουνίου 2019

Διακόπτουμε τήν σειρά τῶν πολυάριθμων οἰκουμενιστικῶν λεχθέντων καί πραχθέντων τοῦ Οἰκουμενιστοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, στά ὁποῖα θά ἐπανέλθουμε, γιά νά παρουσιάσουμε λόγῳ ἐπικαιρότητος τά οἰκουμενιστικά λεχθέντα καί πραχθέντα τῶν δύο νεοεκλεγέντων ἀρχιεπισκόπων Ἀμερικῆς Ἐλπιδοφόρου καὶ Αὐστραλίας Μακαρίου.

Ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς εἶναι ἐλπιδοφόρος γιά τόν Οἰκουμενισμό καί τήν Πανθρησκεία καί ἐλπιδοκτόνος γιά τήν Ὀρθοδοξία. Παραθέτουμε τά κυριώτερα οἰκουμενιστικά λεχθέντα καί πραχθέντα τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς κ. Ἐλπιδοφόρου, ἀπό τά ὁποῖα ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι φοβερά αἱρετίζων, βαμμένος Οἰκουμενιστής, φιλοπαπικός, θαμώνας τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», δηλ. αἱρέσεων, ἐφευρέτης τῆς φρικώδους αἱρέσεως ὅτι ὁ ἐκάστοτε Οἰκουμενικός Πατριάρχης εἶναι πρῶτος ἄνευ ἴσων, στρεβλώνοντας τήν Ὀρθόδοξη Τριαδολογία, Κολυμπαριστής, φιλοουνίτης, φιλομονοφυσίτης, ὑπέρμαχος τῆς Οὐκρανικῆς ψευδοαυτοκεφαλίας καί σχετίζεται μέ ἐπιφανεῖς μασόνους.

1) Τὸ 2001 ὑπέβαλε διδακτορικὴ διατριβὴ στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θεσσαλονίκης μέ τὸν τίτλο: «Ἡ ἔναντι τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος στάσις τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας» καὶ ἀναγορεύθηκε διδάκτορας τῆς Θεολογίας μὲ βαθμό «ἄριστα».

2) Τὸ 2009 ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης τόν ἐξέλεξε ὁμοφώνως ὡς Ἀναπληρωτὴ Καθηγητὴ τῆς Συμβολικῆς καὶ τῶν Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, ὑποβαλόντα, μεταξὺ ἄλλων, δύο ὑφηγεσίες ὑπὸ τοὺς τίτλους: «Ὁ θεσμὸς τῆς Συνάξεως Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου (1951-2004)» καὶ «Οἱ ἐνενήντα πέντε Θέσεις τοῦ Λουθήρου. Ἱστορικοθεολογικὴ θεώρηση – Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια».

3) Διετέλεσε ὀρθόδοξος γενικὸς γραμματεὺς τῆς Διεθνοῦς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν Παγκόσμια Λουθηρανική Ὁμοσπονδία καὶ μέλος Πατριαρχικῶν Ἀντιπροσωπειῶν κατὰ τίς Γενικές Συνελεύσεις τοῦ Συμβουλίου Εὐρωπαϊκῶν «Ἐκκλησιῶν» καὶ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου «Ἐκκλησιῶν», γραμματέας τῆς ἐν Σόφιᾳ συνελθούσης Μείζονος καὶ Ὑπερτελοῦς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ 1998, τῆς ἐν Κων/πόλει συνελθούσης Μείζονος καὶ Ὑπερτελοῦς Συνόδου τοῦ 2005, τῆς ἐν Γενεύῃ συνελθούσης Διηυρυμένης Συνόδου τὸ 2006 καὶ τῆς ἐν Κων/πόλει συνελθούσης Συνάξεως τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τοῦ 2008. Εἶναι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Πίστεως καὶ Τάξεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου «Ἐκκλησιῶν».

(ΠΗΓΗ: https://www.romfea.gr/oikoumeniko-patriarxeio/29046-neos-arxiepiskopos-amerikis-o-prousis-elpidoforos)

4) 29-11-2006: Ὡς ἀρχιγραμματεύς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τό 2006 ἀσπάσθηκε καί φίλησε τό χέρι τοῦ αἱρεσιάρχη Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄.

(ΠΗΓΗ: thriskeftika.blogspot.com/2012/04/blog-post_512.html)

5) 29-11-2006: Τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Πρακτορεῖο Εἰδήσεων «Ρομφαία» παρουσίασε βίντεο ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ σημερινοῦ Πάπα στό Οἰκ. Πατριαρχεῖο τὴν 29η Νοεμβρίου 2006. Τότε ὁ «Ο.Τ.» εἶχε ὑποστηρίξει μὲ πρωτοσέλιδα κύρια θέματα ὅτι εἴχαμε συμπροσευχές στὸ Φανάρι καὶ ὅτι ἔγιναν πολλὰ ἀντικανονικὰ κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στὸν Πατριαρχικὸ Ἱ. Ναὸ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου. Σήμερα τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Πρακτορεῖο Εἰδήσεων «Ρομφαία» δικαιώνει τόν «Ο.Τ.», ἐνῶ μὲ τὸ βίντεο, τὸ ὁποῖο προέβαλε «καρφώνει» ἀνοικτῶς τὸν σημερινὸ Μητροπολίτη Προύσσης καὶ Ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Χάλκης, ὁ ὁποῖος ὡς Ἀρχιδιάκονος προσηύχετο ὑπὲρ τοῦ ἁγιωτάτου καὶ Ἐπισκόπου – Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου». Ἀντικανονικὸ ἦταν καὶ τὸ Πολυχρόνιο γιὰ τὸν Πάπα, τὸ ὁποῖο ἔψαλαν οἱ ψάλτες, κάτι τὸ ὁποῖο εἶχε ἀναδείξει ὁ «Ο.Τ.». Μὲ ἀφορμὴ τὴν προβολὴ αὐτοῦ τοῦ βίντεο, τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Πρακτορεῖο Εἰδήσεων «Ρομφαία» κατεχώρισε στὴν ἱστοσελίδα του τὴν 2α Μαΐου, τὸ ἀκόλουθο κείμενο: «Εἴχαμε παρουσιάσει παλαιότερα βίντεο (http://aktines.blogspot.com/2011/11/blog-post_6131.html) ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου στὴν Κωνσταντινούπολη 29 Νοεμβρίου 2006. Τὸ βίντεο παρουσίαζε τὴν ἀντικανονικὴ μνημόνευση τοῦ Πάπα. “Ἔτιδεόμεθα ὑπὲρ τοῦ Ἁγιωτάτου ἐπισκόπου καὶ Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ Πατριάρχου ἡμῶν Βαρθολομαίου καὶ ὑπὲρ τοῦ κατευθυνθῆναι τὰ διαβήματα αὐτῶν εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν”. Τὸ σημερινὸ πιὸ ὁλοκληρωμένο βίντεο (http://www.filoumenos.com/oikoymenismos/Oikoymenismos/4878-antikanoniki- mnimoneysi- kai polyxronismos-ston-papa-venedikto.html) εἶναι ἀπὸ τὴν ἴδια Δοξολογία, ποὺ τελέστηκε ἐπ᾽ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπίσημης ἐπίσκεψης τοῦ “Πάπα Ρώμης” Βενέδικτου στὸ Φανάρι. Στὸ 19:30´ βλέπουμε τὸν τότε Δευτερεύοντα καὶ νῦν Μ. Ἀρχιδιάκονο νὰ προσεύχεται “ὑπὲρ τοῦ ἁγιωτάτου καὶ Ἐπισκόπου–Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου”, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 35:37 μέχρι τὸ 37:00 οἱ ψάλτες ψέλνουν πολυχρονισμὸν πρὸς τιμὴν τοῦ Βενέδικτου(!), ὁ ὁποῖος δὲν μπορεῖ νὰ κρύψει τὴν χαρά του, ὅπως βλέπουμε στο 36.25.

(ΠΗΓΗ: «Δικαίωσις διά τόν «Ο.Τ.» ἡ προβολή βίντεο διά τήν ἐπίσκεψιν τοῦ Πάπα εἰς τό Οικουμενικό Πατριαρχείον», ἐν ἐφημερίδᾳ ὈρθόδοξοςΤύπος (11-5-2012) 4).

6) 31-3-2009: «Ἡ ἄρνηση ἀναγνωρίσεως πρωτείου τινός στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἑνός πρωτείου τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά ἐνσαρκώσει παρά κάποιος Πρῶτος – τουτέστι κάποιος Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τό προνόμιο νά εἶναι ὁ πρῶτος μεταξύ τῶν ἀδελφῶν του Ἐπισκόπων – συνιστᾶ αἵρεση. Εἶναι ἀπαράδεκτο αὐτό ποῦ συνήθως λέγεται ὅτι ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων διασφαλίζεται εἴτε ὑπό μιᾶς κοινῆς πίστεως καί λατρείας εἴτε ὑπό τοῦ θεσμοῦ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καί οἱ δύο αὐτοί παράγοντες εἶναι ἀπρόσωποι, ἐνῶ στήν ὀρθόδοξη θεολογία μας ἡ ἀρχή τῆς ἑνότητάς μας εἶναι πάντοτε ἕνα πρόσωπο. Πράγματι, ὅπως στό ἐπίπεδο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἡ ἀρχή τῆς ἑνότητας δέν εἶναι ἡ θεία οὐσία, ἀλλά τό πρόσωπο τοῦ Πατρός (ἡ «μοναρχία» τοῦ Πατρός), ἔτσι καί στό ἐκκλησιολογικό ἐπίπεδο, στήν τοπική ἐκκλησία, τό σημεῖο τῆς ἑνότητας δέν εἶναι τό πρεσβυτέριο ἤ ἡ κοινή λατρεία τῶν χριστιανῶν, ἀλλά τό πρόσωπο τοῦ Ἐπισκόπου. Ἑπομένως, ἐπί πανορθοδόξου ἐπιπέδου ἡ ἀρχή τῆς ἑνότητας δέν μπορεῖ νά στηρίζεται ἐπί μίας ἰδέας ἤ ἑνός θεσμοῦ, ἀλλά πρέπει νά εἶναι κάποιο πρόσωπο, ἄν βέβαια θέλουμε νά παραμείνουμε συνεπεῖς στή θεολογία μας».

(ΠΗΓΗ: Ἐπίσκεψις 698 [31-03-2009], Σύναξη Κληρικῶν καί Μοναχῶν, ««Οὐκ ἐσμέν τῶν Πατέρων σοφώτεροι»· ἀναίρεση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ ἀφορμή τήν ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στή Μεγίστη Λαύρα», Φώτης Κόντογλου, ἔκδ. Σύναξη Ὀρθοδόξων Ρωμηων, Τρίκαλα, Χριστούγεννα 2011, σ. 82 καί Ὀρθόδοξος Τύπος (2-12-2011) 6 καί Θεοδρομία ΙΓ΄ (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2011) 635-6).

7) 17-11-2011: «Γνωρίζομεν ὅτι οἱ Μητροπολῖται καί Κληρικοί τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου κυκλοφοροῦν μέ κοστούμι, διότι οἱ Τοῦρκοι ἀπαγορεύουν εἰς τούς ἱερωμένους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέ ἐξαίρεσιν τόν Οἰκ. Πατριάρχην, νά φοροῦν ράσον. Εἶναι δυνατόν ὅμως Μητροπολίτης τοῦ Οἰκ. Θρόνου, ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς τῆς Χάλκης καί Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης νά κυκλοφορεῖ ἄνευ ράσου εἰς τήν Ἑλλάδα; Ὁμιλοῦμεν διά τόν Μητροπολίτην Προύσης Ἐλπιδοφόρον, ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε μέ πολιτικά εἰς Ἐπιτροπήν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία κατέθεσε στέφανον πρός τιμήν τοῦ Πολυτεχνείου. Ὅταν τό ἐπληροφορήθησαν Βορειοελλαδῖται Μητροπολῖται ἔγιναν «ἔξω φρενῶν». Διότι εἰς τήν Ἑλλάδα ὁ ἱερός κλῆρος εἶναι ταυτισμένος μέ τό ράσον. Ἀλλά, φαίνεται πώς αὐτά εἶναι «ψιλά γράμματα» διά τόν Μητροπολίτην, ἡγούμενον καί καθηγητήν Πανεπιστημίου. (Ἀλήθεια πότε προλαβαίνει καί ἐκπληρώνει τά καθήκοντά του;)».

(ΠΗΓΗ: «Μητροπολίτης ἄνευ ράσου», ἐν ἐφημερίδᾳ Ὀρθόδοξος Τύπος (25-11-2011) 8).

8) 2011-2012: Μαθήματα στή Θεολογική Σχολή τοῦ Α.Π.Θ. γιὰ τό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλ. αἱρέσεων, τις διαχριστιανικές σχέσεις, την οἰκουμενι(στι)κή κίνηση και τὴν ἀντικανονική συμπροσευχὴ μέ τούς ἑτεροδόξους

Συμφώνα μέ πληροφορίες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἱστοσελίδος «Θρησκευτικὰ» ὑπὸ ἡμερομηνία 24η Ἀπριλίου 2012: «Στὸ χειμερινὸ ἑξάμηνο ὁ Μητροπολίτης Προύσης Ἐλπιδοφόρος (Λαμπρυνιάδης) δίδαξε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης τὸ μάθημα “ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ”. Στὸ ἐαρινὸ ἑξάμηνο θὰ διδάξει τὸ ὑποχρεωτικὸ μάθημα «ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ. ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΕΩΣ» καὶ τὸ ἐπιλεγόμενο μάθημα «Η ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΕΤΕΡΟΔΟΞΩΝ». Θὰ μπορούσαμε νὰ θέσουμε ὡς τίτλο τῆς ἀνάρτησης «Φαναριώτικη συμβολὴ στὴν προώθηση τῶν οἰκουμενιστικῶν σπουδῶν στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης»… Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης μετατρέπεται μὲ γοργὸ ρυθμὸ ἀπὸ πυλώνα ἀνάδειξης τῆς πατερικῆς θεολογίας σὲ ἐργαστήρι οἰκουμενισμοῦ».

Ἀκολούθως ἡ ἱστοσελὶδα παραθέτει παλαιότερο ρεπορτὰζ γιὰ τὴν οἰκουμενιστικὴ δράση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (17η Ὀκτωβρίου 2011). Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀκολούθως: «Ὁ Μητροπολίτης Προύσης Ἐλπιδοφόρος (Λαμπρυνιάδης) τὸν περασμένο Αὔγουστο μὲ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀνέλαβε Ἡγούμενος τῆς Χάλκης. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καὶ ὅλων τῶν Φαναριωτῶν γιὰ τὸ ἄνοιγμα καὶ τὴν ἐπαναλειτουργία τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης καὶ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Μητροπολίτου Προύσης γιὰ τὴ θέση αὐτὴ καθόλου τυχαῖα δὲν ἔγινε. Ὡς καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης ὁ Μητροπολίτης Ἐλπιδοφόρος πιστεύεται ὅτι θὰ εἶναι ὁ βασικὸς ὀργανωτὴς τῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης, ἐφόσον τὸ Πατριαρχεῖο καταφέρει νὰ πετύχει τὴν πολυπόθητη ἐπαναλειτουργία τῆς Σχολῆς. Ὁ Μητροπολίτης Προύσης, ὅμως, σύμφωνα μὲ ἀνακοίνωση τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης ξεκινάει αὔριο Τρίτη, 18 Ὀκτωβρίου, τὶς παραδόσεις ἐπιλεγόμενου μαθήματος στοὺς φοιτητὲς τῆς Σχολῆς… Τὸ μάθημα ἔχει τίτλο “ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ” καὶ καθένας μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ τί πραγματεύεται. Τὸ βασικὸ ἐρώτημα εἶναι, ἂν τέτοιου εἴδους “θεολογία” θὰ προσφέρεται καὶ ἀπὸ τὴν Σχολὴ τῆς Χάλκης στὴν περίπτωση, ποὺ οἱ Τοῦρκοι ἐπιτρέψουν τὴν ἐπαναλειτουργία της. Μήπως, πρὶν ζητήσουμε ἐπιτακτικὰ τὸ ἄνοιγμα τῆς Σχολῆς, πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ βασικότερο πρόβλημα τῶν οἰκουμενιστικῶν δράσεων τῶν Φαναριωτῶν καὶ τὸ μεῖζον ζήτημα τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας μας στὸ «Π.Σ.Ε.»; Μήπως ἡ Χάλκη μὲ τὴν ἐπαναλειτουργία της μετατραπεῖ σὲ φυτώριο οἰκουμενιστῶν θεολόγων και κληρικών;»

(ΠΗΓΗ: «Ἡ Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης μετατρέπεται εἰς ἐργαστήριον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἐν ἐφημερίδᾳ Ὀρθόδοξος Τύπος (4-5-2012) 8).

9) 23-9-2013: Πλῆθος κόσμου στήν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης γιά τήν συναυλία Ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας

Ἐκ τῆς ομιλίας του Σεβ. Μητροπολίτου Προύσης κ. Ελπιδοφόρου, κατά τή διάρκεια τῆς συναυλίας.
«Ἡ μουσική μᾶς ἑνώνει, ἀγαπητοὶ παρόντες, ὅπως μᾶς ἑνώνει ἕλληνες καὶ τούρκους ὁ πολιτισμός, ἡ παιδεία καὶ ἡ κοινὴ παράδοση. Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τῆς ἀποψινῆς ἐκδήλωσης».

(ΠΗΓΗ: http://fanarion.blogspot.gr)

10) 8-1-2014: Primus sine paribus (Πρῶτος ἄνευ ἴσων), Ἀπάντησις εἰς τό περ πρωτείου κείμενον τοῦ Πατριαρχείου Μόσχαςτοῦ Ἐλπιδοφόρου Λαμπρυνιάδου, Μητροπολίτου Προύσης, Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. (8 Ἰανουαρίου 2014)

Μὲ πρόσφατον συνοδικὴν ἀπόφασίν της [1], ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας φαίνεται νὰ ἐπιλέγῃ διὰ μίαν εἰσέτι φορὰν [2] τὴν ἀπομόνωσιν τόσον ἀπὸ τὸν θεολογικὸν διάλογον μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴν Ἐκκλησίαν ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Δύο στοιχεῖα ἀξίζουν νὰ σημειωθοῦν ἐκ προοιμίου, ἐνδεικτικὰ τῆς ἐπιθυμίας τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας:

Πρῶτον, νὰ ὑπονομεύσῃ τὸ κείμενον τῆς Ραβέννας [3], ἐπικαλουμένη θεολογικοφανεῖς λόγους διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπουσίαν τῆς ἀντιπροσωπείας της ἀπὸ τὴν συγκεκριμένην ὁλομέλειαν τῆς διμεροῦς Ἐπιτροπῆς (ἀπουσίαν, ἡ ὁποία ὑπηγορεύθη, ὡς οἱ πάντες γνωρίζουν, ὑπὸ ἄλλων λόγων [4]), καὶ

Δεύτερον, νὰ ἀμφισβητήσῃ μὲ τὸν πλέον σαφῆ καὶ ἐπίσημον τρόπον (δηλαδὴ μὲ συνοδικὴν ἀπόφασιν) τὸ πρωτεῖον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐντὸς τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου, διαβλέπουσα ὅτι τὸ κείμενον τῆς Ραβέννας, εἰς τὸ ὁποῖον συνεφώνησαν ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι (πλὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας, βεβαίως), καθορίζει τὸ πρωτεῖον τοῦ ἐπισκόπου εἰς τὰ τρία ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιολογικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας (τοπικόν, ἐπαρχιακόν, παγκόσμιον) κατὰ τρόπον ποὺ ὑποστηρίζει καὶ διασφαλίζει καὶ τὸ πρωτεῖον τῆς πρωτοθρόνου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Τὸ κείμενον τῆς θέσεως τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας διὰ τό «πρόβλημα» (ὅπως τὸ ἀποκαλεῖ) τοῦ Πρωτείου εἰς τὴν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησίαν δὲν ἀρνεῖται θεωρητικῶς καὶ τυπικῶς οὔτε τὴν ἔννοιαν οὔτε τὴν οὐσίαν τοῦ πρωτείου – καὶ μέχρις ἐδῶ πράττει ὀρθῶς. Τὸ ἐπιπλέον, ὅμως, τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχῃ (μᾶλλον πλαγίως, ὡς θὰ καταφανῇ) εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ δύο διακρίσεων ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ πρωτείου.

1. Ἡ διάκρισις μεταξὺ ἐκκλησιολογικοῦ καὶ θεολογικοῦ πρωτείου

Ἡ πρώτη διαφοροποίησις εἰσάγει ἀντιδιαστολὴν μεταξὺ τοῦ πρωτείου, ὡς τοῦτο ἐφαρμόζεται εἰς τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας (ἐκκλησιολογία), καὶ τοῦ πρωτείου ὡς τοῦτο νοεῖται εἰς τὴν θεολογίαν. Οὕτω, τὸ κείμενον τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἀναγκάζεται νὰ υἱοθετήσῃ τὴν καινοφανῆ διάκρισιν μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς τοῦ «πρωτεύοντος» πρωτείου τοῦ Κυρίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν «δευτερευόντων» πρωτείων («various forms of primacy… are secondary») τῶν ἐπισκόπων, καί τοι ἀργότερον εἰς τὸ ἴδιον κείμενον θὰ διατυπωθῇ ἡ ἄποψις ὅτι ὁ ἐπίσκοπος εἰκονίζει τὸν ἴδιον τὸν Χριστόν (πρβλ. 2:1), τοῦ θ’ ὅπερ φαίνεται νὰ ὑπονοῇ ὅτι τὰ πρωτεῖα εἶναι ὁμόλογα ἢ τουλάχιστον ἀνάλογα καὶ ὄχι ἁπλῶς ὁμόφωνα. Ἡ ἔστω καὶ σχολαστικὴ διατύπωσις τοιούτων διακρίσεων μεταξύ «πρώτων» καί «δευτέρων» πρωτείων καταδεικνύει τὴν ὑφέρπουσαν ἀντίφασιν.

Ὁ ἐπιδιωκόμενος διαχωρισμὸς τῆς ἐκκλησιολογίας ἀπὸ τὴν θεολογίαν (ἢ τὴν Χριστολογίαν) θὰ εἶχε καταστραφικὰς συνεπείας τόσον διὰ τὴν μίαν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἄλλην. Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄντως τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ φανέρωσις τῆς ἐν Τριάδι ζωῆς, τότε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁμιλῶμεν διὰ διαφορὰς καὶ ἐπιπλάστους διακρίσεις διασπώσας τὴν ἑνότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, τὁ ὁποῖον συγκεφαλαιώνει τὰς Θεολογικάς (μὲ τὴν στενὴν σημασίαν τοῦ ὅρου) καὶ Χριστολογικὰς διατυπώσεις. Ἐν ἀντιθέτῳ περιπτώσει, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν θεολογίαν καὶ καταλήγει ξηρὸς διοικητικὸς θεσμός, ἐνῷ, ἐξ ἑτέρου, μία θεολογία δίχως ἀντίκρυσμα εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὴν δομὴν τῆς Ἐκκλησίας καταντᾶ μία στεῖρα ἀκαδημαϊκὴ ἐνασχόλησις. Κατὰ τὸν Μητροπολίτην Περγάμου Ἰωάννην, «ὁ διαχωρισμὸς τῶν διοικητικῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ δόγμα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀτυχής, εἶναι καὶἐπικίνδυνος» [5].

2. διάκρισις τν διαφορετικν κκλησιολογικν πιπέδων

Ἡ δευτέρα διαφοροποίησις, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν γνώμην μας, ἀποπειρᾶται νὰ εἰσαγάγῃ τὸ κείμενον τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἀφορᾶ εἰς τὰ τρία ἐκκλησιολογικὰ ἐπίπεδα εἰς τὴν δομὴν τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ φαίνεται νὰ εἶναι ὅλον τὸ βάρος τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου. Διαφόρως νοεῖται καὶ θεσμοθετεῖται, μᾶς λέγει τὸ κείμενον, τὸ πρωτεῖον εἰς τὸ τοπικὸν ἐπίπεδον τῆς ἐπισκοπῆς, καὶ διαφόρως εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν ἐπίπεδον τῆς «αὐτοκεφάλου ἀρχιεπισκοπῆς» (αὐτοκεφάλου ἐπαρχιακῆς συνόδου). Ἔτι δὲ διαφόρως ὁρίζεται εἰς τὸἐπίπεδον τῆς ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησίας (πρβλ. 3: «Due to the fact that the nature of primacy, which exists at various levels of church order {diocesan, local and universal} vary, the functions of the primus on various levels are not identical and cannot be transferred from one level to another»).

Ὅπως ἰσχυρίζεται ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, τὰ τρία ταῦτα πρωτεῖα εἶναι, ὄχι μόνον διάφορα μεταξύ των, ἀλλὰ διαφέρουν καὶ αἱ πηγαίτων: τὸ πρωτεῖον τοῦ τοπικοῦ ἐπισκόπου πηγάζει ἐκτῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς (2:1), τὸ πρωτεῖον τοῦ πρώτου τῆς αὐτοκεφάλου ἐκκλησίας πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐκλογήν του ὑπὸ τῆς συνόδου (2:2), τὸ δὲ πρωτεῖον τῆς καθ’ ὅλου Ἐκκλησίας πηγάζει ἐκτῆς θέσεως αὐτῆς εἰς τὰ δίπτυχα (3:3). Ἆρα, συμπεραίνει τὸ κείμενον τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, δὲν ἠμποροῦν τὰ τρία ταῦτα ἐπίπεδα καὶ τὰ ἀναλογοῦν τα αὐτοῖς πρωτεῖα νὰ συγκριθοῦν μεταξύτων, ὡς πράττει τοῦτο τὸ κείμενον τῆς Ραβέννας στηριζόμενον εἰς τὸν 34ον κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Καταφαίνεται ἐνταῦθα ἡ ἐναγώνιος προσπάθεια τῆς προκειμένης συνοδικῆς ἀποφάσεως νὰ καταστήσῃ τὸ πρωτεῖον ὥς τι τὸ ἐξωτερικὸν καί, ἑπομένως, ξένον πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ πρώτου. Αὐτός, ἐκτιμῶμεν, ὅτι εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Πατριαρχεῖον Μόσχας ἐπιμένει τόσον πολὺ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν πηγῶν τοῦ πρωτείου: ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ἀπεξαρτηθῇ ὁ πρῶτος ὡς πηγὴ τοῦ πρωτείου, ὁ πρῶτος νὰ εἶναι ἀποδέκτης τοῦ πρωτείου ἀντὶ νὰ εἶναι ἡ πηγή του. Ἆραγε ἡ ἀπεξάρτησις αὕτη ὑποδηλοῖ καὶ τὴν αὐτονόμησιν τοῦ πρωτείου; Διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὁ θεσμὸς ὑποστασιοποιεῖται πάντοτε ἐν τῷ προσώπῳ. Οὐδέποτε δὲ συναντῶμεν ἀπρόσωπον θεσμὸν ὡς θὰ ἦτο τὸ πρωτεῖον ἐννοούμενον ἄνευ τοῦ πρώτου. Δέον νὰ διευκρινήσωμεν ἐνταῦθα ὅτι τὸ πρωτεῖον εἰς τὸν πρῶτον ὑποστασιάζεται ἐκ τοῦ τόπου, τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τῆς γεωγραφικῆς περιφερείας, τῆς ὁποίας οὗτος (ὁ Πρῶτος) προΐσταται [6]. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι σημαντικὸν νὰ παρατηρήσωμεν τὰς ἀκολούθους λογικὰς καὶ θεολογικὰς ἀντιφάσεις :

i) Ἐὰν ὁ Πρῶτος εἶναι ἀποδέκτης τοῦ πρωτείου του, τότε τὸ πρωτεῖον ὑπάρχει δίχα καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ Πρώτου, ὅπερ ἄτοπον. Τοῦτο φαίνεται σαφῶς εἰς τὴν προσφερομένην αἰτιολόγησιν διὰ τὸ πρωτεῖον τοῦ ἐπαρχιακοῦ καὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐπιπέδου. Διὰ τὸ ἐπαρχιακὸν ἐπίπεδον, ἡ πηγὴ τοῦ πρώτου θεωρεῖται ἡ ἐπαρχιακὴ σύνοδος – ἠμπορεῖ ὅμως νὰ ὑπάρξῃ σύνοδος ἄνευ Πρώτου; Ἡ διαλεκτικὴ σχέσις μεταξὺ Πρώτου καὶ συνόδου, τὴν ὁποίαν διατυπώνει ὁ 34οςἈποστολικὸς κανών (ἀλλὰ καὶ ὁ 9ος καὶ ὁ 16ος τῆς Ἀντιοχείας, κατὰ τοὺς ὁποίους σύνοδος ἄνευ πρώτου θεωρεῖται ἀτελής), ἀπεμπολεῖται χάριν μιᾶς μονομεροῦς σχέσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πολλοὶ συνιστοῦν τὸν ἕνα, τὸν Πρῶτον, εἰς ἀντίθεσιν πρὸς πᾶσαν λογικήν, καθ’ ἣν ὁ Πρῶτος εἶναι ὁ συστατικὸς παράγων καὶ ὁ ἐγγυητὴς τῆς ἑνότητος τῶν πολλῶν [7]. Δεύτερον παράδειγμα τῆς λογικῆς ἀντιφάσεως εἶναι τὸ παράδειγμα τῶν Διπτύχων. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τὸ σύμπτωμα λαμβάνεται ὡς ἡ αἰτία καὶ τὸ σημαινόμενον συγχέεται μὲ τὸ σημαῖνον. Τὰ Δίπτυχα δὲν εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ Πρωτείου εἰς διεπαρχιακὸν ἐπίπεδον, ἀλλὰ ἀκριβῶς ἡ ἔκφρασίς του –καὶ μάλιστα μία μόνον ἐκ τῶν ἐκφράσεών του. Τὰ Δίπτυχα καθ’ ἑαυτὰ ἀποτελοῦν πράγματι τὴν ἔκφρασιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἱεραρχήσεως τῶν Πατριαρχείων καὶ τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ μία τοιαύτη ἱεράρχησις προϋποθέτει τὸν Πρῶτον (καὶἐν συνεχείᾳ τὸν δεύτερον, τὸν τρίτον κ.ο.κ.). Δὲν ἠμποροῦν τὰ Δίπτυχα νὰ θεσμοθετοῦν κατὰ πρωθύστερόν τι σχῆμα τὸ Πρωτεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐρείδονται.

Διὰ τὴν κατανόησιν τῶν καινοφανῶν ἀπόψεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἴδωμεν τί θὰ ἐσήμαινον πάντα ταῦτα ἐὰν τὰ ἀνεφέρομεν καὶ τὰ ἐφηρμόζαμεν εἰς τὴν ἐνδοτριαδικὴν πραγματικότητα, τὴν πραγματικὴν πηγὴν παντός πρωτείου («Οὕτως λέγει ὁ Θεὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ᾿Ισραὴλ ὁ ρυσάμενος αὐτὸν Θεὸς σαβαώθ· ἐγὼ πρῶτος» Ἠσ. 44:6) [8].

Παλαιόθεν καὶ συστηματικῶς ἡ Ἐκκλησία ἐξέλαβε τὸ πρόσωπον τοῦ Πατρὸς ὡς τὸν Πρῶτον («ἡ μοναρχία τοῦ Πατρός») [9] τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐὰν γένηται ἀποδεκτὴ ἡ λογικὴ τῆς ὑπὸ κρίσιν καινοτομίας τῆς Ἐκκλησίας Μόσχας, ὀφείλομεν νὰ συμπεράνωμεν ὅτι ὁ Θεὸς Πατὴρ δὲν εἶναι ὁ ἴδιος ἡ ἄναρχος αἰτία τῆς θεότητος καὶ τῆς πατρότητος («Τούτου χάριν κάμπτω τὰ γόνατά μου πρὸς τὸν πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐξ οὗ πᾶσα πατριὰἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς ὀνομάζεται» Ἐφ. 3:15-16), ἀλλ’ ὅτι γίνεται ἀποδέκτης τοῦ «πρωτείου» του. Ὅμως, πόθεν; Ἀπὸ τὰ ἄλλα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος; Πῶς νὰ ὑποθέσωμεν τοῦτο χωρὶς νὰ ἀκυρώσωμεν τὴν τάξιν τῆς θεολογίας, ὡς γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἤ, ἔτι χεῖρον, δίχως νὰ ἀνατρέψωμεν – μᾶλλον δὲ νά «ἀναμίξωμεν» – τὰς σχέσεις τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος; Δύναται νά «προηγῆται» ὁ Υἱὸς ἢ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τοῦ Πατρός;

ii) Ὅταν τὸ κείμενον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας δὲν δέχεται νὰ ἀναγνωρίσῃ ἕνα «οἰκουμενικὸν ἱεράρχην» («universal hierarch») μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι ἡ οἰκουμενικότης ἑνὸς τοιούτου ἱεράρχου καταργεῖ τὴν μυστηριακὴν ἰσότητα μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων («eliminating the sacramental equality of bishops» 3:3) διατυπώνει ἁπλῶς μίαν σοφιστείαν. Ὡς πρὸς τὴν ἱερωσύνην των, βεβαίως, ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ οὔτε δύνανται νὰ εἶναι ἴσοι ὡς ἐπίσκοποι συγκεκριμένων πόλεων. Οἱ ἱεροὶ κανόνες (ὡς ὁ 3ος τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ 28ος τῆς Δ’ καὶ ὁ 36ος τῆς Πενθέκτης) ἱεραρχοῦν τὰς πόλεις δίδοντες εἰς ἄλλας τὴν Μητροπολιτικὴν ἀξίαν καὶ εἰς ἄλλας τὴν Πατριαρχικήν. Μεταξὺ δὲ τῶν τελευταίων ἱεραρχοῦν καὶ πάλιν, δίδοντες εἰς ἄλλην τὰ πρωτεῖα, εἰς ἄλλην τὰ δευτερεῖα κ.ο.κ.. Δὲν εἶναι ὅλαι αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι ἴσαι κατὰ τὴν τάξιν καὶ κατὰ τὴν ἀξίαν. Εἰς τὸν βαθμὸν καθ’ ὃν ἐπίσκοπός τις δὲν εἶναι ποτὲ ἀπολελυμένως ἐπίσκοπος, ἀλλὰ προεστὼς τοπικῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ πάντοτε ἐπίσκοπος συγκεκριμένης πόλεως (τοῦ θ’ ὅπερ ἀναπόσπαστον χαρακτηριστικὸν καὶ ὅρος τῆς ἐπισκοπικῆς χειροτονίας), τότε καὶ οἱ ἐπίσκοποι ἱεραρχοῦνται ἀναλόγως (ἤγουν, εἶναι διάφορος ἡ Μητροπολιτικὴ ἀξία τῆς Πατριαρχικῆς, καὶ πάλιν ἄλλη ἡ ἀξία τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, τῶν κατοχυρωμένων ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ ἄλλη τῶν νεωτέρων Πατριαρχεῖων). Εἰς μίαν τοιαύτην ἱεράρχησιν, εἶναι ἀδιανόητος ἡ μὴ ὕπαρξις πρώτου[10]. Τοὐναντίον, προσφάτως παρατηροῦμεν τὴν ἐφαρμογήν ἑνὸς καινοφανοῦς πρωτείου, αὐτοῦ τῶν ἀριθμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον στηριζόμενοι οἱ σήμερον ἐγκαλοῦντες τὸ κανονικὸν οἰκουμενικὸν πρωτεῖον τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, δογματίζουν τὸ ἀμάρτυρον διὰ τὰ θέσμια τῆς Ἐκκλησίας ἀξίωμα, μᾶλλον δὲ τὴν ἀξίωσιν ubi russicus ibi ecclesia russicae, ἤγουν ὅπου Ῥῶσσος ἐκεῖ καὶ ἡ δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας Ρωσσίας.

Εἰς τὴν μακρόχρονον ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας πρῶτος εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης. Ἀφ’ ὅτου διεκόπη ἡ εὐχαριστιακὴ κοινωνία μετ’ αὐτοῦ, πρῶτος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι κανονικῶς ὁ Κωνσταντινουπόλεως. Εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Κωνσταντινουπόλεως παρατηροῦμεν τὴν μοναδικὴν σύμπτωσιν καὶ τῶν τριῶν διαβαθμίσεων, ἤτοι τοῦ τοπικοῦ (Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ῥώμης), ἐπαρχιακοῦ (Πατριάρχης) καὶ οἰκουμενικοῦἢ παγκοσμίου (Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης). Τὸ τρισσὸν πρωτεῖον τοῦτο μεταφράζεται εἰς συγκεκριμένα προνόμια, ὡς τὸ ἔκκλητον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ παρέχειν ἢ αἴρειν τὸ αὐτοκέφαλον (π.χ. Ἀρχιεπισκοπαί-Πατριαρχεῖα Ἀχρίδος, Πεκίου, Τυρνόβου κ.λπ.), προνόμιον τὸ ὁποῖον ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἤσκησεν εἰς περιπτώσεις εἰσέτι μὴ κατοχυρωθέντων δι’ ἀποφάσεων Οἰκουμενικῶν Συνόδων νεωτέρων Πατριαρχείων, ὧν πρῶτον αὐτὸ τῆς Μόσχας. Τὸ πρωτεῖον τοῦ Κωνσταντινουπόλεως οὐδαμῶς σχετίζεται πρὸς τὰ Δίπτυχα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἴπομεν, ἐκφράζουν ἁπλῶς καὶ καταγράφουν τὴν ἱεράρχησιν ταύτην (τὴν ὁποίαν, ἀντιφάσκουσα καὶ πάλιν, ἡ Ἐκκλησία τῆς Μόσχας εἰς τὸἐν λόγῳ κείμενον δὲχεται μὲν ἐμμέσως, ἀρνεῖται δὲ ρητῶς). Ἐὰν θέλωμεν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ πηγῆς ἑνὸς πρωτείου εἰς τὴν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησίαν, αὕτη εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ πρόσωπον τοῦ ἐκάστοτε Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀρχιερεὺς εἶναι μὲν πρῶτος «μεταξὺ ἴσων», ὡς Κωνσταντινουπόλεως, ὅμως, καὶ συνεπῶς ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, εἶναι πρῶτος δίχως ἴσον (primus sine paribus).

  • [1] Διαβάζομεν καὶ παραπέμπομεν εἰς τὴν ἀγγλικὴν μετάφρασιν τοῦ κειμένου (Position of the Moscow Patriarchate on the problem of primacy in the Universal Church), ὡς τοῦτο ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν ἐπίσημον ἰστότοπον τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας: https://mospat.ru
  • [2] Χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ἄλλων περιπτώσεων αὐτοαπομονώσεως συνιστοῦν ἡ ἀπουσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἐκ τοῦ Συμβουλίου Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν (Conference of European Churches), καθὼς καὶ ἡ παγία πλέον τακτικὴ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας ταύτης νὰ τελοῦν τὴν Θείαν Λειτουργίαν κεχωρισμένως ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἐκπροσώπους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἔγκλειστοι ἐντὸς τῶν ἑκασταχοῦ Πρεσβειῶν τῆς Ρωσσικῆς Ὁμοσπονδίας ὁσάκις δίδεται εὐκαιρία πανορθοδόξου λειτουργίας εἰς διαφόρους περιστάσεις.
  • [3] Περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἔχει ἤδη τοποθετηθῆ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος εἰς πρόσφατον ἄρθρον του δημοσιευθὲν τὴν 30ὴν Δεκεμβρίου 2013 εἰς τὸν ἰστότοπον http://www.romfea.gr
  • [4] Περὶ τοῦ τί ἀκριβῶς συνέβη ἐν Ραβέννᾳ τὸ ἔτος 2007 καὶ περὶ τῆς ἀλγεινῆς ἐντυπώσεως αὐτῶν, ὡς τὰ κατέγραψαν Ρωμαιοκαθολικοὶ παρατηρηταί, βλ. τὴν ἀνάλυσιν τοῦ Ὁσιολ. Aidan Nichols, ἐν τῷ βιβλίῳ αὐτοῦ Rome and the Eastern Churches (San Francisco: Ignatius, δευτέρα ἔκδοσις 2010), σσ. 368-9: «In October 2006 [sic], the commission resumed its discussions at Ravenna, though the event was marred by a ‘walkout’ on the part of the Moscow patriarchate’s representative. Bishop Hilarion’s protest was caused not for once by the wrongdoings, real or imagined, of the Catholic Church but by the presence of a delegation from the Estonian orthodox church, whose autocephaly, underwritten by Constantinople, is still denied in Russia. His action demonstrated, of course, the need precisely for a strong universal primacy so as to balance synodality in the Church». Εἰς ἄλλον σημεῖον ὁ συγγραφεὺς τονίζει: «[t]he decision of the Moscow patriarchate in October 2007 to withdraw its representatives from the Ravenna meeting… was not only an irritating impediment to that dialogue; it was precisely the sort of happening that makes Catholics think the orthodox need the pope as much as the pope needs them» (σ. 369).
  • [5] «Ὁ Συνοδικὸς Θεσμός: Ἱστορικά, Ἐκκλησιολογικά καὶ Κανονικά Προβλήματα», Θεολογία 80 (2009), σσ. 5-6.
  • [6] Οὕτως, ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας, καίτοι ἀπὸ καιροῦ ἑδρεύει ἐν Δαμασκῷ, παραμένει ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας διὰ τὸ εἶναι τὴν Δαμασκὸν ἐντὸς τοῦ κλίματος τῆς γεωγραφικῆς δικαιοδοσίας τῆς ἐκκλησίας ταύτης.
  • [7] Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, «Recent Discussions on Primacy in Orthodox Theology» εἰς τὸν τόμον The Petrine Ministry: Catholics and Orthodox in Dialogue, ἐπιμέλεια Walter Cardinal Kasper, (Νέα Ὑόρκη: The Newman Press, 2006), σσ. 231-248. Ὅρα ἐπίσης τοῦ ἰδίου, «Ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση» Θεολογίa 80 (2009), σ. 23..
  • [8] Προσωπικῶς ἔχομεν διατυπώσει σχετικῶς εἰς τὴν ἐκφωνηθεῖσαν ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης ὁμιλίαν μας τὰ ἑξῆς: «Indeed, in the level of the Holy Trinity the principle of unity is not the divine essence but the Person of the Father (“Monarchy” of the Father), at the ecclesiological level of the local Church the principle of unity is not the presbyterium or the common worship of the Christians but the person of the Bishop, so to in the Pan-Orthodox level the principle of unity cannot be an idea nor an institution but it needs to be, if we are to be consistent with our theology, a person» (http://www.ecclesia.gr/englishnews/default.asp?id=3986).
  • [9] «Ἡμῖν δὲ μοναρχία τὸ τιμώμενον» γράφει ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἰς τὸν Τρίτον Θεολογικόν του Λόγον (ΒΕΠΕΣ, 59, σ. 239). Ἡ ἔννοια τῆς μοναρχίας συνάδει πρὸς τὴν «τάξιν θεολογίας» (Θεολογικὸς Πέμπτος, σ. 279). Ἡ Παναγία Τριὰς δὲν ἀποτελεῖ μίαν ὁμοσπονδίαν προσώπων. Ὁ Θεολόγος τῶν Πατέρων ὁμιλεῖ περὶ μοναρχίας καὶ πρωτείου τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός.
  • [10] Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἔχει διατυπωθῆ μὲ σαφήνειαν ὑπὸ τοῦ John Manoussakis εἰς τὸ «Primacy and Ecclesiology: The State of the Question» εἰς τὸν συλλογικὸν τόμον Orthodox Constructions of the West, ἐπιμέλεια Aristotle Papanikolaou καὶ George Demacopoulos (New York: Fordham University Press, 2013) σ. 233.

(ΠΗΓΗ: http://www.amen.gr])

11) 25-1-2015 Mulier infirmior viro – Μερικές σκέψεις ἐπί τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀκινάτη περί τῆς γυναίκας ὡς δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ

Ἀκολουθεῖ ἀπόσπασμα τῆς εἰσήγησης τοῦ Μητροπολίτη Προύσης Ἐλπιδoφόρου Λαμπρυνιάδη, Ἀν. Καθηγητῆ τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ στό διεθνές συνέδριο μέ θέμα: «Διακόνισσες, Χειροτονία τῶν Γυναικών καί Ὀρθόδοξη Θεολογία».

«Ἀρχὴ καὶ πηγὴ τῆς σκέψεως τοῦ Ἀκινάτη εἶναι ἡ πολιτιστική, φιλοσοφικὴ καὶ θρησκευτικὴ Παράδοση, τὴν ὁποία παραλαμβάνει, ἐπεξεργάζεται καὶ τῆς ὁποίας γίνεται ὑπέρμαχος καὶ ρωμαλέος ὑποστηρικτής. Σὲ ὅλα τὰ κείμενα τοῦ Ἀκινάτη εἶναι ἐμφανὴς ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Ἀριστοτέλη, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ἔργων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου. Ὁ Ἀκινάτης δρᾶ καὶ θεολογεῖ μέσα σὲ αὐτὸ τὸ περιβάλλον καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν Regula Fidei, ἀλλὰ καὶ τὴν Traditio. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ θέσεις του δὲν εἶναι διόλου διαφορετικὲς ἀπὸ τὶς παλαιὲς ἀντιλήψεις περὶ τῆς φύσεως καὶ τῆς ὑποστάσεως τῆς γυναίκας.

Μεθοδολογικὰ θὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη, μὲ μία ἀναλογία ποὺ ἔχει ξεκάθαρες ὀντολογικὲς προθέσεις:

Ἔπειτα διακρίνουμε καὶ ἐντοπίζουμε ὀντολογικές, φυσικές, φυσιολογικὲς ἕως ἠθικὲς καὶ πνευματικὲς προεκτάσεις – φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικές – ἀφορῶσες στὴν ἀντίληψη τῆς ὑπόστασης τῆς γυναίκας ἀλλὰ καὶ στὶς σχέσεις της μὲ ἐκείνης τοῦ ἀνδρός.

Ἀρχικὴ ἀναλογία: μεταξὺ ὀντολογίας καὶ μύθου.

Ὁ Ἀκινάτης, σχολιάζοντας τὸν Ἀριστοτέλη, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ βασικὴ φύση τῶν κτιστῶν ὄντων, ποὺ προϋφίσταται, δηλαδὴ ἡ πρώτη ὕλη [1], ὁμοιάζει πρὸς τὴν μητέρα καὶ, μαζὶ μὲ τὸ εἶδος, -τὸν πατέρα, τὸ ἀνδρικό- ἀποτελοῦν τὴν αἰτία τῶν πραγμάτων, ποὺ παράγονται μὲ φυσικὸ τρόπο: ὅπως ἡ μήτηρ λαμβάνει μέρος στὴν φυσικὴ παραγωγή «λαμβάνουσα», «δεχόμενη» τὴν γεννητικὴ ἐνεργὸ δύναμη τοῦ ἄρρενος μὲ παθητικὸ τρόπο, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ὕλη [2].

Ὅπως εἶναι εὔλογο, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς συναντοῦμε τὸν Ἀριστοτέλη ὡς πηγὴ τῆς σκέψης τοῦ Ἀκινάτη. Στὸ κείμενο τῆς Φυσικῆς του [3] συγκρίνει τὴν πρώτη ὕλη [4] μὲ τὴν μητέρα, λόγῳ τοῦ δεκτικοῦ καὶ παθητικοῦ ρόλου, ποὺ διαδραματίζει στὴν παραγωγὴ ὑλικῶν ὄντων μαζὶ μὲ τὸ εἶδος.

Σημειωτέον, ὅτι ἡ ὁμοιότητα καὶ ἡ ἀναλογία αὐτὴ μεταξὺ τῶν ἐννοιῶν ὕλη καὶ μήτηρ παρατηρεῖται ἤδη στὶς ἀπαρχὲς τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Γι” αὐτό, δὲν εἶναι διόλου παράξενο νὰ κρύβεται στὴν λέξη ὕλη –materia– ἡ λέξη μήτηρ –materΜήτηρ καὶ ὕλη, ἀπὸ ἀρχαιοτάτους χρόνους, συνδέονται μὲ τὴν παραγωγὴ τῶν φυσικῶν πραγμάτων καί, κατὰ συνέπεια, μὲ τὴν ἔννοια φύση –natura. Πρὸς τὴν ἔννοια natura (nascor, natus, natura, -γεννῶ, γέννημα, ποιότης παντός γεννωμένου), σχετίζεται ὅ,τι γεννᾶται καὶ παράγεται κατὰ φυσικὸ τρόπο. Αὐτὴ τὴν ἀρχαία παράδοση τὴν προσλαμβάνει καὶ τὴν συστηματοποιεῖ ὁ Ἀριστοτέλης, ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι κατὰ τὴν παραγωγὴ τῶν φυσικῶν πραγμάτων ἢ ὄντων, ἡ ὕλη εἶναι καὶ μήτηρ. Σὲ αὐτὴ τὴ γραμμὴ ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀμφιβολίας καθιστᾶ σαφὲς ὅτι πρόκειται γιὰ αἰτία παραγωγῆς ὡς δοχεῖονest causa generationis in recipiendo [5].

Γιὰ νὰ διευκρινιστεῖ ὀρθὰ ἡ προτεινομένη ἀναλογία, θὰ πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν ἀριστοτελικὴ ἀντίληψη, ἡ πρώτη ὕλη μαζὶ μὲ τὸ εἶδος εἶναι ἡ πρώτη ἢ φυσικὴ οὐσία τῶν κτιστῶν ὄντων. Οὐσιαστικά, ἡ πρώτη ὕλη μπορεῖ νὰ ἑρμηνευτεῖ ὡς ἕνα μὴ-ὂν, ποὺ «δύναται» νὰ εἶναι, ἐφόσον λαμβάνει ἢ δέχεται τὸ εἶδος (γίνεται δοχεῖον). Ἡ πρώτη ὕλη εἶναι ἕνα τόσο ἀτελὲς ὂν –ὡς δυνάμει καὶ ὄχι ὡς ἐνεργείᾳ ὄν-, μὲ μία τόσο ἀνεπαρκῆ ὀντολογικὴ σύσταση, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸ εἶδος [6]. Τὸ εἶδος, ὡστόσο, εἶναι ἐκεῖνο τὸ στοιχεῖο, διὰ τοῦ ὁποίου αὐτὴ ἡ ὕλη καθίσταται συγκεκριμένο ὂν ἐκ τοῦ δυνάμει εἰς τὸ ἐνεργείᾳ: δίδει, λοιπόν, στὴ φυσικὴ ὕλη – τὴ δευτέρα ὕλη – τὸ εἶναικαὶ τὸ εἶναί τι. Θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε ὅτι ἡ πρώτη ὕλη –materia prima– ἐφόσον δέχεται τὴ μορφὴ ἢ τὸ εἶδος, ἑρμηνεύεται ὡς ἡ ἐξατομικεύουσα ἀρχὴ τῆς δευτέρας ὕλης. Διὰ τοῦ εἴδους ἡ ὕλη εἶναι καὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Διὰ τῆς ὕλης, ὅμως, εἶναι αὐτὸ τὸ συγκεκριμένο ὂν  οὐσία. Ἐφόσον, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, ἡ ὕλη δίχως τοῦ εἴδους θεωρεῖται ἁπλῶς ἕνα μὴ ὂν ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι, ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης συμπεραίνει ὅτι: ἀφοῦ τὸ εἶδος εἶναι καλὸ καὶ ἐπιθυμητό, ἡ ὕλη, ποὺ εἶναι κάτι διάφορον τῆς στερήσεως καὶ τοῦ εἴδους, γεννήθηκε γιὰ νὰ ὀρέγεται καὶ νὰ ἐπιθυμεῖ φυσικὰ τὸ εἶδος [7].

A΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ὀντολογική ἀτέλεια (τοῦ θήλεος σὲ σχέση μὲ τὸ ἄρσεν). Βιβλικὴ συμβολική.

Τὸ θῆλυ, κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ Ἀκινάτη, εἶναί τι τὸ ἀνεπαρκὲς καὶ τυχαῖο [8]. Τὸ ζωτικὸ στοιχεῖο (δηλ. κάθε τι τὸ ζῶν) σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις του εἶναι πλήρως παρὸν στὸν ἄνδρα, στὸ ἄρσεν. Τὸ ἄρσεν, μὲ τὴν ἐνεργὸ ἰσχύ του, προσπαθεῖ φυσιολογικὰ νὰ γεννήσει ἕνα ἄλλο ἄρσεν, παρόμοιο κατὰ πάντα πρὸς τὴν αὐτοτέλειά του.

Ἡ γυναίκα, ὅλως ἀντιθέτως, εἶναι ὂν ἀτελές, δὲν εἶναι ἐπιθυμητό, καὶ γεννιέται ὡς θῆλυ, λόγῳ τῆς ἀδυναμίας τῆς ἐνεργοῦ δυνάμεως τοῦ ἀνδρός, ἢ κάποιας ἀδιαθεσίας τῆς ὕλης ἢ κάποιας ἐξωτερικῆς μεταβολῆς, «ὅπως οἱ νότιοι ἄνεμοι ποὺ εἶναι ὑγροί», διευκρινίζει ὁ Ἀκινάτης [9].

Βιβλικὰ -καὶ θεολογικά-, ἡ ἀτέλεια καὶ ἡ ὀντολογικὴ ἐξάρτηση τοῦ θήλεος σὲ σχέση μὲ τὸ ἄρσεν καὶ τοῦ γυναικείου φύλου ἔναντι τοῦ ἀνδρικοῦ, κατοχυρώνεται πλήρως, πάντοτε κατὰ τὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη, ἐννοεῖται.

Λóγῳ τῆς ὀντολογικῆς της ἀτέλειας, ἡ γυναίκα ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἀνδρός, γιὰ νὰ φανεῖ ξεκάθαρα ἡ ὀντολογική της ἐξάρτηση ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ ἡ ἐξέχουσα ὑπεροχή του ἔναντι αὐτῆς. Καί, προσθέτει ὁ Ἀκινάτης, ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ σύμπαντος, οὕτω τὸ ἄρσεν-ἀνὴρ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους [10].

B΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἡ ἀναπαραγωγή (τοῦ θήλεος καὶ τοῦ ἄρρενος)

Συμφώνως πρὸς τὴν παραπάνω ὀντολογικὴ διευκρίνιση καὶ ἀναλογία, ἡ γυνή-μήτηρ, κατὰ τὸν μεγάλο Σχολαστικό, ἑνώνεται μὲ τὸ ἀρσενικὸ στοιχεῖο γιὰ νὰ ἀναπαράγεται καὶ νὰ παράγουν μαζὶ μία νέα οὐσία ἕνα νέο ἀνθρώπινο ὄν.

Ἡ μήτηρ, τότε, διαδραματίζει τὸ ρόλο τῆς ὕλης. Παρέχει, δηλαδή, ὑλικό ἢ δυναμικὸ στοιχεῖο, ἐνῷ τὸ ἄρρεν, ὡς εἶδος, παρέχει τὸ εἰδοποιοῦν στοιχεῖο. Γεννᾶ, δηλαδή, τὸν ἄνθρωπο καί, μαζὶ μὲ τὸ ὑλικὸ θηλυκὸ στοιχεῖο παράγει μία νέα οὐσία ἢ ἕνα νέο ἀνθρώπινο ὄν [11].

Ἡ γυνή-μήτηρ, ὅπως καὶ ἡ ὕλη, ὀντολογικὰ εἶναί τι τὸ ἀτελές, κάτι ποὺ γεννήθηκε νὰ ἐπιθυμεῖ φυσικὰ τὸ ἄρρεν, τὸ ὁποῖο συνιστᾶ γι᾽ αὐτὴν τὸ εἶδος καὶ προσδίδει στὴν ὕπαρξή της τὴν πληρότητα.

Γ΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἡ ροπή (τοῦ θήλεος πρὸς τὸ ἄρρεν)

Ὁ Σταγειρήτης ὁλοκληρώνει τὴν ἀναλογία ὕλη-μήτηρ, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ ὕλη ἐπιθυμεῖ τὸ εἶδος ὅπως τὸ θῆλυ ἕλκεται [12] ἀπὸ τὸ ἄρρεν καὶ ὅπως τὸ ἄμορφο ἢ τὸ ἄσχημο ἕλκεται ἀπὸ τὸ ὄμορφο καὶ τὸ εὔσχημο. Ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης θὰ τροποποιήσει τὸ κείμενο καὶ τὴν σκέψη τοῦ Φιλοσόφου, προσθέτοντας ὅτι ἐὰν τὸ θῆλυ ἐπιθυμεῖ τὸ ἄρρεν καὶ ἐὰν τὸ ἄσεμνο ἐπιθυμεῖ τὸ καλὸ καὶ ἀγαθό, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὸ κακὸ κατὰ κανόνα τείνει πρὸς τὸ καλὸ ὡς τὸ ἀντίθετό του, ἀλλὰ μόνο ὡς ἀτύχημα –secundum accidens: ἔτσι, ἐκεῖνο τὸ ὂν ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι κακό, τείνει πρὸς τὸ καλό. Ὁμοίως, τὸ ἀπόλυτο θῆλυ δὲν ἐπιθυμεῖ ἢ ἕλκεται φυσικὰ ἀπὸ τὸ ἀντίθετό του, τὸ ἄρρεν, ἀλλὰ τὸ συγκεκριμένο ὂν ποὺ τυγχάνεινὰ εἶναι θῆλυ τείνει πρὸς τὴν ἀντίθετη κατάστασή του, δηλαδὴ τείνει νὰ γίνει ἄρρεν [13].

Ἐὰν τὸ θῆλυ, ὡς ἡ πρώτη ὕλη, παραμένει ταυτισμένο μὲ τὸ ὀντολογικὰ ἀτελές, τὸ ἄμορφο καὶ τὸ ἀπρεπές, τότε τὸ ἄρρεν, προσωποποιημένο ὡς εἶδος, παραμένει ταυτισμένο μὲ τὸ ἐν ἐνεργείᾳ εἶναι, μὲ τὴν πληρότητα τῆς ὕπαρξης, μὲ τὸ καλὸ καὶ ἐπιθυμητό. Ὁ Σχολαστικὸς προχωρᾶ ἀκόμη περισσότερο, τονίζοντας ὅτι τὸ εἶδος ἔχει θεϊκό χαρακτῆρα. Θεῖο χαρακτῆρα ἐπειδή τὸ οὐσιαστικὸ εἶδος, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ μοναδικὴ αἰτία ὅλων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὄντων, συμμετέχει στὴν ὁμοιότητα τοῦ Θείου Ὄντως Ὄντος, τὸ ὁποῖο εἶναιactus purus. Τὸ εἶδος εἶναι ἐπίσης θεῖο καὶ βέλτιστο, ἐφόσον εἶναι ἡ τελείωση τῆς δυναμικότητας ποὺ ἐνυπάρχει στὴν πρώτη ὕλη. Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἐπίσης ἐπιθυμητό, ἐπειδὴ τὸ πᾶν ἐπιθυμεῖ τὴν τελείωσή του [14].

Δ΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἡ ὑποταγή (τοῦ θήλεος στὸ ἄρρεν)

Ἡ γυνή-μήτηρ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη καὶ ἐπιθυμία νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ ἄρρεν, ἀναζητῶντας νὰ καλυφθεῖ ἡ ὀντολογική της ἔλλειψη μὲ τὴν πληρότητα τοῦ εἶναι τοῦ ἄρρενος-ἀνδρός. Χωρὶς τὸ εἶδος της, δηλαδὴ χωρὶς τὸν ἄνδρα, ἡ γυνή, σύμφωνα μὲ τὴν ἀναλογία μὲ τὴν πρώτη ὕλη, παραμένει ἀνύπανδρος, στὰ ὅρια τῆς ἀνεπαρκείας καὶ ἀτελείας τῆς ὀντικῆς της καταστάσεως. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν ἄνδρα στὴν κοινωνία τοῦ γάμου. Σὲ αὐτὴ τὴν κοινωνικὴ ἕνωση, ὡστόσο, δεδομένης τῆς μεγαλύτερης ἀξίας τοῦ ἀνδρός, ἡ γυνὴ πρέπει νὰ ὑποτάσσεται στὸν ἄνδρα, δεδομένου ὅτι αὐτὴ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἄνδρα, λεπτομέρεια, ἡ ὁποία, γιὰ τὸν Ἀκινάτη, εἶναι ὑψίστης σημασίας ἀπὸ θεολογικῆς ἀπόψεως: “ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη’’.

Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν συμβολισμὸ ποὺ ὁ Ἀκινάτης δίδει στὴ βιβλικὴ μαρτυρία, ἡ γυνὴ δὲν πρέπει νὰ προσπαθεῖ νὰ κυριαρχήσει ἐπὶ τοῦ ἀνδρός, δεδομένου ὅτι δὲν ἐπλάσθη ἀπὸ τὴν κεφαλή, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς πλευρᾶς του. Οὔτε ὁ ἄνδρας πρέπει νὰ τὴν ὑποτιμήσει ἢ νὰ τὴν ἀντιμετωπίζει ὡς δούλη, σὰν νὰ εἶχε δημιουργηθεῖ μονάχα γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετεῖ, διότι σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, λέει ὁ Σχολαστικός, θὰ εἶχε δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὰ πόδια του [15].

Ὁ Ἀκινάτης διακρίνει σὲ αὐτὴ τὴ σχέση ὑποταγῆς τῶν γυναικῶν μία ὀρθὴ καὶ μία ἐσφαλμένη. Στὴν ἐσφαλμένη ἔκδοση, ποὺ ἰσχύει μετὰ τὴν πτώση, ὁ ἰσχυρότερος χρησιμοποιεῖ τὸν ἀσθενέστερο, δηλ. τὴν γυναίκα, γιὰ τὸ συμφέρον του. Αὐτὸ θεωρεῖται ἁμαρτία. Ὡστόσο, στὴν ἄλλη ἔκδοση τῆς ὑποταγῆς, τὴν ὀρθή, ποὺ ἔχει ὀντολογικὸ ὑπόβαθρο, ὁ προεστώς – ὁ ἀνήρ – χρησιμοποιεῖ τοὺς ὑφισταμένους του – τὶς γυναῖκες – μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὸ καλὸ καὶ τὴν εὐημερία τους. Αὐτὸ τὸ εἶδος ὑποταγῆς ὁ Ἀκινάτης τὸ ὀνομάζει πολιτικὸ ἢ ἀστικό. Εἶναι μία φυσικὴ ὑποταγὴ καὶ ἀπαιτεῖ νὰ κυβερνοῦν οἱ σοφώτεροι. Κατὰ τὸν Ἀκινάτη, αὐτὴ ἡ φυσικὴ ὑποταγὴ γίνεται πάντα καὶ παντοῦ, ἀκόμη καὶ στὸν παράδεισο, πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, διότι ἂν δὲν ὑφίστατο, θὰ ἔλειπε ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία ἡ εὐταξία. Ἡ γυναίκα, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴν ἀστικὴ ἢ οἰκονομικὴ ὑποταγή, πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται καὶ νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴ φύση του ὁ ἄνδρας ἔχει περισσότερη σύνεση καὶ διάκριση στὴ λειτουργία τῆς λογικῆς [16].

Αὐτὴ ἡ κοινότητα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἄνδρα καὶ τὴ γυναίκα ἔχει διάφορους στόχους ποὺ πρέπει νὰ πληροῦνται ὑπὸ τὴν ἡγεσία καὶ τὴν κυβέρνηση τοῦ ἄνδρα, ὡς κεφαλῆς τῆς γυναίκας. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, δὲν ἀπαριθμεῖται μόνο ἡ ἀνάγκη ἀναπαραγωγῆς γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ γένους, ἀλλὰ καὶ ἡ ὀργάνωση τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς, ὅπου ὁ ἀνδρικὸς ρόλος εἶναι διαφορετικὸς ἀπὸ ἐκεῖνον τῆς γυναίκας, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἄνδρα πρὸς τὴν γυναίκα σὲ μία σταθερὴ σχέση γάμου [17].

Ἡ γυναίκα γεννήθηκε ἀκριβῶς γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν παραγωγὴ παιδιῶν καὶ ἀκόμα καὶ σὲ αὐτὴ τὴ λειτουργία, λόγῳ τῆς φύσης της, τὸ θῆλυ δὲν δύναται νὰ διαδραματίσει ἐνεργὸ ρόλο, ἀλλὰ μόνο παθητικό [18]. Ἡ γυναῖκα, κατ᾽ ἀναλογία μὲ τὴν πρώτη ὕλη ποὺ εἶναι ἀρχὴ ἐξατομίκευσης, θὰ παραμείνει στὸν οἰκεῖο περιορισμένο καὶ ἰδιαίτερο τομέα. Ὡστόσο, ἀκόμη καὶ στὴ σαρκικὴ ἀναπαραγωγή, τόσο οἱ ἄνδρες ὅσο καὶ οἱ γυναῖκες πρέπει νὰ ἐνεργήσουν σύμφωνα μὲ τὴ δική τους γεννητικὴ ἱκανότητα: ἔτσι, ἡ γυναίκα ἑτοιμάζει τὴν ὕλη – παθητικά –, ἐνῷ ἡ ἐνεργὸς δύναμη τοῦ ἄνδρα πληροῖ τὴν ὕλη μὲ ἕνα συγκεκριμένο εἶναι, δηλαδὴ μὲ τὸ νὰ εἶναι ἄνθρωπος [19]. Ἡ ὑλική αἰτία αὐτῆς τῆς λειτουργίας εἶναι τὸ αἷμα τῆς γυναικείας περιόδου πού, στὴ συνέχεια, μετασχηματίζεται μὲ μία διαδικασία συνεχοῦς τελειότητας μὲ τὴ δράση διαδοχικῶν ζωτικῶν καὶ φυσικῶν μορφῶν ποὺ δέχεται ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ δύναμη τοῦ ἀνδρικοῦ σπέρματος καί, μέχρι πού, μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς οὐρανίου σώματος, εἶναι ἕτοιμο νὰ δεχτεῖ τὴν τελευταία καὶ ὑψηλότερη εἰδικὴ μορφή, δηλαδή, τὴν νοητική, ποὺ τὴν καθιστᾶ ἄνθρωπο [20]. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, εἶναι πλέον προφανὲς τὸ γεγονὸς ὅτι μόνο ὁ ἄνδρας γεννᾶ ἕνα νέο πλάσμα. Συνεπῶς, ὁ ἄνδρας, κατὰ τὸν Ἀκινάτη, τυγχάνει αἰτία μορφικὴ καὶ τελική. Ἡ γυναίκα βοηθᾶ στὴν παραγωγή, ἀλλὰ μόνο ὡς παθητικὴ δύναμη ἢ αἰτία ὑλική [21].

Ε΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἡ ὑπεροχή (τῆς ἀνδρικῆς ἐνεργείας καὶ ἀποστολῆς ἔναντι τῆς γυναικείας)

Ὁ ἄνδρας, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δρᾷ ὡς ἐνεργὸς δύναμη κατὰ τὴ διαδικασία τῆς παραγωγῆς, ἔχει ἄλλο σκοπὸ στὴ ζωή, πιὸ σημαντικό, μία ἀνώτερη λειτουργία: νὰ κατανοεῖ,δηλαδή, καὶ νὰ γνωρίζει τὸ σύμπαν – τὸ καθολικό – καὶ νὰ παράγει ἐπιστήμη [22].

Ὅπως ἤδη σημειώθηκε, ὁ ἄνδρας, ταυτισμένος ἀπὸ τὸν Ἀκινάτη μὲ τὸ εἶδος, δίνει στὴν ὕλη τὸ συγκεκριμένο εἶναι. Τὸ ἄρσεν, λοιπόν, εἶναι τὸ στοιχεῖο ποὺ «ἐγκοσμιοποιεῖ» τὴν ὕλη καὶ τὴν καθορίζει» νὰ ἀνήκει σὲ ἕνα συγκεκριμένο εἶδοςἐφόσον γίνεται ἡ μετάβαση ἁπὸ τὸ δυνάμει στὸ ἐνεργείᾳ. Οὕτως, ἐὰν τὸ περιβάλλον τῆς γυναίκας ὁριοθετεῖται στὸν τομέα τοῦ ἀτομικοῦ, τοῦ ἰδιωτικοῦ, τοῦ οἰκιακοῦ, ἐκεῖνο τοῦ ἀνδρός – ὅπως τὸ εἶδος – περιλαμβάνει τὸ καθολικό.

Τὸ ἀρσενικό-ἀνδρικό, λοιπόν, θὰ πρέπει νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν παραγωγὴ τῆς γνώσης καὶ τὴν πολιτικὴ δράση στὸ περιβάλλον τῆς πόλης. Τοιουτοτρόπως, ὁ Ἀκινάτης δέχεται καὶ κληρονομεῖ τὸ πρότυπο τῆς κοινωνικο-πολιτικῆς διάστασης τῶν γυναικῶν ποὺ κυριαρχοῦσε στὴν ἑλληνορωμαϊκὴ ἀρχαιότητα. Τὸ πρότυπο αὐτὸ ὑλοποιεῖται γιὰ τὴν γυναίκα πρῶτα μέσῳ τοῦ πατέρα καί, ἀργότερα, μέσῳ τοῦ συζύγου καὶ τῶν υἱῶν (ἀρσενικῶν).

Στ΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἀδυναμία ἤθους (τοῦ θήλεος-γυναίκας)

Κατὰ τὸν Ἀκινάτη, ἡ ὀλιγότερη φυσιολογικὴ καὶ λογικὴ ἱκανότητα τῶν γυναικῶν συνδέεται ἄμεσα καὶ ἀναλογικὰ μὲ μία μεγαλύτερη ἠθικὴ ἀδυναμία κατὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Γι ᾽αὐτό, ὅταν ὁ Διάβολος, στὸν Παράδεισο τῆς τρυφῆς, ὑπέβαλε σὲ πειρασμὸ τὸν Ἀδάμ, τὸ ἔκανε μέσῳ τῆς Εὔας. Ἡ ἠθική της ἀδυναμία τὴν κατέστησε εὐκολότερο θῦμα τῆς διαβολικῆς ἀποπλάνησης. Διὰ τῆς στενῆς σχέσης της μὲ τὸν ἄνδρα καὶ τῆς ἄμεσης διαμεσολάβησης τῆς γυναίκας, ὁ Διάβολος κατόρθωσε νὰ δελεάσει καὶ τὸν ἄνδρα [23]. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ἡ γυναίκα εἶχε τὰ φυσικὰ χαρακτηριστικὰ γιὰ νὰ χρησιμοποιεῖται ὡς μέσο ἀποπλάνησης καὶ κατάκτησης. Ποιὰ ἦταν αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά; Ἁπλό: δὲν κατεῖχε τὴν ἴδια λογικὴ δύναμη τοῦ διαβόλου – ἀλλ᾽ οὔτε τοῦ ἄνδρα –, καὶ διὰ τοῦτο ἦταν τὸ ἰδανικὸ μέσο γιὰ νὰ ἀποπλανήσει τὸν Ἀδάμ. Ἡ γυναίκα παρουσιάζεται στὴν ἑρμηνεία τοῦ βιβλικοῦ κειμένου τῆς Γενέσεως ποὺ πραγματοποιεῖ ὁ Ἀκινάτης, ὡς δελεαστικὸ μέσο, ὄργανο ἀποπλάνησης τοῦ Ἀδάμ.

Σὲ ἄλλη συνάφεια, ὁ Ἀκινάτης μᾶς πληροφορεῖ ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπιβλαβῶν πτυχῶν ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἔχει ἡ γνώση διαμέσου τῶν αἰσθήσεων, βρίσκεται τὸ βλέμμα ἐπιθυμίας (τοῦ ἀνδρὸς πρὸς τὴν γυναίκα) ποὺ ὁδηγεῖ στὴ λαγνεία [24]. Ἀκόμα καὶ τὸ σῶμα τῆς γυναίκας ἔχει ἕναν εἰδικὸ δελεαστικὸ χαρακτῆρα [25]. Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἀπαραίτητο ὁ σώφρων ἄνδρας νὰ ἀποφύγει νὰ τὸ κοιτάζει μὲ προσοχὴ καὶ πάθος, ὥστε νὰ μὴ πέσει σὲ πειρασμὸ μὲ τὴν σκέψη καὶ τὴν ἐπιθυμία.

Τόσο ἡ γυναίκα ὅσο καὶ οἱ νεαροί, μᾶς πληροφορεῖ ὁ «Ἀγγελικὸς Διδάσκαλος» (Doctor Angelicus, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία) σὲ ἄλλο κείμενο [26], ἔχουν μία μεγαλύτερη τάση πρὸς τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν ἠδονή. Ἡ τάση αὐτὴ στοὺς νεαροὺς ἐξηγεῖται λόγῳ τῆς θερμότητος τῆς ἡλικίας, ἐνῷ στὴ γυναίκα λόγῳ τῆς ἠθικῆς ἀδυναμίας νὰ ἀντισταθεῖ στὴν ἁμαρτία. Ἡ ἠθικὴ ἀδυναμία ποὺ παρουσιάζεται στὶς γυναῖκες καὶ στὰ νέα παιδιά, ἐκφράζεται στὴν ἀδυναμία ἀντιμετώπισης καὶ ἀντίστασης τῆς φυσικῆς τάσης πρὸς τὴν ἠδονὴ καὶ ἁμαρτία, καί, ὡς ἐκ τούτου, θὰ πρέπει νὰ ἐλέγχονται καὶ νὰ διορθώνονται διὰ τῆς ἀρετῆς.

(ΠΗΓΗ: http://www.amen.gr)

12) 25-10-2015 Φαναριώτικο ντελίριο σέ Οὐνίτικο Ναό: «Αὐτά κάνουν! Ἡ οἰκουμενιστική μεταπατερική ἀγαπολογία, ξεσκεπάζεται!» (Βίντεο)

Τήν Κυριακή, 25 Ὀκτωβρίου 2015, ὁ Σεβασμιώτατος κ. Ἐλπιδοφόρος Λαμπρυνιάδης, Μητροπολίτης Προύσης καί γραμματέας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, παρακολούθησε τή Θεία Λειτουργία στόν οὐνίτικο (Arbereshe) Καθεδρικό Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῶν Μύρων Lungro (Επαρχία Cosenza – Καλαβρία – Ιταλία)!!!!!!!

(ΠΗΓΗ: http://aktines.blogspot.gr)

13) 28-10-2015 Ὁ κ. Ἐλπιδοφόρος μίλησε μέ θέμα τήν 50ή ἐπέτειο τῆς ἀμοιβαίας Ἄρσης τῶν Ἀναθεμάτων μεταξύ Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως τό ἔτος 1965. Ἡ ὁμιλία ἔγινε στό Catanzaro τῆς Καλαβρίας στά πλαίσια τῆς ἐτήσιας Οἰκουμενι(στι)κῆς Συνάντησης, πού διοργάνωσε ἡ «ἐπισκοπή» τοῦ Lungro, μέ πρωτοβουλία τοῦ οὐνίτου ψευδεπισκόπου κ. Δονάτου.

(ΠΗΓΗ: Βιργίλιος Αβάτο (Virgilio Avato), Με αφορμή την επίσκεψη του Μητροπολίτη Προύσης στην Κάτω Ιταλία (Μεγάλη Ελλάδα),http://www.amen.gr)

14) 31-10- 2015 Στιγμιότυπα ἀπό τήν ἐπίσκεψη τοῦ Μητροπολίτη Προύσης Ἐλπιδοφόρου στήν Καλαβρία (Βίντεο)

Ἀπό πότε ἡ Ουνία ἀποτελεῖ :

una risorsa ed un ponte fra le due Chiese Sorelle di oriente e occidente, per il raggiungimento della piena comunione”; δηλ. «ἕνα πόρο (μέσο) καί μιά γέφυρα μεταξύ τῶν δύο Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσης γιά τήν ἐπίτευξη τῆς πλήρους κοινωνίας»;

Οἱ Οὐνίτες τῆς Καλαβρίας ἀναφέρουν ὅτι εἶναι ὑποτιμητικό νά τούς ἀποκαλοῦν «Οὐνίτες», ἐπειδή ἔχουν διατηρήσει στό πέρασμα τῶν αἰώνων, ὅσο μποροῦσαν, τήν κοινωνία μέ τήν ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέχρι πού βρῆκαν τήν ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.

“La chiesa bizantina nell’Italia meridionale non può considerarsi, in senso dispregiativo,uniata perché ha conservato nei secoli, finché ha potuto, la sua comunione con Costantinopoli sua chiesa madre, finché ha trovato felicemente la sua paternità nella Chiesa di Roma.”

VIDEO: Elpidophoros Lambriniadis in visita a Cosenza e nei paesi albanesi
Visita di Sua Eminenza il Metropolita Elpidhophoros del patriarcato di Costantinopoli alla diocesi di Lungro degli italo – albanesi

Il Metropolita Elpidophoros Lambriniadis è stato gradito ospite del vescovo di Lungro, mons. Donato Oliverio, da venerdì 23 a domenica 25 ottobre 2015, giunto in Calabria con la benedizione di Sua Santità Bartolomeo Patriarca di Costantinopoli per partecipare al III Convegno Ecumenico organizzato dalla Conferenza Episcopale Calabra e visitare la diocesi di Lungro.

Elpidophoros Lambriniadis è Metropolita di Bursa, igumeno del Monastero Patriarcale e Stavropigiaco Santa Trinità nell’isola di Chalki ed è figura di grande importanza nel Patriarcato Ecumenico di Costantinopoli.

Venerdì 23 alle ore 19,30 è stato accolto a Cosenza nella parrocchia SS. Salvatore accompagnato dal Vescovo di Lungro Mons. Donato Oliverio e accolto dal parroco papàs Pietro Lanza e dai suoi parrocchiani. In seguito i partecipanti si sono mossi nel vicino Seminario Maggiore dell’Eparchia per un momento di fraternità organizzato dai seminaristi.

Sabato mattina ha visitato le comunità Arbëreshë di Santa Sofia e San Demetrio Corone, per poi recarsi nel pomeriggio a Catanzaro dove ha partecipato in qualità di relatore al III Convegno Ecumenico Regionale organizzato dalla diocesi di Lungro da mons. Donato Oliverio delegato della Conferenza Episcopale Calabra per l’Ecumenismo e il dialogo interreligioso dove ha parlato delle abolizioni delle reciproche scomuniche tra Roma e Costantinopoli nel 1965, di cui ricorre quest’anno il 50° anniversario.

Domenica 25 con inizio alle ore 10,00 ha assistito alla celebrazione della Divina Liturgia presieduta da mons. Oliverio nella Cattedrale di Lungro. recitando, quale espressione di fede comune, il Credo in greco, in rappresentanza di tutto il popolo di Dio e il Padre Nostro la preghiera di tutti i cristiani.

Nel pomeriggio si è recato a Frascineto (CS) e nel suo discorso conclusivo pronunciato nella chiesa colma di fedeli gioiosi, il Metropolita Elpidophoros ha detto che per lui è stato come se, dopo molti anni, avesse ritrovato dei fratelli di cui non conosceva l’esistenza constatando sorprendenti rassomiglianze.

Più volte e in varie occasioni mons. Elpidophoros Lambriniadis ha messo in risalto l’importanza e l’attenzione che il patriarcato di Costantinopoli riserva alla Chiesa bizantina italo greca degli albanesi presenti nell’Italia meridionale. Essa, ha detto mons.Elpidophoros, è “una risorsa ed un ponte fra le due Chiese Sorelle di oriente e occidente, per il raggiungimento della piena comunione”. Questo fondamentale messaggio è stato riferito da Virgilio Avato, in qualità di traduttore e coordinatore del Convegno Ecumenico di Catanzaro.

La chiesa bizantina nell’Italia meridionale non può considerarsi, in senso dispregiativo, “uniata” perché ha conservato nei secoli, finché ha potuto, la sua comunione con Costantinopoli sua chiesa madre, finché ha trovato felicemente la sua paternitànella Chiesa di Roma.

Il Metropolita ha accettato ufficialmente l’impegno di riferire al Patriarca Ecumenico Bartolomeo, della calorosa accoglienza e dell’immutato amore dei greco-albanesi verso la Sua persona, congiuntamente all’augurio che le due Chiese giungano alla piena e visibile comunione.

Mons. Elpidophoros ha anche assicurato che chiederà al Patriarca Ecumenico di visitare la Diocesi di Lungro affinché possa rendersi conto direttamente di questo profondo legame che unisce le due chiese.

Antonio Calisi

(ΠΗΓΗ: http://aktines.blogspot.gr)

15) 3/5-12-2015: Συνέδριο στή Μονή Βλατάδων μέ θέμα τήν λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο»

Ἡ Ἱερά Βασιλική καί Πατριαρχική Μονή Βλατάδων σέ συνεργασία μέ τό Πατριαρχικό Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν καί τή Θεολογική Σχολή Α.Π.Θ., στό πλαίσιο τῶν Ἐπιστημονικῶν Συμποσίων “ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ” (Β´) διοργάνωσαν τριήμερο Συνέδριο μέ θέμα “ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ”. Τό Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στήν Ἱ. Μονή Βλατάδων ἀπό Πέμπτη 3 ἕως Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015.

Σύμφωνα μέ τήν ὀργανωτική ἐπιτροπή τοῦ συμποσίου, στίς ἐργασίες του παρουσιάστηκαν καί ἀναλύθηκαν τά θέματα, πού ἔχει ἀποφασισθεῖ νά συζητηθοῦν στίς ἐργασίες της Συνόδου.

Συμμετεῖχε, ἐκτός τῶν ἄλλων καί ὁ Σεβ. Μητρ. Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρος.

(ΠΗΓΗ: http://fanarion.blogspot.gr)

Σύν Θεῷ, θά συνεχίσουμε σέ ἑπόμενο ἄρθρο μας.