Νεκτάριος Δαπέργολας, Μία τραγικά άφωνη διοικούσα Εκκλησία…

0
804

του Νεκτάριου Δαπέργολα, Διδάκτορος Ιστορίας
αρθρογραφεί για katanixi.gr

     Η σχεδόν μηδενική αντίδραση της διοικούσας Εκκλησίας στην κατάπτυστη κατάργηση του νόμου περί βλασφημίας, που συντελέστηκε προ ολίγων ημερών μέσα στο δήθεν ελληνικό κοινοβούλιο, ήρθε να προσθέσει ένα ακόμη όνειδος σε ένα μακρύ και ντροπιαστικό κατήφορο. Σε ένα κατήφορο που ξεκίνησε βέβαια πριν από δεκαετίες, τα τελευταία όμως 3-4 χρόνια είναι τόσο εξόφθαλμος, ώστε να προκαλεί ακραία πλέον συναισθήματα θλίψης αλλά και οργής.

     Αρχής γενομένης βέβαια από τον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο, του οποίου η στάση γύρω από τα πάντα είναι όλο και πιο εξοργιστική. Σταθερά λαλίστατος μεν στα ευτελώς ασήμαντα και τα αμφιφανώς νεοταξικά, αφωνότερος δε των ιχθύων στα σοβαρά και ζωτικά. Λαλίστατος σε πομφόλυγες «ανεκτικότητας», «σεβασμού του διαφορετικού» και κενής αγαπολογίας απέναντι σε ΛΟΑΤΚΙ και λαθρομετανάστες (με εμβληματική ασφαλώς κίνηση εκείνο το όνειδος της επιλογής να βγάλει τότε τον σταυρό, για να μη…θιχτούν οι αλλόθρησκοι), αλλά φυσικά ούτε λέξη δεν βγήκε ποτέ από τα χείλη του για την πνευματική κατάρρευση και την προϊούσα ισλαμοποίηση της πατρίδας. Προκλητικά άφωνος και απέναντι στην υπερψήφιση του αίσχους των Πρεσπών, σε επιστέγασμα εξάλλου μιας χαρακτηριστικά απαράδεκτης στάσης σε όλη τη διάρκεια της περασμένης διετίας (με την πεισματική του άρνηση να ψελλίσει ένα έστω λόγο υπέρ Μακεδονίας και με την προφανή δυσφορία του απέναντι στα συλλαλητήρια αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη λαϊκή αντίδραση). Παντελώς άφωνος απέναντι και στο ευρύτερο ξεπούλημα του παντός, αλλά και απέναντι στο εκκλησιομαχικό μένος των αντίχριστων κυβερνώντων, όπως αυτό αποτυπώθηκε σε όλη την προηγούμενη τετραετία. Θλιβερά άφωνος και πάλι προ ολίγων μηνών, τότε που σιωπηλά συναίνεσε στο ελεεινό πολύωρο παιχνίδι των…κυνηγών της χαμένης 151ης ψήφου (θα το θυμάστε ασφαλώς εκείνο το νέο…έπος της εξωνημένης ψευτοδημοκρατίας μας) για τη θεσμική μετατροπή της αγιοτόκου πατρίδας σε ουδετερόθρησκο μαυσωλείο. Θλιβερά άφωνος λοιπόν και προχτές, όταν ο εθνοκτόνος κι αντίχριστος συρφετός που παριστάνει την ελληνική κυβέρνηση, έχοντας λύσει, ως γνωστόν, όλα τα άλλα μείζονα προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία, αποφάσισε ως κύκνειο άσμα της πολιτικής παρουσίας του να μας…σώσει κι από ένα ακόμη (αποποινικοποιώντας την καθύβριση των θείων).

      Και ο κατάλογος φυσικά δεν έχει τέλος ούτε για τον ίδιο, ούτε για τους στενούς συνεργάτες του (ενδεικτικό εκείνο το απερίγραπτο αγαπολογικό παραλήρημα του Διευθυντή του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου προς τους Σκοπιανούς απατεώνες πλαστογράφους, λίγο μετά την υπερψήφιση της προδοτικής συμφωνίας). Δεν έχει όμως τέλος ούτε για τη συντριπτική πλειονότητα των επισκόπων μας, των οποίων η αφωνία επίσης είναι… εκκωφαντική. Μήπως κι εκείνοι δεν κατάπιαν αμάσητα τα σύμφωνα συμβίωσης, τις αλλαγές φύλου, τις υιοθεσίες παιδιών, τις παρελάσεις…υπερηφάνειας; Κι εκείνοι δεν σιώπησαν (και σιωπούν) για την εσχάτη προδοσία της Μακεδονίας, το ξεπούλημα της Θράκης και του Αιγαίου, την εθνοκτόνα λαίλαπα του λαθροεποικισμού; Κι εκείνοι δεν τολμούν ούτε στοιχειωδώς να αντιδράσουν απέναντι στη χυδαία και βλάσφημη προσβολή του Χριστού και της Παναγίας από καλλιτεχνίσκους της πλάκας και δημοσιογραφίσκους της πυρκαγιάς; Αντίθετα, λόγο αντίδρασης (και εξουθένωσης) βρίσκουν συνήθως μόνο απέναντι σε όσους τολμούν στοιχειωδώς να διαμαρτυρηθούν για τα παραπάνω, απέναντι σε όσους τολμούν να μιλούν για τα αυτονόητα και να φωνάζουν για τα προφανή, απέναντι στους λίγους και θαρραλέους αγωνιστές της πίστης και της πατρίδας. Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, διυλίζοντες τον κώνωπα την δε κάμηλον καταπίνοντες, κακόμοιροι συμπαραστάτες των κορακιών της εξουσίας, θλιβεροί συνοδοιπόροι των ολετήρων και των προδοτών.

       Βαθιά λοιπόν κι ένοχη η σιωπή τους. Και το ακόμη χειρότερο μάλιστα είναι ότι αυτή η σιωπή βαθαίνει ακόμη περισσότερο, σε σχέση αντιστρόφως ανάλογη με την ένταση όσων ζούμε ολόγυρά μας. Όσο βαθαίνει η πνευματική κρίση, όσο η ελληνική κοινωνία βουλιάζει όλο και περισσότερο στη διαφθορά και τη νεοταξική εξηλιθίωση, όσο επιμένει να αγνοεί τα σημεία των Καιρών και να εμμένει πεισματικά στην αποστασία και την αμετανοησία, όσο αυξάνουν και τα δυσμενή επίχειρα (στα εθνικά μας θέματα και τις πολιτικοοικονομικές εξελίξεις), τόσο από την άλλη αυξάνει και η αφωνία των εκκλησιαστικών μας ταγών (αντί να συμβεί δηλαδή ακριβώς το αντίθετο), τόσο εντείνεται ο εκ μέρους τους κατευθυνόμενος εφησυχασμός, τόσο κλιμακώνονται η τραγική στάση του «δεν πειράζει», η «βολική» άποψη ότι ο Θεός είναι αγάπη και συγχωρεί τα πάντα, το ανεκδιήγητο κήρυγμα ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα ό,τι κι αν κάνουμε, όσο κι αν αμαρτήσουμε, σ’ όποιον κατήφορο κι αν παρασυρθούμε.

       Και να μη μιλήσουμε φυσικά καν για το μείζον θέμα της νόθευσης της πίστης μας από τις μαγαρισιές της μεταπατερικής πλάνης και τα τοξικά λύματα του Οικουμενισμού, όπου εκεί η σιωπή είναι ακόμη βαθύτερη. Για την ακρίβεια, εκεί η σιωπή είναι πλέον σχεδόν απόλυτη, γιατί (και πάλι αντιστρόφως ανάλογα προς την προέλαση των νεοεποχιτών εκπροσώπων της παναίρεσης, που συνεχώς διογκώνεται κι επιταχύνεται) ακόμη και οι ελάχιστοι επίσκοποι που τολμούσαν να εκφράζουν έστω και σποραδικά λόγο Ορθοδοξίας, εσχάτως σταμάτησαν κι αυτοί, υπείκοντας προφανώς στο γενικότερο τέλμα. Και το επίσης χειρότερο: η σιωπή απλώνεται πια όλο και περισσότερο και στις τάξεις του λεγόμενου κατώτερου κλήρου. Και δεν εννοούμε φυσικά τους καριερίστες του αρχιμανδριτισμού και τους μανικούς κυνηγούς των επισκοπικών θώκων. Για τους απλούς παπάδες μιλάμε, πού πάντα ήταν το προπύργιο και το μετερίζι των πνευματικών κι εθνικών αγώνων τους Γένους, αλλά επ’ εσχάτων των χρόνων διολισθαίνουν δυστυχώς κι αυτοί όλο και περισσότερο στα βαλτόνερα της εκκοσμίκευσης, της πλάνης και της παθητικής ιδιωτείας.

       Τα ερωτήματα όμως παραμένουν αμείλικτα και καταιγιστικά: με ποιο δικαίωμα άραγε τολμούν και συμπεριφέρονται έτσι οι πνευματικοί μας ποιμένες και οδηγοί; Αυτός ο λαός πορεύτηκε μέσα στους αιώνες χέρι-χέρι με τον κλήρο, ως ενιαίο κι αξεδιάλυτο ευχαριστιακό και συνάμα εθνικό σώμα. Η Ορθοδοξία ήταν το οξυγόνο του, για τον Χριστό πρώτα και μετά για την Πατρίδα έδωσε όλους τους μεγάλους αγώνες του. Έτσι μεγαλούργησε στην ακμή του, έτσι επιβίωσε και στα δεινά. Με ποιο δικαίωμα έρχεται σήμερα όλοι αυτοί οι πνευματικοί μας ταγοί όχι για να κρατήσουν Θερμοπύλες, ως όφειλαν, αλλά να παίξουν αντίθετα το παιχνίδι των εκκλησιομάχων κυβερνώντων, κόντρα σε κάθε πραγματική λογική, κόντρα σε κάθε πνευματική προσέγγιση και ιστορική αναφορά, αλλά και – κυρίως – κόντρα στις ανάγκες των Καιρών;

        Με ποιο δικαίωμα βλέπουν αυτόν τον λαό να βουλιάζει στην παρακμή και στον βούρκο της αμαρτίας και της αμετανοησίας (γιατί φυσικά έχουμε όλοι μας ανεξαιρέτως τραγικές ευθύνες για τα όσα ζούμε εδώ και δεκαετίες) κι αντί να παλέψουν, πατέρες και ποιμένες όντες, επιχειρώντας να τον συνετίσουν και να τον ξυπνήσουν πνευματικά, αυτοί έρχονται από πάνω και του δίνουν άλλη μια, για να πάει ακόμη πιο βαθιά μέσα στον βάλτο;

        Με ποιο δικαίωμα συνεχίζουν τόσο προκλητικά κι απροκάλυπτα τον ρόλο του υπηρετικού προσωπικού στην υπηρεσία άθεων και μισελληνικών εξουσιών, ενώ το χρέος τους ήταν πολύ απλά να εμπνεύσουν στον λαό πνεύμα αντίδρασης κι αντίστασης στα δαιμονικά τους σχέδια;

        Αλλά και με ποιο δικαίωμα τολμούν – πάνω απ’ όλα – να αγνοούν τις πνευματικές συνέπειες αυτής της εν εξελίξει επίσημης αποχριστιανοποίησης της αγιοτόκου πατρίδας μας, που με όλα αυτά τα αισχρά νομοθετήματα δεν είναι μόνο ουσιαστική, αλλά γίνεται πλέον και θεσμική;

        Η επίσημη αποποινικοποίηση της εξύβρισης των θείων (που είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει στο να δούμε ακόμη πιο μαζικές κι αποτρόπαιες βλασφημίες του Χριστού μας, αλλά των προσώπων της Παναγίας και των Αγίων μας από διάφορους ψυχικά διαταραγμένους καλλιτεχνίσκους και λοιπά περιφερόμενα «προοδευτικά» άταφα πτώματα) είναι ένα ακόμη τέτοιο δυσώδες βήμα. Και βέβαια ο Θεός δεν έχει ανάγκη από νόμους (όπως θα σπεύσουν σίγουρα πάλι να πουν κάποιοι βαλτοί ή κάποιοι ανόητοι), δεν καταλαβαίνουμε όμως πως εμείς είμαστε εκείνοι που έχουμε το πρόβλημα; Δεν βλέπουμε ότι κάνουμε ακόμη πιο σκοτεινό το ήδη ζοφερό κλίμα της αποστασίας που βιώνουμε ως κοινωνία κι ότι φορτώνουμε ακόμη περισσότερο βάρος πάνω από τον πνευματικό ουρανό της πατρίδας, αποδεχόμενοι μία τέτοια νέα βλασφημία του Θεού; Για τους πνευματικούς νόμους δεν έχουν επιτέλους ακούσει ποτέ τους τίποτε όλοι αυτοί οι φερόμενοι ως πνευματικοί ποιμένες; Για την οργή του Θεού δεν άκουσαν κάτι ή τόσο πολύ τους έχει αποχαυνώσει κι εκτροχιάσει η βαριά εκκοσμίκευση και η ακατάσχετη αγαπολογία τους; Μέχρι πότε θα εμπαίζουν το όνομά Του και θα προδίδουν τόσο φτηνά και απροκάλυπτα τον λαό που τάχθηκαν να υπηρετούν;

        Μέχρι πότε αλήθεια;