Μητρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, Ο θρόνος της καρδιάς του ανθρώπου χωράει έναν

0
1003

«Οὐδείς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου κατα­φρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ» (Ματθ. 6,24)

Μία, ἀγαπητοί μου, μία καρδιὰ – μία ψυχὴ ἔχουμε. Ἀλλὰ τὴν καρδιά μας αὐτὴ τὴν δι­­εκδικοῦν δύο κύριοι· ὁ ἕνας εἶνε ὁ Θεός, ὁ ἄλλος εἶνε τὸ χρῆμα, ὁ «μαμωνᾶς» ὅπως τὸν λέει σήμερα ὁ Χριστός μας (Ματθ. 6,24). Θεὸς καὶ μαμω­νᾶς ζητοῦν τὴν καρδιά μας· τώρα ἐμεῖς σὲ ποιόν ἀπὸ τοὺς δύο θὰ τὴ δώσουμε, στὸ Θεὸ ἢ στὸ μαμωνᾶ; Εἴμαστε ἐλεύθεροι νὰ ἐκ­λέξουμε· ἢ ν᾽ ἀκολουθήσουμε τὸ Θεό, ἢ ν᾽ ἀ­κο­λουθήσου­με τὸ μαμωνᾶ. Ἀλλὰ ἕνα πρέπει νὰ ξέρουμε καὶ νὰ προσ­έξουμε· ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ δουλεύουμε καὶ στοὺς δύο συγ­χρό­νως, καὶ στὸ Θεὸ καὶ στὸ μαμωνᾶ. Γιατὶ Θεὸς καὶ μαμωνᾶς εἶνε δύο κύριοι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστοι, ὅπως ἀκούσαμε στὸ εὐ­αγγέλιο.

Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ἂς ἐξετάσουμε ἐδῶ μὲ συντομία, γιὰ νὰ ὠφεληθῇ ἡ ψυχή μας.

* * *

«Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ» (ἔ.ἀ.). Γιατί; Διότι ἀπὸ ὅ,τι διατάζει ὁ Θεός, τὸ ἀντίθετο διατάζει ὁ μαμωνᾶς. Γιά νὰ δοῦμε λοιπόν, τί διαταγὲς ἐκδίδει ὁ Θεός, καὶ τί διαταγὲς ἐκδίδει ὁ μαμωνᾶς.

1. Ὁ Θεὸς διατάζει, ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀρ­κῆ­ται σὲ ὅ,τι τοῦ χορηγεῖ ἡ ἀγαθότης Του. «Ἔ­χοντες διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ· ἂν ἔχουμε κάτι νὰ βάλου­με στὸ στόμα καὶ κάτι νὰ σκεπαστοῦμε, αὐτὰ μᾶς φτάνουν (Α΄ Τιμ. 6,8). Γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς, ποὺ πιστεύουμε στὸ Θεό, λίγη τρο­φὴ κ᾽ ἕνα ἀπέριττο ροῦχο, τὰ ἀναγκαῖα δηλα­δή, μᾶς εἶνε ἀρκετά. Μένε εὐχαριστημένος μὲ ὅ,τι σοῦ δίνω, μᾶς λέει ὁ Κύριος.

Ὁ μαμωνᾶς ὅμως διατάζει ἀντίθετα· Πάσχιζε ν᾽ ἀποκτήσῃς περισσότερα· τὸ ἕνα νὰ τὸ κάνῃς δέκα, τὰ δέκα ἑκατό, τὰ ἑκατὸ χίλια….

Ὁ μαμωνᾶς ποτέ δὲν θὰ σοῦ πῇ, Ἀρ­κετὰ ἀπέκτησες, τώρα σταμάτα πλέον, ξεκουρά­σου. Ὄχι· θὰ σὲ ὑποχρεώσῃ σὰν ἐργάτη καὶ σὰν σκλάβο νὰ γυρίζῃς μέρα – νύχτα τὸ ἄθλιο μαγγανοπήγαδο τοῦ χρήματος.

Αὐτάρκεια διατάζει ὁ Θεός, πλεονεξία ὁ μαμωνᾶς· πῶς νὰ συμβιβαστοῦν;

Ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο βλέπουμε τὴν ἀν­τίθεσι μεταξύ τους·

2. Ὁ Θεὸς διατάζει ἐλεημοσύνη, ὁ μαμω­νᾶς ὅμως διατάζει κλοπή. Πρόγραμμά του ὁ μαμωνᾶς ἔχει τὸ «ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ᾽χῃς». Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ συμπονεῖ, συμ­πάσχει, ἐλεεῖ, σκορπίζει ὅσο μπορεῖ ἀπὸ τὰ ἀ­γαθά του στοὺς φτωχούς· ἀλλὰ ὁ δοῦλος τοῦ μαμωνᾶ ὅλο παίρνει, ὅλο μαζεύει, ὅλο ἀποτα­μιεύει. Ὁ μαμωνᾶς κάνει τὸν ἄνθρωπο ἕνα ἁρ­πακτικὸ ὄρνεο· μπορεῖ ν᾽ ἁρπάξῃ ἀκόμη κι᾽ ἀπὸ τὸ στόμα τῆς χήρας καὶ τοῦ ὀρφανοῦ τὸ λίγο ψωμὶ ποὺ τρῶνε… Παντοῦ ἁπλώνει τὰ δίχτυα του γιὰ ν᾽ αὐξήσῃ τὴν περιουσία του.

«Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ». Ἀλλὰ νά κι ἄλλη ἀντίθεσις·

3. Ὁ Θεὸς διατάζει νὰ ἀσπαζώμεθα καὶ νὰ λέ­με τὴν ἀλήθεια, ὁ μαμω­νᾶς διατάζει τὸ ψέμα. Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ λέει τὴν ἀλήθεια, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται νὰ ὑ­ποστῇ τὴ μεγαλύτερη ζημιά· ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ λατρεύει τὸ μαμωνᾶ ψεύδεται, λέει ψέματα, διότι ὁ θρόνος τοῦ μαμωνᾶ στηρίζεται ἐπάνω στὸ ψέμα. Ὁ μαμωνᾶς δὲν κάνει βῆμα χωρὶς ψέμα. Καὶ ἂν θελήσουμε νὰ ἐξετάσουμε τὰ περισσότερα ψέματα ποὺ λέμε, θὰ δοῦμε ὅτι ἐκεῖνο ποὺ μᾶς κάνει νὰ λέμε ψέματα εἶ­νε τὸ συμφέρον, τὸ ὑλικὸ συμφέρον. Ἀλλοίμονο! Ὁ μαμωνᾶς, ἂν συναντήσῃ ἐμπόδια στὸ νὰ ἐπιτύ­χῃ τὰ σχέδιά του, δὲν διστάζει νὰ δι­ατάξῃ τὸν ἄνθρωπο νὰ πάῃ στὸ δικαστήριο νὰ δώσῃ ψεύτικο ὅρκο, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ στη­ρίξῃ τὸ βασίλειό του. Πόσοι καὶ πόσοι σήμερα δὲν παίρνουν ψεύτικο ὅρκο γιὰ τὰ συμφέροντά τους! Γιὰ τὸ μαμωνᾶ πάνω ἀπὸ τὴν ἀληθεία βρίσκεται τὸ συμ­φέρον. Ὁ Θεὸς λέει, Ἐπιβάλ­­λεται ἡ ἀλήθεια· ὁ μαμωνᾶς λέει, Ἐπιτρέπεται τὸ ψέμα…

Ποιά ἄλλη ἀντίθεσι παρατηροῦμε·

4. Ὁ Θεὸς διατάζει δικαιοσύνη, «Δίκαιος Κύριος καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησεν» (Ψαλμ. 10,7), ἐν­ῷ ὁ μαμωνᾶς διατάζει τὴν ἀδικία, τὴν ἀπάτη, τὸ ἄδικο. Παρατηρῆστε ποιά μέσα χρησιμοποιοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ εἶνε δοῦλοι τοῦ μαμωνᾶ· ψεύτικα ζύγια, ψεύτικα μέτρα, ψεύτικους λογαριασμούς, ψεύτικα συμβόλαια, ψεύ­τικες δηλώσεις γιὰ ν᾽ ἀποφύγουν τοὺς δημοσίους φόρους, ψεύτικα πιστοποιητικά, ψεύτικα ὅλα. Νά πῶς ἐργάζονται οἱ ἄνθρωποι τοῦ χρήματος, ἀδικοῦν καὶ κλέβουν· ἀδικοῦν τὸ δημόσιο, ἀδικοῦν τοὺς συγγενεῖς τους, ἀδικοῦν τοὺς πάντες. Ἐξαπατοῦν, ἀρκεῖ αὐτοὶ νὰ πλουτήσουν. Ὁ μαμωνᾶς τοὺς ἔχει διδάξει νὰ χρησιμοποιοῦν σὲ εὐρεῖα – εὐρυτάτη κλίμακα τὴν ἀδικία.

Πῶς λοιπὸν θὰ ὑπάρξῃ συμβιβασμὸς μετα­ξὺ τοῦ μαμωνᾶ καὶ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ μαμω­νᾶς ὑποστηρίζει τὴν ἀδικία, ἐνῷ ὁ Θεὸς τὸ δίκαιο;

5. Ὁ Θεὸς διατάζει, ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐλπίζῃ σ᾽ Αὐτόν, γιατὶ αὐτὸς εἶνε ὁ Δημιουργός μας, ὁ πάνσοφος Πατέρας μας, ἐκεῖνος ποὺ φρον­τίζει γιὰ ὅλη τὴν κτίσι καὶ ἐξαιρετικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γνωρίζει τὶς ἀνάγκες μας καὶ σπεύδει νὰ μᾶς βοηθήσῃ. Σ᾽ αὐτὸν λοιπὸν πρέπει νὰ ἐλπίζουμε. Ἀλλὰ ὁ μαμωνᾶς διατάζει Ὄχι! δὲν θὰ ἐλπίζῃς στὸ Θεό, σ᾽ ἐμένα θὰ ἐλπί­ζῃς… Καὶ βλέπει κανεὶς σήμερα ἑκατομμύρια ἀν­θρώ­πους νὰ ἔχουν ἐξαρτήσει τὰ πάντα στὴ ζωή τους ἀπὸ τὸ χρῆμα. Τὸ χρῆμα γι᾽ αὐ­τοὺς εἶνε τὸ πᾶν.

Εἶνε ὅ­μως ἔτσι; εἶνε πράγματι τὸ χρῆμα παντοδύναμο; Ὄχι, ὅπως ἀ­ποδεικνύουν μύρια παραδεί­γματα, στὰ ὁποῖα τὸ χρῆμα φαίνε­ται τελείως ἀνίσχυρο νὰ βοηθήσῃ τὸν ἄνθρωπο. Νὰ παρατείνῃ τὴ ζωή μας εἶνε ἀδύνατον, νὰ παρηγορήσῃ τὴν καρδιά μας ἀδύνατον, νὰ ἀποτρέψῃ τὸ θάνατο ἀδύνατον…

Ἐν τούτοις, παρ᾽ ὅλη αὐτὴ τὴ φανερὴ ἀδυναμία τοῦ χρήματος, οἱ πολλοί, ἑκατομμύρια ἄν­θρω­ποι, ἐξακολουθοῦν νὰ ἐλπίζουν καὶ νὰ στηρίζουν ὅλες τὶς ἐλπίδες τους στὸ χρῆμα. Τὸ χρῆμα ἔχει γίνει ὁ θεός τους. Ἔχασαν τὸ χρῆ­μα; αὐτοκτονοῦν· γιατὶ ἔχασαν τὴν ἐλπίδα τους στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν μόνο ζῶντα.

Ἐδῶ εἶνε ξεκάθαρο ὅτι Θεὸς καὶ μαμωνᾶς εἶνε ἀσυμβίβαστοι, δὲν μποροῦν νὰ συνυπάρ­ξουν καὶ νὰ λατρεύωνται μέσα στὴν ἴδια καρδιά. Ὁ θρόνος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου χωράει ἕναν, ὄχι δύο· ὅποιος λατρεύει τὸν ἕ­να, ἀποκλείει καὶ ἀπορρίπτει τὸν ἄλλο. Ὅποιος νομίσῃ ὅτι μπορεῖ νὰ κρατήσῃ καὶ τοὺς δύο, ἀπατᾶται, εἶνε ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Τὸν ἐξαπατᾷ ὁ πονηρός. Διότι ὁ σφετεριστὴς τοῦ θρόνου, ὁ μαμωνᾶς, ὡς ψεύτης ποὺ εἶνε, ὑποκρίνεται ὅτι δέχεται τὸν συμβιβασμό, τὸν συμφέρει αὐτό· ὁ ἀληθινὸς ὅμως καὶ μόνος δικαιοῦ­χος τοῦ θρόνου, ὁ Πλάστης καὶ σωτήρας τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἐξαπατᾷ καὶ δὲν δέχεται ἀπατηλὸ συμβιβασμό· οὔτε ὅμως καὶ ἐκ­βιάζει τὸν ἄνθρωπο, σέβεται τὴν ἐλευθερία ποὺ ὁ ἴδιος τοῦ ἔδωσε.

* * *

Ἀπὸ τὴ σύντομη αὐτὴ συνεξέτασι τῶν ἀ­παιτήσεων Θεοῦ καὶ μαμωνᾶ εἴδαμε, ἀγαπητοί μου, πόση ἀντίθεσι ὑπάρχει μεταξὺ τῶν διατα­γῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ. Θὰ μπορού­σαμε ν᾽ ἀναφέρουμε καὶ πολλὰ ἄλλα σημεῖα ἀντιθέσεώς τους, ἀλλὰ ἀρκοῦν αὐτά.

«Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ». Ἂς προσέξουμε πολὺ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Σω­τῆρος Χριστοῦ. Διότι μπορεῖ νὰ ὀνομαζώμαστε Χριστιανοί, νὰ ἐκκλησιαζώμαστε ἴσως, ἀλλ᾽ ἐν τούτοις νὰ εἴμαστε εἰδωλολάτρες. Βέβαια δὲν λατρεύουμε σήμερα τὰ εἴδωλα ποὺ λάτρευαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας· ἀλλ᾽ ἐὰν λατρεύουμε τὸ χρῆμα, τότε καταντοῦμε στὴν χειρότερη εἰδωλολατρία. Γιατὶ ὁ μαμωνᾶς ἦ­ταν ὁ ψευδὴς θεὸς τοῦ χρήματος, τὸν ὁποῖο λάτρευαν οἱ Ἀσσύριοι…

Εἰδωλολάτρης λοιπὸν κινδυνεύεις νὰ γί­νῃς, ἂν παραδώσῃς τὴν καρδιά σου στὸ μαμω­νᾶ. Τὸ χρῆμα, ἡ μανία τοῦ χρήματος, ἡ φιλαργυρία, θὰ σὲ κάνῃ πλεονέκτη, ἅρπαγα, κλέ­φτη, ψεύτη, ἄδικο… Θὰ σὲ σπρώχνῃ σὲ ὅ­λες τὶς ἀτιμίες καὶ σὲ ὅλα τὰ κακά. Γιατὶ ἄν­θρωπος ποὺ παρέδωσε τὴν καρδιά του στὸ χρῆμα, εἶνε ἱκανὸς γιὰ ὅλα τὰ ἐγκλήματα. Αὐ­τὸ ἐπικυρώνει ἡ καθημερινὴ πεῖρα, αὐτὸ βεβαιώνει ἡ ἱστορία, αὐ­τὸ διδάσκει καὶ ὁ θεόπνευστος ἀπόστολος Παῦ­λος· «ῥίζα πάντων τῶν κακῶν ἐ­στιν ἡ φιλαργυρία» (Α΄ Τιμ. 6,10), ὁ μαμωνᾶς δηλαδὴ γίνεται ἡ ῥίζα ἀπὸ τὴν ὁποία ξεφυτρώνουν ὅλα τὰ κακά.

Χριστιανοὶ ἐμεῖς, μὴ γελαστοῦμε καὶ ῥίξουμε ποτέ τὸ λιβάνι τῆς λατρείας μας στὸ βωμὸ τοῦ μαμωνᾶ, ἀλλὰ μόνο στὸ Χριστό. Τὸ Χριστὸ ν᾽ ἀγαπήσουμε, τὸ Χριστὸ νὰ λατρεύσου­με, στὸ Χριστὸ νὰ ἀφοσιωθοῦμε, γιὰ νὰ ἔ­χουμε τὴν εὐ­λογία του καὶ ἐδῶ στὴ γῆ καὶ στοὺς οὐρανούς.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπὸ τὸ χειρόγραφο ὁμιλίας, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ναὸ τῆς ἱ. μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας καὶ πιθανῶς τὴν 7-7-1940.

ΠΗΓΗ