Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Κοιμίζουν τoν κόσμο

0
613

– Γέροντα, πῶς θὰ βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι μὲ τόσα ποὺ γίνονται στὸν κόσμο;

Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ βοηθηθεῖ, βοηθιέται μὲ τιποτένια πράγματα. Π.χ. κουνιέται ἕνα κανδήλι ἢ κουνιέται ὁ ἴδιος ὁλόκληρος μὲ ἕναν σεισμὸ καὶ συνέρχεται. Ὅσοι δὲν πιστεύουν, γίνονται χειρότεροι, ὅταν ἀκοῦν ὅτι θὰ γίνει πόλεμος ἢ κάποια καταστροφή. «Δῶσ’ του, σοῦ λέει, νὰ γλεντήσουμε, γιατί χάνουμε τὴν ζωή», ὁπότε τὸ ρίχνουν τελείως ἔξω. Ἄλλοτε ἀκόμη καὶ οἱ ἀδιάφοροι, ὅταν ἄκουγαν λ.χ. ὅτι θὰ γίνει πόλεμος, συνέρχονταν καὶ ἄλλαζαν ζωή. Τώρα εἶναι πολὺ λίγοι αὐτοί. Παλιὰ τὸ ἔθνος μας ζοῦσε πνευματικά, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸ εὐλογοῦσε καὶ οἱ Ἅγιοί μας βοηθοῦσαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο, καὶ νικούσαμε τοὺς ἐχθρούς μας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἦταν περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς. Σήμερα λέμε πὼς εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ δυστυχῶς συχνὰ μόνον τὸ ὄνομα «Ὀρθόδοξος» ἔχουμε καὶ ὄχι ζωὴ ὀρθόδοξη.

Ρώτησα ἕναν Πνευματικὸ μὲ κοινωνικὴ δράση, μὲ ἕνα σωρὸ πνευματικοπαίδια κ.λπ.: «Τί ξέρεις γιὰ μία βλάσφημη ταινία;». «Δὲν ξέρω τίποτε», μοῦ εἶπε. Δὲν ἤξερε τίποτε καὶ εἶναι σὲ μεγάλη πόλη. Κοιμίζουν τὸν κόσμο. Τὸν ἀφήνουν ἔτσι, γιὰ νὰ μὴ στενοχωριέται καὶ νὰ διασκεδάζει. Μὴν τυχὸν πεῖς ὅτι θὰ γίνει πόλεμος ἢ ὅτι θὰ γίνει ἢ Δευτέρα Παρουσία καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἑτοιμασθοῦμε, μὴν τυχὸν στενοχωρηθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Σὰν μερικὲς γριὲς ποὺ λένε «μὴ μιλᾶς γιὰ θάνατο· μόνο γιὰ χαρὲς καὶ γιὰ βαφτίσια νὰ μιλᾶς», σὰν νὰ μὴν τὶς περιμένει θάνατος. Ἔτσι νιώθουν μία ψεύτικη χαρά. Ἐνῶ, ἂν σκέφτονταν ὅτι τὸ τάδε γεροντάκι ποὺ ἔμενε λίγο πιὸ κάτω πέθανε χθές, ὁ ἄλλος εἶναι στὰ τελευταῖα του καὶ θὰ πεθάνει, μεθαύριο θὰ γίνει τοῦ τάδε τὸ μνημόσυνο ποὺ ἦταν καὶ πολὺ νεώτερος ἀπὸ αὐτές, θὰ σκέφτονταν τὸν θάνατο καὶ θὰ ἔλεγαν: «Πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ, νὰ ἑτοιμασθῶ πνευματικά, γιατί μπορεῖ κι ἐμένα σὲ λίγο νὰ μὲ καλέσει ὃ Χριστὸς γιὰ τὴν ἄλλη ζωή». Διαφορετικά, ἔρχεται ὕστερα ὁ θάνατος καὶ τὶς παίρνει ἀνέτοιμες. Ἄλλοι πάλι ἀπό… «καλωσύνη» λένε: «Στοὺς αἱρετικοὺς μὴ λέτε ὅτι εἶναι στὴν πλάνη, γιὰ νὰ δείξουμε ἀγάπη». Καὶ ἔτσι τὰ ἰσοπεδώνουν ὅλα. Ἂν ζοῦσαν αὐτοὶ στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ, δὲν θὰ εἴχαμε οὔτε ἕναν Ἅγιο. Ἔλεγαν τότε στοὺς Χριστιανούς: «Ρίξε μόνο λιβάνι στὴν φωτιὰ καὶ μὴν ἀρνῆσαι τὸν Χριστό». Δὲν τὸ δέχονταν. «Κάνε μόνον πὼς ρίχνεις». Δὲν τὸ δέχονταν. «Μὴ μιλᾶς γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ πήγαινε ἐλεύθερος σὲ ἄλλο μέρος», καὶ δὲν τὸ δέχονταν. Σήμερα βλέπεις ἕναν νερόβραστο κόσμο.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γέρ. Παϊσίου Ἁγιορείτου «Λόγοι»,
τ. Β´, «Πνευματικὴ Ἀφύπνιση»,
ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελ. Ἰω. Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 1999,
σελ. 45-46

ΠΗΓΗ