Μητρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, Φλογέρα αλλά και σφενδόνη

0
216

(Πρὶν ἀπὸ 70 σχεδὸν χρόνια ὁ π. Αὐγουστῖνος κήρυττε, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ λαό, καὶ στοὺς συναδέλφους του ἱεροκήρυκες. Εἶχε νὰ πῇ καὶ σ᾽ αὐτοὺς σοβαρὰ πράγματα. Ἂς τὸν ἀκούσουμε)

«…Ἀκούγονται, ἀγαπητοί μου, κουδουνί­σματα προβάτων καὶ φλογέρα βοσκοῦ νὰ παίζῃ γλυκά. Οἱ Ἕλληνες ἔκαναν τὸν ἦχο της σῆμα τοῦ ῥαδιοφωνικοῦ σταθμοῦ· στὸ ἄκου­σμά της ἡ φαντασία πετᾷ στὴν Πίνδο, ἀλ­λὰ καὶ στὴ Βηθλεὲμ ὅπου ἀντήχησε τὸ «Δόξα ἐν ὑ­­ψί­στοις Θεῷ…» (Λουκ. 2,14). Ὅταν ὅμως ἐμφανισθῇ λύκος, ὁ βοσκὸς ἀ­φήνει τὴ φλογέρα, παίρνει σφεντόνα, ῥίχνει πέτρες, καὶ μόνο ὅταν ὁ λύκος ἀ­πομακρυν­θῇ τότε ξαναπιάνει τὴ φλογέρα. Ἀλ­λοίμο­νο ἂν ὁ βοσκὸς εἶχε μόνο φλογέρα. Οἱ λύκοι δὲν φεύγουν μὲ φλογέρα, θὰ τοῦ φᾶνε τὰ πρόβατα. Ὑπάρχει βοσκός, ποὺ παίζει φλογέρα τὴν ὥρα ποὺ χρειάζονται σφεν­τόνες καὶ ῥόπαλα;

* * *

Οἱ βοσκοὶ εἶνε εἰκόνα τῶν κληρικῶν καὶ τῶν ἱεροκηρύκων, ποὺ ἔχουν ἀναλάβει τὴ μέριμνα γιὰ τὰ λογικὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Κρατοῦν φλογέρα, μιλοῦν δηλαδὴ ἥ­συχα, περιγράφουν τὸ κάλλος τῆς ἀρετῆς ἢ τὴν ἀ­σχημία τῆς ἁμαρτίας. Σὲ καιρὸ εἰρήνης ποιός μπορεῖ νὰ τοὺς κατηγορήσῃ; Ἀλλ᾽ ἐνῷ παίζουν τὴ φλογέρα τους νά καὶ παρουσιάζονται λύκοι· λύκοι πεινασμένοι, αἱμοβόροι, ἀραβικοὶ ὅ­πως λέει ὁ προφήτης (βλ. Ἀββ. 1,8), λύκοι διαφό­ρων χρωμάτων καὶ προελεύσεων. Καὶ τέτοιοι εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ μὲ διαφόρους τρόπους βλάπτουν σωματικὰ ἢ πνευματικὰ τὸ λαό. Νάτους· ὁ ἕ­νας συντηρεῖ κακόφημα σπίτια, ὁ ἄλ­λος χαρτο­παικτικὲς λέσχες, ὁ τρίτος κινηματογράφο καὶ μὲ κακὲς ταινίες καταστρέφει παιδιά, ποὺ τὰ κόκκαλά τους θὰ «διασκορπιστοῦν παρὰ τὸν ᾅδην» (Ψαλμ. 140,7), ὁ ἄλλος ἐκμεταλλεύεται ἐρ­­γάτες, ὁ ἄλλος ὀργανώνει καλλι­στεῖα, ὁ ἄλ­λος ἐκδίδει αἰσχρὰ περιοδικά, ὁ ἄλ­λος σκορπάει προσηλυτιστικὰ ἔντυπα διαφόρων αἱρέσεων. «Λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. 20,29), ἀλλὰ προ­βατόσχημοι· ξέρουν νὰ ὑποκρίνωνται κ᾽ ἐξαπατοῦν.

Κακὸ ἕνας λύκος νὰ ὑποδύεται τὸ πρόβατο· μὰ τὸ χειρότερο εἶνε, ὅταν ἕνας ποιμένας τῶν προ­βάτων γίνεται λύκος! Τέτοιοι λύκοι εἶ­νε οἱ ποιμένες ἐ­κεῖνοι ποὺ ὄχι «διὰ τῆς θύρας» (Ἰω. 10,1-2) ἀλ­λὰ μὲ ποικίλα ἄτιμα μέσα κατώρθωσαν νὰ καταλάβουν ἀξιώματα στὴν ἐκκλησία καὶ τὴν πο­λιτεία. Κάνεις τὸ λύκο βοσκὸ καὶ περιμένεις προ­κοπή; Βοσκοὶ λύκοι! αὐτοὶ κατὰ τὸν ἀπόστο­λο Παῦλο εἶνε οἱ φοβερώτεροι ἐχθροὶ τῆς Ἐκ­κλη­σίας, δὲν «φείδονται τοῦ ποιμνίου» (Πράξ. 20,29). Ὁ Δαυῒδ τοὺς ζωγραφίζει (βλ. Ψαλμ. 9,26-33) καὶ πα­ρακα­λεῖ τὸ Θεὸ νὰ προστατεύῃ τοὺς φτωχοὺς ἀπ᾽ αὐ­τούς· «Ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός, …μὴ ἐπι­λάθῃ τῶν πενή­των» (ἔ.ἀ. 9,33). Ἡ ἀθεόφοβη ἀριστο­κρατία εἶνε ὁ μεγάλος κίνδυνος μιᾶς χώρας, γιὰ τὴν ὁ­ποία ὁ προφήτης θὰ ἔλεγε· «Οἱ ἄρ­χον­­­τες αὐ­τῆς ἐν μέ­σῳ αὐτῆς ὡς λύκοι ἁρπάζον­τες ἁρπά­γματα τοῦ ἐκ­χέαι αἷμα, ὅπως πλε­ονεξίᾳ πλεονεκτῶσι» (Ἰεζ. 22,27).

Ὅλες αὐτὲς τὶς ἀδικίες, τὶς δημόσιες προσ­­βολὲς τοῦ ἠθικοῦ νόμου, πρέπει νὰ τὶς καυτη­ριάζουν οἱ κήρυκες τοῦ Θεοῦ. Ἔχουν χρέος νὰ ἐ­λέγχουν τοὺς δρᾶστες τοῦ κακοῦ σύμφω­να μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὸν Τιμόθεο· «Τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐνώπιον πάν­των ἔλεγχε, ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι» (Α΄ Τιμ. 5,20). Ἀκοῦτε; δὲν λέει «τὴν ἁμαρτίαν», λέει «τοὺς ἁμαρτάνοντας», αὐτοὺς ποὺ ἁρπάζουν τὰ πρόβατα. –Μὰ ἡ φλογέρα εἶνε εὐχάριστη, ἀ­παντοῦν οἱ κήρυκες, πῶς νὰ τὴν ἀφήσουμε;…

Ἀκοῦστε λοιπὸν ὄχι ἐμένα ἀλλὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Καυτηρίαζε τοὺς πλεονέκτες ποὺ ἄφηναν γυμνὸ τὸ φτωχὸ μέσ᾽ στὸ χιονιᾶ. Κ᾽ ἐ­­πειδὴ καταλάβαινε ὅτι δυσαρεστοῦνται, εἶπε· Ξέρω ὅτι σᾶς στενοχωρῶ· ἀλλ᾽ οὔτε ἐγώ, πιστέ­ψτε με, ἀρέσκομαι νὰ ἐλέγχω. Θὰ μοῦ ἄρεσε νὰ μιλῶ γιὰ εὐχάριστα θέματα, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιὰ τὸ ψαλμικὸ «Εἰς τόπον χλόης ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με» (Ψαλμ. 22,2). Ἀλλὰ ὅταν ἔχω ἕνα κατάδικο μελλοθά­νατο, δὲν μπορῶ νὰ τοῦ μιλάω γιὰ τιμὲς καὶ ἀ­­ξιώματα· ἐπείγει νὰ φροντίσω πρῶτα ν᾽ ἀ­παλλα­γῇ ἀπὸ τὴν καταδίκη, καὶ μετὰ τὰ ἄλλα· τὸ ἴδιο καὶ στὸν ἄρρωστο ποὺ ἔχει πυρετὸ αὐτὸ ποὺ πρωτεύει εἶνε, ν᾽ ἀπαλλαγῇ ἀπ᾽ τὴν ἀρρώστια· κ᾽ ἐγὼ μὲ τὸν ἔλεγχό μου ἑτοιμάζω φάρμακα γιὰ νὰ θεραπευθῇ. Ναί, ὁ σκλη­ρὸς ἐ­λεγκτικὸς λόγος διορθώνει ψυχές. Προτιμότερο νὰ καῇς προσωρινὰ ἀπ᾽ τοὺς ἐλέγχους μου παρὰ νὰ καίγεσαι αἰωνίως ἀπ᾽ τὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως.

Ἄλλοτε πάλι ὁ ἱερὸς πατήρ, ἐνῷ ἑρμήνευε τὸν ὕμνο «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ…» (Ἠσ. 6,3), διακόπτει τὴν ἐποικοδομητικὴ ἐκείνη ὁ­μιλία καὶ ἀσκεῖ ἔλεγχο ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων ποὺ τάραζαν τὴν εἰρήνη τοῦ ποιμνίου.

Καὶ ἄλλοτε λέει τὰ ἑξῆς. Ὅσο δὲν μᾶς ἐνωχλοῦσε κανένας, δὲν μιλούσαμε ἐπιθετικά· τώρα ὅμως, ποὺ «λύκοι βαρεῖς» ζητοῦν νὰ πα­ραπλανήσουν τὰ πρόβατά μας, εἴμαστε ὑ­ποχρεωμένοι ν᾽ ἀφήσουμε τὸν ἥσυχο λόγο καὶ ν᾽ ἀγωνιστοῦμε κατὰ τῶν αἱρετικῶν, γιὰ νὰ μὴν πάρουν οὔτε ἕνα πρόβατο τῆς μάνδρας μαςὉ Χρυσόστομος καὶ τὴ φλογέρα ἔπαιζε ὑπέροχα, ἀλλὰ καὶ τὴ σφενδόνη χρησιμοποιοῦσε γενναῖαΚανό­νας του ἦταν· ὅ­ποιος καταπα­τᾷ δημοσίως τὸ νόμο τῆς Ἐκκλησίας καὶ σκανδαλίζει τὸ λαό, πρέπει νὰ ἐλέγχεται. Δὲν χαριζόταν σὲ κανένα. Ὅταν αὐλοκόλακες ἔστησαν ἔξω ἀπ᾽ τὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἄγαλμα τῆς αὐ­τοκράτειρας Εὐδοξίας κ᾽ οἱ φω­νές τους ἔφταναν ὣς τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο, ἤ­λεγ­ξε γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐκείνους καὶ τὴ βασίλισσα.

Ὅλοι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιοῦσαν τὸν ἐλεγκτικὸ λόγο γιὰ ἄρχοντες· καὶ ἔχασαν ἄμβωνες καὶ θρόνους, καὶ πέθαναν σὲ φυλακὲς καὶ ἐξορίες. Ἐμεῖς τώ­ρα ξέρουμε νὰ ἐγκωμιάζουμε τοὺς πατέρες, ἀλλὰ δὲν τοὺς μι­μούμεθα. Κι ὁ λαὸς ἐνδομύχως γελάει εἰς βάρος μας. Δὲν ἐλέγχουμε τὸν ἕνα γιατὶ ἔχει ἀ­ξίωμα, τὸν ἄλλο γιατὶ εἶνε πλού­σιος, τὸν ἄλλο γιατὶ εἶνε φίλος, τὸν ἄλλο γιατὶ κινδυνεύουν τὰ συμφέροντά μας… Ἕνας ἐ­φάμαρτος μη-μου­-­απτισμὸς ἐπικρατεῖ. Κολακεύουμε καὶ κολακευ­όμεθα. Βλέπουμε ἀδικίες καὶ ἐγκλήματα, καὶ τὰ προσπερνοῦμε ὅπως ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ λευΐτης τῆς γνωστῆς παραβολῆς (βλ. Λουκ. 10,30-35), Καμμία εἰλικρίνεια· ὑποκρισία βασιλεύει στὶς σχέσεις κλή­ρου καὶ λαοῦ, οἱ ὑφιστάμενοι ἐξαν­τλοῦνται σὲ ἐ­μετικὲς κολακεῖες. Ἀκοῦς καὶ ὀνομάζουν ἀπὸ ἄμβωνος σοφὸ τὸν ἄσοφο, ἐλεήμονα τὸ φιλάρ­γυ­ρο, εὐσεβῆ τὸν ἀσεβῆ, φύλακα τῆς Ὀρθοδο­ξί­ας τὸ νεωτεριστή· ἕνα θρησκευτικὸ ψέμα ἐ­πιπλέει ἐπάνω στὴν κοινωνικὴ ἄβυσσο.

* * *

Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, θεολόγοι καὶ ἱεροκή­ρυκες! ἀφῆστε γιὰ λίγο τὶς φλογέρες καὶ πάρτε τὶς σφεντόνες, κηρύξτε ἐλεγ­κτικά. –Ἐμεῖς, θὰ πῆτε, δὲν εἴμαστε Χρυσόστομοι, εἴμαστε ἀ­δύ­νατοι… Δὲν διαβάσατε ὅμως πῶς ὁ Δαυῒδ νί­κησε τὸ Γολιάθ; ἔρριξε κάτω τὸ γίγαντα μὲ ἕ­ναν ἀπ᾽ τοὺς πέντε λίθους ποὺ πῆρε ἀπ᾽ τὸ χεί­μαρρο (βλ. Α΄ Βασ. 17,40-49). Τὴ σφενδόνη καὶ τοὺς πέν­τε λίθους ἄφησε ὡς σύμβολο ὁ Δαυῒδ στοὺς ἀ­γω­νιστάς. Ἀν­τὶ τῶν πέντε λίθων εἶνε οἱ «πέν­τε λόγοι» (Α΄ Κορ. 14,19), ποὺ ἤθελε νὰ πῇ στοὺς Χρι­στιανοὺς ὁ Παῦλος καὶ τοὺς ἑρμήνευσε ὁ Νικηφόρος Θεο­τόκης. Τοὺς χρησιμοποιήσαμε; Ἂν χρησιμοποι­ούσαμε τὴν ἁπλῆ καὶ οὐσιώδη ἐ­λεγκτικὴ διδα­σκαλία, θὰ βλέπαμε συγχρόνους Γολιὰθ θὰ νικιῶνται. Δὲν ὑ­πάρχει κακὸ ποὺ νὰ μὴν τὸ νικᾷ ἡ πίστις, ἡ ὁ­­ποία καὶ βουνὰ σηκώνει καὶ τὰ ῥίχνει στὴ θάλασσα κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου (βλ. Ματθ. 21,21. Μᾶρκ. 11,23).

Καιρὸς σφενδόνης τώρα, ἀδελφοί μου. Ὑ­πάρχουν πολλὲς φλογέρες στὴν Ἐκκλησία, λεί­πουν ὅμως σφεντόνες, κηρύγματα Φλαμιά­του καὶ Παπουλάκου, κηρύκων μὲ ἀπόφασι θα­νάτου. Τὰ κηρύγματα αὐτὰ δυσ­τυχῶς δὲν ἐκ­τι­μῶνται ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἐκκλησία. Οἱ λύκοι τρῶ­νε τὰ πρόβατα κ᾽ ἐμεῖς φλοῦ – φλοῦ παίζουμε τὴ φλο­γερίτσα μας. Ἔτσι ἀγωνίστηκαν οἱ ἅγιοι πατέρες; Τί λέει ὁ ὑμνογράφος γι᾽ αὐτούς· «Ὅλην συλλεξάμενοι ποιμαντικὴν ἐπιστήμην καὶ θυ­μὸν κινήσαντες νῦν τὸν δικαιότατον ἐν­δικώτατα, τοὺς βαρεῖς ἤλασαν καὶ λοιμώδεις λύκους τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος ἐκ­σφενδονήσαντες τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πλη­ρώματος…» (αἶν. ἁγ. Πατ.). Ἂν παρ᾽ ὅλα αὐτὰ οἱ ἱεροκή­ρυκές μας ἐξ­ακολουθοῦν νὰ παίζουν φλογέρα, τότε ἕνας βο­σκὸς τῆς Πίνδου θὰ εἶνε κατήγορός μας ἐν ἡ­μέρᾳ κρίσεως. Διότι «καιρὸς παντὶ πράγματι» (Ἐκκλ. 3,1). Καλὴ ἡ φλογέρα ἐν καιρῷ εἰρήνης· ἀλ­λὰ τὸ νὰ παίζῃς φλογέρα σὲ καιρὸ μάχης, τότε ποὺ κατὰ τὸν προφήτη πρέ­πει καὶ «ὁ πραῢς νὰ γίνῃ μαχητής» (Ἰωὴλ 4,11), κι ὄχι μόνο αὐτὸ ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποτρέπῃς καὶ τοὺς ἄλ­λους νὰ πάρουν σφενδόνη καὶ νὰ τοὺς κατη­γορῇς ὡς τρελλούς, αὐτὸ ἀποτε­λεῖ πρᾶξι ποὺ ἀποφεύγω νὰ τὴ χαρακτηρίσω.

Ἀρκετὰ τὰ φλοῦ-φλοῦ· τώρα εἶνε καιρὸς γιὰ σφεντόνα Δαυῒδ μὲ πέντε λίθους. Τοὺς ἔχουμε; θὰ νικήσουμε· δὲν τοὺς ἔχουμε, δὲν μᾶς σῴ­ζουν οἱ φλογέρες ποὺ παίζουν σὲ αὐ­λὲς ἀρχι­ερέων, ἱερατικῶν καὶ θεολογικῶν σχολῶν, θρη­σκευτικῶν συλλόγων καὶ ἀδελφοτήτων.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Περιληπτικὴ μεταφορὰ σὲ ἁπλῆ γλῶσσα ἄρθρου ποὺ δημοσιεύθηκε πρὶν ἀπὸ 67 χρόνια στὸ περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Σπίθα» (Κοζάνη, φ. 136/Νοέμβριος 1952) καὶ περιελήφθη στὰ βιβλία «Σημεῖα τῶν καιρῶν» (Ἀθῆναι 1953, σ. 217) καὶ «Ὁ ἔλεγχος» (Ἀθῆναι 1983, σ. 24) 28-11-2018.

ΠΗΓΗ