Κοσμίδης Ελευθέριος, Xρονογράφημα: Γιατί συννεφιάζεις κυρ Φώτη μου;

0
198

του Ελευθέριου Ν. Κοσμίδη, Contributor Editor
αρθρογραφεί για katanixi.gr

Θα προσπαθήσω σήμερα να εκφράσω ένα μόνον πράγμα: πόσο ανάγκη έχουμε τα διαβάσματα του αξεπέραστου Φωτίου Κόντογλου.

Αισθάνομαι πως υπολειπόμαστε καντάρια από το πνευματικό του μέγεθος. Όσο και να τον σεβόμαστε, να μας εμπνέει, η προσέγγιση του πνευματικού περιεχομένου καθώς και του έργου του Φωτίου Κόντογλου, υπάρχει ανεκτίμητη, ανεξερεύνητη και εν πολλοίς ανεκμετάλλευτη.

Απευθύνθηκε σε πολιτικούς, σε καλλιτέχνες, σε ιεράρχες και στον απλό λαό, με την ίδια γενναιότητα, την ίδια ακεραιότητα, αταλάντευτα, αδιαπραγμάτευτα, έχοντας τη σταθερότητα και την ειρήνη των προφητών όταν ήλεγχαν βασιλείς.

Το βλέμμα του διέβλεπε, πρισματικώ το τρόπω, δια του παραδείσου θα λέγαμε, τα συμβαινόμενα στον χειμαζόμενο λαό του Θεού. Δεν εντυπωσιαζότανε από εξωτερικά σχήματα, πλούτη, τίτλους, κοσμική ισχύ ή κοινωνική θέση. Η ακρίβεια, η λεπτότατη εκείνη πηγαία αρετή, πετύχαινε πάντοτε κέντρο. Προσέδιδε επίσης στους λόγους του, τη διαχρονικότητα του λόγου του Θεού, καθώς και το χάρισμα των προφητών.

Καταθέτω το παρακάτω χρονογράφημα στην αγάπη σας, ως ελάχιστο αντίδωρο στην μνήμη του, ευχόμενος σε εμάς και τα παιδιά μας να πλουτίσουμε εις Χριστόν, μιμούμενοι τον Κόντογλου, διδασκόμενοι από τον βίο, τα γραψίματα και την εικονογραφική του παραγωγή, που κυριολεκτικά ανέστησε την Βυζαντινή του Πανσελήνου τέχνη, μα και την Ελληνορθόδοξή μας παράδοση, μεταπολεμικά.

με έντονα και πλάγια στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν αυτούσια κομάτια από διάφορα έργα του

Γιατί συννεφιάζεις κυρ Φώτη μου;

– Γιατί συννεφιάζεις κυρ Φώτη μου;

– Βλέπω μωρέ τα μπαρμπάδια και τις κυράτσες να στέκουνται απέναντι από τα ντουβάρια με τις αλλόκοτες τις ζωγραφιές που κουνιούνται ασταμάτητα και μπερδεύουμαι.

– Γιατί μπερδεύεσαι κυρ Φώτη μου;

– Θλίψη ξεχειλίζει από τα ρυτιδιασμένα τους τα βλέμματα, μα στέκουνται εκεί υπομονετικά όπως εμείς στην κατοχή για ένα καρβέλι ψωμί, τότε που ερχότανε οι καναδέζες και παίζαμε ξύλο για ένα μπαγιάτικο καρβέλι. εκεί όμως παιδί μου όποιος δε μπόραγε το ξύλο πέθαινε από την πείνα. ετούτοι εδώ τι περιμένουνε απέναντι στα ντουβάρια;

-Είναι λίγο μπερδεμένο μα θα στο πω όσο απλούστερα μπορώ κυρ Φώτη μου, Εδώ και πέντε χρόνια οι Ευρωπαίοι εταίροι μας τα μετρήσανε τα κουκιά και μας λογαριάσανε για μπαταχτζήδες. Σφίξανε τα ζωνάρια, υπογράψαμε μνημόνια που τα ‘λεν, στείλανε και τους λιμοκοντόρους σαν επίτροπους κάθε μήνα να μπαινοβγαίνουνε στα υπουργεία και επιβάλλανε τέτοια σκληρή φορολογία, που κοντά δυο εκατομμύρια κοσμάκης βγήκε στην ανεργία, οι συντάξεις κοπήκανε στο μισό, μιστοί του δημοσίου 40% κάτω και άλλα τέτοια φριχτά. Ίσαμε 3000 και παραπάνω οι αυτοκτονίες κυρ Φώτη μου. Ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι, σοσιαλιστές και δημοκρατικοί τα φάγανε τα ψωμιά τους, και το Γενάρη έβγαλε ο κόσμος πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση, να σκίσει τα μνημόνια της υποδούλωσης του κοσμάκη με όρους Βρετανικού δικαίου! ακούς κυρ Φώτη;

– Ακούω βρε! συνέχισε, τι θα πει Βρετανικού μέσα στην Ελλαδίτσα μας, σάμπως δεν έχομε δικολάβους περιοπής με τα σινιέ κοστούμια τους;

– Έχουμε και παραέχουμε, μα την κλεψιά και τη διαφθορά των πολιτικών που διορίζανε τον κόσμο με το τσουβάλι για να τους ψηφίζει, τους πάμπλουτους που στριμώχνονται σε λίστες περηφανών φοροφυγάδων με αμύθυτα λεφτά σε ξένες τράπεζες και  τους νεόπλουτους επαγγελματίες που κλέβανε το κράτος και δε δίνανε στην εφορία, η Ευρώπη δεν τα σήκωσε άλλο. Τα πήρε πολύ τοις μετρητοίς, τώρα μας δανείζει να τους ξοφλάμε. Επειδή όμως για μπατάκια μας λογαριάζουνε κυρ Φώτη μου, μας τυλίξανε σε μια κόλα χαρτί, και με το Βρετανικό δίκαιο άμα δεν τους ξωφλήσουμε, έχουν δικάιωμα πάνω στην κινητή και ακίνητη περιουσία της πατρίδας μας.

– …

– Έβγαλε ο κόσμος που λες την αριστερά για να μη στα πολυλογώ, και τους έστειλε τους άλλους σπίτι τους. Μόνο που τα πρώτα δυο τρία δημοψηφίσματα αμέσως μετά τις εκλογές, ρωτάγανε τον κοσμάκη: 

– Αριστερά κυβέρνηση; 

– Ναί ο κοσμάκης σε ποσοστό 70% 

– Μέσα στην Ευρώπη; 

– Πάλι ναι! ο κοσμάκης 82%. 

Πέρα δώθε στα συμβούλια να διαπραγματεύονται έξι μήνες και άκρη δεν έβγαινε. 

Δεν αντέχουμε θα μας πεθάνετε έλεγε ο δικός μας, επιπλέον μέτρα λέγανε οι δανειστές μας και εταίροι μας.

Μια ωραία Παρασκευή, τέλη του Ιούνη λοιπόν εξαγγέλλει δημοψήφισμα ο πρωθυπουργός, ρώτησε τον κόσμο αν θέλει τα σκληρά μέτρα των Ευρωπαίων εταίρων ή όχι. Γύρισε η Γη ανάποδα, οι τράπεζες κλείσανε, τα κεφάλαιο δεσμευτήκανε προσωρινά και από αυτά τα παράξενα ντουβάρια ο κοσμάκης τραβάει 50 ευρώ τη μέρα.

– Δραχμές θέλεις να πεις

– Κυρ Φώτη μου πλάκα έχεις, ακόμα τις δραχμούλες ονειρεύεσαι; Γινάμε Ευρώπη κυρ Φώτη μου, ένα νόμισμα, ένα όραμα… Τελικά παρά την προπαγάνδα από εφημερίδες τηλεοράσεις και το ίντερνετ, ο κόσμος ψήφισε Όχι στα σκληρά μέτρα. Μαζευτήκανε την άλλη μέρα στον πρόεδρο της Δημοκρατίας όλα τα κόμματα και δεσμευτήκανε να τον στηρίξουν να φέρει συμφωνία: “ ΝΑΙ στην Ευρώπη”.

Πήγε ο πρωθυπουργός στην Ευρώπη και τους λέει, “κύριοι και κυρίες εμείς τόσο σκληρά μέτρα δεν τα αντέχουμε”.  Όπωπωπω! κυρ Φώτη μου και τον καθίζουνε κάτω 17 ώρες από τις 5 το απόγευμα ως το άλλο πρωί, με απειλές για έξωση από τας Ευρώπας, για χρεωκοπία, για φτώχεια, για πόλεμο, ένας Θεός ξέρει τι τον είπανε και υπόγραψε δύο φορές πιο σκληρά μέτρα. Σε κανα μήνα θα επισημοποιηθεί η συμφωνία, γιατί περάσανε από τη Βουλή σε δύο νύχτες, κάπου 2000 σελίδες νόμοι προαπαιτούμενοι για τη συμφωνία.

– Ο κόσμος γιατί περιμένει ακόμα;

– Ε! σιγά σιγά θα φτιάξει το πράγμα κυρ Φώτη μου; Έγινε μεγάλη ζημιά στις τράπεζες.

– Εσύ όλα αυτά που τα ξέρεις βρε;

– Από τότε που έχασα τη δουλειά μου κυρ-Φώτη και ζω με τη σύνταξη της γιαγιάς, εγώ και τα τρία παιδάκια μου, άλλη παρηγοριά δεν έχω, όλη μέρα τηλεόραση βλέπω, έχω γίνει επιστήμονας. 24 ώρες το εικοσιτετράωρο ειδήσεις.

– Στην εκκλησία δεν πηγαίνεις;

– Μόνο την Κυριακή στο τέλος, που λεφτά για κεριά κυρ Φώτη μου; Να δεις και τους παπάδες με τα χρυσάφια και τα λούσα τους; Πάμε μια γύρα στις ουρές, μόνο παπά δε θα δεις, τα’χουνε κάνει τα κουμάντα τους κυρ Φώτη!!!

– Δεν κοινωνάς; δεν εξομολογιέσαι παιδάκι μου;

– Πεινάω κυρ-Φώτη, είμαι άνεργος κοντά δυο χρόνια τώρα, σκοτωνόμαστε στο σπίτι για ψήλου πήδημα. να ζητιανεύω για τα τσιγάρα μου και τον καφέ, επειδή η γυναίκα μου και η κόρη μου θέλουνε σμαρτφόν; Είμαι άντρας κυρ Φώτη μου, έχουμε και έναν εγωϊσμό.

– Δηλαδή δεν κοινωνάς, δεν εξομολογιέσαι!

– Τι δεν καταλαβαίνεις κυρ-Φώτη μου; Άσε που τα έμαθα εγώ για τον παπά, που τα λέει δεξιά και αριστερά, που να τον εμπιστευτώ. Άσε σου λεω, να στρώσουνε τα πράγματα να βρούμε μια δουλίτσα. έχει ο Θεός για εξομολόγηση.

– Το καντήλι το ανάβεις στο σπίτι; για τα παιδάκια σου τραβάς καθόλου κομποσχοίνι;

– Άσε κυρ Φώτη μου το κήρυγμα! Δεν έχουμε να φαμε θα ξοδεύουμε λάδι στο καντήλι;

– Ποια ελπίδα έχεις δηλαδή;

– Όλα πάνε κατά διαόλου, να με συμπαθάς, ελπίδα δε βλέπω.

– Όλος ετούτος εδώ ο αχταρμάς που με περιγράφεις παιδί μου ξέρεις τι είναι; Οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια, καὶ προσπαθοῦν νὰ  γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, ἐκθέσεις  μὲ τερατουργήματα, μπάλλες, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα, ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, ἠλίθιους καρνάβαλους, συλλόγους λογῆς-λογῆς μὲ γεύματα καὶ μὲ σοβαρὲς συζητήσεις γιὰ τὸν ἴσκιο τοῦ γαϊδάρου, συνδέσμους ἀφιερωμένους στοὺς ἀποθεωμένους ἄνδρας τῆς Εὐρώπης κι ἕνα σωρὸ ἀλλὰ τέτοια. Αὐτή, μὲ μιὰ ματιά, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητας σήμερα, ποὺ νὰ μὴν ἀβασκαθῇ! Ποῦ νὰ βρεῖ κανένας καταφύγιο; …

Είναι ο καθρέφτης που καθρεφτίζουνται τα θέλω της σκοτισμένης σου ψυχής. Πως να βγάλετε μωρέ άκρη στα σκοτάδια; Οργή, θυμός και φόβος. Παλληκάρια της φακής! Τι φοβάστε μωρέ; Ζητήστε το Χριστό, ψάξτε το Χριστό, βρέστε έναν παπά να σας μάθει για το Χριστό, τον ορθόδοξο, όχι τον μοντερνισμένο. Να εξομολογηθείτε, να κοινωνάτε, να φωτιστείτε.  Να έχετε ειρήνη και αγάπη, μέσα στη φτώχεια σας. Δόξα στὸν Θεό, ποὺ ὑπάρχει ἀκόμα κάποιο καταφύγιο γιὰ μᾶς ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε «τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐποχῆς μας». Δόξα στὸν θεὸ ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα κάποιοι τόποι ποὺ δὲν τοὺς ἐξήρανε αὐτὴ ἡ φυλλοξήρα ποὺ λέγεται σύγχρονος πολιτισμός.

«Καλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχεις, ἀλλὰ νὰ ζεῖς εἶναι ἄλλο πρᾶγμα»

-Παράξενα μου φαίνουνται τα όσα λες κυρ Φώτη μου και με γεμίζουν λύπη

Φώτισε, Κύριε, τὶς σκοτισμένες διάνοιές μας. Ἐλευθέρωσέ τες ἀπὸ τὰ φιλόσαρκα φρονήματα. Γέμισε τὴν καρδιά μας μὲ τὴν πανευφρόσυνη λύπη σου. Γιατὶ μ᾿ αὐτὴ βρίσκουμε τὸν μυστικὸ δρόμο ποὺ μᾶς φέρνει σὲ Σένα, κι ὄχι μὲ τὶς ἀπατηλὲς σοφίες τοῦ κόσμου τούτου. Ἡ λύπη τῆς διανοίας εἶναι θυμίαμα εὔοσμο, ποὺ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν θρόνο σου. Αὐτὴ ἀνοίγει τὴν κλεισμένη πύλη, γιὰ νὰ μπεῖ ἡ ψυχή μας στὴ χώρα τῶν μυστηρίων Σου. Γιὰ τοῦτο εἶπες· «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται».

ΠΗΓΗ