Αγιορειτική τοποθέτηση-εισήγηση σχετικά με την σοβούσα Ουκρανική εκκλησιαστική Κρίση

0
612

Γέρων Παΐσιος Καρεώτης και
Μοναχός Επιφάνιος Καψαλιώτης

Το Πανεπιστήμιο του Αγίου Τύχωνος της Μόσχας, εκπαιδευτικό ίδρυμα του Πατριαρχείου Μόσχας (ΠΜ), διοργάνωσε Διορθόδοξο Συνέδριο στις 25-26 Φεβρουαρίου 2019, με θέμα την Ουκρανική εκκλησιαστική κρίση και τις επιπτώσεις της στον Ορθόδοξο Κόσμο. Οι διοργανωτές του συνεδρίου ζήτησαν την δική μας παρουσία, ως αγιορειτών μοναχών, (εν αντιθέσει προς την πάγια τακτική του Πατριαρχείου Κωσταντινουπόλεως (ΠΚ), το οποίο στα πρωτεύουσας σημασίας γεγονότα αγνοεί επιδεικτικά το Άγιον Όρος και δεν ενδιαφέρεται για την γνώμη του, παρά μόνον όταν το συμφέρει), προκειμένου να αναπτύξουμε τις απόψεις και αντιλήψεις μας επί του καυτού εκκλησιαστικού προβλήματος που ανέκυψε. Η αδυναμία, ένεκα πρακτικών και μόνον λόγων, να παραβρεθούμε προσωπικά, δεν εμπόδισε την ανάγνωση της εισηγήσεώς μας (σε ρωσική μετάφραση), η οποία μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του συνεδρίου έτυχε περαιτέρω κυκλοφορίας στις μεγαλύτερες εκκλησιαστικές ρωσικές ιστοσελίδες, αφήνοντας καλές εντυπώσεις. Θα παραθέσουμε το κείμενο της εισηγήσεώς μας, ενώ θα ακολουθήσει και επόμενη συνέχεια με κάποιες τελικές σκέψεις-επισημάνσεις ως προς τα ζητήματα που εγείρονται από την Ουκρανική Κρίση, αναπτύσσοντας κάποια από τα σημεία της εισηγήσεως.

Το κείμενο της εισηγήσεως

Εισαγωγή

Αγαπητοί σύνεδροι τού παρόντος θεολογικού συνεδρίου, από το Άγιον Όρος της πλειάδος των οσίων ασκητών, κάθε εθνικότητας και γλώσσας, σας απευθύνουμε εγκάρδιο χαιρετισμό και ευχές για την επιτυχή διεξαγωγή του.

Θα παρουσιάσουμε, όσο μπορούμε πιο συνοπτικά τον προβληματισμό και τις θέσεις μας ως προς το ουκρανικό εκκλησιαστικό πρόβλημα. Σίγουρα οι λοιποί εισηγητές θα ασχοληθούν με τις διάφορες πλευρές του, ιστορικά, κανονικά κλπ, η δική μας συνεισφορά είναι, θέλουμε να πιστεύουμε, στην εξέταση του προβλήματος ως προς τις βαθύτερες πτυχές του, όχι τόσο ιστορικά όσο θεολογικά. Το ζήτημα από ιστορικής απόψεως, στο μέτρο που έχουμε καταφέρει να παρακολουθήσουμε την σχετική αρθρογραφία, έχει καλυφθεί σχεδόν εξαντλητικά, και από τις δυο πλευρές. Εκάστη παρουσιάζει τα επιχειρήματά της, κάτι που μας οδηγεί γρήγορα-γρήγορα στην πρώτη παρατήρηση: την εκούσια ή και ακούσια αυτονόμηση του προβλήματος στα όρια της εξέτασης από πλευράς Κανονικού Δικαίου, δίχως δηλαδή την αναφορά στις λανθάνουσες θεολογικές προϋποθέσεις που λειτουργούν δίκην θεμελίων, επί του οικοδομήματος των Ιερών Κανόνων, αλλά και των σύγχρονων ερμηνευτικών αντιλήψεων αυτών ακριβώς των θεμελίων. Παρουσιάζονται δηλαδή μπροστά μας δυο προβλήματα.

Αναφορικά ως προς το πρώτο, αρκεί να τονισθεί ότι οι Ιεροί Κανόνες, έχοντας προκύψει ως συμπληρωματικό έργο των Οικουμενικών Συνόδων -που δεν πρέπει να διαφεύγει ότι αποτελούσαν την οργανωμένη προσπάθεια της Εκκλησίας προς υπερνίκησιν των αιρέσεων και των σχισμάτων που αυτές έφερναν- βασίζονται στην πατερική αντίληψη περί του χαρακτήρα της ιερωσύνης, επί της οποίας στηρίζονται επισκοπές, πατριαρχεία και δικαιοδοσίες.

Το δεύτερο πρόβλημα αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, την ανάποδη όψη του πρώτου: η σύγχρονη θεώρηση περί ιερωσύνης, και ότι συνδέεται μ΄ αυτήν, προκύπτει από έρευνα που δεν συνδέεται με την πάγια θεολογική μεθοδολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά υιοθετεί μία ριζικά άλλη οπτική, η οποία λειτουργεί στα πλαίσια της Οικουμενικής καλούμενης Θεολογίας. Είναι γνωστό ότι οι νέοι θεολόγοι, στις χώρες της Δύσης τουλάχιστον, προτρέπονται ν΄ ασχοληθούν με το πολυποίκιλον της Οικουμενικής Θεολογίας, αν θέλουν εξασφαλισμένη καριέρα…

Η ιστορική εξέταση του ουκρανικού ζητήματος, παραβλέπει τα ανωτέρω λεχθέντα κάνοντας αποκλειστικά λόγο για την διαμάχη δύο πρωτείων: Κωνσταντινούπολης και Μόσχας. Δεν είναι η ουσία του ζητήματος αυτή, και όσοι αναλύουν το πρόβλημα κατ΄ αυτόν τον τρόπο, αυτό που επιθυμούν είναι η αποσιώπηση των αληθινών αιτίων και η μετάθεση του προβλήματός σε ανύπαρκτη, ή έστω δευτερεύουσα, βάση.

Η δική μας προσέγγιση επομένως θα επιχειρήσει να φανερώσει αυτό που αποσιωπάται: τα θεολογικά θεμέλια της σημερινής εκκλησιαστικής κακοδαιμονίας, που εξελίχθηκε στα γνωστά γεγονότα της Ουκρανίας.

Νέα Θεολογία και Εκκλησιαστική Κρίση

Η παρούσα φάση της κρίσης ουσιαστικά εκκίνησε με την σύνοδο του Κολυμπαρίου, την άρνηση συμμετοχής 4 εκκλησιών, ανάμεσα στις οποίες ήταν το ΠΜ. Η συγκεκριμένη σύνοδος απετέλεσε την κορύφωση μιας μακράς πορείας, σχεδόν 60 ετών, υπό την σταθερή καθοδήγηση του ΠΚ. Η βασική θεολογική γραμμή των διορθόδοξων συζητήσεων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά των προσυνοδικών διασκέψεων, παρέμενε σταθερά στο πλαίσιο που είχε χαραχθεί από τους θεολόγους του ΠΚ, και εδώ εννοούμε τόσο τις συζητήσεις επί θεμάτων ενδορθόδοξου ενδιαφέροντος, όσο και στην συνολική παρουσία της Ορθοδοξίας στον καλούμενο διαχριστιανικό διάλογο και την Οικουμενική Κίνηση, στην οποία ελάμβαναν (και εξακολουθούν να λαμβάνουν) χώρα, οι σχετικές διεργασίες.

Ήδη από το 1959-1960 η εκκλησιαστική πολιτική του ΠΜ, αλλάζοντας θεμελιωδώς κατεύθυνση αποφασίζει την σύνδεση, άνευ όρων, με την Οικουμενική Κίνηση και την κατ΄ εξοχήν θεσμική έκφραση της το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ). Η νέα αυτή εξέλιξη μοιραία συνέδεσε το ΠΜ με την ήδη διαμορφωμένη οικουμενική θεολογία του ΠΣΕ, καθώς και την σχετική θεολογική παρουσία του ΠΚ εντός αυτού. Σημαντική παράμετρος μάλιστα στην θεολογική μαρτυρία του ΠΚ, έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’60 αποτέλεσαν οι εν Αμερική Ρώσοι διαμένοντες ακαδημαϊκοί, όπως ο Γεώργιος Φλωρόφσκυ (θυμίζουμε: ιδρυτικό μέλος του ΠΣΕ το 1948), και οι μαθητές του, Σμέμαν και Μέγεντορφ, οι οποίοι εξάλλου συνεργάστηκαν, στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου με την αμερικανική πολιτική προπαγάνδα, π.χ. δίνοντας ομιλίες στο πολύ γνωστό «αμαρτωλό» Radio Free Europe (αμερικανικό προπαγανδιστικό ραδιόφωνο, με απ΄ ευθείας χρηματοδότηση απο την CIA).

Με αυτά θέλουμε να τονίσουμε την εξ αρχής προβληματική σχέση ΠΜ και Οικουμενικής Κίνησης, η οποία ως γνωστόν αποτέλεσε και εξακολουθεί ν΄ αποτελεί, αγγλοσαξονική προσπάθεια επιβολής της εκκοσμικευμένης φιλελεύθερης εκδοχής του προτεσταντισμού, όπως διαμορφώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα σε Αγγλία και Αμερική.

Τα πλαίσια σκέψης του Φλωρόφσκυ, χρίζουν ιδιαιτέρας μνείας, καθότι ήταν ο εισηγητής της περίφημης «νεοπατερικής σύνθεσης», σε απόλυτη στοίχιση με την αντίστοιχη παπική εκδοχή της, της Resourcement. Αυτή αποτέλεσε το ευρύτερο θεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύχθηκε η καλούμενη ευχαριστιακή εκκλησιολογία (με παράλληλη σημαντική συνεισφορά ενός άλλου Ρώσου εμιγκρέ, του Nikolay Nikolayevich Afanasyev), που τελικά κυριάρχησε στην ελληνική ακαδημαϊκή θεολογία (τόσο του ΠΚ όσο και της Εκκλησίας της Ελλάδος), και πλέον αποτελεί την καθολικά αναγνωριζόμενη, σε πανορθόδοξο επίπεδο, «ορθόδοξη» εκκλησιολογία. Επί παραδείγματι στον σχεδόν ολοκληρωμένο θεολογικό διάλογο Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας», έχει γίνει αποδεκτό από όλες τις τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες που μετέχουν του διάλογου, η συμφωνημένη “κοινή” πίστη που εδράζεται στην ευχαριστιακή εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία.

Είναι πολύ γνωστό ότι η μετέπειτα συνεισφορά του νυν μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, μαθητή του Γ. Φλωρόφσκυ, στο πεδίο της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας, ήταν αυτή που την συνέδεσε με το θέμα του επισκοπικού πρωτείου, ως απαραίτητου δομικού στοιχείου αυτής. Θεωρείται μάλιστα ως η κατ΄ εξοχήν θεολογική προσφορά του, η οποία αποτέλεσε και την ορθόδοξη θέση στον διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς που ήδη αναφέραμε. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο προηγούμενος πάπας Βενέδικτος XVI τον αποκάλεσε ως τον μεγαλύτερο εν ζωή χριστιανό (όχι απλώς ορθόδοξο), θεολόγο. Επί της ουσίας, για τον Ζηζιούλα ο επίσκοπος αυτονομείται από το λοιπό εκκλησιαστικό σώμα, κατέχοντας το αποκλειστικό προνόμιο της μαρτυρίας της πίστεως και της ενότητας της εκκλησίας, όντας αυτός ο μοναδικός σύνδεσμος με τις υπόλοιπες τοπικές εκκλησίες.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ευχαριστιακή εκκλησιολογία και η συνδεδεμένη μ΄ αυτήν θεολογία του Πρωτείου εδράζεται σε μια νέα οντολογία επί της οποίας θεμελιώνεται και η μεταπατερική σύνθεση (η οποία λειτουργεί ως η νέα θεολογική μεθοδολογία). Αυτή η νέα οντολογία έχει εδρασθεί στην νεώτερη γερμανική φαινομενολογική φιλοσοφία, ιδιαιτέρως στην εκδοχή του Martin Heidegger καθώς και των μαθητών του, οπότε και παράγεται μια εξαμβλωματική νέα Τριαδολογία με έμφαση στο Πρωτείο του Πατρός έναντι των δυο άλλων θεαρχικών Προσώπων, η οποία θεμελιώνει την νέα σχεσιακή (relational) θεολογία του Προσώπου. Εκφεύγει του παρόντος η κριτική θεώρηση επί της -κατ’ ουσίαν- νεοαρειανικής αυτής τριαδολογίας, απλά ν΄ αναφέρουμε ότι η μεταφορά του Πρωτείου του Πατρός από την Τριαδολογία στην εκκλησιολογία, σημαίνει ότι στα πλαίσια της ευχαριστιακής κοινότητας τον ρόλο του Πατρός κατέχει ο επίσκοπος. Σύμφωνα μ΄ αυτήν την θεώρηση προβάλλεται η Εκκλησία ως εικόνα της Αγίας Τριάδος, κάτι παντελώς αμάρτυρο στην πατερική παράδοση, το οποίο όμως παραδόξως συνιστά πλέον ορθόδοξο δόγμα (και ως τέτοιο αναπαράγεται συνεχώς απο θεολόγους και επισκόπους), εφ΄ όσον επικυρώθηκε συνοδικά στην Κρήτη (2016) από τις εκεί συμμετέχουσες εκκλησίες.

Η νέα αυτή θεολογία του πρωτείου και η συναφής μ΄ αυτήν ευχαριστιακή εκκλησιολογία, αποτελεί δυστυχώς την κυρίαρχη θεολογική γραμμή στις θεολογικές σχολές της Ελλάδας, καθώς και σ’ όλες τις θεολογικές σχολές των ορθοδόξων χωρών που έχουν ενταχθεί πολιτικά στη Δύση, δηλαδή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Επίσης, αναφορικά προς το ουκρανικό πρόβλημα, δεν είναι τυχαίο ότι οι θεολόγοι καθηγητές που υποστηρίζουν τον Ζηζιούλα, όλοι ανεξαιρέτως έχουν πάρει το μέρος του Φαναρίου και αναγνωρίζουν την νέα ψευδοεκκλησία της Ουκρανίας, θεμελιώνοντας μάλιστα τα επιχειρήματά τους στο καθολικό πρωτείο της Κωνσταντινούπολης.

Μετά την απαράδεκτη θεολογικά -δήθεν- πανορθοδόξη σύνοδο του Κολυμπαρίου της Κρήτης το 2016, το ΠΚ δια των πλέον επισήμων εκπροσώπων του ανέβασε τους τόνους της συζητήσεως, αναφορικά με το παγκόσμιο έκκλητο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο εδράζεται επί της αναγνώρισης ενός τύπου παγκοσμίου πρωτείου της Κωνσταντινούπολης. Η νέα θεολογία του πρωτείου βρίσκει πλέον την τελική της κατάληξη: τα τοπικά πρωτεία των επισκόπων οδηγούν στην αναγνώριση του καθολικού πρωτείου ενός παγκοσμίου Πρώτου, του Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης.

Τελικώς, ένεκα αυτού του πρωτείου οφείλεται:

  1. Η υποταγή όλης της ορθοδόξου διασποράς στην Κωνσταντινούπολη,
  2. Η επέκτασή του επί του εδάφους άλλων αυτοκεφάλων εκκλησιών.

Συνεχείς είναι οι δηλώσεις τού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και πολλών άλλων ιεραρχών τού ΠΚ:

ότι “Η Ορθοδοξία αδυνατεί να υπάρχει άνευ της εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, διότι τότε θα είναι οι τοπικές εκκλησίες ως πρόβατα χωρίς ποιμένα”, ότι: “Η εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ως μήτηρ (sic) δίδει την κανονικότητα των τοπικών εκκλησιών”, ότι: “Η εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως είναι το ορατό σημείο ενότητος της εκκλησίας, γι ̓αυτό και έχει το πανορθόδοξον έκκλητον”.

Φυσικά ο κατάλογος των δηλώσεων περί του ειδικού πρωτείου που κέκτηται το ΠΚ είναι εξαιρετικά μακρύς, αλλά και πολύ γνωστός. Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι η θεολογική σημασία που αποδίδεται στο πρωτείο, δηλαδή δεν είναι μόνον ιστορική, με την ιδιαίτερη ερμηνεία που δίνουν οι θεολόγοι του ΠΚ στους ιερούς Κανόνες. Το ουκρανικό ζήτημα άλλωστε, έδωσε την αφορμή στο ΠΚ να τονίσει ακόμη περισσότερο την φύση του καθολικού πρωτείου που το ίδιο θεωρεί ότι έχει, καθώς και το απορρέον δικαίωμά του να το εφαρμόζει μέσω του εκκλήτου.

Ως αγιορείτες μοναχοί αυτό που θέλουμε είναι η ειρήνευση της Ορθοδοξίας, τώρα μάλιστα που οι προκλήσεις που αυτή αντιμετωπίζει είναι πολλές και μεγάλες. Η συμμετοχή στην Οικουμενική Κίνηση έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι λύση, καθώς άλλωστε κανείς από τους ετεροδόξους συμμετέχοντες στο ΠΣΕ δεν ενδιαφέρεται για επιστροφή σε μια πατερική Ορθοδοξία, αλλά για μία μετανεωτερική ανεκτικότητα πίστεων και παραδόσεων, όπου κανείς δεν αποτελεί την Μια Αγία Αποστολική Εκκλησία, αλλά η κοινωνία εν ετερότητι (ενότης εν ποικιλία), όλων. Η θεολογία του Προσώπου, η αντιασκητική ευχαριστιακή εκκλησιολογία, που θεωρεί την πνευματική άσκηση και την τήρηση των ευαγγελικών εντολών ως «ευσεβισμό» (pietism), αναπτύχθηκαν στα πλαίσια του Οικουμενισμού συνιστώντας την -δήθεν- ορθόδοξη θεολογική μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενώ τελικά διέβρωσαν τη θεολογία όλων των ορθοδόξων χωρών, παράγοντας στρατιές δυτικόφιλων οικουμενιστών και μια πρωτοφανή σε διάσταση απόκλιση από την πατερική παράδοση και την τάξη που αυτή είχε δώσει στην Εκκλησία. Κωνσταντινούπολη και Ρώμη έχουν ήδη συμφωνήσει σε μια δικαιοδοσιακή συνδιαχείριση, που θα καταστεί εμφανής μετά την ενωτική Οικουμενική Σύνοδο για την οποίαν έχουν μιλήσει και ο νυν Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Βαρθολομαίος όσο και ο πάπας Φραγκίσκος, την οποίαν, οι ίδιοι επιθυμούν να πραγματοποιηθεί το 2025, σε αναφορά προς την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο του 325. Παραδόξως οι πλέον υψηλοί αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης τοποθετούν στην ίδια ημερομηνία την γένεση της Κράτους της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Η Μεγάλη (Πανορθόδοξος) Σύνοδος του 1948

Η Ορθόδοξη Εκκλησία του 20ου αιώνα, στις οικουμενιστικές προκλήσεις έχει απαντήσει με μια μεγάλη εκκλησιαστική σύνοδο, η οποία φέρει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που δύνανται να την ονομάσουν Οικουμενική, κυρίως ως προς την θεολογική σημασία της και την ομοφωνία όλων όσων συμμετείχαν σ΄ αυτήν. Αναφερόμαστε βεβαίως στις αποφάσεις της Συνόδου του Ιουλίου τού 1948 στην Μόσχα, επ΄ ευκαιρία των εορτασμών των 500 ετών του αυτοκεφάλου του ΠΜ. Η Σύνοδος ασχολήθηκε με τα ζητήματα: Βατικανό και Ορθόδοξος Εκκλησία, Αγγλικανική Ιεραρχία, Οικουμενική Κίνησις και Ορθόδοξος Εκκλησία και Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον. Οι αποφάσεις της Συνόδου, όπως τονίζει και ο έγκριτος καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης στο γνωστό του στους θεολόγους έργο, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, έγιναν « ἐπί τῇ βάσει κανόνων Οἰκουμενικών Συνόδων καί μεταγενεστέρων ἐγκυκλίων τῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν ». Σύνολη η ιεραρχία του ΠΜ καθώς και οι συμμετέχοντες αντιπρόσωποι όλων των ορθοδόξων εκκλησιών, πλην Κωνσταντινούπολης, Ελλάδος και Κύπρου, συμφώνησαν στην καταδίκη του Παπισμού, του Οικουμενισμού, και αρνήθηκαν την αναγνώριση του κύρους της αγγλικανικής ιερωσύνης, σ΄ αντίθεση με την προηγούμενη αναγνώριση αυτής υπό πολλών ορθοδόξων εκκλησιών υπό την επήρεια του πνεύματος του Οικουμενισμού. Το πλήγμα κατά του Οικουμενισμού ήταν τεράστιο, εφ΄ όσον οι τρεις εκκλησίες που δεν συμφώνησαν ήταν και οι μόνες που συμμετείχαν στην ιδρυτική πράξη του (αγγλοαμερικανικού) ΠΣΕ τον Αύγουστο του 1948, τον επόμενο δηλαδή μήνα. Η Σύνοδος εξέφραζε πλήρως το νόημα και την πνευματική υποθήκη του Ομολογητού Πατριάρχου Μόσχας Αγίου Τύχωνος, όπως αυτή εκφράσθηκε με την Διαθήκη του της 7ης Απριλίου τού 1925. Η παρατήρηση που έχουμε να κάνουμε είναι ότι η όποια κριτική έχει ασκηθεί κατά της Συνόδου αποδεικνύεται ως λανθασμένη εφ΄ όσον σ΄ αυτήν δεν υπάρχει δογματικό λάθος (εν αντιθέσει με την «σύνοδο» της Κρήτης), και βασίζεται στις αποφάσεις των προηγουμένων Οικουμενικών και πανορθοδόξων Συνόδων. Μόνον αυτοί που δεν συμφωνούν δογματικά μαζί της καταφεύγουν στον -δήθεν- πολιτικό χαρακτήρα της, κάτι που δεν ισχύει μιας και οι αποφάσεις της υπεγράφησαν ελεύθερα και υπό των αντιπροσώπων των άλλων ορθοδόξων Εκκλησιών. Η σημασία της συγκεκριμένης Συνόδου, το τονίζουμε εμφατικά, είναι τεράστια και περιμένει την ιστορική δικαίωσή της.

Η μεταγενέστερη αθέτηση και από πλευράς ΠΜ των αποφάσεων του 1948, ήταν μια –εκ των πραγμάτων– τεραστίων διαστάσεων νίκη της Κωνσταντινούπολης και αυτών που συνδεόντουσαν μ΄ αυτήν πολιτικά. Η δε «χρησιμότητα» του ΠΣΕ αποδείχθηκε για άλλη μία φορά από την απουσία του στο υπάρχων εκκλησιαστικό πρόβλημα της Ουκρανίας. Ήρθε πλέον η ώρα για μια συνολική επανατοποθέτηση, όχι μόνον της Ρωσικής Εκκλησίας αλλά και κάθε άλλης, απέναντι στο ΠΣΕ και το ρόλο που αυτό παίζει.

Ευχαριστούμε,

Γέρων Παΐσιος Καρεώτης,
Μοναχός Επιφάνιος Καψαλιώτης