Αριστείδης Π. Δασκαλάκης: «Επίσκοπον από παροικίας ετέρας εις ετέραν μη μεθίστασθαι… μένειν δε εις ην εκληρώθη υπό του Θεού εξ αρχής εκκλησίαν»

0
343

του Αριστείδη Δασκαλάκη 
αρθρογραφεί για katanixi.gr

«Ἐπίσκοπον ἀπὸ παροικίας ἑτέρας εἰς ἑτέραν μὴ μεθίστασθαι… μένειν δὲ εἰς ἣν ἐκληρώθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐξ ἀρχῆς ἐκκλησίαν»

Η λέξη επίσκοπος σημαίνει «ο επιβλέπων». Προκύπτει απ’ το ρήμα επισκοπώ, που σημαίνει «εξετάζω κάτι καλά, το σκέπτομαι, επιθεωρώ».
Στη γλώσσα και την παράδοση της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, αποτελεί την ανώτερη (3η) βαθμίδα του κλήρου.
Η λέξη επίσκοπος παρ’ ότι είναι κοινή στην καθομιλουμένη, στην Καινή Διαθήκη εμφανίζεται μόνο σε πέντε χωρία (Πραξ.20,28, Τιτ.1,7, Α Τιμ.3,2, Φιλ.1,1, Α Πε.2,25).

Στη συνάφεια κράτους-εκκλησίας, με την πολιτική να διεισδύει και να εμβολίζει την εκκλησία, τη δε ιεραρχία (με εξαιρέσεις βέβαια) να αποδέχεται ιδιοτελώς αυτή την εισπήδηση, οδήγησε σε ένα αλισβερίσι δίχως τέλος, ανάμεσα σε κυβερνώντες και ανώτερο κλήρο.

Γνωρίζουμε ότι τα αίτια του σχίσματος είχαν ερείσματα, στις πολιτικές φιλοδοξίες του Καρλομάγνου αλλά και σε αυτές του τότε πάπα Ρώμης, καθ’ ότι ανάμεσα στον Καρλομάγνο και τον Πάπα Λέοντα τον 3ο, διενεργήθηκε μία συναλλαγή. Ο δεύτερος έστεψε τον πρώτο αυτοκράτορα, βασιζόμενος στην κατά φαντασίαν κατασκευασμένη Ψευδοκωνσταντίνια δωρεά (κατά την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος όταν μετέθεσε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στην ανατολή, άφησε στον πάπα το στέμμα για τη στέψη των βασιλέων και την εξουσία να στέφει κατά την κρίση του). O πρώτος ως «αυτοκράτορας» της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας -παρ’ ότι αυτή η εξουσία ανήκε στην κραταιά Κωνσταντινούπολη- αθώωσε τον δεύτερο από κατηγορίες ποινικών αδικημάτων για τις οποίες διωκόταν από αριστοκρατία της Ρώμης.

Έτσι και σήμερα λαμβάνει χώρα κάτι παρόμοιο, όπως επίσκοποι που πρωταγωνιστούν στις οικουμενιστικές κορώνες και τους διπλωματικούς ελιγμούς, να αμείβονται με προαγωγή σε αρχιεπισκόπους ή με μετάθεσή τους σε «μεγαλύτερες» και «λαμπρότερες» μητροπόλεις. Το αντάλλαγμα, η στήριξή από μέρους τους, με ποικίλους τρόπους, πολιτικών αποφάσεων που αφορούν έθνος (βλέπε Σκοπιανό και προσπάθεια αρχικά αποτροπής του λαού για συμμετοχή σε λαϊκά συλλαλητήρια), παιδεία (βλέπε αθεϊστικά πανθρησκειακά προγράμματα και τη βουβαμάρα ή χαλαρή αντίδραση που ισοδυναμεί με αποδοχή από μέρους της ιεραρχίας), ομοφυλοφιλικές προκλήσεις (με μόνο μέτρο αντίστασης, δηλώσεις… που έμειναν δηλώσεις), συναντήσεις και φιλοφρονήσεις με πρόξενους αλλά και πρέσβεις κυρίαρχων κρατών κ.α.

Έτσι στο στίβο της ιεραρχικής ανέλιξης και της καριέρας, βλέπουμε επισκόπους να ανταγωνίζονται σε δηλώσεις αλλά και σε πρακτικές, που δεν θυμίζουν τίποτα απ’ την παράδοση της εκκλησίας και το βίωμα των παλαιών ιεραρχών.

Τους βλέπουμε να σφιχταγκαλιάζονται με σχισματικούς της Ουκρανίας, να συλλειτουργούν κιόλας μαζί τους, να συνεύχονται και να συναγελάζονται, με μόνο στόχο, η παρουσία και δράση τους να είναι ευάρεστη στο Φανάρι ή στην Αρχιεπισκοπή και σε σχέδια που απεργάζονται την υπηρεσία της πολιτικής και αλλότριων συμφερόντων. Να δώσουν «καλή μαρτυρία» και να αυξήσουν τις πιθανότητες μιας «επαγγελματικής» εξέλιξης, μιας ανέλιξης σε θέση με περισσότερη λάμψη και αίγλη. 
Και προσθέτουν έτσι στον «κουμπαρά» των ατοπημάτων τους, περισσότερες ανομίες και αταξίες. 

Πολλές επιλήψιμες ενέργειες σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες. Πράγμα που δεν δηλώνει σώφρονες ανθρώπους.

Πόσο τηρείται η εντολή του Αποστόλου Παύλου προς Τιμόθεο: 
«δεῖ οὖν τὸν ἐπίσκοπον ἀνεπίληπτον εἶναι, … νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν» (Α Τιμ.3,2).
(Πρέπει λοιπόν ο επίσκοπος να είναι ανεπίληπτος… νηφάλιος, σώφρονας, κόσμιος, φιλόξενος, διδακτικός).

Θα είναι ακατηγόρητοι ενώπιον του Θεού; Θα ισχύσει η περιγραφή του Αποστόλου Παύλου που λέει στον Τίτο:
«δεῖ γὰρ τὸν ἐπίσκοπον ἀνέγκλητον εἶναι ὡς Θεοῦ οἰκονόμον, μὴ αὐθάδη, μὴ ὀργίλον, μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ» (Τιτ.1,7).
(Γιατί πρέπει ο επίσκοπος να είναι ακατηγόρητος ως οικονόμος του Θεού, να μην είναι αυθάδης, μήτε οργίλος, μήτε φιλόκρασος, μήτε να δέρνει, μήτε αισχροκερδής).

H πολιτική βρήκε έδαφος και διέφθηρε συνειδήσεις.

Ο επίσκοπος στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία αποτελεί σκεύος εκλογής του Αγίου Πνεύματος με σκοπό την κατά Θεό ποίμανση του λαού, που ως συνεχιστής των Αγίων Αποστόλων και των διαδόχων τους, φροντίζει για την προκοπή και την πνευματική πρόοδο του ποιμνίου.

Άξιος συνεχιστής είναι, όταν σεβόμενος την παράδοση της εκκλησίας και τους κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, εφαρμόζει τη διδασκαλία του Ευαγγελίου όπως την παρέλαβε απ’ τους Πατέρες της Ορθοδοξίας.

Παρέκκλιση παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες σε πλείστους Κανόνες των Συνόδων, αλλά και στη διδασκαλία Αγίων και Πατέρων της Ορθοδοξίας.

Μια παρέκκλιση με πολλές προεκτάσεις είναι και το καινοφανές φαινόμενο των καιρών, η «απρόσκοπτη μετάθεση» επισκόπων από μία μητρόπολη σε άλλη ή από μητρόπολη σε αρχιεπισκοπή κ.ο.κ.
Και αυτό βέβαια, είναι δυνατό κατά εξαίρεση και μόνο, και όχι όταν συντελείται κατά συρροή και αδιακρίτως.

Πως όμως παραλάβαμε την πρακτική περί «μεταθετού» όπως περιγράφουν οι συνοδικές αποφάσεις;

Από την ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδος οι περί του «αμεταθέτου» κανόνες, πολλές φορές αθετήθηκαν, καθώς οι Νόμοι του Κράτους επέτρεπαν τις μεταθέσεις. (Πρώτος Καταστατικός Χάρτης, άρθρο ΙΣΤ’ β΄ διατάγματος της 23ης Ιουλίου 1833, άρθρο Δ’ 23ης Ιουλίου 1833, άρθρο 19 καταστατικού νόμου του 1923).

Αρχικά οι «μεταθέσεις» διενεργούνταν με την έγκριση του βασιλιά και την γνωμοδότηση της Ιεράς Συνόδου και αργότερα μετά από γνωμοδότηση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. 

Στη συνέχεια τo «μεταθετό» ρυθμίσθηκε αργότερα από το άρθρο 8 του Ν. 5187/1931 κατά τρόπο, ώστε ορισμένες μητροπόλεις της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου να πληρούνται αντιστοίχως εκ των εν ενεργεία μητροπολιτών των λοιπών μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος και των Νέων Χωρών. 

Ακολούθησαν και άλλοι νόμοι που επεξέτειναν, περιόρισαν ή κατήργησαν «μεταθετό» για κάποιες μητροπόλεις (Θεσσαλονίκης, Πειραιώς κ.α.) και στη συνέχεια για όλες τις μητροπόλεις, αλλά μετά το επανάφεραν κατ’ εξαίρεση, «προς μείζον της Εκκλησίας όφελος».

Τι υπαγορεύουν οι Ιεροί Κανόνες:

Από την ορθή ερμηνεία του ΙΔ’ Αποστολικού ΚανόναἘπίσκοπον μὴ ἐξεῖναι καταλείψαντα τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν ἑτέρᾳ ἐπιπηδᾶν, κἂν ὑπὸ πλειόνων ἀναγκάζηται, εἰ μή τις εὔλογος αἰτία ᾖ, τοῦτο βιαζομένη αὐτὸν ποιεῖν, ὡς πλέον τι κέρδος δυναμένου αὐτοῦ τοῖς ἐκεῖσε λόγῳ εὐσεβείας συμβάλλεσθαι· καὶ τοῦτο δὲ οὐκ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ κρίσει πολλῶν ἐπισκόπων, καὶ παρακλήσει μεγίστῃ») -τον οποίο οι υποστηρικτές του «μεταθετού» προβάλλουν ότι υποστηρίζει το «μεταθετό» των επισκόπων- βρίσκουμε ότι αυτός ο ιερός κανόνας επιτρέπει κατ’ οικονομία και εξαιρετικά, τη μετάθεση υπό τρεις ρητές και σαφείς προϋποθέσεις : α) να υπάρχει εύλογη αιτία ή όταν συντρέχουν ορισμένες ειδικές περιστάσεις (πόλεμος, πείνα) β) να μετατίθεται λόγω ευσεβείας ο επίσκοπος γ) η μετάθεση να μην επιδιώκεται αλλά να επιβάλλεται στον επίσκοπο.

Οι κατά καιρούς όμως μεταθέσεις που πραγματοποιήθηκαν, εκλαμβάνονται ως παράβαση του κανόνα και όχι ως εφαρμογή του, καθ’ ότι έχουν αποτελέσει τον κανόνα πλέον και όχι την εξαίρεση. Πόσοι είναι οι επίσκοποι ή αρχιμανδρίτες που τους επιβλήθηκε ο βαθμός του επισκόπου ή η μετάθεσή τους σε μία μεγαλύτερη επισκοπή; 

 Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος (κανών ΙΕ’) τονίζει: «Δια τον πολύν τάραχον, και τας στάσεις τας γινομένας, έδοξε παντάπασι περιαιρεθήναι την συνήθειαν, την παρά τον αποοτολικόν κανόνα ευρεθείσαν εν τισι μέρεσιν, ώστε από πόλεως εις πόλιν μη μεταβαίνειν, μήτε επίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Ει δε τις, μετά τον της αγίας και μεγάλης συνόδου όρόν, τοιούτω τινί επιχειρήσειεν, ή επιδοίη εαυτόν πράγματι τοιούτω, ακυρωθήσεται εξ άπαντος το κατασκεύασμα, και αποκατασταθήσεται τη εκκλησία, εν ή ο επίσκοπος, ή ο πρεσβύτερος εχειροτονήθη» (Καταδικάζεται η επιδίωξη κληρικών για μετάθεση σε άλλες εκκλησίες). 

 Ο ΚΑ’ κανών της εν Αντιοχείᾳ ΣυνόδουἘπίσκοπον ἀπὸ παροικίας ἑτέρας εἰς ἑτέραν μὴ μεθίστασθαι, μήτε αὐθαιρέτως ἐπιῤῥίπτοντα ἑαυτόν, μήτε ὑπὸ λαῶν ἐκβιαζόμενον, μήτε ὑπὸ ἐπισκόπων ἀναγκαζόμενον· μένειν δὲ εἰς ἣν ἐκληρώθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐξ ἀρχῆς ἐκκλησίαν, καὶ μὴ μεθίστασθαι αὐτῆς, κατὰ τὸν ἤδη πρότερον περὶ τούτου ἐξενεχθέντα ὅρον») και τέλος οι φοβεροί από άποψη ποινών της εν Σαρδική Τοπικής Συνόδου

 Α’Ὅσιος Ἐπίσκοπος πόλεως Κορδούης εἶπεν· Οὐ τοσοῦτον ἡ φαύλη συνήθεια, ὅσον ἡ βλαβερωτάτη τῶν πραγμάτων διαφθορά, ἐξ αὐτῶν τῶν θεμελίων ἐστὶν ἐκριζωτέα, ἵνα μηδενὶ τῶν ἐπισκόπων ἐξῇ ἀπὸ πόλεως μικρᾶς εἰς ἑτέραν πόλιν μεθίστασθαι. Ἡ γὰρ τῆς αἰτίας ταύτης πρόφασις φανερά, δι᾽ ἣν τὰ τοιαῦτα ἐπιχειρεῖται. Οὐδεὶς γὰρ πώποτε εὑρεθῆναι ἐπισκόπων δεδύνηται, ὃς ἀπὸ μείζονος πόλεως εἰς ἐλαχιστοτέραν πόλιν ἐσπούδασε μεταστῆναι· ὅθεν συνέστηκε διαπύρῳ πλεοναξίας τρόπῳ ὑπεκκαίεσθαι τοὺς τοιούτους, καὶ μᾶλλον τῇ ἀλαζονείᾳ δουλεύειν, ὅπως ἐξουσίαν δοκοῖεν μείζονα κεκτῆσθαι. Εἰ πᾶσι τοίνυν τοῦτο ἀρέσκει, ὥστε τὴν τοιαύτην σκαιότητα αὐστηρότερον ἐκδικηθῆναι, ἡγοῦμαι γὰρ μηδὲ λαϊκῶν ἔχειν τοὺς τοιούτους χρῆναι κοινωνίαν. Ἅπαντες οἱ ἐπίσκοποι εἶπον· Ἀρέσκει πᾶσιν») 

και Β’Ὅσιος ἐπίσκοπος εἶπεν· Εἰ δέ τις τοιοῦτος εὑρίσκοιτο μανιώδης ἢ τολμηρός, ὡς περὶ τῶν τοιούτων δόξαι τινὰ φέρειν παραίτησιν, διαβεβαιούμενον ἀπὸ τοῦ πλήθους ἑαυτὸν κεκομίσθαι γράμματα, δῆλόν ἐστιν, ὀλίγους τινὰς δεδυνῆσθαι, μισθῷ καὶ τιμήματι διαφθαρέντας, ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ στασιάζειν, ὡς δῆθεν τὸν αὐτὸν ἔχειν ἐπίσκοπον ἀξιοῦντας. Καθάπαξ οὖν τὰς τοιαύτας ῥᾳδιουργίας καὶ τέχνας οὐ δεκτέας, ἀλλὰ μᾶλλον κολαστέας εἶναι νομίζω, ὥστε μηδένα τοιοῦτον μηδὲ ἐν τῷ τέλει λαϊκῆς γοῦν ἀξιοῦσθαι κοινωνίας. Εἰ τοίνυν ἀρέσκει ἡ γνώμη αὕτη, ἀποκρίνασθε. Ἀπεκρίναντο· Τὰ λεχθέντα ἤρεσεν») (κωλύουν την επικοινωνία και την μετάληψη ακόμα και στην επιθανάτια κλίνη).

Στην Εκκλησία της Ελλάδος την εικοσαετία 1950‐1970 είχαμε συχνά χρήση του «μεταθετού». Σε αυτό εναντιώθηκε έντονα ο τότε αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος Καντιώτης (και μετέπειτα μητροπολίτης Φλωρίνης) με γραπτά, κηρύγματα, τηλεγραφήματα, προσωπικές παραστάσεις στην εκκλησιαστική και πολιτική ηγεσία της εποχής και την διοργάνωση συλλαλητηρίων με την συμμετοχή πλήθους λαού και αίτημα την κατάργηση του μεταθετού και την εκλογή επισκόπων «ψήφω κλήρου και λαού».

Υπάρχουν λόγοι ηθικοί για την κατ’ εξαίρεση χρήση του «μεταθετού».

Επιτρέπεται η «μετάθεση» μόνο «κατ’ οικονομίαν», που σημαίνει ότι όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας, δηλαδή η οικονομία κατεστημένο, συνήθεια, έξη -αντιστρέφοντας το νόημα των Ιερών Κανόνων- τότε ενεργείται παράβαση αυτών.

Σε μια ιδανική -κατά κόσμον- διοικούσα εκκλησία, θα έπρεπε να βλέπουμε τη Σύνοδο να ορίζει επισκόπους, οι οποίοι δεν θα δέχονταν τη θέση, από ταπείνωση και αυτογνωσία της ελαχιστότητάς τους, να μετατίθεται επίσκοπος από μικρή μητρόπολη σε μεγαλύτερη και να επικαλείται τους κανόνες περί αμεταθέτου, μην αντέχοντας να αποχωριστεί το ποίμνιό του και την ταπεινή επισκοπή του. 

Η αίσθηση όμως, που έχει το ποίμνιο, είναι διαφορετική για την επικρατούσα κατάσταση. 
Ο επίσκοπος νυμφεύεται την επισκοπή, άρα δεν μπορεί να την εγκαταλείψει.
Η Εκκλησία του επισκόπου θεωρείται Νύμφη του, και συνδέεται μαζί του δια βίου. Η Εκκλησία, όταν αυτός πεθάνει, θεωρείται χηρεύουσα.
Σήμερα γεμίσαμε από «ζωντοχήρες» επισκοπές.
Υπάρχουν και λόγοι πρακτικοί καθ’ ότι οι συχνές μεταθέσεις, διασαλεύουν την τάξη της Εκκλησίας.

Τι παράδειγμα δίνει ο επίσκοπος στο ποίμνιό του, όταν γίνεται αντιληπτό απ’ αυτό, ότι αγωνιά να το εγκαταλείψει και με χαρά και ικανοποίηση δέχεται την οποιαδήποτε μετάθεση; 
Tι λόγο θα δώσει στον Κύριο όταν ο επίσκοπος αρνείται την «απόφαση» του Αγίου Πνεύματος που τον τοποθέτησε σε μια ορισμένη επισκοπή;
«προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος» (Πραξ. 20,28) («Προσέχετε λοιπόν στον εαυτόν σας, πως θα ζήτε. Προσέχετε δε πως θα φέρεσθε και τι θα διδάσκετε εις όλον το πνευματικόν σας ποίμνιον, στο οποίον το Πνεύμα το Άγιον σας έβαλε επισκόπους, να ποιμαίνετε την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού, την οποίαν αυτός ο Κύριος απέκτησε με το αίμα του»).

Πως θα μπορέσει ο επίσκοπος που ορίστηκε ακοίμητος φρουρός του ποιμνίου να το εγκαταλείψει ορφανό;
«ἦτε γὰρ ὡς πρόβατα πλανώμενα, ἀλλ᾿ ἐπεστράφητε νῦν ἐπὶ τὸν ποιμένα καὶ ἐπίσκοπον τῶν ψυχῶν ὑμῶν» (Α Πε. 2,25).
(«Διότι ήσασθε προηγουμένως άρρωστοι πνευματικώς· “ήσασθε πρόβατά που επλανώντο” με άμεσον τον κίνδυνο να κατασπαραχθούν από τους λύκους. Αλλά τώρα εγυρίσατε στον καλόν Ποιμένα και τον ακοίμητον φρουρόν και υπερασπιστήν των ψυχών σας»).

 Ο ΛΣΤ’ κανόνας των Αγ. ΑποστόλωνΕἴ τις χειροτονηθεὶς ἐπίσκοπος μὴ καταδέχοιτο τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν φροντίδα τοῦ λαοῦ τὴν ἐγχειρισθεῖσαν αὐτῷ, τοῦτον ἀφωρισμένον τυγχάνειν ἕως ἂν καταδέξηται· ὡσαύτως καὶ πρεσβύτερος καὶ διάκονος. Εἰ δὲ ἀπελθὼν μὴ δεχθείη, οὐ παρὰ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἀλλὰ παρὰ τὴν τοῦ λαοῦ μοχθηρίαν, αὐτὸς μὲν ἔστω ἐπίσκοπος, ὁ δὲ κλῆρος τῆς πόλεως ἀφοριζέσθω, ὅτι τοιούτου λαοῦ ἀνυποτάκτου παιδευταὶ οὐκ ἐγένοντο») ορίζει ότι ο επίσκοπος που δεν αποδέχεται τη διακονία και φροντίδα του ποιμνίου του αφορίζεται (βλ. κανόνα ΙΖ’ Αντιοχείας). 

Εν κατακλείδι, η επιλεκτική τήρηση των Ιερών Κανόνων, με τρόπο που διαστρέφει το νόημά τους, όταν η δυνητική, κατ’ εξαίρεση μετάθεση μετατρέπεται από απευκταία σε επιθυμητή και λάφυρο επιτυχίας, δείχνει τη φθορά των ηθών των ημερών μας.

Βιβλιογραφία

  • 1. Κ. Βαβούσκου, Εγχειρίδιον Εκκλησιαστικού Δικαίου
  • 2. Επιφάνιου Θεοδωρόπουλου, Το αμετάθετον των επισκόπων
  • 3. Ι. Παναγόπουλου, Το αμετάθετον των επισκόπων από νομοκανονικής απόψεως στο Εκκλησιαστικόν Δίκαιον