Κεφαλή της επί γης Εκκλησίας ο Κωνσταντινουπόλεως;

0
897

ὑπὸ Νικολάου Μάννη, ἐκπαιδευτικοῦ

Ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν τὴν ἀναμφισβήτητη δογματικὴ διάσταση τοῦ Οὐκρανικοῦ Ζητήματος, λόγῳ τῆς ἐμπράκτου ἐφαρμογῆς τῆς αἱρέσεως τοῦ Νεοπαπισμοῦ Κωνσταντινουπόλεως [1], θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο, μετὰ τὴν πρόσφατη κήρυξη –  «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» – τῆς αἱρέσεως αὐτῆς καὶ ἀπὸ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Σπάρτης κ. Εύστάθιο [2], νὰ παρουσιασθεῖ ἡ ὀρθόδοξος διδασκαλία περὶ τοῦ θέματος, ὥστε ἀφενὸς μὲν νὰ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία στὸν ἐν λόγῳ Μητροπολίτη καὶ τοὺς ὁμόφρονές του, νὰ ἀνακαλέσουν τὴν αἱρετική αὐτὴ ἄποψη, ἵνα μὴ κατακριθοῦν, εἴτε ὑπὸ μελλούσης Ὀρθοδόξου Συνόδου, εἴτε ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐν τῇ Ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ἀφετέρου δὲ νὰ διαφωτισθεῖ καὶ τὸ πλήθος τῶν ἀπλοϊκῶν Ὀρθοδόξων, ὥστε νὰ μὴ παρασυρθοῦν ἀπὸ αὐτὴν τὴν φρικτὴ αἵρεση· φρικτὴ διότι γεννᾶ πολλὲς βλασφημίες, ὄπως θὰ δοῦμε. 

Εὐτυχῶς γιὰ ἑμᾶς, τὴν αἵρεση αὐτὴ εἶχαν ἀντιμετωπίσει καὶ ἀναιρέσει στὸ παρελθὸν οἱ Πατέρες μας, καὶ ἐπομένως εὔκολα μπορεῖ νὰ δοθεῖ ἀπάντηση, χωρὶς αὐτὴ νὰ ἀμαυρωθεῖ ἀπὸ τὴν κατηγορία ὅτι ἀποτελεῖ αὐθαίρετη καὶ προσωπικὴ ἄποψη τοῦ γράφοντος.

Γράφει λοιπὸν ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Πάτμιος [3], ἀπαντώντας στοὺς Παπικοὺς καὶ Λατινόφρονες, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι ἕνας Ἐπίσκοπος (καὶ συγκεκριμένα τότε ὁ Ἐπίσκοπος Ῥώμης), εἶναι τάχα ἡ κεφαλὴ τῆς ὀρατῆς Ἐκκλησίας, πὼς ἀπὸ τὴν αἵρεση αὐτὴ φυτρώνουν οἱ ἑξῆς βλασφημίες:

α) «Ὅτι ὁ Χριστὸς ὅταν ἦτον εἰς τὴν γῆν εἶχε πᾶσαν ἐξουσίαν, καὶ ὅταν ἀνελήφθη τὴν ἔχασεν» [4]. 

β) Ὅτι «ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία ἐπροξένησε ζημίαν μεγάλη εἰς τὸν Χριστόν, ἐπειδὴ προτοῦ νὰ γένῃ ἄνθρωπος ἦτον δεσπότης, καὶ βασιλεὺς οὐρανοῦ καὶ γῆς, καὶ ὅταν ἐσαρκώθη τοῦ ἐπῆρε τὴν βασιλείαν τῆς γῆς ὁ Πάπας» (αὐτόθι). 

γ) Ἂν ἄνθρωπος (ὅπως ὁ Πάπας ἤ ὁ Πατριάρχης) καὶ ὄχι ὁ Χριστός, εἶναι κεφαλὴ τῆς ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίας τότε ἐπακολουθεῖ ζημία μεγάλη στὸ Σώμα τῆς Ἐκκλησίας «ἐπειδὴ ὑστερήθῃ τέτοιαν κεφαλὴν παντοδύναμον, πάνσοφον, προγνώστην τῶν μελλόντων, εὐσπλαγχνικώτατον, καθὼς εἶναι ὁ Χριστός, καὶ έκαταδικάσθη νὰ ἔχῃ μίαν κεφαλὴν βρομεράν, φθαρτήν, γνῶσιν ἡ ὁποία τῶν μελλόντων δὲν ἔχει, καὶ ἄλλα ἄτοπα, ὅσα προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» (αὐτ.).

δ) «Ἀνίσως ὁ Χριστὸς τώρα ὁποῦ εἶναι εἰς τὸν οὐρανὸν μὲ τὴν σάρκα δὲν ἐξουσιάζει τὴν γῆν, οὐδὲ ὅταν ἦτον εἰς τὴν γῆν δὲν ἐξουσίαζε τὸν οὐρανόν, διότι ἐκεῖνο ὁποῦ τὸν ἐμποδίζει τώρα, καὶ τότε τὸν ἐμπόδιζε» (αὐτ.).

Καὶ συνεχίζει ὁ Ἅγιος μὲ μιὰ πολὺ σημαντικὴ παρατήρηση· εἶναι ἀδύνατον, λέει, νὰ ἔχει ἄνθρωπο γιὰ κεφαλὴ της ἡ Ἐκκλησία, «ἐπειδὴ χρειάζεται μίαν κεφαλὴν ἀεὶ ζῶσαν, ἀεὶ ζωοποιοῦσαν, ἀεὶ ἀγιάζουσαν» (αὐτ.). Καὶ τί γίνεται μάλιστα ὄταν αὐτὴ ἡ «κεφαλὴ» ἀποθνήσκει; Μήπως «συναποθνήσκει καὶ ἡ Ἐκκλησία, καὶ πάλιν ἀνασταίνεται μετὰ τὴν χειροτονίαν τοῦ ἄλλου»; 

Ἂς ἀπαντήσει ὁ Σεβ. κ. Εὐστάθιος ἢ ἄλλος ὁμόφρονάς του σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα:
Ἐφόσον θεωρεῖτε κεφαλὴ τῆς ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίας τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, ποία ἦταν ἡ κεφαλὴ τῆς ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν 2αν Ὀκτωβρίου 1991 (θάνατος Πατριάρχου Δημητρίου) μέχρι τὴν 22αν Ὀκτωβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους (ἐκλογὴ Πατριάρχου Βαρθολομαίου); Καὶ γενικῶς ποία εἶναι ἡ Κεφαλὴ τῆς ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ διάστημα μεταξὺ τῆς κοιμήσεως ἑνὸς Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ διαδόχου του; 

Εἶμαι εἰλικρινὰ περίεργος νὰ δῶ ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπάντηση!

Καὶ ἂν καθ᾿ ὑπόθεση ἀπαντήσει κάποιος ὅτι γιὰ ἐκείνο το διάστημα Κεφαλὴ τῆς ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, τότε δὲν μπορῶ παρὰ νὰ ἀναρωτηθῶ σὰν τὸν Ἅγιο Μακάριο Καλογερᾶ: «ὥστε ὁ Χριστὸς ἔπεται νὰ παρακαλῇ, πότε νὰ ἀποθάνῃ ὁ Πατριάρχης διὰ νὰ φανῇ καὶ αὐτὸς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας του, καὶ πάλιν ὅταν χειροτονηθῇ ὁ Πατριάρχης νὰ λυπῆται πῶς ἔχασε τὴν ἐξουσίαν»;

Τὸ ὀρθόδοξο Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας συνομολογεῖ:

α) Μὲ τὸν Ἅγιο Πατριάρχη Άλεξανδρείας Μελέτιο τὸν Πηγᾶ, πὼς δὲν εἶναι ἄλλη ἡ Κεφαλὴ τῆς ἐπὶ γῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀλλη τῆς οὐρανίου, ἀλλὰ Μία Κεφαλὴ ἐν ούρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς: «σῶμα γὰρ τοῦ Σωτῆρος ἡ τοῦ Σωτῆρος Ἐκκλησία, ἧς κεφαλή μόνος αὐτός, οὐδὲ γὰρ δικέφαλον τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα» [5]. 

β) Μὲ τὸν Μάρτυρα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο τὸν Λούκαρι, ὅτι «ὅποιος λέγει πῶς ὁ πάπας τῆς Ῥώμης (σ.σ. ἤ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἤ ἄλλός τις Ἐπίσκοπος) εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ὁ Χριστός, ἀνάθεμα» [6].

γ) Μὲ τὴν συνταχθεῖσα ὑπὸ τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1721, Ὁμολογία Πίστεως, πὼς «οὐδεμίαν ἄλλην ἥντιναοῦν κεφαλὴν ἀποδέχεσθαι ἐν αὐτῇ τῇ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ, εἰμὴ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν μόνον» [7].

Ἀναμένει δὲ΄τὴν αὐτὴ Ὁμολογία καὶ τὴν ἀποκήρυξη τῆς κακοδοξίας ἀπὸ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Σπάρτης κ. Εύστάθιο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλον Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος λόγῳ καὶ ἔργῳ φανέρωσε καὶ φανερῶνει ὅτι τὴν ἐνστερνίζεται.

  • [1] Ὡς Νεοπαπισμὸς Κωνσταντινουπόλεως ὁρίζεται ἡ ἐκκλησιολογικἠ αίρεση συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τῆς γῆς εἶναι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἀποκαλούμενος – διαστρεβλωμένου τοῦ ὅρου – «Οἰκουμενικός»· πρόκειται δὲ γιὰ ἀντιγραφὴ μίας ἐκ τῶν κυριοτέρων – καὶ κατεγνωσμένων ὑπὸ Συνόδων καὶ Πατέρων! – αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ Ῥώμης.
  • [2] (ηχητικό) Σπάρτης: Κεφαλή της Εκκλησίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης (https://katanixi.gr).
  • [3] Τοῦ ὁποίου τὴν ἁγιότητα ἀναγνώρισε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος μὲ «Πράξη Ἁγιοκατατάξεως» κατὰ τὸ ἔτος 1994.
  • [4] Εὐαγγελικὴ Σάλπιγξ, Λειψία, 1765, σ. 38.  Διαβάζοντας κάποιος τὶς θέσεις τοῦ Ἁγίου μπορεῖ εὔκολα νὰ καταλάβει γιατὶ οἱ μαινόμενοι Παπικοὶ συγκέντρωσαν ὅλα τὰ ἀντίτυπα τῆς πρώτης ἐκδόσεως τῆς Εὐαγγελικῆς Σάλπιγγος στὴν Βενετία καὶ τὰ κατέκαυσαν!
  • [5] Μεθοδίου Φούγια, Ἐπιστολαὶ Μελετίου Πηγᾶ, Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος ΝΖ΄ (1975), σ. 638.
  • [6] Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, Τόμος Ἀγάπης, Ἰάσιο, 1698, σ. 553.
  • [7] Ἰωάννου Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα, τόμ. ΙΙ, ἔκδ. β΄, Graz – Austria, 1968, σ. 867.