«Η Κλωσσομηχανή»

0
562

του Γέροντος Μαξίμου Καραβά

… ὅμως, τά «παγώνια» τῆς ἐκκλησιαστικῆς μηχανῆς, ὅταν κοιτᾶνε τά φτερά τους, δηλαδή τίς αὐτοκρατορικές στολές τους, χαίρονται καί καμαρώνουν περισσότερο ἀπό τά φυσικά παγώνια…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Λάβαμε προς δημοσίευση στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση infokatanixis@gmail.com το ακόλουθο άρθρο του Γέροντος Μαξίμου Καραβά που σατιρίζει τον σύγχρονο τρόπο εκλογής των μητροπολιτών.


«Ἡ Κλωσσομηχανή»

Εἰς τό ἄρθρον αὐτό θά ἀσχοληθοῦμε μέ μία παλιᾶς ἐφευρέσεως μηχανή πού ἔχει διαφθείρει τήν Ἐκκλησίαν μας ἀνά τούς αἰῶνας. Ἄς τήν ὀνομάσουμε «κλωσσομηχανή». Δέν μοιάζει βέβαια μέ ἐκεῖνο τό μηχάνημα πού βγάζει ἐκεῖνα τά χαριτωμένα κοτοπουλάκια πού ἡ τάση τῶν κερδοφόρων ἀνθρώπων ἐφεῦρε πρό ἐτῶν γιά νά ἐπωάζει περισσότερα αὐγά ἀπό τήν κανονική κλώσσα καί, ὅπως ἔχει παρατηρηθεῖ, δέν εἶναι καί τόσο φυσιολογικά, ὅπως τῆς κανονικῆς φυσικῆς κλώσσας. Κατά τόν αὐτόν τρόπον καί ἡ «κλωσσομηχανή», ὅπως τήν ὠνομάσαμε στό ἄρθρον τοῦτο, βγάζει (κλωσσάει) ὡραία «παγώνια», ἀρσενικά πρός τό παρόν· ἴσως ἀργότερα νά βγάλει καί θηλυκά (“ὁ νοῶν νοείτω”).

Μέ κατηγοροῦν ὅτι εἶμαι σκληρός εἰς τά ἄρθρα καί στά ποιήματά μου. Ἀλλ’ ὅταν κάποιος λιποθυμήσει, δέν τόν χαϊδεύουν ἀλλά τοῦ δίδουν ὁρισμένα χαστούκια γιά νά συνέλθει. Εἰς τήν περίπτωσιν εἰς τήν ὁποίαν ἀναφερόμεθα δέν πρόκειται περί λιποθυμίας, ἀλλά περί θανάτου. Ἐπειδή ὅμως ἐλπίζουμε ὅτι μεταξύ αὐτῶν ὑπάρχουν καί μερικοί πού ἔχουν πάθει νεκροφάνεια, διά τοῦτο χτυποῦμε ἰσχυρά ραπίσματα, μήπως συνέλθουν καί κάποιος ἐξ αὐτῶν ἀνανήψει καί ἀντιληφθεῖ τό χάος εἰς τό ὁποῖον πορευόμεθα καί ἀναλάβει τίς εὐθύνες του.

Λέγεται ὅτι τό παγώνι, ὅταν κοιτάξει τά φτερά τῆς οὐρᾶς του, χαίρεται καί κρώζει χαρούμενα. Ὅταν, ὅμως, κοιτάξει τά πόδια του, γιά τήν ἀσχήμια αὐτῶν κρώζει λυπημένα. Τοῦτα, ὅμως, τά «παγώνια» τῆς ἐκκλησιαστικῆς μηχανῆς, ὅταν κοιτᾶνε τά φτερά τους, δηλαδή τίς αὐτοκρατορικές στολές τους, χαίρονται καί καμαρώνουν περισσότερο ἀπό τά φυσικά παγώνια, χωρίς νά τολμοῦν νά κοιτάξουν τά πόδια τους, μερικοί ἐκ τῶν ὁποίων τά ἔχουν ἤδη ἐντός τοῦ μνήματος, λόγω ἡλικίας, καί λησμονοῦν ὅτι «γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσει». (Γεν. γ΄ 19)

Εἶδα πρό μηνός εἰς τήν τηλεόραση μία φιέστα, πού θά θαύμαζε καί τό Χόλλυγουντ, γιά τό Ἰωβηλαῖο ἑνός ἐπισκόπου, μέ εἴκοσι ἔξι ―τόσους πρόφτασα νά μετρήσω― ἐπισκόπους νά τελοῦν «πολυαρχιερατικό συλλείτουργο». Ποιοί; Αὐτοί πού καυχῶνται ὅτι εἶναι διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων καί «εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ»!

Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον ὁ Κύριος καί οἱ Ἀπόστολοι ἔζησαν καί ἐπολιτεύθησαν; Ἤ μήπως μιμοῦνται αὐτοκρατορικές πανηγύρεις; Μήπως θά μπορούσαμε νά μάθουμε ―ἐν καιρῷ οἰκονομικῆς κρίσεως―, πόσα χρήματα ἐξοδεύθησαν γιά τό Ἰωβηλαῖο τοῦ «ἁγίου Ἐπισκόπου» καί γιά τά λεγόμενα «φακελάκια» πού ἐδόθησαν;

Κάποτε σ’ ἕνα συνέδριο ἀναφερθήκαμε εἰς τούς Πατριάρχας Κων/πόλεως, Ἱεροσολύμων καί Ἀλεξανδρείας, ὅτι μοιράζουν «ἅγια Κοράνια» ἀντί Ἁγίων Εὐαγγελίων, καί ὁ τοπικός Ἐπίσκοπος πού προήδρευε στό συνέδριον θέλησε νά τούς ὑπερασπισθεῖ λέγοντας ὅτι βρίσκονται εἰς ἐχθρικά ἐδάφη καί «πρέπει νά κάνουν και λίγη πολιτική».

Τότε, τοῦ ἀπήντησα: «Κάνετε λάθος, σεβασμιώτατε. Ἐάν δέν ἀντέχουν τά “κότσια” τους ―κατά τό δή λεγόμενον― νά θυσιασθοῦν γιά τήν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί γιά τό ποίμνιό τους, ὅπως οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, γιατί ἔγιναν Πατριάρχες; Διά τῆς βίας τούς ἔκαμαν ἤ δέν γνωρίζουμε τόν τρόπο τῆς ἐκλογῆς των;»

Καί θά ἀναφερθῶ σέ ἕνα πεντάστιχο τό ὁποῖο ἐγράφη διά τόν Ἀθηναγόρα, ἀλλά ἁρμόζει σ’ ὅλους αὐτούς:

«Θά ἦταν προτιμότερο
νά σώσεις τήν ψυχή σου,
νά θυσιαστεῖς καί νά σωθοῦν κι ἄλλες ψυχές μαζί σου,
παρά νά τήν πατήσεις
νά τούς ἀκολουθήσεις».

Κάποτε ἔγραψα ἕνα ποίημα εἰς τήν ὀνομαστική ἑορτή κάποιου Ἱεροκήρυκα. Μεταξύ ἄλλων ἔγραψα καί τούς ἑξῆς στίχους, τούς ὁποίους θά ἔπρεπε νά ἀκολουθήσουν ὅλοι οἱ ἱεροκήρυκες καί οἱ ὑποψήφιοι δεσποτάδες.

«… καί ἀπό καρδίας εὔχομαι
δεσπότης νά μή γίνεις,
γιά νά μήν πᾶς κι ἐσύ μ’ αὐτούς
στόν τόπο τῆς ὀδύνης.
Νά μείνεις ἕνας κήρυκας
μέσα στήν Ἐκκλησία
καί νά κηρύττεις ὅσο ζεῖς
Χριστό καί Ὀρθοδοξία.»…

Φανταστεῖτε τώρα, ἄν δέν ἐπίστευαν ὅτι εἶναι «εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ» καί διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων, τί ἄλλα θά ἐπραττον;

Πάντως, νομίζω ὅτι θά ἔπρεπε σέ κάθε τέτοια φιέστα νά δίδεται ἕνα μεγάλο βραβεῖο, ὅπως εἰς τά μεγάλα κινηματογραφικά ἔργα.

Πότε, Θεέ μου, θά ἀξιωθοῦμε νά ἐπανέλθουμε εἰς τήν εὐλογημένην ἐκείνην «Κλώσσαν», τόν Κύριον Ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, πού κλαίοντας γιά τήν Ἱερουσαλήμ εἶπε: «Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τά τέκνα σου ὑπό τάς πτέρυγάς μου» (Ματθ. κγ´ 37-38).

Πότε λοιπόν κι ἐμεῖς θά ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε «παγώνια» ἐκκολαπτόμενα ὑπό τάς πτέρυγας τοῦ Παναγίου καί Ζωοποιού Πνεύματος νά ποιμαίνουν τήν Ἐκκλησίαν μας; Ἄς μή περιμένουμε λοιπόν κάτι τό ἀξιόλογο ἀπό τοιαῦτα παγώνια- “Ἐπισκόπους”.

Ἀντί ἐπιλόγου:

Τά ψηλά τά σκαλοπάτια
ὅσοι τ’ ἀνεβήκανε,
βρῆκαν θρόνους, μεγαλεία,
μά Χριστό δέν βρήκανε.
Τά ψηλά τά σκαλοπάτια
ὅσοι τ’ἀνεβήκανε,
τόν φτωχό τόν Ναζωραῖο
ἔξω τόν ἀφήκανε.
Τά ψηλά τά σκαλοπάτια
ὅσοι ἐπιθυμήσανε,
τόν φτωχό τόν Ναζωραῖο
τόν περιφρονήσανε.
ἀρχιμ. Μάξιμος Καραβᾶς, 20-1-2020

Υ.Γ.: Κι ἐπειδή θά ὑπάρξουν πολλοί πού θά μέ κατηγορήσουν ὅτι γράφω αὐτά ἐπειδή δέν μέ ἔκαναν ἐπίσκοπο, θά ἀναγκαστῶ κι ἐγώ ὡς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά γίνω ‘’ἄφρων’’ ἀποκαλύπτοντας τά κατ’ ἐμέ.

α. Ὅταν κάποτε ἐχήρευσε ἡ μητρόπολις τῆς γενέτειράς μου, κάποιος μεγάλος, κατά κόσμον, ἐπεσκέφθη τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ καί ἀπαίτησε νά γίνω Ἐπίσκοπος εἰς τήν ἰδιαιτέρα μου πατρίδα. Εἰς τήν ἀρχήν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ἀντιδροῦσε λέγοντας ὅτι ἁρμόδια εἶναι ἡ Ἱεραρχία καί ὄχι ὁ ἴδιος. Εἰς τό τέλος, ὅμως, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὑπεχώρησε καί ἐζήτησε νά μεταβῶ εἰς τήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν γιά νά «γνωρισθοῦμε», δηλαδή νά περάσω ἀπό τόν πάγκο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ὄχι διά τῆς κανονικῆς ὁδοῦ.

Ὅταν μοῦ τό ἀνήγγειλε ὁ συμπατριώτης μου, ἀρνήθηκα. Ἀφενός μέν, δέν ἐθεώρουν κανονική τήν παρέμβαση πολιτικοῦ προσώπου καί τήν ἐξάρτηση τῆς εἰς ἐπίσκοπον ἐκλογῆς μου ἀπό μόνου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου· ἀφ’ ἑτέρου, διότι δέν ἐθεωροῦσα τόν ἑαυτόν μου ἄξιον γιά τήν Ἀρχιερωσύνη, πιστεύοντας ὅτι, ὅταν κάποιος εἶναι «κοντορεβυθούλης», δέν γίνεται αὐτόματα γίγαντας βάζοντας τίς μπότες τοῦ γίγαντα, ἀλλά παραμένει «κοντορεβυθούλης».

β. Κάποιος συμπατριώτης μου ἐφτειαξε εἰς τό Sambesy τῆς Ἑλβετίας τό γνωστό Διορθόδοξο Κέντρο, τό ὁποῖο μετετράπη δυστυχῶς εἰς Διαθρησκειακόν ἄντρον, βάζοντας εἰς τήν διαθήκην του νά τοποθετηθῶ ἐγώ ὡς προϊστάμενος τοῦ Κέντρου. Ὅταν ὁ ἀδελφός του ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶχε κοιμηθῆ μοῦ τό ἀνέφερε τηλεφωνικῶς, τοῦ ἀπήντησα ὅτι «ἔρχεται ἀπό τό παράθυρο» καί «νά προσπαθήσει νά μπεῖ ἀπό τήν πόρτα». Ἤθελα νά τοῦ πῶ, δηλαδή, ὅτι ἔχω πνευματικό πατέρα καί χωρίς αὐτοῦ τήν ἔγκριση δέν μεταβαίνω πουθενά. Διά τοῦτο θά πρέπει νά ἐρωτηθῆ ὁ πνευματικός μου πατήρ. Καί ὅταν μέ ἠρώτησε ποιός εἶναι αὐτός, τοῦ ἀπήντησα ὅτι εἶναι ὁ μητροπολίτης Φλωρίνης Αὐγουστίνος Καντιώτης, τόν ὁποῖον ἐγνώριζε. Τότε μοῦ εἶπε: «Μά θά δεχθῆ ὁ Ἀθηναγόρας, ὅταν μάθη πώς εἶσαι τοῦ Καντιώτη;». «Καί γιατί δέν μέ ρωτᾶς ἄν δέχομαι ἐγώ τόν Ἀθηναγόρα στό κεφάλι μου;», τοῦ ἀπήντησα.

Αὐτά, γιά νά σταματήσουν, ἴσως, ὁρισμένοι ἐπικριταί.