Αντίρρηση δευτέρα εις τον Αρχιμ. Αντ. Φραγκάκην περί κληρονομικής αγιότητος και πνευματικού γονιδιώματος· υπό μοναχού Παΐσιου Καρεώτου

0
966
Αρχιμ. Αντώνιος Φραγκάκης

Μοναχός Παΐσιος Καρεώτης
Ἱερόν Κελλίον Ἁγίων Ἀρχαγγέλων

… Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀνάπτυξη αὐτῆς τῆς σκέψεώς του, ἦταν ὅτι πολλὰ παιδιὰ γεννιῶνται μὲ ὁμοφυλοφιλικὲς τάσεις, καὶ εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ γονεῖς, λόγω τῶν παρὰ φύσιν ἁμαρτιῶν τους…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Λάβαμε προς δημοσίευση στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση infokatanixis@gmail.com το ακόλουθο άρθρο του Μοναχού Παΐσιου Καρεώτη. Μπορείτε να διαβάσετε την πρώτη αντίρρηση εδώ.


ΑΝΤΙΡΡΗΣH ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΜ. ΑΝΤΩΝΙΟΝ ΦΡΑΓΚΑΚΗΝ ΠΕΡΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΓΟΝΙΔΙΩΜΑΤΟΣ· ΥΠΟ ΜΟΝΑΧΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΚΑΡΕΩΤΟΥ

Μοναχός Παΐσιος Καρεώτης
Ἱερόν Κελλίον Ἁγίων Ἀρχαγγέλων

Εἰσαγωγικὰ

Ἀρχὲς Αὐγούστου τοῦ τρέχοντος ἒτους δημοσιεύθηκε μὶα συνέντευξη τοῦ ἐκ Κρήτης Ἀρχιμανδρίτου π. Ἀντωνίου Φραγκάκη (π.Α.). Ἓνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θέματα ποὺ ἒθιγε ἦταν ἡ προσπάθεια θεολογικῆς τεκμηρίωσης τῆς κληρονομικῆς ἁγιότητος τῆς κληρονομικῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ γονιδιώματος. Ἡ κληρονομικότητα αὐτὴ μεταφέρεται -κατ΄αὐτόν- μέσω σωματικῶν γονιδίων, ποὺ εἶναι οἱ φορεῖς πνευματικῶν γονιδίων, στὰ ὁποία εἶναι ἐγχαραγμένη ἡ ὃποια κληρονομικότητα τῶν προγόνων, καὶ τὴν ὁποία φυσικῷ τῷ τρόπῳ παραλαμβάνει ὁ ἀπόγονος. Ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἀνάπτυξη αὐτῆς τῆς σκέψεώς του, ἦταν ὅτι πολλὰ παιδιὰ γεννιῶνται μὲ ὁμοφυλοφιλικὲς τάσεις, καὶ εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ γονεῖς, λόγω τῶν παρὰ φύσιν ἁμαρτιῶν τους.

Τὸν Σεπτέμβριο μήνα δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸν ὑποφαινόμενο μὶα Ἀντίρρηση σὲ αὐτὲς τὶς θέσεις τοῦ π.Α. ποὺ ἔκανε κριτική καὶ ἀπεδείκνυε ὅτι ἀποτελοῦσαν διαστρέβλωση τῆς Ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας μὲ σωτηριολογικὲς συνέπειες. Σαφῶς προκαλεῖτε σύγχυση τῶν ὑποστατικῶν καὶ τῶν φυσικῶν ἰδιωμάτων, διότι ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ ἁμαρτία τῶν γονέων, καθίσταται φυσικὸ θέλημα καὶ οὐσιώδης ποιότης τοῦ παιδιοῦ. Τὸ φυσικὸ θέλημα, ὅμως, δὲν εἶναι ποτὲ ἀποτέλεσμα τῆς προαιρέσεως. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐπιλογὴ τοῦ προσώπου, δὲν ἔγκειται στὸ φυσικὸ θέλημα, διότι τότε αἴτιος τοῦ κακοῦ θὰ ἦταν ὁ Θεός, ὁ δωρεοδότης τῆς φύσεως. Ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἀλλοιώνεται. Ἐνεδύθηκε, κατ΄ἐντολὴ Θεοῦ, τοὺς δερματίνους χιτώνας ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ χιτώνες ἀπεκδύονται μὲ τὸν θάνατο. Οἱ δερμάτινοι χιτώνες εἶναι τὰ ἀδιάβλητα πάθη, καὶ δὲν περιέχουν οὐδεμία κληρονομικότητα, εἴτε ἁγιότητος, εἴτε ἁμαρτίας.

Σὲ αὐτὸν τὸν ἄξονα τῆς Πατερικῆς διδασκαλίας κινήθηκε τότε ἡ κριτικὴ τῆς Ἀντίρρήσεως. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου, δημοσίευσε ὁ π.Α. μίαν Ἀπολογία μὲ τίτλο «Παλαιοὶ καὶ σύχρονοι ἅγιοι περὶ κληρονομικότητος καὶ ἄλλων τινῶν…».

Ὡς γενικὴ παρατήρηση ἐπὶ τῆς Ἀπολογίας πρέπει νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἀγνοήθηκαν οἱ θεολογικὲς ἐπισημάνσεις ποὺ ἐκτέθηκαν στὴν Ἀντίρρηση. Διατυπώνονται καὶ πάλι οἱ αὐτὲς θεολογικὰ ἐσφαλμένες θέσεις, ἐπίπροσθέτως δὲ ἐπιχειρεῖται μὶα προσπάθεια διασυνδέσεως τῆς καινοφανοῦς αὐτῆς βιοθεολογίας μὲ τὴν Πατερικὴ θεολογία, ὅπως παρόμοια κάνουν οἱ ὀπαδοὶ τῆς περσοναλιστικῆς θεολογίας. Γι΄αὐτὸ τὸ λόγο ἐκρίθη ἀναγκαῖο νὰ συνταχθεῖ αὐτὴ ἡ δευτέρα Ἀντίρρηση, μὲ σκοπὸ νὰ περιγραφθεῖ τὸ θεολογικὸ πλαίσιο τῶν Πατέρων, μέσα στὸ ὁποῖο ἀναπτύσσεται ἡ Ὀρδόδοξη διδασκαλία, καὶ νὰ μὴ γίνεται πελαγοδρόμηση σὲ ρητορικοὺς βερμπαλισμούς καὶ σὲ χειμαρρώδεις ἐξομολογήσεις. Ἡ κριτική καὶ στὶς δύο Ἀντιρρησεις περιορίζεται καθαρὰ στὸ ἐπίπεδο τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ ὄχι σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο. Ἄν ὁ λόγος γίνεται κάπου σκληρός, εἶναι στὰ σημεῖα ποὺ καταδεικνύονται οἱ συνέπειες τῶν θεολογικῶν θέσεων τοῦ π.Α. μὲ σκοπὸ νὰ κατανοηθεῖ στὸ ποὺ ὁδηγεῖ αὐτὴ ἡ νέα διδασκαλία. Δυστυχῶς, ὁ π.Α. τὸ ἐκλαμβάνει «ὡς θρησκευτικὴ τρομοκρατία τοῦ ζηλωτισμοῦ – ζουρλωτισμοῦ», «ποὺ ξέρει νὰ ἀναπαράγει τὴν τεχνικὴ τοῦ μίσους καὶ μάλιστα ἐν ὀνόματι τῆς ἀκεραιότητος τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀκενωτόμητης (sic) προσφορᾶς τοῦ σωτηριώδους περιεχομένου της». Ἡ ἀρχικὴ χαρὰ του γιὰ ἕναν γόνιμο διάλογο γρήγορα κατέληξε σὲ αὐτὲς τὶς ἐκφράσεις, μὲ μίαν ὁρολογία καθαρὰ μεταμοντέρνα καὶ οἰκουμενιστική. Ἡ μεθοδολογία τῆς σκέψεως καὶ ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ π.Α., εἶναι τὸ καλύτερο δώρο ποὺ μπορεῖ νὰ προσφέρει στούς –καὶ κατὰ τὸν ἴδιο- ἀντορθόδοξους, περσοναλιστές, οἰκουμενιστές «θεολόγους». Καταθέτω δημοσίως τὴν λύπη μου γιὰ τὴν ἐθελούσια μὴ κατανόηση ὑπὸ τοῦ π.Α., περὶ αὐτοῦ.

Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι πάντα ἐνοχλοῦσε τό Ἅγιον Ὄρος, καί ἐνοχλεῖ εἰσέτι. Τό μόνο ποὺ τοῦ ἀναγνωρίζουν οἱ ἐκτός, εἶναι τό νά λέει «εὐλαβεῖς ἱστοριούλες» καί «ἀνεκπλήρωτες προφητεῖες». Τότε εἶναι ἀκίνδυνο. Ἐνοχλεῖ ὅταν ὁ μοναχός διαφυλάττει «ἔργοις καί λόγοις» τήν ἱερὰ παρακαταθήκη τῆς παραδόσεως, τήν Ὀρθόδοξο διδασκαλία, τὸ ὁποῖο εἶναι καὶ τὸ κύριο ἔργο του. Δέν εἶναι αὐτὸ ἔργο τῶν ἀκαδημαϊκῶν διδασκάλων οἱ ὁποῖοι σχεδὸν στὸ συνολὸ τους εὐφραίνονται μὲ ὅ,τι καινοφανές, εἶναι ἔργο τῶν μοναχῶν. Σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία τῶν Πατέρων διαστρεβλώνεται ἐκ τῶν ἀλλοτρίων, ἀλλά καί ἐκ τῶν ἡμετέρων. Ἔχει ἀρχίσει νὰ διαμορφώνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἕνας νέος θεολογικὸς λόγος μὲ καινοφανεῖς ἀπόψεις ἐπὶ πολλῶν θεμάτων καὶ ἀσύνδετος μὲ τὴν Ἁγιοπατερικὴ θεολογία. Ἔρχονται στὴ δημοσιότητα -δῆθεν- θεολογικὲς ἐμβαθύνσεις σὲ πράγματα ἄκαιρα καὶ πολλὲς φορὲς σὲ σημαντικὰ ἐκκλησιολογικὰ θέματα. Ἡ ἐπισήμανση, καί ἡ κατάδειξη τῶν διαστρεβλώσεων πού πολλοί ἐπιφέρουν σήμερα στήν σώζουσα Ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι ἔργο κυρίως τῶν μοναχῶν. Ἡ ἀπεμπόληση αὐτοῦ τοῦ ἔργου γιά λόγους δῆθεν ταπεινώσεως καί ἡσυχίας, δηλώνει ἔνοχη σιωπή καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὴν σωτηρία. «Ἐπικατάρατος ὁ ποιῶν τά ἔργα τοῦ Κυρίου ἀμελῶς» (Ἱερεμ. 31, 10).

Ἀντιφάσεις

Στήν Ἀπολογία ὁ π.Α. παραθέτει ἐκτενῆ ἀποσπάσματα ἀπὸ ἕνα παλαιὸ βιβλίο του καὶ στὸ ὁποῖο υἱοθετεῖ ὀρθόδοξες θέσεις. Γράφει συγκεκριμένα, «κληρονομοῦνται οἱ συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἤτοι ἡ φθορά, ἡ παθητότητα καί ἡ θνητότητα. Αὐτά δημιουργοῦν τό «εὔκρατο κλίμα», ὥστε διά τῆς ἀνασφάλειας μπροστά στόν πόνο τοῦ φόβου τοῦ θανάτου καί τῆς ἐπιρροῆς τοῦ σατανᾶ, νά ἐκδηλώνονται καί νά ἐνεργοῦνται ὅλα τά πάθη». «Ἄν ὅλα πού μᾶς συμβαίνουν εἶναι ἀποτέλεσμα εἰμαρμένης ἤ εἶναι ἐμβόλιμα στή φύση μας, τότε δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη δικαιολογία γιά τό κακό, ἐπειδή θριαμβεύει ὁ διάβολος, στόν ὁποῖο οἱονεί ἀναγνωρίζουμε θεϊκές ἰδιότητες».

Ἐνῶ λοιπὸν καταγράφει αὐτὲς τὶς παλαιὲς θέσεις, στὴ συνέχεια τῆς Ἀπολογίας ἐπανέρχεται καί ἐπιμένει στὶς νεώτερες καί καινοφανεῖς τῆς συνεντεύξεως. Πρός τό μέσον τοῦ κειμένου, υἱοθετεῖ τὴν ἄποψη γιὰ τὰ σύγχρονα παιδιά «ποὺ εἰσροφούν (sic) δαιμονική ἐνέργεια ἀπὸ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα πού ἔχει ὁ διάβολος ἐπὶ τοῦ γενετικοῦ ὑλικοῦ ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχονται…». Γίνεται καὶ πάλι τρανὸς ρήτορας καὶ ὑποστηρικτὴς τῆς κληρονομικῆς ἁγιότητος ὅπως καὶ τῆς ἁμαρτίας.

Στά παραθέματα ἐπίσης ἐκ τοῦ παλαιοῦ βιβλίου, ἀναφέρει ὀρθότατα γιὰ τὴν Θεοτόκο, «ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ προσωπικὸς ἀγώνας, τήν κατέστησαν ΄΄μεθόριον κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου΄΄». Στή συνέχεια τοῦ κειμένου ὅμως, ἀλλάζει καὶ προσθέτει, ὡς ἀναγκαιότητα στὴν ἁγιότητα τῆς Θεοτόκου, τὴν ἀκούσια προσθήκη τῶν ἀγνισμῶν καὶ τῆς ἁγιότητος τῶν προπατόρων. Δηλαδή, τὸ ὑπεραγγελικὸ μεγαλεῖο τῆς Θεοτόκου, συνίσταται -κατὰ τὸν π.Α- ἀπὸ τρία «δομικά» στοιχεῖα, τὴν ἁγιότητα τῶν προπατόρων, ποὺ εἶναι ἀκούσιος κληρονομιά, τὸν προσωπικὸ της ἀγώνα καὶ τὴν Θεία Χάρη. Μὲ ἄλλα λόγια, ἔλαβε ὡς φυσικὴ προῖκα τήν ἁγιότητα τῶν προπατόρων γι΄αὐτὸ καὶ μπόρεσε– κατὰ τὸν π.Α- νὰ γίνει Ὑπεραγία. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον, τὸ ὅτι δὲν κατανοεῖ, ὅτι αὐτὴ ἡ θέση του, εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τοῦ παπισμοῦ. Ἐπ΄αὐτοῦ ὅμως, θὰ γίνει λόγος στὴ συνέχεια.

Υἱοθετεῖ, ἀκόμη, τὴν θέση ὅτι «οἱ ἑκάστοτε Πατέρες προσαρμόζουν τὸ περιεχόμενο τῆς διδαχῆς τους στὶς ὑπάρχουσες ποιμαντικές ἀνάγκες». Φέρνει ὡς παράδειγμα τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Ἀναφερόμενοι καὶ οἱ δύο στοὺς προπάτορες τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἶχαν διαφορετικὸ ποίμνιο, παρουσίαζαν –κατά τόν π. Α – διαφορετικὴ θέση στὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία. Δηλαδή, ἄλλοτε ὑπάρχει ἡ κληρονομικότητα τῆς ἁγιότητος τῶν προγόνων πρὸς τοὺς ἀπογόνους (Ἅγ. Γρηγόριος), καί ἄλλοτε δὲν ὑπάρχει (Ἅγ. Χρυσόστομος). Μὲ τὴν θέση του αὐτή, ὁ π.Α, διασπάει τὸ ἑνιαῖο τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας, τό consensus patrum, τό ὁποῖον καί εἰρωνεύεται στήν Ἀπολογία του, ἡ Ὀρθοδοξία γίνεται ὑποκειμενικὴ ὑπόθεση, οἱ Πατέρες ἀντιφάσκουν, ἤ, ὅπως λένε σήμερα οἱ μεταπατερικοί «θεολόγοι», ὑπάρχουν στρώματα παραδόσεων, καί ὁ καθένας ἐπιλέγει τὸ ἀρεστόν. Τήν θέση αὐτὴ τὴν υἱοθετεῖ ὁ π.Α, μετὰ ἀπὸ μὶα «θεϊκή» ἀποκάλυψη ἐνός κάποιου Ἱερομονάχου «ὁλιγογράμματου» μέν, ἀλλά καὶ ταυτόχρονα γνωρίζοντος «ἀπό στήθους τά συγγράμματα τῶν Πατέρων» (!).

Περί φυσικοῦ καί γνωμικοῦ θελήματος

Στόν ἐπίλογο τῆς Ἀπολογίας ὁ π.Α, ρητὰ λέγει ὅτι, «τό γνωμικό (θέλημα) δημιουργεῖται ἀπό τόν ἄνθρωπο διασκεπτικά, (καί) δέν ἀποτελεῖ παράλληλη μέ τό φυσικό (θέλημα) Θεϊκή χορηγία».

Στὸ δὲ κεφάλαιο τῆς Ἀπολογίας, «φυσικὸ καὶ γνωμικὸ θέλημα», γράφει ὅτι, «οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ταυτίζουν τήν φυσική θέληση μέ τήν ἐλευθερία καί τήν γνώμη μέ τήν ἁμαρτία. Βέβαια δέν ὑπάρχουν δύο θελήματα στόν ἄνθρωπο φυσικό καί γνωμικό, ἀλλά τό δεύτερο δημιουργεῖται ἀπό τήν στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος θά ἐπαναστατήσει κατά τῆς κοινῆς φύσεως, σφετεριζόμενος τήν θελητική δύναμη τῆς φύσεώς του, προκειμένου νά ἱκανοποιήσει ἀφύσικες ὁρμές καί ἐπιθυμίες».

Ταυτίζει τὴν προαίρεση καὶ τὴν γνώμη μὲ τὴν ἁμαρτία, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐπιλογὴ τῆς προαιρέσεως καὶ ὅτι ἡ προαίρεση «ἐκφυλίζει τό αὐτεξούσιο».Στήν Ἀντίρρησή κατατίθεται ἡ Πατερικὴ διδασκαλία, ὅτι, «ὅλα τά κτιστά λογικά ὄντα, ἄγγελοι καί ἄνθρωποι, ὡς κτιστά εἶναι καί τρεπτά, ἡ δέ τρεπτότης συνεπάγεται τήν προαίρεση. Ἡ γνώμη καί ἡ προαίρεση δέν ταυτίζεται πάντα μέ τήν πτωτική ἁμαρτωλή κατάσταση. Ὅπως ὑπάρχει ἡ γνωμική παράχρηση τῆς φύσεως, πού ἀποτελεῖ ἁμαρτία, ὑπάρχει ὡστόσο καί ἡ χάριτι γνωμική ἀτρεψία πρός τόν Θεό, ἡ ὁποία καί παραπέμπει στόν τρόπο ἁγιότητος».

Ὡς ἐπισφράγισμα ὑπάρχει ἡ ρήση τοῦ Ἁγίου Μαξίμου, «φύσει ἀγαθός μόνος ὁ Θεός καί γνώμῃ ἀγαθός ὁ θεομίμητος» (P.G. 90, 1069c).

Τά ὅσα ὑποστηρίζει ὁ π.Α, ὑπάρχουν μόνο σὲ ρητορικοὺς λόγους κατὰ τῆς ἁμαρτίας, ὅπου δὲν ἀναπτύσσεται ἡ θεολογία τοῦ θέματος. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ποὺ ἐκφράζει πλήρως τὸ consenus patrum τῆς ὀρθοδοξίας, διδάσκει στὸ κεφάλαιο περί τῶν Ἀγγέλων ὅτι, «ἔστι φύσις λογική νοερά τε καί αὐτεξούσιος, τρεπτή κατά γνώμην, ἤτοι ἐθελότρεπτος∙πᾶν γάρ κτιστόν καί τρεπτόν, μόνον δέ τό ἄκτιστον ἄτρεπτον, καί πᾶν λογικόν αὐτεξούσιον. Ὡς μέν οὖν λογική καί νοερά αὐτεξούσιος ἔστιν, ὡς δέ κτιστή τρεπτή, ἔχουσα ἐξουσίαν καί μένειν καί προκόπτειν ἐν τῷ ἀγαθῷ καί ἐπί τό χεῖρον τρέπεσθαι». (Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἔκδ. Πουρνάρα Θεσ/κη 1989, σελ. 100).

Ἡ γνώμη, λοιπόν, καί ἡ προαίρεση δὲν δημιουργεῖται ἐκ τῆς ἁμαρτίας, εἶναι τὸ πῶς τοῦ θέλειν. Οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἄγγελοι ἔχουν γνώμη καί προαίρεση, ὡς κτιστὲς ὑποστάσεις. Δέν χάνεται μὲ τὴν ἁγιότητα ἡ γνώμη, ἀλλὰ δι΄αὐτῆς ὁδηγούμεθα πρὸς τὴν ἁγιότητα, ἀκολουθοῦντες δι΄αὐτῆς τὴν φυσικὴ χρήση τῶν παρά Θεοῦ δεδωρημένων δυνάμεων τῆς ψυχῆς.

Σὲ ἔναν ἄλλο λόγο του ὁ Ἅγιος Ἰωάννης εἶναι σαφέστερος, καὶ λέει ὅτι οὔτε οἱ δυνάμεις τῆς φύσεως, οὔτε ἡ χρήση αὐτῶν εἶναι τὸ κακόν.
«Ἔστιν οὖν κακία ἡ τῶν φυσικῶν δυνάμεων παράχρησις. Εἰ γάρ χρησόμεθα ταῖς παρά Θεοῦ δεδωρημέναις τῇ ψυχῇ δυνάμεσιν, ἐφ’ ᾧ ἐλάβομεν, τουτέστι κατά τόν νόμον τοῦ δεδωκότος, καλόν. Εἰ δέ οὐκ, ἐφ’ ᾧ ἐλάβομεν, ἀλλά παρά τόν νόμον τοῦ δεδωκότος χρησόμεθα, κακόν καί οὐκ αὐταί αἱ δυνάμεις οὐδέ ἡ χρῆσις αὐτῶν ἐστίν ἡ κακή, ἀλλ΄ὁ κακός τρόπος τῆς χρήσεως ὁ παρά τόν νόμον τοῦ δεδωκότος Θεοῦ…κακά δέ οὐκ αὐτά, ἀλλά μή κατά τόν νόμον τοῦ δεδωκότος χρήσασθαι» (Κατά Μανιχαίων, ἐκδ. Πουρνάρα, Θές/κη 1988, σ. 58-60).

Τό Θεολογικό πλαίσιο τῶν Πατέρων

Τό ἐπίμαχο σημεῖο τῆς Ἀντιρρήσεως εἶναι τὸ θέμα τῆς κληρονομικότητος. Ἡ ἀρετή καὶ ἡ ἁμαρτία, ἀπαιτοῦν τὴν λογικότητα τῆς ψυχῆς, εἶναι αὐστηρὰ προσωπικά, εἶναι τῆς προαιρέσεως, γι΄αὐτὸ καὶ κρινόμεθα παρὰ Θεοῦ. Ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ κακία, δὲν εἶναι ποτὲ φυσικὴ κληρονομιά. Ἡ Ἀντίρρηση ἐπικεντρώνεται στὴν -δῆθεν- φυσικὴ κληρονομικότητα τῆς ἁγιότητος, ἤ καὶ τῆς κακίας, καὶ στὰ περὶ πνευματικοῦ γονιδιώματος, ὡς φορέα αὐτῶν. Βέβαια ὁ π.Α. μέσα στὴν ρητορικὴ ἐπιχειρηματολογία του, ἀνάγει σὲ μίαν ἐνότητα τὴν κληρονομικὴ ἁγιότητα καὶ τὴν περίοδο τῆς ἐμβρυακῆς ζωῆς, ὅπου τὸ ἔμβρυον εἶναι δέκτης μίας κάποιας παιδαγωγίας ὑπὸ τῆς μητρός του.

Δέν θὰ τεθοῦν ὡς θεολογικὴ βάση οἱ λαϊκὲς ρήσεις, ὅπως κάνει ὁ π.Α., ἀλλά θά γίνουν ὁδηγὸς τὰ ὅσα λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης στὸ ἔργο του «περί τῶν νηπίων πρός ὥρας ἀναρπαζομένων», ποὺ κάνει εἰδική καί ἀκριβή θεολογική ἀναφορὰ ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὀνομάσθηκε ἀπὸ τὴν Β΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδο Πατήρ Πατέρων, καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ διαμόρφωσε τὴν τελικὴ ἔκδοση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Στὸ ἔργο του αὐτό, ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων τῆς Θεολογίας, πρὶν ἐπιληφθεῖ τοῦ θέματὸς του, κτίζει τό θεολογικὸ πλαίσιο τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, γιὰ νὰ ἐκφράσει στὴ συνέχεια τὰ λογικὰ ἐπιχειρήματά του.

«Φημί τοίνυν καλῶς ἔχειν μή ῥητορικῶς τε καί ἀγωνιστικῶς εὐθύς κατά στόμα πρός τάς ἀντιθέσεις συμπλέκεσθαι, ἀλλά τινα τάξιν ἐπιθέντας τῷ λόγῳ δι΄ἀκολούθου προάγειν τὴν περί τοῡ προβλήματος θεωρίαν. Τίς οὖν ἡ τάξις; Τό γνῶναι πρῶτον ὅθεν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις καί ὅτου χάριν ἦλθεν εἰς γένεσιν» (Β.Ε.Π. τόμ. 68, σ. 306, στ. 17-21)

Λέγει, λοιπόν, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος νὰ μὴν ἐρχόμασθε ἀμέσως σὲ ἀντιρρήσεις μὲ τρόπο ρητορικὸ καὶ ἀνταγωνιστικὸ, ἀλλὰ νὰ βάλουμε τὰ πράγματα σὲ μὶα σειρά, σὲ μὶα τάξη, γιὰ τὴν ἐξέταση τοῦ θέματος, καὶ ξεκινάει μὲ τὸ ἐρώτημα ἀπὸ ποὺ προέρχεται ἡ καταγωγὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ γιὰ ποιὸ λόγο δημιουργήθηκε. Ὁ,τιδήποτε ὑπάρχει, εἴτε νοούμενον, εἴτε ὁρώμενον ὀφείλει τήν ὕπαρξὴ του στὸ Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ αἰτὶα τῶν πάντων. Ἡ φύση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος, ἀῒδιος, ἀμετάβλητος, δέν αὐξάνεται, δὲν μειώνεται, εἶναι ὑπὲρ πᾶσαν ἀνθρωπίνην ἔννοιαν καί ἀπεριόριστος. Ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ χρόνος, ὁ τόπος, καί ὅσα αὐτὰ περικλείουν, ὅπως καὶ κάθε νόηση, εἴτε νοητή, εἴτε ὑπερκόσμια.

Ἕνα ἀπὸ τὰ δημιουργήματα εἶναι καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάμικτη ἀπὸ ἑτερογενῆ στοιχεῖα.
«…ἐξ ἑτερογενῶν συκεκραμένον τήν φύσιν, τῆς Θείας τε καί νοερᾶς οὐσίας, πρός τήν ἑκάστου τῶν στοιχείων αὐτῷ συνερανισθεῖσαν μοῖραν καταμιχθείσης∙ γενέσθαι δέ τοῦτον παρά τοῦ πεποιηκότος, ἐφ᾽ ᾧ τε εἷναι τῆς Θείας τε καί ὑπερκειμένης δυνάμεως ἔμψυχόν τι ὁμοίωμα» (ὅπ. παρ. σ. 306-307, στ. 37-38, 1-3).

Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὰ δύο μέρη στὰ ὁποῖα εἶναι χωρισμένη ὅλη ἡ δημιουργία, δηλαδὴ ἐκ τῆς ὁρατῆς καί ἐκ τῆς ἀοράτου (Ρωμ.1,20). Μέ τὸ ἀόρατον, δηλώνεται ἡ νοερή καί ἀσώματος ψυχή, καὶ μὲ τὸ ὁρατόν, δηλώνεται τὸ αἰσθητόν καί ἄ-λογον σῶμα. Γιὰ νὰ μὴν εἶναι τὸ ἔσχατον τῶν αἰσθητῶν, ἡ γῆ, ἀμέτοχη καὶ στερημένη ἀπὸ τὸ νοερό καί ἀσώματο τρόπο ζωῆς, δημιουργεῖται γι’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ὁ ἄνθρωπος.

«Σκοπός δέ τῶν γινομένων ἐστί, τό ἐν πάσῃ τῇ κτίσει διά τῆς νοερᾶς φύσεως τήν τοῦ παντός ὑπερκειμένην δοξάζεσθαι δύναμιν, τῶν τε ἐπουρανίων καί τῶν ἐπιχθονίων διά τῆς αὐτῆς ἐνεργείας (λέγω δέ διά τοῦ πρός τόν Θεόν βλέπειν) ἀλλήλοις πρός τόν αὐτόν σκοπόν συναπτομένων. Ἡ δέ τοῦ βλέπειν πρός τόν Θεόν ἐνέργεια οὐδέν ἄλλο ἐστίν ἤ ζωή τῇ νοερᾷ φύσει ἑοικυῗά τε καί κατάλληλος» (ὅπ. παρ. σελ. 307,στ. 25-31).

Ὁ σκοπὸς τῆς ὑπάρξεως τῆς νοερᾶς φύσεως, εἶναι γιὰ νὰ δοξάζεται ἀπὸ ὅλη τὴν κτίση ἡ ὑπερκείμενη δύναμις, δηλαδὴ ὁ Θεός. Ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι, «διά τοῦ πρός τόν Θεόν βλέπειν», δηλαδὴ διὰ τῆς αὐτῆς ἐνεργείας εἶναι ἑνωμένοι. Ἡ ὅραση αὐτὴ πρός τὸν Θεόν, ἡ ὁποία ὑπουργεῖ τὸν κοινὸ σκοπὸ τῆς ὑπάρξεὼς των, «οὐδέν ἄλλο ἐστίν, ἤ ζωή τῇ νοερᾷ φύσει ἑοικυῒά τε καί κατάλληλος» (ὅπ. παρ. σ. 307, στ. 31). Ὅπως τὰ σώματα ποὺ εἶναι γήϊνα, παίρνουν ζωή καὶ ἐνέργεια ἀπὸ τὶς γήϊνες τροφές καὶ διακρατεῖται τὸ εἶδος τῆς σωματικῆς ζωῆς, παρόμοια μὲ τὰ ἄ-λογα, γίνεται καὶ στὰ λογικά, ποὺ ἔχουν νοητὴ ζωή. «Τὸ πρὸ τὸν Θεὸν βλέπειν καὶ μετέχειν» Αὐτοῦ, εἶναι ἡ οἱκεία καὶ κατάλληλος ζωὴ γιὰ τὴν νοερὰ φύση.Ἡ ὅραση αὐτὴ τῆς νοερᾶς φύσεως, ἀγγέλων καὶ ψυχῶν, εἶναι μετοχή καί μετουσία εἰς τὸ «ὄντως ὄν καί ἀεί μένων», διότι ὑπάρχει κάποια συγγένεια τοῦ μετεχομένου μὲ τὸ ὀρεγόμενο, τοῦ μεθεκτοῦ ἀγαθοῦ, μὲ τὴν νοερὰ φύση ποὺ ὀρέγεται τὴν μέθεξη. Γι΄αὐτό καὶ ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε κατ΄ εἰκόνα, «ὡς ἄν, οἶμαι, τῷ ὁμοίῳ βλέποι τό ὅμοιον. Τό δέ βλέπειν τόν Θεόν ἐστίν ἡ ζωή τῆς ψυχῆς…» (ὅπ. παρ. σελ. 308, στ. 16-17). Ἡ ζωή, λοιπὸν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἐνεργητικὴ μετοχὴ της στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐνέργεια Θεοῦ καὶ ὅπως τὸ ἡλιακὸ φῶς ἐμπίπτει στὴν φυσικὴ ὁρατικὴ ἐνέργεια τοῦ ὀφθαλμοῦ, παρόμοια καὶ ἡ θεϊκὴ ἐνέργεια ἐμπίπτει στὸν καθαρὸ ὀφθαλμὸ τῆς ψυχῆς καὶ αὐτὴ βλέπει τὸν Θεόν. Τὸ νὰ ἔχει ἡ ψυχὴ τὴν ὅρασὴ της καθαρή καὶ ἐνεργὴ εἶναι τὸ φυσικὸ της ἰδίωμα. Ἡ δέ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ, σὰν μὶα ὁμίχλη σκοτίζει τὸ διορατικὸν τῆς ψυχῆς, καὶ ὅταν ἡ ἄγνοια πυκνώσει γίνεται σκοτεινὸ νέφος, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ προχωρήσει μέσα ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ἀγνοίας ἡ ἀκτίνα τῆς ἀληθείας, ὁπότε μαζί μὲ τὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὸ φῶς, σβήνει καὶ ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς. Ἡ γνώση καὶ ἡ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ, ἐκφράζουν τὴν κατάσταση τῆς ψυχῆς σὲ σχέση μὲ τὸ ἀγαθό.

«Ἡ δέ ἄγνοια οὐχί τινός ἐστίν ὕπαρξις, ἀλλά τῆς κατά τήν γνῶσιν ἐνεργείας ἀναίρεσις, τῷ δέ μή ἐνεργεῖσθαι τοῦ Θεοῦ τήν μετουσίαν, ἡ τῆς ζωῆς ἀλλοτρίωσις ἀναγκαίως ἐπηκολούθησεν…» (ὅπ. παρ. σ. 309, στ. 2-4)

«Τῷ μή ἐνεργεῖσθαι» ὀφείλεται στήν ἀποστροφὴ τῆς προαιρέσεὼς μας πρὸς τὸ ἀγαθό. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνταπόδοση ἤ τιμωρία, ἡ ἀπόλαυση ἤ μή, τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μέθεξη ἤ μή, τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ.

«Ἡ μακαρία ζωή συμφυής ἐστί καί οἰκεία τοῖς κεκαθαρμένοις τά τῆς ψυχῆς αἰσθητήρια…» (ὅπ. παρ. σελ. 309, στ. 20-22).

Ἡ ἀπόλαυση τῆς αἰωνίου ζωῆς εἶναι μὲν οἰκεία στὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἡ νόσος τῆς ἀγνοίας τοῦ Θεοῦ ἔχει κυριαρχήσει σὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀνθρώπους. Ὅποιος ὅμως καθαρίσει τὸν ἑαυτὸ του μὲ τὶς κατάλληλες θεραπεῖες καὶ ἀποπλύνει «οἷόν τινα λήμην» τὴν ἄγνοια τοῦ διορατικοῦ τῆς ψυχῆς, ἀποκομίζει ἐπάξια τὴν ἀμοιβὴ τῆς ἐπιμελείας «ἐν τῇ ζωῆ τῇ κατά φύσιν γενόμενος». Ἐνῶ, ἐκεῖνος ποὺ ἀποφεύγει τὰ ἐξαγνιστικὰ φάρμακα τῆς ἀρετῆς, κατασκευάζει τὴ νόσο τῆς ἀγνοίας, δυσίατον γιὰ τὸν ἑαυτὸν του, λόγω τῶν πολλῶν καὶ ἀπατηλῶν ἡδονῶν. Ἔτσι ζεῖ παρὰ φύσιν καὶ εἶναι ἀποξενωμένος τοῦ κατὰ φύσιν, καὶ δὲν μετέχει «τῆς οἰκείας ἡμῖν καί καταλλήλου ζωῆς». Δηλαδὴ ἡ ἄγνοια κατασκευασθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἡδονικοῦ βίου, προξενεῖ ἀλλοτρίωση τῆς οἰκείας στὴν φύση μας ζωῆς. Ἡ ἄγνοια εἶναι γέννημα τῆς προαιρέσεως τοῦ κάθε προσώπου. Ἡ νόσος ἑπομένως ἔγκειται στὴν ἄγνοια, καὶ ὄχι σὲ «κληρονομικότητες καὶ ροπές, ραβδώσεις καὶ πνευματικὰ γονίδια».

«τό δέ ἀπειρόκακον νήπιον, μηδεμιᾶς νόσου τῶν τῆς ψυχῆς ὀμμάτων πρός τήν τοῦ φωτός μετουσίαν ἐπιπροσθούσης, ἐν τῷ κατά φύσιν γίνεται μή δεόμενον τῆς ἐκ τοῦ καθαρθῆναι ὑγείας, ὅτι μηδέ τήν ἀρχήν τήν νόσον τῇ ψυχῇ παρεδέξατο» (ὅπ. παρ. σ. 310, στ. 15-19).

Τό νήπιον, ὁ ἀρτιγέννητος ἄνθρωπος, εἶναι ἀπειρόκακον, δηλαδὴ δὲν ἔχει οὐδεμία ἐμπειρία τῆς ἁμαρτίας, δὲν ἔχει τὴ νόσο τῆς κακίας ποὺ ἐμποδίζει «πρὸς τὴν τοῦ φωτὸς μετουσίαν», γεννίεται κατὰ φύσιν καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη καθάρσεως, οὔτε ἡ ψυχὴ ἔχει κάποια νόσο, ὅταν γεννίεται τὸ παιδί. Ἡ κατάσταση τοῦ ἀπειροκάκου νηπίου εἶναι τὸ κατὰ φύσιν, δηλαδὴ τὸ εὖ εἶναι, εἶναιἀμόλυντη καὶ ἀνόθευτη, ἀκριβῶς ὅπως μᾶς ἔπλασε ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεός, μόνο μὲ τὴν ἐπιβάρυνση τῆς φθορᾶς καὶ τῆς θνητότητος. Ἡ φύση μας εἶναι ἐξ ἀρχῆς προσανατολισμένη νὰ κινεῖται πρὸς τὸν δημιουργὸ της, καὶ αὐτὸς ὁ προσανατολισμὸς ἐκφράζεται μὲ τὸ φυσικὸ θέλημα. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν ἀφήνει περιθώρια κληρονομικότητος. Γιὰ δὲ τὰ νεογέννητα πού πεθαίνουν λέγει, ὅτι ὁ Θεός,
«ὁ λόγῳ τά πάντα ποιῶν ὑπό φιλανθρωπίας ἀφαιρεῖται τῆς κακίας τήν ὕλην μή διδούς καιρόν τῇ προαιρέσει τῇ διά τῆς προγνωστικῆς δυνάμεως γνωρισθείσῃ διά τῶν ἔργων ἐν κακίας ἐξοχῇ δειχθῆναι οἵα ἐστίν, ὅταν πρός τό κακόν τήν ὁρμήν ἔχοι» (ὅπ. παρ. σελ. 314, στ. 34-38).

Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς δὲν δίνει στὴν ἀνθρώπινη προαίρεση, ποὺ μὲ τὴν προγνωστικὴ του δύναμη τὴν γνωρίζει, τὸν χρόνο τῆς ζωῆς, οὕτως ὥστε νὰ φανεῖ ἐν ἔργοις «οἵα ἐστίν» στὴν ὑπερβολὴ τῆς κακίας. Στὴ συνέχεια ὁ Ἅγιος Γρηγόριος λέγει γιὰ τοὺς γονεῖς καί διευκρινίζει, «ὧν (τῶν γονέων) ἐλέγχει τὴν νόσον (τῆς ἀγνοίας) ἰδίαν (δηλαδὴ προσωπικὴν) οὖσαν» (ὅπ. παρ. σ. 315, στ. 7). «Τὸ δὲ διαρκές τῆς ἐν κακίᾳ τούτῳ ζωής οὐ θεόθεν τὰς ἀφορμάς ἔχει∙τοῦ μὲν γάρ ζῆν τὴν δύναμιν παρὰ τοῦ τὴν ζωὴν πεποιηκότος έδέξατο, τοῦ δὲ κακῶς ζῆν ἡ οἰκεία καθηγεῖται προαίρεσις, ἧς μὴ πρὸς τοῦτο, τὴν ῥοπὴν ἐχούσης οὐδ΄ἄν ἦν ὅλως ἐν κακίᾳ ὁ ἄνθρωπος. Κακὸν γὰρ κατ’ οἰκείαν ὑπόστασιν οὐδέν, μὴ ἐν τῇ προαιρέσει τοῦ κακῶς βιοῦντος δημιουργούμενον» (ὅπ. παρ. σελ. 315-316, στ. 38-40,1).

Διασαφίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὅτι οἱ ροπὲς ἀνήκουν στὴν προαίρεση καὶ δὲν εἶναι ἐγχαραγμένες στὸ ἄ-λογον καὶ σωματικὸν μέρος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τὸ κακὸν δημιουργεῖται «ἐν τῇ προαιρέσει τοῦ κακῶς βιοῦντος», δὲν παραλαμβάνεται ἀπὸ κυτταρικὲς μνῆμες καί πνευματικὰ γονιδιώματα. Σὲ ὅλο του τὸ κείμενο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὀνομάζει ἀνεξαιρέτως ὅλα τὰ νήπια, ὡς ἀπειρόκακα. Δὲν ἀναφέρεται οὔτε σὲ ἅγια νήπια, οὔτε σὲ ἁμαρτωλά. Ἡ ἀνθρώπινη φύση γεννιέται καθαρὴ καὶ ἀναλλοίωτη, μὲ τὸ ἔνδυμα ὅμως τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν. Δέν ἀναφέρει οὔτε τὸ παραμικρὸ περὶ κάποιας κληρονομικότητος ἁμαρτίας, ἤ φυσικῆς προίκας ἁγιότητος. Ὅ,τι παρουσιάζεται σὲ ἐπίπεδο σωματικῶν ἀσθενειῶν ἤ χαρακτηριστικῶν, ἀφορᾶ τὸ ἄ-λογον καὶ σωματικόν μέρος, ὅπως παρατηρεῖτε ἀνάλογα στὸ ζωϊκὸ βασίλειο. Τό ἀπειρόκακον νήπιον δὲν ἔχει καμμία νόσο στὰ ὄμματα τῆς ψυχῆς του ποὺ νὰ τὸ ἐμποδίζει «πρὸς τὴν τοῦ φωτὸς μετουσίαν». Γεννιέται κατά φύσιν «μή ἐπιδεόμενον τῆς ἐκ τοῦ καθαρθῆναι ὑγείας, ὅτι μηδέ τήν ἀρχήν τήν νόσον τῇ ψυχῇ παρεδέξατο». «Τό πρός τό Θεόν βλέπειν», ποὺ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ζωή τῆς ψυχῆς, ἡ ἀναίρεση αὐτῆς τῆς ἐνεργείας ποὺ φέρει τὴ νόσο τῆς ἀγνοίας, ἀφορᾶ καθαρὰ τὴν προαίρεση καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς γνωμικὸ θέλημα. «Κακόν γάρ κατ΄οἰκείαν ὑπόστασιν οὐδὲν, μὴ ἐν τῇ προαιρέσει τοῦ κακῶς βιοῦντος δημιουργούμενον» (ὅπ. παρ. σελ. 315, στ. 40).

Ἡ καινοφανὴς Βιοθεολογία

Στήν Ἀπολογία ὁ π.Α. κάνει νέες διευκρινήσεις καὶ τομές, ποὺ δὲν τὶς εἶχε κάνει στὴν συνέντευξὴ του, γιὰ νὰ ὑπερασπίσει τὶς ἴδιες θέσεις. Στὴν συνέντευξὴ του τόνιζε κυρίως τὰ περὶ κληρονομικῆς ἁγιότητος. Στὴν Ἀπολογία τώρα, θέτει τὴν ψυχή –τὸ 70% κατ΄ αὐτόν– νὰ ἐπιλέγει καὶ νὰ προαιρεῖται ἀπὸ τὸ 30%, δηλαδὴ τὸ ἄ-λογον σωματικὸ μέρος, ὅ,τι αὐτὴ ἐπιλέξει, εἴτε ἁγιότητα, εἴτε κακία. Δηλαδὴ ἡ ψυχή -κατ’ αὐτόν- προαιρετικὰ ἐπιλέγει ἀπὸ τὸ βιολογικὸ γονιδίωμα, ποὺ εἶναι φορέας τοῦ πνευματικοῦ γονιδιώματος, καὶ υἱοθετεῖ ψυχικὰ ἀποτυπώματα τῶν προγόνων ἀνάλογα μὲ «τήν ζωηρότητα τῶν πνευματικῶν γραμμῶν πού εἶναι χαραγμένες πάνω στή σάρκα πού κληρονόμησε». Τὸ νέο στοιχεῖο τῆς ἐπιλογῆς τὸ παρουσιάζει γιὰ νὰ δείξει ὅτι «δέν εἴμαστε ὅμηροι καμίας κληρονομικότητας». Στὴν περίπτωση ὅμως τῆς Θεοτόκου ἐπιμένει ὅτι συστατικὸν στοιχεῖον τῆς ὑπεραγιότητὸς της, εἶναι καὶ ἡ προσωπικὴ ἁγιότης τῶν γονέων της, ὁπότε ἡ Θεοτόκος θέλει, δέν θέλει (sic) γίνεται «ὅμηρος τῆς κληρονομικότητός της».

Περί τοῦ σωματικοῦ καί πνευματικοῦ γονιδιώματος γράφει ἐπὶ λέξει, «αὐτή ἡ ἁμαρτωλή, ἐμπαθής, ψυχική κατάσταση, καταγράφεται καί στό σωματικό γονιδίωμά μας πού ἤδη φέρει τό γενικό καί εἰδικό ἀπό τούς γονεῖς μας κληροδότημα πού προαναφέραμε. Ἔτσι τό 30% τοῦ ἀνθρώπινου συνόλου φέρει τήν γενική καί εἰδική κληρονομικότητά μας. Τό ὑπόλοιπο 70% εἶναι ἡ καθαρή ψυχή πού λόγω τῆς βαθειᾶς καί ὑποστατικῆς ἕνωσης ψυχῆς καί σώματος, δυνατόν προαιρετικῶς νά ἐπιλέξει ὅ,τί ἀρνητικό ΄΄διαβάσει΄΄ πάνω στό σωματικό DNA, γεγονός πού συνεπάγεται τήν σταδιακή διαστροφή τῶν δικῶν της θεόσδοτων ἰδιοτήτων. Μπορεῖ ὅμως νά γίνει καί τό ἀντίθετο».

Μὲ ἁπλὰ λόγια, τό σωματικό καὶ ἄ-λογο μέρος τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖον ἐμψυχώνει ἡ λογική καὶ νοερὰ ψυχή, φέρει πάνω του «πατημασιές», «ράγες», «ἀποτυπώματα» τοῦ προσωπικοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῶν ψυχῶν, προγόνων καὶ γονέων, ποὺ τὸ ἐζωοποίησαν καὶ τὸ μετέδωσαν στὸν ἀπόγονο. «Μέσω τῆς σάρκας παίρνουμε τὶς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἀλλὰ καὶ τὸν προσωπικό τρόπο ὑπάρξεως τῶν ψυχῶν ποὺ ζωοποίησαν αὐτὴν τὴν σάρκα. Γιατὶ ἀφήνουν σὰν πατημασίες, σὰν ράγες τὸν τρόπο κινήσεώς τους οἱ ψυχές, πάνω στὸ σαρκικὸ μέρος τῆς ἀνθρώπινης ὑπόστασης». Δηλαδή, πάνω στὴν ἄ-λογη σάρκα χαράσσεται ὁ προσωπικὸς τρόπος ὑπάρξεως τῶν ψυχῶν, ποὺ εἶναι ἔλλογος καὶ προαιρετικός. Ὁπότε -κατὰ τὸν π.Α.- ἡ θνητὴ ἄ-λογη σάρκα ἀποκτᾶ στοιχεῖα λογικότητος.

Ἡ διάκριση τοῦ 30% καὶ 70% ἀνάγει στὴν Ἀριστοτελικὴ ψυχολογία, ὅπου ὁμιλεῖ ὁ φιλόσοφος γιὰ τὸ «ψυχικόν σπέρμα» τὸ μεταδιδόμενο ἐκ τοῦ πατρός καὶ τῆς μητρὸς στὸ τέκνο. Ἡ ψυχή -κατ’ αὐτόν- εἶναι διπλή καὶ διακρίνεται στὴν ποιητική καὶ τὴν παθητική.

«Ἡ ποιητική ψυχή εἶναι κάτι τό αὐθύπαρκτον καί ἀνεπίδεκτον ἀλλοιώσεως καί ἀναμίξεως, διότι εἶναι κατά τήν οὐσία της πλήρης ὀντολογική πραγματικότης…Ἡ δέ παθητική ψυχή ὑπόκειται στή φθορά» (Περί ψυχῆς 430, α 17).

Μπορεῖ ὁ φιλόσοφος να μὴν ἀναφέρει τὰ ποσοστὰ 30% καὶ 70%, ἀλλὰ μιλάει γιὰ δύο εἴδη ψυχῶν, τὴν ποιητικὴ ποὺ εἶναι αὐθύπαρκτη καὶ ἀναλλοίωτη, καὶ γιὰ τὴν παθητικὴν ποὺ ὑπόκειται .στὴ φθορὰ καὶ εἶναι θνητὴ.

Τό ἐρώτημα, ὅμως ποὺ εὔλογα θέτει καὶ ὁ ἔχων στοιχειώδεις γνώσεις ὀρθοδόξου Θεολογίας, εἶναι ὅτι, ἐφ΄ὅσον ὁ προσωπικός τρόπος ὑπάρξεως τῆς κάθε ψυχῆς, δηλαδή τὸ «πῶς» τοῦ «θέλειν» τῆς ψυχῆς, τὸ προαιρετικὸν καὶ γνωμικὸν αὐτῆς, ποὺ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα εἴτε τὴν ἀρετή, εἴτε τὴν κακία, καὶ οἱ ὁποῖες ἀναγκαίως προϋποθέτουν τὴν λογικότητα τῆς ψυχῆς, αὐτὸς λοιπὸν ὁ τρόπος ὑπάρξεως ποὺ ἐγχαράσσεται στὸ σωματικὸ γονιδίωμα καὶ γίνεται πνευματικὸ γονιδίωμα, πῶς γίνεται αὐτὸ τὸ σωματικὸ γονιδίωμα, ποὺ εἶναι ἄ-λογον, αἰσθητόν καὶ σωματικόν, νὰ φέρει στοιχεῖα καὶ ἴχνη λογικότητος, δηλαδὴ ἀρετῆς, ἤ κακίας; Ἄν τὸ ἄ-λογον, φέρει ἴχνη λογικότητος, τότε παύει νὰ εἶναι πλήρως ἄ-λογον. Τὰ σωματικὰ χαρακτηριστικά, οἱ ροπὲς πρὸς τὴν ἀσθένεια, ἡ φθορά καὶ ἡ θνητότης, γενικὰ οἱ δερμάτινοι χιτῶνες, ποὺ ἔχουν ὡς ὄχημα τὴν σωματικὴ φύση, δὲν ἀπαιτοῦν τὴν λογικότητα τῆς ψυχῆς, δὲν εἶναι οὔτε ἀρετή, οὔτε κακία. Οἱ ψυχικὲς ὅμως συμπεριφορές, ἀρετῆς καὶ κακίας, ἀπαιτοῦν τὸ λογικὸ καὶ προαιρετικὸν τῆς ψυχῆς, διότι δι΄αὐτῆς κατορθώνονται. Γι΄ αὐτὸ τὸ λόγο καὶ στὴν κριτικὴ τῆς πρώτης ἀντιρρήσεως ἀλλά καὶ τώρα, ἐπισημαίνεται ὅτι ὁ π.Α. ἀκούσια εἰσάγει τὴν διδασκαλία τῆς διπλῆς ψυχῆς.

Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ ὅσα πρεσβεύει, τὸ σωματικὸ γονιδίωμα, ποὺ θὰ ἐμψυχωθεῖ ἀπὸ τὴν καθαυτό ψυχή, ὡς ἔχον «ἴχνη» καὶ «ἀποτυπώματα» ἀρετῆς ἤ κακίας τῶν ψυχῶν τῶν προγόνων, ἐξ ἀνάγκης καὶ συνεπῶς λογίζεται ὡς προϋπάρχον εἶδος ψυχῆς, ἕνα εἶδος σωματοειδοῦς ψυχῆς, διότι φέρει στοιχεῖα λογικότητος. Ἄν ὁ π.Α. φέρει τὴν ἀντίρρηση ὅτι αὐτὸ τὸ σωματικὸ γονιδίωμά, πού εἶναι φορέας τοῦ πνευματικοῦ γονιδιώματος, εἶναι ἄ-λογον καὶ ὄχι λογικόν, τότε ὑποχρεοῦται νά ἑρμηνεύσει ἐπακριβῶς, πώς εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἡ λογικότητα τῆς ἀρετῆς νὰ γίνεται ἄ-λογη πάνω στὸ γονιδίωμα καί μετά νὰ ξαναγίνεται λογική, ὅταν –κατ΄ αὐτόν– τὴν υἱοθετήσει ἡ καθ΄αὐτὸ ψυχή. Ἐπειδὴ ἀναφέρεται σὲ γονεϊκὲς κληρονομικὲς ροπές καὶ ἴχνη ἄς διασαφήσει εὐκρινῶς, πώς, οἱ «ροπές» αὐτὲς ποὺ φέρει τὸ «σωματικὸ γονιδίωμα», οἱ σωματοποιημένες –κατ’ αὐτόν– ἐπιθυμίες, πὼς χαράσσονται καὶ καταγράφονται ἐπάνω του αὐτὲς οἱ «ζωηρὲς γραμμές». Διότι, ἐφ΄ ὅσον εἶναι σωματικόν καὶ αἰσθητὸν τὸ γονιδίωμα, τότε εἶναι αἰσθητές καὶ «ἁπτὲς» αὐτὲς οἱ χαράξεις. Ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία γνωρίζει μόνο τὶς ροπὲς τῆς προαιρέσεως τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι νοητές.

Μία ἀκόμα συνέπεια τῆς διδασκαλίας τοῦ π.Α.εἶναι ὅτι, ἄν γίνει δεκτὸ ὅτι στὸ «σωματικὸ γονιδίωμα» μεταφέρονται σωματοποιημένες ἐπιθυμίες καὶ ροπές, ἀρετῆς καὶ κακίας, τότε ἀναγκαστικὰ πρέπει καὶ τὰ ἄ-λογα, οἱ γάτοι καὶ οἱ σκύλοι, καὶ ὅλο τὸ ζωϊκὸ βασίλειο, νὰ κριθοῦν στὴν τελικὴ κρίση γιὰ τὴν ἀρετὴ ἤ τὴν κακία ποὺ φέρουν, διότι καὶ αὐτὰ μεταξὺ τους παρουσιάζουν διαφορὲς στὴν συμπεριφορά. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, μᾶς διδάσκει ὅτι τὰ ἄ-λογα εἶναι καὶ ἄκριτα.

Σέ ἄλλα σημεῖα τῆς Ἀπολογίας γράφει περὶ τῆς «κυτταρικῆς μνήμης» ὡς φορέα συμπεριφορῶν ἁγιότητος ἤ ἁμαρτίας. Ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ μνήμη εἶναι ἐνέργεια καὶ δύναμη τῆς ψυχῆς. Ἄν γίνει δεκτὴ ἡ διδασκαλία αὐτή, ὅτι τὸ κύτταρο ἔχει δικὴ του αὐτόνομη μνήμη ψυχικῆς συμπεριφορᾶς, τότε καὶ τὰ πτώματα τῶν ἀνθρώπων, ἔχουν τὴν δικὴ τους αὐτόνομη μνήμη. Ἡ ἐπιστήμη ἀναφέρεται πολλάκις στὴν «κυτταρικὴ μνήμη», ἀλλά οὐδέποτε τὴν συνδέει μὲ τὴν ἔννοια τῆς ψυχῆς, ὅπως τὴν διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξος Θεολογία, καὶ ὅπως θέλει νὰ τὴν συνδέσει στὴν διδασκαλία του ὁ π.Α. Κατὰ συνέπεια, ἡ «κυτταρικὴ μνήμη» ὅπως τὴν ὑποστηρίζει δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ οὔτε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη. Ἀντίθετα, εἶναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ μὶα περσοναλίζουσα βιοθεολογία.

Περὶ τῶν ἁγίων θεοπατόρων

Στὴν πρώτη Ἀντίρρηση ἔγινε σχολιασμὸς σὲ αὐτὸ ποὺ συναντᾶτε πολλὲς φορὲς στὴν ὑμνολογία, «ὁ ἐκ κοιλίας μητρός ἡγιασμένος», διότι πάντοτε συνδέεται ἡ προγνωστικὴ θεία ἀντίληψη μὲ τὴν προαίρεση τοῦ ἑκάστοτε ἁγίου. Ὁ Θεός προορίζει κατὰ πρόγνωση. «Οὕς ὁ Θεός προέγνω, τούτους καὶ προώρισε» (Ρωμ. 8,29). Δὲν δίδεται καμμία ἁγιότης κληρονομικά, δηλαδὴ κάποια ἐκ φύσεως εἰδικὴ Χάρις. Ἕνα ἔξοχο δεῖγμα τὸ τὶ πιστεύει ἡ Ἐκκλησία ἐπ΄ αὐτοῦ, τὸ ἔχουμε στὴν ὑμνολογία γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο.

«Πόῤῥωθεν προβλέπων σου, τήν πολιτείαν Ἰάκωβε, ἀδελφόν σέ προσήκατο, Χριστός ὁ φιλάνθρωπος, ὁ σοφός προγνώστης…» (Ἑσπερινός Ἁγ. Ἰακώβου ἀδελφοθέου, 23 Ὀκτ.).

Τά ἴδια λόγια ἰσχύουν γιὰ τοὺς ἁγίους Θεοπάτορας. Παράλληλα μὲ τὴν προσωπικὴν τους ἁγιότητα, ἡ προσφορὰ τῶν θεοπατόρων, ἀλλὰ καὶ πολλῶν προπατόρων, εἶναι ὅτι ἦσαν ἀκριβεῖς καὶ γνήσιοι φορεῖς τῆς νομικῆς καὶ προφητικῆς παραδόσεως, μέσα στὴν ἀποστασία τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ εὔκρατο κλίμα τῆς προφητικῆς παραδόσεως ἐγαλούχησαν τὴν μέλλουσα θεομήτορα. Τό φρόνημα καὶ ἡ ἁγιότης τῶν θεοπατόρων, ἦταν ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, στὴν ὁποία ἐκυοφορήθη καὶ ἐπαιδαγωγήθη ἡ Θεοτόκος, καὶ ἰσχύουν καὶ πάλι ἀναλογικὰ τὰ λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ, «πόῤῥωθεν προβλέπων τήν πολιτείαν αὐτῆς, μητέραν αὐτοῦ προσήκατο, Χριστός ὁ φιλάνθρωπος, ὁ σοφός προγνώστης…». Τὴν ἴδια διδασκαλία μᾶς παραθέτει καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «Αὕτη γάρ τῇ προαιωνίῳ προγνωστικῇ βουλῇ τοῦ Θεοῦ προορισθεῖσα καὶ διαφόροις εἰκόσι καὶ λόγοις προφητῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου εἰκονισθεῖσά τε καὶ προκηρυχθεῖσα ἐν τῷ προωρισμένῳ καιρῷ ἐκ Δαυϊδικῆς ρίζης ἐβλάστησε διὰ τὰς πρὸς αὐτόν γενομένας ἐπαγγελίας». (Ἐκδ. Ἀκριβ. τῆς Ὀρθοδ. πίστεως, Π. Πουρνάρα, Θεσ/νικη 1989, σελ.376)

Ὁ π. Α. ὅμως δὲν καλύπτεται ἀπὸ αὐτὴ τὴν κρίση τῆς θεϊκῆς Προνοίας γιὰ τοὺς ἁγίους ποὺ ὑπηρέτησαν τὸ μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας. Λέει χαρακτηριστικά:
«Δὲν εἶναι μία ἀπλὴ ΄΄ἠθικὴ΄΄ ἐπιβράβευση ἀπὸ πλευράς τοῦ Θεοῦ ἡ ἐπιλογή τῶν Προπατόρων τῆς Θεοτόκου, ἐπειδὴ ἀναπαύθηκε στὴν πνευματική τους ποιότητα καὶ τοὺς ἐπιστράτευσε δυνάμει τῆς προγνωστικής Του ἰδιότητος στὴν γενεαλογικὴ σειρὰ τὴς κατὰ σάρκα γεννήσεως Του…δὲν τὸ ἔκανε αὐτό, ἐπειδὴ τάχα ἄξιζε τὸν ΄΄κόπο΄΄ νὰ μετάσχουν στὴν ὑλοποίηση ἐξαίρετων σωτηριολογικῶν προγραμματισμῶν λόγω τῆς ἐνάρετης ζωής τους», «ἡ ἐπιβραβευτική καί μόνο ἐπιλογή ἀπό τόν Παντογνώστη θεό τῶν Θεοπατόρων καί ἡ ἔνταξη τους στήν ἐκτέλεση θείων ὑπηρεσιῶν, εἶναι χωρίς οὐσιαστικό νόημα ἤ καί ἐπισφαλής, γι΄αὐτούς πού θά τήν ἐκμεταλευτοῦν ἐγωϊστικά,ὅταν μάλιστα αὐτή ἡ ἐπιλογή δέν ἔχει ἀποτελεσματικό ρόλο στήν ἐπίτευξη τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας, ἀλλά μόνο τιμητικό καί θεοστεφῆ χαρακτήρα».

Διδάσκει ξεκάθαρα, ὄχι μόνο ὅτι τὸ ὑπεραγγελικὸ μεγαλεῖο τῆς Θεοτόκου εἶναι ἡ ἀποκορύφωση σὲ μὶα κληρονομική –δῆθεν– «χιονοστιβάδα» ἁγιότητος, ὅπως τὴν ὀνομάζει, τῶν προπατόρων, ἀλλά ὅτι καὶ παρέλαβε ἕνα ἀκούσιον ὑλικὸν ἁγιότητος. Δὲν κατανοεῖ ὁ π.Α., ὅτι αὐτὴ ἡ θέση ἔχει πάμπολλα στοιχεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ δόγματος τῆς «ἀσπίλου καὶ ἀμώμου συλλήψεως» τοῦ παπισμοῦ; Οἱ Λατίνοι ὑποστηρίζουν μίαν πλήρη κατὰ φύσιν ἀναμαρτησίαν τῆς Θεοτόκου, ὁ δὲ π. Α. μίαν «κατὰ φύσιν ἀναμαρτησία καὶ ἁγιότητα» κατὰ 30 %, λόγω τῆς ἁγιότητος τῶν θεοπατόρων. Εἶναι πασιφανὲς ὅτι μειώνει τὸν προαιρετικὸν ἄθλο τῆς προσωπικῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, καὶ τῆς ὑστερεῖ τὸ ὑπεραγγελικὸν μεγαλεῖον της «κατά 30%…».

Γράφει, «Ποιός σοβαρός ἄνθρωπος, μέ στοιχειώδη ἔστω πίστη, μπορεῖ νά δεχθεῖ κάτι τέτοιο; ». Δηλαδή, ὅτι «ἀρκεῖ ἡ προσφερθεῖσα ἀπό τό οἰκεῖο της περιβάλλον ἀγωγή, νά βοηθοῦσε ἐκ βρεφικῆς ἡλικίας τήν προαίρεση τῆς Θεοτόκου, νά παραμείνει ἐπακριβῶς ἐναρμονισμένη μέ τό φυσικό της Θέλημα!».

Ἀναλογίζεται ὁ π.Α. ἄν ὑπάρχει κάποιος «σοβαρός» ἄνθρωπος μὲ στοιχειώδη ἔστω πίστη, ποὺ νὰ πιστεύει ὅτι ἔφθανε μόνο ἡ ἀγωγή τοῦ οἰκείου περιβάλλοντος καὶ ἡ προαίρεση τῆς Θεοτόκου γιὰ νὰ φθάσει στὸ ὑπεραγγελικὸν μεγαλεῖον της. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὄχι μόνο .ἔχει στοιχειώδη πίστη, ἀλλὰ εἶναι καὶ διδάσκαλος τῆς πίστεως. Γράφει ὅτι μετά τὴν γέννησὴ της ἡ Θεοτόκος, «Ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ φυτευθεῖσὰ τε καὶ πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος πάσης ἀρετῆς καταγώγιον γέγονε, πάσης βιοτικῆς καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας τὸν νοῦν ἀποστήσασα καὶ οὕτω παρθένον τὴν ψυχήν τηρήσασα σύν τῷ σώματι, ὡς ἔπρεπε τὸν Θεόν ἐγκόλπιον ὑποδέχεσθαι μέλλουσαν∙ἅγιος γάρ ὤν ἐν ἁγίοις ἀναπαύεται. Οὕτω τοίνυν ἁγιωσύνην μετέρχεται καὶ ναὸς ἅγιος καὶ θαυμαστός τοῦ ὑψίστου Θεοῦ ἀναδείκνυται ἀξίως» (Ἔκδ. ἀκριβ. τῆς ὀρθοδ. πίστεως, ὅπ. παρ., σελ. 378 – 80).

«Ἁγιωσύνη μετέρχεται –λοιπὸν- καὶ ναὸς ἅγιος… ἀναδείκνυται». Τὸ «ἀποστήσασα», «τηρήσασα», «μετέρχεται» καὶ «ἀναδείκνυται» δηλώνουν ἀγώνα προαιρετικὸν στὴν ἀρετή.

Γιὰ τὸν π.Α. ὅμως ἡ «ὑπεραγγελικὴ ἁγιότητα» τῆς Θεοτόκου, δὲν εἶναι ὁ προαιρετικός ἄθλος της, χάριτι Θεοῦ, ἀλλὰ κληρονόμησε ἁγιότητα, ἡ ὁποῖα ἔγινε ἀκούσιον δομικὸν στοιχεῖον τῆς παναγιότητὸς της. Μὲ αὐτὴ τὴν φυσικὴ προῖκα τῆς ἁγιότητος ἔκτισε τὸ ὑπεραγγελικὸν μεγαλεῖον της. Στὸ οἰκεῖον μέρος εἰπώθηκαν τὰ περὶ διπλῆς καὶ σωματοειδοῦς ψυχῆς ποὺ εἰσάγει μὲ τὴν διδασκαλία του αὐτή. Φαίνεται ὅμως καθαρὰ ἐδῶ, ὅτι ἡ προαίρεση τῆς ψυχῆς στὴν ὁποῖα στηρίζεται ἡ ἀγαθὴ σύμπραξη καὶ συνέργια μὲ τὴν ἁγιάζουσα δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται σὲ δεύτερη μοίρα καὶ ὁ Θεὸς παρουσιάζεται ὡς προσωπολήπτης. Στὴν τελικὴ κρίση δέ, ποὺ θὰ φανερωθεῖ τὸ γεγονός αὐτῆς τῆς φυσικῆς προίκας ἁγιότητος στὰ μάτια τῶν κρινομένων ἁμαρτωλῶν, δίκαια θὰ λεχθεῖ ὑπ΄αὐτῶν ὅτι εἶναι ἀδικημένοι ἀπὸ τὸν Θεό, διότι δὲν εἶχαν παρόμοια βοήθεια ἀπὸ τοὺς προγόνους τους.

Περὶ τῆς συμφωνίας τῶν Ἁγίων Πατέρων

Εἶναι ἀπορίας ἄξιον ὅτι ὅταν ἐπαρατέθησαν στὴν Ἀντίρρηση πολλοὶ λόγοι ἐκ τῶν Πατέρων, κατὰ τὸν π.Α., ὁ ὑποφαινόμενος παρουσιάζει «κρυφὴ ὑπερηφάνεια», πάσχει ἀπὸ «φυσίωση» καὶ «παριστάνει τον κριτή τῶν πάντων». Ἐνῶ ὁ ἴδιος ὅταν παρουσιάζει -μὲ τὸ δικὸ του τρόπο- τοὺς λόγους τῶν Πατέρων «βλὲπει τὰ χάλια του στὸ ἀστραπηβόλο κάτοπτρο τῆς δικῆς τους ἀναγεννημένης ζωῆς καὶ ἀναπτύσει τὴν ζωοποιό ταπεινοφροσύνη καὶ μετάνοια».Ἐπί τούτου δὲν θὰ ἐκφρασθεῖ οὐδεμὶα γνώμη, ἀλλά θὰ φανεῖ ἡ δύναμη τῶν λόγων ποὺ κατατίθενται ὑπ΄ ἀμφοτέρων, ἀνεπιστρεπτὶ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

Γράφει λοιπὸν ὁ π.Α., ὅτι ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος διδάσκει γιὰ τοὺς προπάτορες, πὼς ὑπῆρχαν ἀνάμεσά τους ἄνθρωποι μεγάλης ἁμαρτίας, ἀλλά καί μεγάλης ἁγιότητος καὶ ὅτι «ὁ Χριστός προῆλθε γενεαλογικά καί ἀπό μεγάλους ἁμαρτωλούς ΄΄οὐδαμῶς ἐπαισχυνόμενος τά ἡμέτερα κακά΄΄» (Ε.Π.Ε. 17, 420). Στὴ συνέχεια λέει γὶα τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τὸν ἑρμηνευτὴ του Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρουν –κατ΄ αὐτόν– γιά «κληρονονομικὸ φρόνημα». Τὸ συμπέρασμὰ του εἶναι, ὅτι ὁ ὑποφαινόμενος ἔρχεται -δῆθεν- σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο καὶ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, χωρὶς νὰ ἀναφέρει ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἔρχεται σὲ οὐσιαστικὴ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἅγιο Χρυσόστομο. Ἡ τελικὴ εἰκόνα ποὺ παρουσιάζεται εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἀντίφαση καὶ ἀσυμφωνία στοὺς Πατέρες, καὶ ὅτι ὁ π.Α. προτιμάει τοὺς Πατέρες τῆς δευτέρας χιλιετίας.

Ἡ μέθοδος τῆς Οἰκουμενιστικῆς θεολογίας, εἶναι ἡ ἐλλειπὴς ἀναφορὰ στὴν σύνολη Πατερικὴ διδασκαλία, ἡ ἀπομόνωση καὶ ἡ ἐπιλογὴ Πατερικῶν χωρίων κατὰ τὸ «δοκοῦν». Τέτοια παραδείγματα ἐλλειπτικῆς ἀναγνώσεως καὶ ὑποκειμενικῆς κατανοήσεως παρουσιάζει καὶ ὁ π.Α. Γιὰ παράδειγμα στὴν ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ στοὺς προπάτορες, καταγράφει ἀπὸ τὸ κεφάλαιο 6 τὸ χωρίον:
«προωκονόμει δέ καί τήν ταύτης εἰς τό εἶναι πρόοδον ἄνωθεν ἐκλεγόμενον καί ἀνακαθαῖρον τήν τοῦ γένους σειράν, καί τούς μέν ἀξίους ἤ ἀξιολόγων ἐσομένους πατέρας προσιέμενον, τούς δέ ἀναξίους τελείως ἀποβαλλόμενον» (Ε.Π.Ε. τομ. 11, ΄Ὁμιλία ΝΖ, σ. 432).

Ἄν καὶ αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου ἑρμηνεύεται σύμφωνα μὲ τὴν «πρόγνωση–προορισμό» τῆς Θείας Προνοίας, γιὰ τὴν ὁποία ἔγινε λόγος νωρίτερα, ὅμως ὁ π.Α. τὸν ἐντάσσει στὰ περὶ κληρονομικῆς ἁγιότητος. Βέβαια, ἄν συνέχιζε τὴν ἀνάγνωση τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου, θὰ ἔφθανε στό κεφάλαιο 15 καὶ θὰ διάβαζε: «Ὁρᾶτε γενεάν Χριστοῦ καί συγγένειαν οὐ κατά φύσιν φυεῑσαν, ἀλλά κατά χάριν καί τόν ἐκ τῆς χάριτος νόμον;» (Ε.Π.Ε. 11, σ. 444). Δηλαδή, ἡ γενεὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ συγγένειὰ του, δὲν φύτρωσε κατὰ φύση, ἀλλὰ κατὰ χάρη, κατὰ πρόνοια Θεοῦ.

Δὲν θὰ γίνει κριτικὴ ἄλλων Πατερικῶν χωρίων ποὺ παραθέτει, τὰ ὁποία ὁμιλοῦν κυρίως γιὰ μετὰ τὴν σύλληψη τῆς Θεοτόκου, ἤ εἶναι ἐγκωμιαστικοὶ ρητορικοὶ λόγοι, καὶ ὁ π.Α. τὰ ἐντάσσει στὴν ἑρμηνεὶα του, διότι θὰ μακρύνει ὁ λόγος αὐτῆς τῆς ἀντιρρήσεως. Τὸ δεῖγμα ποὺ παρετέθει, ἀρκεῖ. Θὰ πρέπει μόνο νά ἐπισημανθεῖ ἔτι περισσότερον, ὅτι ἡ ἐπιλεκτικὴ χρήση πατερικῶν χωρίων, χωρίς θεολογικὸ ἐπιχείρημα καὶ συμπέρασμα, ἀκολουθεῖ τήν μέθοδο τῶν συγχρόνων μεταπατερικῶν «θεολόγων», οἱ ὁποῖοι ἀφ΄ ἑνὸς μὲν ἀπομονώνουν τὸ πατερικὸ χωρίο ἀπὸ τὴν λοιπὴ συνάφεια τοῦ κειμένου, ἀφ΄ ἑτέρου δὲ, δὲν τὸ συνδέουν μὲ τὴν συνολικὴ Πατερικὴ θεώρηση τοῦ θέματος καὶ ἐμφανίζουν τὸν ἕνα ἅγιο νὰ διαφωνεῖ μὲ τοὺς ἄλλους.Ἔτσι προβάλλεται καί ἑδραιώνεται ἡ μεταπατερικὴ οἰκουμενιστικὴ ἀντίληψη περί ποικιλίας παραδόσεων καί ὄχι μιᾶς, ἑνιαίας, καθολικῆς καὶ πατερικῆς, δηλαδὴ τὸ consensus patrum διὰ τὸ ὁποῖο γίνεται συχνὰ λόγος στὴν Ἀντίρρηση αὐτή.

Ὁμιλεῖ βέβαια ὁ π.Α. περὶ τῆς παραδόσεως τῆς ἀποκαλύψεως ὅτι, «εἶναι ἑνιαῖα, ἀλλά διατυπώνεται ἑκάστοτε, ἀνάλογα μέ τίς προκλήσεις καί τήν ἐκφραστική δυνατότητα τῆς κάθε ἐποχῆς». Θεωρεῖ ἐπίσης ὅτι οἱ παλαιοὶ Πατέρες «δέν μποροῦσαν νά μιλήσουν γιά γονιδιώματα καί ἄλλα παρεμφερῆ, ὅπως οἱ σύγχρονοι φορεῖς τῆς θείας ἀποκαλύψεως».Οἱ παλαιοὶ Πατέρες, ὅμως, δὲν μίλησαν περὶ πνευματικῶν γονιδιωμάτων καὶ καταγραφῆς ψυχικῶν συμπεριφορῶν στὸ DNA, ὅπως καὶ γιὰ τὴν διαίρεση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως σὲ 30% καὶ 70%, ὄχι γιατὶ τοὺς ἔλλειπε ὁ σύγχρονος ἐπιστημονικὸς λόγος, ἀλλὰ ἁπλὰ γιατὶ δὲν συμφωνοῦν αὐτὰ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία. Ἄλλωστε καὶ δίχως ἀναφορὰ σὲ γονιδιώματα, θὰ μπορούσαν τουλάχιστον νὰ ἀναφερθοὺν στὴν ἀναλογὶα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος κατὰ 70% καὶ 30% ἀντίστοιχα, ὅπως καὶ γιὰ τὴν κληρονομικότητα, ἀρετῆς καὶ ἁμαρτίας. Ἡ σύνολη Πατερικὴ διδασκαλία, διδάσκει τὴν συνέργια θείας Χάριτος καὶ προαιρέσεως γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς ἁγιότητος καὶ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι δημιούργημα τῆς προαιρέσεως, γιὰ αὐτὸ θὰ ὑπάρξει καὶ ἡ τελικὴ Κρίση. Ἐπομένως δὲν ἔχουν ἑνότητα ἡ μὶα διδασκαλία μὲ τὴν ἄλλη. Οἱ συνέπειες τῆς καινοφανοῦς διδασκαλίας, ἀναιροῦν τὶς δογματικὲς θέσεις τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ποὺ σημαίνει ἁπλά, κίνδυνος γιὰ τὴν σωτηρία. Ἡ Πατερικὴ διδασκαλία παρουσιάσθηκε περιληπτικὰ στὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ὅπου ἡ ἑκάστου προαίρεση εἶναι δημιουργός τῆς κακίας, καὶ ὄχι φυσικὸς κληρονόμος αὐτῆς.

Περὶ νεωτέρων Ἁγίων

Εἰσαγωγικὰ σὲ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ γίνει μὶα ὑπενθύμιση ἑνὸς λόγου τοῦ Ἁγίου Διαδόχου Φωτικής. Στὸ ἕννατο, ἀπὸ τὰ ἑκατὸ κεφάλαιά του τονίζει:
«Τοῦ μέν ἑνός ἁγίου Πνεύματος ἐστι χαρίσματα ἤ τε σοφία καί ἡ γνῶσις ὡς καί πάντα τά θεῖα χαρίσματα, ἰδίαν δέ ὥσπερ ἕκαστον τήν ἐνέργειαν ἔχει. Διόπερ ἄλλῳ μέν δίδοσθαι σοφίαν, ἄλλῳ δέ γνῶσιν κατά τό αὐτό πνεῦμα ὁ ἀπόστολος μαρτυρεῖ. Ἡ μέν γάρ γνῶσις πείρᾳ τόν ἄνθρωπον συνάπτει τῷ θεῷ, εἰς λόγους τῶν πραγμάτων τήν ψυχήν μή κινοῦσα. Διό καί τινες τῶν τόν μονήρη φιλοσοφούντων βίον φωτίζονται μέν ὑπ΄ αὐτῆς ἐν αἰσθήσει, εἰς λόγους δέ θείους οὐκ ἔρχονται. Ἡ δέ σοφία, εἴπερ μετ΄αὐτῆς ἐν φόβῳ δοθῇ τινι, σπάνιον δέ τοῦτο, αὐτάς τάς ἐνεργείας φανεροῖ τῆς γνώσεως ἐπειδή ἡ μέν τῇ ἐνεργείᾳ, ἡ δέ τῷ λόγῳ φωτίζειν εἴωθεν». (Φιλοκαλία, Ε.Π.Ε, τομ.9, σελ. 120).

Λέγει, λοιπὸν ὁ Ἅγιος Διάδοχος ὅτι εἶναι σπάνιον τὸ χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ νὰ καταγραφοῦν μὲ λόγο τὰ ἐνεργήματα τῆς γνώσεως Αὐτοῦ. Πράγματι, φαίνεται μέσα στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, τό χάρισμα τοῦ οἰκουμενικοῦ διδασκάλου νά εἶναι σπανιότατον. Ἐλάχιστοι εἶναι οἱ Πατέρες, ποὺ ὡς στόματα τοῦ Λόγου κατέγραψαν τό μυστήριο τῆς θεολογίας. Γίνεται ἡ ἀναφορὰ σὲ αὐτὴ τὴν θέση τῶν Πατέρων, διότι στὴν ἀντίληψη τοῦ π.Α. κυριαρχεῖ ἡ ἄποψη, ὅτι ὁ κάθε «χαρισματοῦχος» αὐτόματα γίνεται φωτεινὸς παντογνώστης καὶ ἔχει γνώμη γιὰ τὸ κάθε «τί».Ὑπενθυμίζεται ἀκόμη ἕνας λόγος ἀπὸ τὸν σεβαστό, εἰς ἀμφοτέρους, π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, «Τό νά φυλάττεταί τις ὅμως ἀπό πνευματικήν ἤ θεολογικήν πλάνην καί νά εἶναι κεχαριτωμένος καί θεόπνευστος δεν σημαίνει ὅτι ἀποκτᾶ ἀπλανῆ γνῶσιν περί τῆς κτιστῆς ἀληθείας ἐν ταῖς ἐπιστημονικαῖς λεπτομερείαις αὐτῆς, ἀλλά μόνον περί τῆς σχέσεώς της καί ἐξαρτήσεώς της ἐκ τῆς ἀκτίστου ἀληθείας, ἥτις εἶναι ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Λόγου ἐν ᾗ συγκατοικοῦν καί συμβασιλεύουν οἱ ἅγιοι. Ὁ οὕτως εὑρεθείς ἐν θεωρίᾳ θεούμενος καί θεόπνευστος δέν γίνεται ἀπλανής φιλόσοφος ἤ ἐπιστήμων, ἀλλά ἀπλανής θεολόγος. Περί Θεοῦ ὁμιλεῖ ἀπλανῶς, ἀλλά δεν καθίσταται ἀλάθητος περί τῆς δομῆς καί τῶν μυστηρίων τοῦ σύμπαντος» (Κριτικός ἔλεγχος τῶν ἐφαρμογῶν τῆς Θεολογίας, σελ. 503).

Στὴν Ἀπολογία του ὁ π.Α. ὁμιλεῖ συνεχῶς γιὰ νεώτερα ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα, ἁγίων καὶ μή, γιὰ νὰ δείξει ὅτι δὲν εἶναι προσωπικὲς του αὐτὲς οἱ τοποθετήσεις. Ἀφ΄ ἑνός, σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες ποὺ παραθέτει, ἀνάγει σὲ μὶα ἑνότητα, τὰ τῆς ἐμβρυακῆς ζωῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀποδεκτά, μὲ τὴν κληρονομικὴ ἁγιότητα καὶ τὸ πνευματικὸ γονιδίωμα, ποὺ εἶναι ἐκτὸς τῆς Πατερικῆς διδασκαλίας. Φαίνεται καθαρὰ αὐτὸ στὸ κεφάλαιο τῆς Ἀπολογίας του «Σύγχρονοι ἅγιοι περί κληρονομικότητος», ὅπου οἱ περισσότερες ἐκεῖ μαρτυρίες, ὁμιλοῦν γιὰ τὴν μετὰ τὴν σύλληψη κυοφορία τοῦ ἐμβρύου. Ἀφ΄ ἑτέρου δέ, αὐτὴ τὴν διδασκαλία τῆς νέας βιοθεολογίας προσπαθεῖ νὰ τὴν στηρίξει στοὺς ἐκλαϊκευμένους κατηχητικοὺς λόγους συγχρόνων ἐκκλησιαστικῶν μορφῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν ὅρο τῆς κληρονομικότητος τὸν χρησιμοποιοῦν χωρίς θεολογικὴ ἀκρίβεια. Φαίνεται καθαρὰ αὐτό, στὴν μαρτυρία ποὺ καταθέτει ὁ π.Α. ἀπὸ τὸν τόμο «Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι Ε, Πάθη καί Ἀρετές, σελ. 12-14)». Ἐκεῖ ὁμιλεῖ ὁ Ἅγιος περὶ κακῶν κληρονομικῶν καταβολῶν στὴν μοναχή, ἀλλά ὅταν ἡ μοναχὴ ἀπαντᾶ, «ἔτσι γεννήθηκα, τέτοια εἶμαι», ὁ Ἅγιος ἀφήνει τήν κατάχρηση τοῦ ὅρου κληρονομικότης γιατὶ βλέπει τίς συνέπειες τῆς καταχρήσεως, καί λέει στὴν μοναχή, «…ὅποιος λέει: ΄΄ἐγώ αὐτόν τόν χαρακτήρα ἔχω, ἔτσι γεννήθηκα, ἔχω ἄσχημες κληρονομικές καταβολές, μ΄ αὐτές τίς συνθῆκες μεγάλωσα, ἄρα δέν μπορῶ νά διορθωθῶ…΄΄εἶναι σάν νά λέει: ΄΄Φταίει ὄχι μόνον ὁ πατέρας μου καί ἡ μάνα μου, ἀλλά καί ὁ θεός΄΄. Ἔτσι βρίζει κανείς καί τούς γονεῖς του καί τόν Θεό, ἀπό τήν στιγμή πού σκέφτεται ἔτσι παύει νά ἐνεργεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ!»

Μὲ τέτοιου ἐπιπέδου μαρτυρίες προσπαθεῖ ὁ π.Α. νὰ στηρίξει τὴν καινοφανὴ διδασκαλία του, ὡς μὶα σύγχρονη «θεολογικὴ ἐμβάθυνση» (sic) στὰ μυστήρια τοῦ DNA; Τελικὰ μόνος του ἀναιρεῖ τοὺς λόγους του.

Περὶ ὁμοζυγωτικών διδύμων

Ἀναφέρει πάλι ὅτι τό, «πνευματικό γονιδίωμα δέν εἶναι μόνο ἐξωτερική ἀντανάκλαση τῶν στοιχείων τοῦ χαρακτήρα μέσω τῆς συνοίκησης τῶν παιδιῶν μέ τούς γονεῖς τους…καί τά πρότυπα ἀγωγῆς πού ἐκεῖνοι ἐξασφάλιζαν στά τέκνα τους. Ἀκόμα καί παιδιά πού υἱοθετοῦνταν ἀπό θετούς γονεῖς καί βρίσκονταν μακριά ἀπό τήν γονική τους φύτρα, παρουσίαζαν χαρακτηρολογική ὁμοιογένεια, ἤτοι ἐμπαθῆ παθητότητα ἤ χαρισματική διαγωγή, εἰδικά τά ὁμοζυγωτικά δίδυμα…».

Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ πνευματικὸ γονιδίωμα εἶναι κάτι πέρα ἀπὸ τὴν ἀγωγή καὶ τὴν παιδεία τῶν γονέων πρὸς τὰ τέκνα τους, ποὺ ἀκόμα καὶ ἐάν τὰ παιδιά βρεθοῦν μακρυὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τους, αὐτὰ παρουσιάζουν μεταξὺ τους ὁμοιογενὴ χαρακτήρα. Εἰδικὰ μάλιστα τὰ ὁμοζυγωτικὰ δίδυμα.

Δὲν θὰ σχολιάσθει τὸ ὅτι ἡ πείρα τῆς ζωῆς δείχνει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο, διότι πολλὰ δίδυμα ἔχουν τελείως διαφορετικὴ συμπεριφορά ζωῆς μεταξύ τους, ἁπλὰ θὰ γίνει ὑπενθύμιση γιὰ τὰ ὁμοζυγωτικὰ δίδυμα τῆς Γραφῆς, τόν Ἠσαῦ καὶ τὸν Ἰακώβ, τοὺς Πατριάρχες. Ἦσαν ἀπὸ τὸ ἴδιο πνευματικὸ γονιδίωμα ἀλλὰ μὲ χαώδη διαφορὰ χαρακτῆρος. Ἐπίσης τὰ δώδεκα παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, ἐνῶ εἶχαν τὴν ἴδια ἁγία ρίζα, δὲν παρουσίαζαν καμμία χαρακτηρολογικὴ ὁμοιογένεια. Προκαλεῖται τὸ ἐρώτημα, πῶς ὁ π.Α. τεκμηριώνει μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, τὸ πνευματικὸ γονιδίωμά; Διότι οἱ Πατέρες, σὲ ὅ,τι διδάσκουν ὑπάρχει πάντα ἀναφορὰ στὴν Ἁγία Γραφή.

Περὶ σωματοειδῶν γνώσεων

Παραθέτει κείμενο ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, πού ὁμιλεῖ γιὰ τὶς «σωματοειδείς γνώσεις».

«Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τονίζει ὅτι ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ὅταν κινεῖται σέ κατώτερα πνευματικά στρώματα, εἶναι ἀνακατεμένος μέ παντοειδεῖς σωματικές γνώσεις…Ὥστε ἀνιχνεύει σωματικές πληροφορίες ὁ νοῦς; Ἔχει κατά τρόπο φυσικό τήν σύνδεση μέ τό σῶμα καί δύναται νά κάνει κάτι τέτοιο».

Ὁ π.Α. δηλαδὴ καταλαβαίνει, ὅτι κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὁ νοῦς ἀνιχνεύει «σωματικὲς πληροφορίες» (sic). Ὁ Ἅγιος ὅμως γράφει, ὅτι ὁ νοῦς, «φύσει τήν μετά τοῦ σώματος συμπλοκήν καί ταῖς σωματοειδέσι γνώσεσι ἐστι συμπεφυρμένος καί ταῖς ἐκ τοῦ τῆδε βίου πρός τά γήϊνα πολυτρόποις καί δυσαποβλήτοις σχέσεσι» (ὉμιλίαΝΓ΄, Ε.Π.Ε. 11, σελ. 338),καί, «ἡ ἀπό τοῦ νοῦ ἐπί τό σῶμα πνευματική ἐρχομένη ἡδονή…μεταστοιχειοῖ τό σῶμα καί πνευματικόν ποιεῖ, τάς σαρκικάς πονηράς ἀποβαλλόμενον ὀρέξεις καί μηκέτι καθέλκον τήν ψυχήν, ἀλλά ταύτη συναναφερόμενον, ὡς πνεῦμα τότε ὅλον εἶναι τόν ἄνθρωπον…» (Ε.Π.Ε. 8, σ. 365).

Σωματοειδεὶς γνώσεις, δὲν εἶναι οἱ δῆθεν καταγεγραμμένες πληροφορίες στὸ βιολογικὸ DNA, ποὺ θέλει νὰ ἑρμηνεύσει ὁ π.Α, ἀλλά οἱ γνώσεις ποὺ λαμβάνει ὁ νοῦς ἀπὸ τὶς σχέσεις ποὺ ἀναπτύσσει μὲ τὸν αἰσθητὸ κόσμο καὶ τὸ σῶμα. Ἡ γνώση ἀνήκει στὸ νοερὸν τῆς ψυχῆς. Τὰ αἰσθητὰ δὲν δύνανται νὰ ἔχουν αὐτόνομη γνώση. Στὴν πρώτη ἀντίρρησὴ εἶχε γραφθεῖ, «ὁ νοῦς ὅταν δέν ἐλπίζει στή χάρη τοῦ θεοῦ καί δέν τηρεῖ τίς ἐντολές, κλέπτεται καί ἀπατᾶται ἐκ τῶν αἰσθητῶν ἡδονῶν. Ἡ ἐμπαθής φιληδονία εἶναι θέμα τῆς ψυχῆς. Τό σῶμα ὅσο καί νά δίνει ἀφορμές, ἄν δέν θελήσει ἡ ψυχή, δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε».

Ὁ π.Α. μὲ βάση τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, βγάζει ἕνα συμπέρασμα καὶ προσπαθεῖ νὰ κάνει μὶα λανθασμένη σύνδεση. Τὸ συμπέρασμά του εἶναι ὅτι, «ὅταν ὁ νοῦς καθαρισθεῖ, ἐκλεπτυνθεῖ καί φωτισθεῖ μέ τή χάρη τοῦ θεοῦ, ἀνυψώνει τό σῶμα στά δικά του ἐν-χριστωμένα ἐπίπεδα καί τό ἀπαλλάσσει ἀπό κάθε κακή ἕξη καί ἐμπαθή ἀπόκλιση».

Τὸ λάθος του εἶναι τὸ ἐξῆς, «Αὐτά πού ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀποδεικνύονται περίτρανα στήν πράξη, καί στήν θαυμαστή γέννηση τοῦ Τιμίου Προδρόμου καί βαπτιστοῦ…τό βιολογικό ἔλαβε χαρακτήρα πνευματικό, ἡ σωματική κατάσταση τῶν γονέων του ἦταν διαποτισμένη ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ θεοῦ μέσω τῆς ἐξυγιασμένης ψυχῆς τους καί μυστηριωδῶς ἡ προαίρεση τοῦ ἐμβρύου ὑπέστη (sic) χαρισματική ἀτρεψία πρίν κἄν γνωρίσει, λογιστικά ἔστω τήν προσβολή τοῦ κακοῦ καί ὑποστεῖ τό δίλημμα τῆς ἐπιλογῆς».

Μὲ μὶα λανθασμένη κατανόηση συνδέει τὴν χαρισματική ἀτρεψία καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τὴν ὁποία καὶ ὑπέστη -κατ΄ αὐτόν-, δηλαδὴ ἔχουμε ἀκούσια ἀποδοχὴ ἁγιότητος, ὡς φυσικῆς προίκας, καὶ τὰ ἀποδίδει στὴν ἐξαγιασμένη ψυχὴ τῶν γονέων του ποὺ εἶχε διαποτίσει τὴν σωματικὴ τους κατάσταση, διότι «ἡ σύλληψη του ἔγινε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς θείας Χάριτος». Παντοιοτρόπως, λοιπόν, ἐπιμένει στὴν διδασκαλία τῆς κληρονομικῆςμετάδοσης τῆς ἁγιότητος, ὡς φυσικῆς προίκας στὸν ἀπόγονο.

Ποιὸς ὁ λόγος ἑπομένως νά βραβευθοῦν στὴν τελικὴ Κρίση τοῦ Χριστοῦ οἱ ἅγιοι Του, ἐφ΄ ὅσον ἔλαβαν φυσική προῖκα, ἔστω καὶ κατά 30%, τὴν ἁγιότητα; Παρόμοια πρέπει νὰ μειωθεῖ κατὰ 30% ἡ ποινὴ τῶν ἐριφίων. Πρέπει ἀκόμη καὶ ὁ ὑποφαινόμενος -κατὰ τόν π.Α.- νὰ προσέχει καὶ νὰ συνειδητοποιήσει, καὶ μαζὶ του ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, «πού ὁδηγοῦν τά πράγματα, ὅταν ἰσχυριζόμαστε ὅτι οἱ γονεϊκές καί προγονικές ἁμαρτίες δέν ἅπτονται ποσῶς τῆς ἐξέλιξης τῶν παιδιῶν τούς». Καί καταλήγει «ἄς σκεφτοῦν τί ἀμνήστευσαν καί ἔπειτα τά ξαναλέμε…»

Ἡ μαθητεία ὅμως στὴν Πατερικὴ διδασκαλία μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ ἁγιότης εἶναι αὐστηρὰ ἐπιλογὴ τῆς προαιρέσεως τοῦ προσώπου. Εἶναι τὸ «πῶς» τοῦ «θέλειν» τῆς ψυχῆς. Αὐτὰ δὲν κληρονομοῦνται μὲ φυσικὸ τρόπο, οὔτε καταγράφονται σὲ δῆθεν πνευματικὰ γονίδια, διότι τότε εἰσάγεται ἡ ἀντορθόδοξη διδασκαλία τῆς διπλῆς ψυχῆς, τῆς σωματοειδοῦς θνητῆς ψυχῆς καὶ τοῦ ψυχικοῦ σπέρματος.Ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ κακία τῶν προγόνων, καὶ τὸ φρόνημα τους, ἀπαιτοῦν λογικότητα καὶ τὸ προαιρετικὸν τῆς ψυχῆς, καὶ ἐὰν κληρονομοῦνται ὡς σωματοποιημένα φρονήματα καὶ ἐπιθυμίες, τότε εἰσάγεται ἕνα νέο εἶδος ψυχῆς, παράλληλο τῆς καθ΄ ἑαυτοῦ ψυχῆς, τῆς δοθείσης ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, τότε οἱ προσωπικὲς ἐπιλογὲς τῶν προγόνων, τὰ ψυχικὰ ἀποτυπώματα τους, παύουν νὰ εἶναι τὸ «ἴδιον»τῆς ὑποστάσεώς των, διότι τὰ δίδουν ὡς φυσικὴ προῖκα στοὺς ἀπογόνους, μέσω κυτταρικῆς μνήμης καὶ τοῦ DNA, γιὰ τὰ ὁποῖα ἤδη ἔγινε λόγος.

Ἐπιμένει ὁ π.Α. ὅτι δὲν «ἐπιστημονοποιεὶ τὴν θεολογία, ἀλλὰ Θεολογικοποιεῖ τὴν ἐπιστήμη», δηλαδὴ ἑρμηνεύει μὲ βάση τὴν Θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων τὰ σύγχρονα τεκμηριωμένα (sic) ἐπιστημονικὰ πορίσματα. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ π.Α. εἶναι ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενο τοῦ ὅρου «βιοθεολογία» ποὺ τοῦ ἀποδίδεται, ὡς μὶα δῆθεν θεολογικὴ ἐμβάθυνση στὰ μυστήρια τοῦ DNA. Σὲ αὐτὸν τὸν νέο θεολογικὸ λόγο μὲ τὶς καινοφανεῖς ἀπόψεις, γίνεται αὐτὴ ἡ κριτικὴ γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ ἡ Πατερικὴ θεολογία.

Ἐπίλογος

Τὰ ὅσα ἐκτέθηκαν στὶς δύο «Ἀντιρρήσεις» εἶναι ἀρκετὰ γιὰ ὅποιον ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχει μία γνώση τῆς Πατερικῆς διδασκαλίας ἐπὶ τοῦ θέματος. Εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἐνοποιηθεί ἡ καινοφανής «βιοθεολογία» μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Οἱ συνέπειες καὶ τῶν δὺο διδασκαλιῶν, ἔρχονται σὲ ἀντίθεση καὶ σύγκρουση.

Κλείνοντας τὴν δευτέρα «Ἀντίρρηση» ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, καταθέτω δημοσίως καὶ πάλι τὴν λύπη, γιὰ τὴν ἐθελούσια μὴ κατανόηση, ὅτι ὅλη ἡ μεθοδολογία τῆς σκέψεως καὶ ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ π.Α., εἶναι τὸ καλύτερο δῶρο ποὺ μπορεῖ νὰ προσφέρει, στούς -καὶ κατὰ τὸν ἴδιο- ἀντορθόδοξους περσοναλιστές – οἰκουμενιστὲς «θεολόγους». Εἶναι ἄκρως λυπηρό καὶ ὀδυνηρὸ γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας, οἱ ἄνθρωποὶ της νὰ μάχονται ἐνάντια στὸν Οἰκουμενισμό, μὲ οἰκουμενιστικὴ ἐπιχειρηματολογία καὶ μέθοδο, γενόμενοι ἀκούσια ἡ δυναμὴ του.

Μοναχός Παΐσιος Καρεώτης
Ἱερόν Κελλίον Ἁγίων Ἀρχαγγέλων
Δεκέμβριος 2019