Αριστείδης Π. Δασκαλάκης: «Ήταν ο Μέγας Αλέξανδρoς Θεός;»

0
222

του Αριστείδη Δασκαλάκη 
αρθρογραφεί για katanixi.gr

«Πρεσβύτατον των όντων Θεός, αγέννητον γαρ· μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν»… (Θαλής)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra


Αριστείδης Π. Δασκαλάκης: «Ήταν ο Μέγας Αλέξανδρoς Θεός;»

«Πρεσβύτατον των όντων Θεός, αγέννητον γαρ· μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν» (Θαλής)

Μας λέει ο Θαλής, ότι ο Θεός είναι άναρχος, αϊδιος και αθάνατος. Τον 6ο αιώνα π.Χ. Είναι ο σπερματικός λόγος που φύτευσε ο Θεός στην ψυχή του κατ’εικόνα Του, πλάσματός Του.
Στην εποχή μας βέβαια, υπάρχει η τάση στην πατρίδα μας κάποιων πλανεμένων μυαλών, να ασπάζονται ιδέες και θρησκείες άλλων εποχών. Είναι οι λεγόμενοι νεοπαγανιστές. Δεν είναι οπαδοί αιρέσεων χριστιανικών αλλά άκουσον άκουσον, του δωδεκάθεου. Και διαφόρων άλλων παρακλαδιών του.
Αυτή η νέα λατρεία, έχει γεννηθεί πάλι ως ένα κακέκτυπο της αναβίωσης των Ελληνικών ιδεωδών. Και την πρεσβεύουν και Έλληνες βουλευτές ή πρώην βουλευτές περίεργων νεοναζιστικών κομμάτων.
Ουσιαστικά η αγάπη (πάλι η αγάπη κακοποιείται) προς τον Ελληνισμό, εξοβελίζει το Βυζάντιο, τον Ευαγγελισμό των Εθνικών, των Ελλήνων, το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου, τον ίδιο το Χριστό και αποδέχεται μόνο την επίσημη θρησκεία των αρχαίων. Απορρίπτει και τα ερείσματα της εποποιίας του 1821 και του ‘40.
Και απ’ αυτό το νοσηρό θαυμασμό, δεν γλύτωσε ούτε ο μέγας στρατηλάτης. Ο παγκόσμιος στρατηγός. Ο Αλέξανδρος. Θεοποιήθηκε και κακοποιήθηκε.
Κι αυτό επειδή τα μεγάλα επιτεύγματα των Ελλήνων, έλαβαν χώρα εκείνη την εποχή. Βέβαια οι πρωταγωνιστές τους (των επιτευγμάτων) γελούσαν με το δωδεκάθεο, με την ειδωλολατρία και δεν έχαναν ευκαιρία να το δηλώσουν. Το έβλεπαν με σκωπτική διάθεση.

Κάποιοι λοιπόν κατακαημένοι αναζητητές του αρχαιοελληνικού μεγαλείου, μπολιασμένοι με μίσος εναντίον του Εβραϊσμού και άλλων εθνοτήτων, πιστεύουν ότι έτσι –προσκυνώντας το Δία με την παρέα του και θεοποιώντας κι άλλους επιφανείς Έλληνες της αρχαιότητας -θεμελιώνουν «όπως πρέπει» τη φιλοπατρία τους.
Κι ενώ οι αρχαίοι σοφοί γελούσαν με αυτά, εμπαίζοντας τους ενοίκους του Ολύμπου, οι σύγχρονοι δωδεκαθεϊστές απορρίπτουν τη σοφία της αρχαίας Ελλάδας και μένουν συντροφιά με τα απολειφάδια του αρχαιοελληνικού πνεύματος.
Ξεχνούν ότι τεράστιο μέρος της αρχαιοελληνικής γραμματείας διεσώθει απ’το ράσο. Το χριστιανικό ράσο.

Στα μεγάλα μοναστικά κέντρα στο Βυζάντιο λειτουργούσαν εργαστήρια όπου μοναχοί αντιγραφείς δούλευαν αναπαράγοντας χειρόγραφα για τον εμπλουτισμό των βιβλιοθηκών. Η απασχόληση αυτή, μαζί με άλλες ασχολίες, πνευματικές, καλλιτεχνικές, χειρωνακτικές, συνιστούσε μέρος της μοναστικής ζωής μέσα στον κύκλο της καθημερινής εναλλαγής προσευχής και εργασίας. Με τον καιρό, στα μοναστήρια συγκεντρώνονται και αντιγράφονται, εκτός από λειτουργικά και θεολογικά, επίσης χειρόγραφα κοσμικά. Ένα από τα πιο λαμπρά παραδείγματα, η μονή Στουδίου, που ήταν ένα μεγάλο κέντρο μιας σημαντικής μεταρρυθμιστικής, ασκητικής και πνευματικής κινήσεως, στην οποία ο Θεόδωρος Στουδίτης τον 9ο ήδη αιώνα είχε φροντίσει να συγκεντρώσει τέτοιας λογής κείμενα.

Έτσι διεσώθει μεγάλο μέρος της αρχαιοελληνικής γραμματείας (ακόμα και ο Αριστοφάνης).
Την οποία βέβαια αυτοί, οι νοσταλγοί των «Ολύμπιων» δεν λαμβάνουν υπόψη. Προτείνουν νέα ήθη που κάποτε οι ένδοξοι πρόγονοί τους τα πέταξαν στο καλάθι των αχρήστων.
Πρόκειται για μία νέα πρόταση, το αντίπαλο δέος αυτού που κομίζει η Ορθοδοξία.

Γνωρίζω, ότι κινδυνεύω να υποστώ τη βάσανο δυσμενών χαρακτηρισμών από κάποιους (φανατικός χριστιανός, ρατσιστής κ.α.).
Ειδικά σε μια περίοδο που κακοποιείται η έννοια των λέξεων.
(Που χάριν της «αγάπης» έκλεισαν οι εκκλησιές, απομάκρυναν τον Έλληνα απ’τα Ιερά Μυστήρια, απομάκρυναν τους ανθρώπους από την μεταξύ τους κοινωνία, μας έκαναν πιο απάνθρωπους. Περιόρισαν την ελευθερία ίσως και την ελεύθερη έκφραση. Δεν επιτρέπεται πολλές φορές να διατυπώσεις γνώμη αντίθετη απ’αυτή της καθεστηκυίας τάξεως ή απ’ αυτή του συρμού.)

Μια νέα πρόταση, με τελετές θρησκευτικές με σπονδές και ανίερες πορείες στους πρόποδες του Ολύμπου, με σπόνσορες δημάρχους και κοινοτάρχες.
Με τον όρο σπονδή, εννοείται είδος θυσίας στην αρχαία λατρεία. Στις σπονδές συγκαταλέγονται όλες οι προσφορές προς τους Θεούς με έκχυση επάνω στον βωμό διαφόρων θρεπτικών ή πολυτίμων υγρών, όπως αρώματα, κρασί, μέλι, γάλα, λάδι, χυμούς φρούτων, κ.ά.
Αυτοί οι «πατριώτες» χαρακτηρίζουν ως μύθευμα την πίστη μας. Τον Χριστό.
Αναφέρουν και άλλα φληναφήματα στα ιστολόγιά τους, όντας πρόχειροι και μη μελετημένοι, μπερδεύοντας το Ευαγγέλιο και την Ιερά Παράδοση με το Διαφωτισμό και με γραφικούς τηλεπωλητές βιβλίων.
Τα βάζουν όλα στο μίξερ, καταργώντας ακόμα και την ιστορικότητα του Χριστού για να προβάλλουν τις δικές του πλάνες περί θεοτήτων της αρχαιότητας:
«ώστε να επέλθει στις κοινωνίες των εθνών η πνευματική αφύπνιση για να δημιουργηθεί έδαφος, στο οποίο θα μπορέσει να ξαναζήσει η Θεά ΘΕΜΙΔΑ με τα υπέρλαμπρα παιδιά της, την Αρετή, την Ανδρεία και τον σεβασμό προς τη ζωή του πλανήτη Γη.» (απόσπασμα απ’το ιστολόγιο της ομάδας Ε)

«Ουδέν αρ’ ην φίλτερον άλλο πατρίς.» (Δεν υπάρχει τίποτε πιο αγαπημένο από την πατρίδα.- Θέογνις-6ος αι. π.Χ.)
Αποτελεί αγάπη για το Ελληνικό ιδεώδες η επιστροφή στην ειδωλολατρία;
Τι θα λέγανε οι αδιάβαστοι οπαδοί του δωδεκάθεου στον
Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο που τόλμησε να αρνηθεί την κρατούσα ειδωλολατρική θρησκεία της εποχής του και να διακηρύξει επίσημα: «Είς Θεός, εν τε θεοίσι καί ανθρώποισι μέγιστος ούτε δέμας θνητοίσι όμοιος ουδέ νόημα». Τους θεούς θεωρούσε εξ ολοκλήρου αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας, ανάρμοστα για τη θεία φύση. Υποστήριζε μάλιστα πως όσοι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν, ασεβούν το ίδιοι με όσους λένε πως οι θεοί πεθαίνουν,
στον Ηράκλειτο που επιζητούσε «εξαγνισμόν από τα είδωλα» και πνευματική λατρεία του θείου. Που συνέλαβε την έννοια του ενός Θεού υποστηρίζοντας πως « Έν πάντα… εκ πάντων έν καί εξ ενός πάντα…ταυτό τε ζών καί τεθνηκός καί εγρήγορος καί καθεύδον καί νέον και γηραιόν… αγαθόν και κακόν -εν καί ταυτόν-»,
στον Αναξίμανδρο που αποφάνθηκε πως το θείον είναι «αθάνατον καί ανόλεθρον», «περιέχει δε άπαντα καί πάντα κυβερνά»,
στον Εμπεδοκλή που καταδίκασε έντονα τον ανθρωπομορφισμό της αρχαιοελληνικής θρησκείας και όρισε ότι το θείον είναι πνεύμα,
στον Παρμενίδη που αρνήθηκε μετά βδελυγμίας τις απαράδεκτες αντιλήψεις της εποχής του για το θείο και αποφάνθηκε πως αυτό είναι πέρα από κάθε φυσικό φαινόμενο και ανθρώπινη σύλληψη. Το θείον είναι «ατεμές» και «ακίνητον»,
στον Αναξαγόρα που απεφάνθη ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια, δεν είναι θεοί, όπως πρέσβευε η ειδωλολατρική θρησκεία και η οποία απαιτούσε λατρεία γι’ αυτά, αλλά πύρινες μάζες. Το ίδιο είχαν υποστηρίξει και ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, ο Θαλής, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος
στον Μητρόδωρο , μαθητή του Αναξαγόρα, που διακήρυξε πως «οι θεοί δεν είναι εκείνο που νόμιζαν όσοι τους έχτιζαν ναούς και τους προσκυνούσαν»,
στον Πρωταγόρα που θεμελίωσε την έννοια της απόλυτης υπερβατικότητας του θείου και σατύρησε την παιδαριώδη θρησκευτικότητα της εποχής του, γι’ αυτό οι φανατικοί ειδωλολάτρες αποφάσισαν να τον σκοτώσουν,
στον Ηρόδοτο που δεν δίστασε να ασκήσει κριτική στο Μαντείο των Δελφών για ψεύτικους χρησμούς,
στον Αριστόδημο και το Δημοσθένη που περιγελούσαν επίσης τις ανόητες μαντείες του δελφικού μαντείου,
στον Επίχαρμο που επίσης λοιδορούσε την αρχαία ειδωλολατρία, διότι αυτή θεωρούσε «τούς θεούς ανέμους, ύδωρ, γήν, ήλιον, πύρ, αστέρες»,
στον Πίνδαρο που στα περίφημα ποιήματά του απογύμνωσε τους θεούς από τις μυθολογικές γελοιότητες που προσβάλουν το θείο και δεν έκρυβε τις μονοθεϊζουσες ιδέες του,
στον Πρόδικο που υποστήριξε με πάθος πως οι άνθρωποι της αρχαιότητας, λόγω πλάνης, θεωρούσαν ως θεούς ό,τι ήταν χρήσιμο για τη ζωή τους, όπως ο ήλιος, η σελήνη, τα ποτάμια οι πηγές, τα ζώα, κ.λπ.
στον Αντισθένη που διακήρυξε πως ο Θεός είναι ένας και απόλυτα υπερβατικός για τον ανθρώπινο νου. Αποκήρυξε την θρησκεία της εποχής του γιατί οι θεοί της ήταν θεοποιηθέντες άνθρωποι,
στον μέγιστο Σωκράτη που υπήρξε σαφώς μονοθεϊστής και στους μαθητές του δίδασκε διαφορετική θρησκευτική πίστη, γι’ αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο ως «έτερα καινά δαιμόνια εισφέρων»,
στον Αριστοτέλη που όρισε το θείον ως «τό πρώτον κινούν ακίνητον», ως «Νόησιν Νοήσεως» και ως «Ζώον αΐδιον άριστον» ορίζοντας έτσι την πίστη του σε μία υπερβατική αρχή,
στον Ευήμερο το Μεσσήνιο ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία η οποία έγινε τελικά ευρέως αποδεκτή, πως οι θεοί της αρχαιοελληνικής θρησκείας ήταν κάποιοι επιφανείς άνθρωποι της αρχαιότητας, τους οποίους οι άνθρωποι λόγω αμάθειας θεοποίησαν,
στον Επίκτητο που είπε «Συ (άνθρωπε) απόσπασμα ει Θεού· έχεις τι εν σεαυτώ μέρος Εκείνου. Τι ουν αγνοείς σου την συγγένειαν
(Τελειωμό δεν έχουν οι σοφοί)

Στον μέγα αρχιστράτηγο της Ελληνικής επανάστασης Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που είπε ότι «όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος»;
Ο τελευταίος μπορεί να μην ήταν αρχαίος Έλληνας. Ήταν όμως ΕΛΛΗΝΑΣ. Φορούσε και την περικεφαλαία. Εάν αυτός δεν υπήρχε και όλοι οι άλλοι όμοιοί του ήρωες, κάθε μοντέρνος νεοπαγανιστής θα ήταν σήμερα γιουσουφάκι με τούρκικο φέσι, καπνίζοντας ναργιλέ.
Πως τιμάτε εσείς οι ειδωλολάτρες την πολύπαθη σημαία μας; Την γαλανόλευκη;
Δεν γνωρίζατε ότι φέρει Σταυρό;
Που συνοψίζει την ένδοξη ιστορία της Ελλάδας και την πίστη στο Χριστό, συμβολίζει την πολύπαθη πατρίδα μας, που σφυρηλατήθηκε μέσα στους αιώνες, στο αμόνι της ιστορίας, μέσα απ’ τους πολέμους ανεξαρτησίας, τις επαναστάσεις, το αίμα των μαρτύρων του Χριστού και των εθνομαρτύρων της ελευθερίας;
Η Σημαία αυτή, που κυμάτισε στα πέλαγα της πατρίδας καταδιώκοντας τον Τούρκο. Που αναρριχήθηκε στα βουνά της Ηπείρου γράφοντας λαμπρή ιστορία στο Αλβανικό έπος;
Που ανέμισε στις κορβέτες, τα ιστιοφόρα και τα μπρίκια του 1821, μες στα μανιασμένα νερά του Αιγαίου, στα άγια χώματα της Μακεδονίας, καταδιώκοντας Ιταλό, Τούρκο, Βούλγαρο, τον κάθε εχθρό;
Σχισμένη πολλές φορές, κουρελιασμένη, λασπωμένη ή τρύπια απ’ τα βόλια του εχθρού, μα πάντα περήφανη, αγέρωχη έδινε το ρυθμό στον αγώνα των Ελλήνων κάθε εποχής.
Που πολλαπλώς παραδόθηκε στις φλόγες ανίερων και μιαρών, αλιτήριων κουκουλοφόρων, στο Σύνταγμα, στα Εξάρχεια κι αλλού.
Αυτή η σημαία με τον βαρύτιμο Σταυρό πάλι προσβάλλεται.

Όχι, δεν παραβιάζω την προσωπική και δη θρησκευτική ελευθερία κανενός ανθρώπου.
Είναι λυπηρό όμως, που στην πολύπαθη Ελλάδα μας και δη τη Μακεδονία μας, εδώ που ο απόστολος Παύλος φύτεψε το λόγο του Ευαγγελίου να υπάρχουν ναοί νεοπαγανιστικοί που υπηρετούν σκοτεινά ιδεώδη.
Δεν έφτανε ο Δίας και οι υπόλοιποι Ολύμπιοι, αλλά κι ο μέγας πρεσβευτής του Ελληνισμού Αλέξανδρος την πλήρωσε ακριβά.
Δεν λέω, μπορεί να τον διακατείχε συχνά η έπαρση και η φιλαυτία πιθανόν.
Σε κάποιο συμπόσιο (μάλλον τον χειμώνα του 328-327 π.Χ.) ο Αλέξανδρος συμφώνησε με τις κολακείες των επιφανών Μήδων – Περσών και των διαφόρων Ελλήνων αυλοκολάκων να τον προσκυνούν. Ο απερίγραπτος Ανάξαρχος επιχειρηματολόγησε ότι ήταν δικαιότερο να θεωρείται θεός ο Αλέξανδρος παρά ο Διόνυσος και ο Ηρακλής και ότι ήταν σωστό να του αποδίδουν οι Μακεδόνες θεϊκές τιμές. Ακόμη, ήταν απόλυτα βέβαιος ότι θα το έπρατταν μετά το θάνατό του, γι’ αυτό πρότεινε να τις αποδίδουν στον Αλέξανδρο εν ζωή, ώστε να τις απολαμβάνει.

Οι αυλοκόλακες χάρηκαν με τη φιλοσοφική τεκμηρίωση, που τους προσέφερε ο Ανάξαρχος και θέλησαν να αρχίσουν αμέσως την προσκύνηση. Τότε παρενέβη ο Καλλισθένης (ο επίσημος ιστοριογράφος για τη συγγραφή του ημερολογίου εκστρατείας του Αλεξάνδρου και μαθητής του Αριστοτέλη) και απευθυνόμενος στον Ανάξαρχο, θύμισε σε όλους ότι υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις τιμές, που προβλέπονταν για τους θεούς και σ’ εκείνες που προβλέπονταν για τους ήρωες και τους ανθρώπους. Για τους θεούς προβλέπονταν οι ύμνοι και η προσκύνηση, ενώ για τους ανθρώπους οι έπαινοι και ο ασπασμός. Οι θεοί θα οργίζονταν με τον Αλέξανδρο, αν αποδεχόταν θεϊκές τιμές, όπως θα οργιζόταν και ο Αλέξανδρος, αν κάποιος ιδιώτης αποδεχόταν βασιλικές τιμές.
Ο Καλλισθένης δεν δίστασε να στραφεί ευθέως στον Αλέξανδρο και να του τονίσει ότι, αν επέμενε στην εν ζωή αποθέωσή του, θα ατίμαζε τους Μακεδόνες στα μάτια των άλλων Ελλήνων.

Έτσι και οι νεοπαγανιστές ατιμάζουν τον Μακεδονικό πολιτισμό, το αρχαιοελληνικό πνεύμα, τους ήρωες του 1821, του Μακεδονικού αγώνα, της εποποιίας του ’40.
Μπερδεμένοι σε μια νόθα φιλοπατρία, με ασπίδες, χλαμίδες και σπαθιά αποκριάτικα, νομίζουν ότι τιμούν έτσι τον Ελληνισμό και την ιστορία μας.
Η οποία μας προετοίμασε μέσω της αρχαιοελληνικής σοφίας, για το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου και τον Ευαγγελισμό των Ελλήνων και ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Kλείνω με ένα απόσπασμα μιας προσευχής, που συνιστώ σε όλους τους ειδωλολάτρες: «Πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, πρὸς σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου αἴρω, τὰ φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σοὶ προσφέρω· ἐτάκη ἡ καρδία μου, ὡσεὶ κηρός, ἐντός μου·
ἐλέησόν με, ὁ Θεός, σπλαγχνίσου, ὁ Θεός μου

(Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης : ΔΕΗΣΙΣ -Ἐράνισμα ἐκ τῶν Ψαλμῶν)