Η μνημειώδης Ομολογία των Αγιορειτών Πατέρων επί του λατινόφρονος Πατριάρχου Ιωάννη Βέκκου (14ος αι.)

0
821

Ποιος “άδης” θα αναφωνήσει το μνημόσυνο του πάπα και θα γίνει με αυτό τον τρόπο εχθρός του Θεού;

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Οι ορθόδοξοι μοναχοί δεν αγωνίστηκαν μόνο για τον προσωπικό τους αγιασμό, αλλά παράλληλα αγωνίστηκαν διαχρονικά εναντίον των αιρέσεων της εποχής τους και θυσιάστηκαν υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως. Σε πολλές περιπτώσεις υπήρξαν οι κύριοι, ή και αποκλειστικοί υπέρμαχοί της. Στο παρόν δημοσίευμα παραθέτουμε την μνημειώδη ομολογιακή παρακαταθήκη των αγιορειτών πατέρων του 14ου αιώνα, που σε μια εξόχως επικίνδυνη κατάσταση για την Ορθοδοξία, έθεσαν τους εαυτούς τους υπέρ Πίστεως, αντιδρώντας στα εωσφορικά σχέδια του τότε Πατριάρχη Ιωάννη Βέκκου. Ας γίνουν πρότυπο για τους σημερινούς αγιορείτες, που δέσμιοι στον απόγονο πατριάρχη του Βέκκου, κλονίζονται στη διατήρηση της Ορθοδοξίας στο Άγιον Όρος!


Η μνημειώδης Ομολογία των Αγιορειτών Πατέρων επί του λατινόφρονος Πατριάρχου Ιωάννη Βέκκου (14ος αι.)

Αυτοί άγιε Δέσποτα, δεν άφησαν άθικτο και απαραχάρακτο κανένα από τα κυριότερα σημεία της πίστεως. Γι΄αυτό, όχι μόνο αποκόπτονται από το πανταχού ίσο, καλό και ωραίο Σώμα του Χριστού, αλλά παραδίδονται και στον σατανά. Ο δε Απόστολος επισφραγίζοντας όλη την ευαγγελική και αποστολική διδασκαλία λέγει προς τους Γαλάτας, που εισήγαγαν τότε διαφορετική διδασκαλία σε ένα μόνο θέμα ότι: «Εἴ τις εὐαγγελίζεται ὑμᾶς παρ΄ὅ παρελάβετε, κἄν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ, ἀνάθεμα ἔστω». Τα λόγια αυτά βέβαια τα απευθύνει πολύ περισσότερο και προς τους Ιταλούς, οι οποίοι τον τελευταίο καιρό έχουν εισαγάγει μύριες όσες διαφορετικές διδασκαλίες και ανατρέπουν ολόκληρη σχεδόν την ευαγγελική, αποστολική, κανονική και πατερική Παράδοση…

… Πως είναι λοιπόν νόμιμο και θεάρεστο να ενωθούμε με εκείνους, από τους οποίους αποκοπήκαμε δίκαια και κανονικά, εφόσον παραμένουν αμετάβλητοι στις αιρέσεις τους; Εάν το δεχθούμε αυτό, ανατρέπουμε μονομιάς τα πάντα και καταργούμε την Ορθοδοξία και μάλιστα σ΄εκείνα τα σημεία που την ανατρέπουν και αυτοί που γίνονται δεκτοί τώρα αναξίως. Διότι οι θείοι και ιεροί κανόνες λέγουν: «Όποιος συμπροσευχηθεί με ακοινώνητο ακόμη και μέσα σε σπίτι, να αφορίζεται (ι’ αποστ.)». Και σε άλλο μέρος:«Όποιος κοινωνεί με ακοινωνήτους, να είναι ακοινώνητος, επειδή επιφέρει σύγχυση στην κανονική τάξη της Εκκλησίας» (β’ Ἀντιοχ.). Και πάλι: «Όποιος δέχεται τον αιρετικό, υπόκειται στις ίδιες κατηγορίες μ΄ εκείνον» (ερμην. με’ αποστ.). Αν λοιπόν δεχθούμε την ένωση, θα γίνουμε και εμείς υπόδικοι απέναντι στους θείους κανόνες που αποφαίνονται εν αγίω Πνεύματι, για όλα όσα και αυτοί κατηγορούνται και είναι υπεύθυνοι. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου σωστό και δίκαιο. Αλλά ούτε θα τους μνημονεύσουμε. Διότι και αυτό είναι ένα τέχνασμα του πονηρού που υποκρίνεται το φώς, ενώ είναι σκότος. Έτσι και τώρα με το να προβάλλει την ένωση μ΄αυτούς, θα επιφέρει με δόλιο τρόπο την απώλεια ολοκλήρου του σώματος της Εκκλησίας. Επειδή όμως δεν μπορεί να πείσει με φανερά επιχειρήματα προς αυτή την κατεύθυνση, επιχειρεί εκ του αφανούς να βρει ένα παράθυρο και να περάσει μέσα το κακό στα κρυφά. Εάν λοιπόν επιθυμούν πράγματι να ενωθούν μαζί μας, τότε ας αλλάξουν πρώτα και μετά να ενωθούν. Εάν όμως θέλουν να το κάνουν αυτό, ενώ συγχρόνως διατηρούν και τα σφάλματά τους, δεν θα τα καταφέρουν. Καταλήγουν μάλιστα να ζητούν έστω και την απλή μνημόνευση των ονομάτων τους. Δεν υπάρχει όμως κάποια σχέση μεταξύ μυστηριακής κοινωνίας και μνημονεύσεως ονόματος; Υπάρχει βεβαιότατα, όπως θα αποδείξουμε. Ώ πόσο δυστυχώς είναι το κέρδος που θα επιτύχουν τώρα! Διότι τώρα θα είναι και η διόρθωσή τους αδύνατη, εφ΄όσον θα έχουν πάρει εκείνο που θέλουν! Άλλωστε, οι αντιπαραθέσεις και οι διάλογοι δεν φαίνεται να έχουν γι΄αυτούς σαν σκοπό την ευσέβεια…

… Ο μέγας Απόστολος του Κυρίου και Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει: «Εἴτις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τῆ διδαχήν οὐ φέρει μεθ΄ἑαυτοῦ, χαίρειν αὐτῶ μη λέγετε και εἰς οἰκίαν μη λαμβάνετε. Ὁ γάρ λέγων αυτῶ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς» (Β’ Ιω. 10-11). Αν λοιπόν εμποδιζόμαστε να τον χαιρετίσουμε απλά στον δρόμο και αν δεν μας επιτρέπεται να τον βάλουμε σ΄ ένα συνηθισμένο σπίτι, πως δεν είναι ανεπίτρεπτο να τον εισαγάγουμε, όχι σε σπίτι, αλλά στον ναό του Θεού και μάλιστα σ΄αυτά τα ίδια τα άδυτά του; …

… Ποιος “άδης” θα αναφωνήσει το μνημόσυνο του πάπα – ο οποίος αποκόπηκε δίκαια από το Άγιο Πνεύμα εξαιτίας της αυθάδειάς του εναντίον του Θεού και των θείων Μυστηρίων – και θα γίνει με αυτό τον τρόπο εχθρός του Θεού; Διότι αν ακόμη και ο απλός χαιρετισμός μας καθιστά κοινωνούς των πονηρών έργων αυτού που χαιρετάμε, πόσο μάλλον η μνημόνευσή του εκφώνως και μάλιστα την στιγμή που αντικρίζουμε με φρίκη τα θεία Μυστήρια; Αν αυτός ο ίδιος που βρίσκεται μπροστά μας είναι η Αυτοαλήθεια, πως είναι δυνατόν να ανεχθεί ένα τόσο μεγάλο ψεύδος, το να συγκατατάσσεται δηλαδή ο πάπας μεταξύ των λοιπών Ορθοδόξων πατριαρχών; Και πώς θα τα ανεχθεί αυτά η ψυχή του Ορθοδόξου και δεν θα απομακρυνθεί αμέσως από την εκκλησιαστική κοινωνία αυτών που τον μνημόνευσαν και δεν θα τους θεωρήσει ιεροκαπήλους; Άλλωστε, η Ορθόδοξος Εκκλησία του Θεού δεχόταν από παλιά την αναφορά του ονόματος του αρχιερέως ενώπιον των αγίων Μυστηρίων ως τελεία συγκοινωνία. Διότι έχει γραφεί στην ερμηνεία της θείας Λειτουργίας, ότι ο λειτουργός αναφέρει το όνομα του αρχιερέως για να δείξει ότι υποτάσσεται στον ανώτερό του, ότι είναι κοινωνός του και ότι έχει δεχθεί δι΄αυτού την πίστη και την χάρη της ιερουργίας των θείων Μυστηρίων …

… Ο Θεός έχει επίσης στηλιτεύσει κατά το παρελθόν κάτι ανάλογο με τους εξής λόγους: «Ἱερεῖς ἠθέτουν νόμον μου καί ἐβεβήλουν τά ἅγιά μου» (Ἰεζ. Κβ’ . 26). Με ποιό τρόπο το έκαναν αυτό; Με το να μη κάνουν διάκριση μεταξύ βεβήλων και οσίων ανθρώπων, αλλά να έχουν τα πάντα κοινά με όλους. Και ποιό άλλο πλέον εναργές και αληθινό παράδειγμα από αυτό χρειαζόμαστε; Ή μήπως να κάνουμε την ένωση σαν ένα είδος Οικονομίας; Και πώς να γίνει δεκτή μία Οικονομία, η οποία βεβηλώνει τα θεία Μυστήρια, κατά τον θείο λόγο που προαναφέραμε και απωθεί απ΄αυτά το Πνεύμα του Θεού και στερεί από τους πιστούς την άφεση των αμαρτιών και την Χάρη της υιοθεσίας που πηγάζει απ΄αυτά τα Μυστήρια; Και τι πιο επιβλαβές από μία τέτοια Οικονομία; …

… Αλλά μήπως είναι σωστό να δωθεί στον αιρετικό πάπα το πρωτείο ολοκλήρου της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού; Αυτό είναι πλήρης παραδοχή και όχι Οικονομία. Εκείνος δεν είναι άξιος τώρα ούτε για την τελευταία θέση. Λέγει δε σχετικά ο μέγας Πατήρ ημών Γρηγόριος ο Θεολόγος, χρησιμοποιώντας τον λόγο του Θεού για όσους μετανοούν: «Αν βέβαια δεν μετανόησαν, ούτε εγώ τους δέχομαι. Θα τους δεχθώ μόνο αν σκύψουν, αν προσέλθουν αξίως, αν διορθώσουν το κακό που έκαναν. Και όταν τους δεχθώ, τότε θα τους απονείμω την θέση που τους ταιριάζει». Πού είναι όμως σε εκείνον και τους δικούς του η διόρθωσις; Πού η μετάνοια προς το καλό; Άρα λοιπόν δεν είναι άξιοι ούτε για την τελευταία θέση, πόσο μάλλον για την πρώτη! …

… Αλλά και ο μέγας Παύλος κινούμενος από τον ίδιο τον Κύριο που ομιλεί μέσα του μας βεβαιώνει: «Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καί ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος» ( Τίτ. γ’. 10). Και πάλι: «Στέλλεσθε άπό παντός ἀτάκτως περιπατοῦντος καί μή κατά τήν παράδοσιν ἥν παρελάβατε παρ΄ἡμῶν» (Β’ Θεσ. γ’ , 6). Και σε άλλο μέρος μας παραγγέλλει με κάτι τέτοιους ούτε να συντρώγουμε (Α’ Κορ. ε’, 11). Τα όμοια μας επιτάσσει και ο Θεοφόρος και Μέγας Πατήρ ημών Ιγνάτιος, για να μας προφυλάξει από τα ανθρωπόμορφα θηρία, τους αιρετικούς, τους οποίους δεν πρέπει όχι μόνο να δεχόμαστε, αλλά αν είναι δυνατόν, ούτε να τους συναντάμε. Πως είναι λοιπόν δυνατόν να δώσουμε σ΄αυτούς το δικαίωμα να είναι πρώτοι και κριτές των Ορθοδόξων Εκκλησιών και να διασαλπίσουμε το μνημόσυνό τους ως Ορθόδοξο κατά τον καιρό της κοινής λατρείας μέσα στην Εκκλησία και ενώπιον αυτής της ίδιας της μυστικής τραπέζης; Και μάλιστα ενώ καλούμαστε να μη τρώγουμε μαζί τους, ούτε να τους χαιρετάμε –για να μην υπάρχει κανενός είδους συναναστροφή μαζί τους– και των οποίων την συνάντηση μας ζητείται αν είναι δυνατόν να την αποφεύγουμε.
(Καλλίστου Βλαστού, Δοκίμιον ιστορικόν περί του Σχίσματος…, σελ. 105-111)