Επικαιρότητα
Άγιον Όρος και η πορεία προς τον Οικουμενισμό (Μέρος Α΄)
18 Νοέ 2025
Άρθρο της Ευαγγελίας Ζουλάκη
Η μεθοδευμένη καταστροφή του φάρου της Ορθοδοξίας και η ανάγκη ομολογίας των σημερινών Αγιορειτών Πατέρων. Η αρχή της εμπλοκής. Οικουμενιστές Πατριάρχες – Αγιορείτικες Αντιδράσεις (Πατριαρχία Αθηναγόρου, Πατριαρχία Δημητρίου)
Πρόλογος
Με αφορμή την επικείμενη επίσκεψη του πάπα στο Φανάρι, στην Θρονική εορτή (30 Νοεμβρίου), και την σχεδιαζόμενη ψευδοένωση με τους αμετανόητους αιρετικούς έρχεται εύλογα στη μνήμη η αντίδραση εναντίον της αίρεσης, που υπήρχε πριν κάποια χρόνια από την Εκκλησία γενικότερα αλλά και από το Άγιο Όρος ειδικότερα, σε αντίθεση με την σημερινή σιωπή και αφωνία που επικρατεί.

Εισαγωγή
Η Αθωνική Μοναστική Πολιτεία υπήρξε ανέκαθεν φρούριο της Ορθοδοξίας και πρωτοστατούσε στους αγώνες κατά των αιρέσεων.
Ξεκινώντας από τους Οσιομάρτυρες που μαρτύρησαν υπό του Λατινόφρονα πατριάρχου Ιωάννη του Βέκκου, ακολουθώντας με τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά έναντι του Ιωάννη Καλέκα, έπειτα με τους Κολλυβάδες Αγίους που μαρτύρησαν για την μην αποδοχή των καινοτομιών, αλλά και στις τελευταίες δεκαετίες με όσους διέκοψαν την πνευματική σχέση (διακοπή μνημοσύνου/Ιεροκανονική Αποτείχιση) με τον μασόνο Πατριάρχη Κων/πόλεως Αθηναγόρα αλλά και τον συνεχιστή του Δημήτριο.
Από την στιγμή όμως που ανέλαβε τα ηνία του Οικουμενικού θρόνου ο χειρότερος από άποψη αιρέσεως, Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ξαφνικά οι αγιορείτες έχασαν το φως τους. Τυφλώθηκαν ολοκληρωτικά και το αντιαιρετικό τους αισθητήριο εξαϋλώθηκε. Τι συνέβη άραγε και τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι…; Γιατί το Άγιο Όρος πήρε τον κατήφορο και δεν βάζει φρένο; Γιατί αδιαφορεί για την αλλοίωση της Ορθοδοξίας (ή ακόμα χειρότερα από κάποιους υποστηρίζεται η αλλοίωση αυτή);
Η αρχή της εμπλοκής
Την 7ην Δεκεμβρίου 1965, ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας και ἠ περί αὐτον Ἱερά Σύνοδος προβαίνουν εις μίαν παραδοσιακῶς ἀπρόσμενον πρᾶξιν· αἵρουν το ἀνάθεμα τοῦ 1054. «Καιρον εὐπρόσδεκτον τῷ Κυρίῳ τά νῦν ἠγησάμενοι… ἀποφαινόμεθα ὅτι το ἐν ἔτει σωτηρίῳ χιλιοστῷ πεντηκοστῷ τετάρτῳ γενόμενον ἀνάθεμα… ὑπάρχη ἀπό τοῦ νῦν καὶ παρά πασι γινώσκηται ἠρμένον ἀπό τῆς μνήμης καί ἐκ μέσου τῆς Ἐκκλησίας…» [1]
Περατωθείσης τῆς ὅλης σχετικῆς ἀκολουθίας εις τον Ἱερόν ἐν Φαναρίῳ Πατριαρχικόν Ναόν, ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας μετά τοῦ καρδιναλίου Λαυρεντίου Σάχαν καί τῆς λοιπῆς συνοδείας ἀνέρχονται τήν κλίμακα τοῦ Πατριαρχείου. Εἰς τήν τελευταίαν βαθμίδα ἵστανται ἀμφότεροι καί εὐλογοῦν κάτω τά πλήθη… Ὁ Πατριάρχης ἄλλοτε μέν χαιρετᾶ τά πλήθη εὐλογῶν αὐτά διά τῆς δεξιᾶς, ἄλλοτε δέ ἐναγκαλίζεται καί καταφιλεῖ φαιδρός τόν καρδινάλιον…
Μετά το γεῦμα πλήν τῶν ἄλλων ποικίλων δώρων προσφέρονται καί χρυσοί σταυροί τῆς χιλιετηρίδος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐμπλεκομένου ἐμμέσως οὕτω πως καί τοῦ Αθωνος, εἰς ὅλον αὐτό τό διευρυμένον ἄνοιγμα ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».
[…] Τόν ἐπίλογον τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων ἀνέλαβε, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριάρχου νά γράψη ὁ τότε Ἡλιουπόλεως Μελίτων… ἀρχιτέκτων τῶν ἀναβαθμῶν τῆς κλίμακος πρός τήν ὁραματιζομένην ἑνότητα, ἔχων προπορευομένους εἰς αὐτήν τόν Ἀμερικῆς Ἰάκωβον καί ἄλλους μετὰ τῶν Καρπάθου καί Ρόδου, ὅπου «τό πήδημα» τῆς Διασκέψεως ἐκείνης τοῦ 1964 ὑπερέβη τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως τά κοινῶς «ἐσκαμμένα». Μετά την μακράν κατ’ ᾿Ανατολάς περιοδείαν του ὁ Μελίτων διέρχεται, τήν Κυριακήν τῶν Βαΐων 3 Απριλίου 1966, καί ἐξ Αγίου Όρους,«τῆς ἐνδοχώρας αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντίνουπόλεως», ὅπως τήν ἀπεκάλει. Δέον δέ νά σημειωθῇ ὅτι μετέφερε πρός τήν Παναγίαν μίαν ἀσημένια κανδήλα, τήν ὁποίαν σημαῖνον μέλος τῆς ἐν Εὐρώπῃ ἑλληνικῆς διασπορᾶς εἶχε προσφέρει ὡς δῶρον εἰς τόν γηραιόν Πατριάρχην ᾿Αθηναγόραν, ἐπί τῇ ὀγδοηκονταετηρίδι του, καί ἐκεῖνος ἀκολούθως μέ σχετικήν ἐπιγραφήν, τήν ἀφιέρωσε νά καίη πρό τῆς ἐφεστίου Εἰκόνος «Αξιόν ἐστιν» τοῦ Πρωτάτου. Εἰς μίαν τῶν προσφωνήσεών του δέν ἐδίστασεν νά εἰπῆ εἰς τούς Αγιορείτας: «Ο σύγχρονος ἄνθρωπος ἀγωνιᾶ… Τό ἑωσφορικόν πνεῦμα μᾶς ἐξωθεῖ εἰς τό να πιστεύσωμεν ὅτι ἡμεῖς μόνοι κατέχομεν τήν ὀρθήν ὁδόν… (Εἰς τήν περίπτωσιν τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων) τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐνήργησεν ὡς ἐνήργησεν… διότι αὐτό ἐπιτάσσουν οἱ καιροί. Σήμερον… μόνον μέ τόν διάλογον ἠμπορεῖ κανείς νά λύση ἐπιτυχῶς τά προβλήματά του. Να κατοχυρώση τήν ὑπόστασίν του καί να διακηρύξη τήν παρουσίαν του εἰς τόν χριστιανικόν κόσμον… Τί ἤθελαν οἱ ἐπικριταί μας νά κάμωμεν; Νά ἀφήσωμεν τόν καθολικόν καί τόν προτεσταντικόν κόσμον να ἑνωθοῦν καί ἡμεῖς νά μείνωμεν ἐν λαμπρᾷ ἀπομονώσει;….
Οὕτω πως ἠννόει ὁ προαναφερθείς Ἱεράρχης τήν ἀνά τόν κόσμον πρεσβευτικήν του ἐκπροσώπησιν καί προάσπισιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἕπεται ἡ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, λόγῳ καί ἔργῳ ἀπήχησις τῶν λεχθέντων, μέ ἔκδηλον ἀντίδρασιν τήν διακοπήν τοῦ Μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου Αθηναγόρου.
Οικουμενιστές Πατριάρχες – Αγιορείτικες Αντιδράσεις
Επί Πατριάρχη Αθηναγόρα, όταν άρχισαν τα οικουμενιστικά ανοίγματα με προσπάθεια ενώσεως με τους αιρετικούς, το Άγιο Όρος αντιδρούσε με πλειάδα επιστολών -τόσο από μεμονωμένες Ι. Μονές όσο και από την Ιερά Κοινότητα- φτάνοντας μάλιστα μέχρι την εσχάτη λύση, την διακοπή μνημοσύνου του μασόνου οικουμενιστή Πατριάρχη από σύσσωμο σχεδόν το Άγιο Όρος.
Αντίστοιχα, κατά την Πατριαρχία του Δημητρίου οι αντί-αιρετικές επιστολές και ανακοινώσεις των Ιερών Μονών και της Ιεράς Κοινότητος, καθώς και η διακοπή μνημοσύνου από κάποιες Μονές συνεχίστηκαν, καθότι με δήλωσή του ο Δημήτριος θα συνέχιζε την οικουμενιστική, φίλο-ενωτική γραμμή του προκατόχου του.
Πλήθος από αυτές τις επιστολές μπορεί κανείς να αναγνώσει ενδεικτικά στο εξαιρετικό βιβλίο του Μοναχού Λουκά Φιλοθεΐτη «Άγιον Όρος-Οικουμενισμός και Κόσμος», στο περιοδικό των Αγιορειτών Πατέρων «Άγιον Όρος- Διαχρονική μαρτυρία στους αγώνες υπέρ της πίστεως», καθώς και στο τευχίδιο της Ορθόδοξης Κυψέλης «Άγιον Όρος και Οικουμενισμός – μικρή ανθολογία Αγιορείτικης Ορθοδόξου Ομολογίας». Διαβάζοντας όλα αυτά θα διαπιστώσει κανείς το αγωνιστικό φρόνημα που διακατείχε τους Αγιορείτες μέχρι πριν λίγα χρόνια.
Προς επίρρωση των προαναφερθέντων παραθέτουμε επιλεκτικά κάποιες από αυτές τις επιστολές:
Πατριαρχία Αθηναγόρου
Τήν 17ην ᾿Απριλίου 1971 ἤ Ἱερά Κοινότης γράφει πρός τήν Αὐτοῦ Θεοτάτην Παναγιότητητα τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. ᾿Αθηναγόραν εἰς Κωνσταντινούπολιν.
«…Καί ἤδη Παναγιώτατε, ἐπανερχόμενοι εἰς σχετικάς προγενεστέρας ἐπιστολάς ἡμῶν διά τῶν ὁποίων ἐγνωρίσαμεν εἰς τήν Μητέρα ᾿Εκκλησίαν τόν εἰς εὐρεῖαν κλῖμακα σκανδαλισμόν τῶν ἐν ῞Αθω Πατέρων καί τήν ἐκ τούτου διακοπήν τοῦ Μνημοσύνου τοῦ Ὑμετέρου ὀνόματος ἐν πλείστοις Ἱεροῖς Σκηνώμασιν… ἄς ἐπιτραπῇ ἡμῖν ἵνα… ἐκφράσωμεν τάς ἀνησυχίας μας τάς ὁποίας γεννᾶ ἡ εἰς τόν ῞Ελληνικόν Βορρᾶν (23.3.1971) συνέντευξις Ὑμῶν, ἤ ὁποία ἀνανεώνει συμπυκνοῦσα τάς ἰδίας στερεοτύπως ἐπαναληφθείσας δηλώσεις Σας. Καί νά ἐρωτῶμεν εὐλαβῶς•
– Ποῦ ἐπιτέλους ὁδηγεῖται ἤ ᾿Ολκᾶς τῆς ᾿Εκκλησίας;
Καθότι εἰς τήν ἐν λόγω συνέντευξιν διατυποῦνται ἀπόψεις περί ἑνώσεως καί ἑνότητος ἐλάχιστα γνωσται εἰς τήν ᾿Ορθόδοξον ἐκκλησιολογίαν καί θεολογίαν τῶν ῾Αγίων Πατέρων.
Διότι ἥ μέν ἕνωσις διεσπάσθη διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου καί ἀργότερον τοῦ ᾿Αλαθήτου -τά ὁποῖα καί ἀποτελοῦν τά βασικώτερα ἐμπόδια ἀποκαταστάσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων- ἤ δέ ἑνότητης ἐξωβελίσθη διά τῆς προσθήκης τοῦ Filioque καί τοσοῦτων ἄλλων λατινικῶν καινοτομιῶν.
Τό χάσμα τῶν δογματικῶν διαφορῶν ὑπῆρξεν ἀγεφύρωτον. Ἐπανειλημμέναι προσπάθειαι προσεγγίσεως Ἀνατολῆς καί Δύσεως ἀπέβησαν ἄκαρποι.
Κατόπιν τούτων, Παναγιώτατε, ποῖον νόημα δύναται νά ἔχη ἥ ἄρσις τῶν ἑκατέρωθεν ἀφορισμῶν… μη αίρομένων τῶν αἰτίων τοῦ Σχίσματος…; Πῶς δυνάμεθα νά ἰσχυρισθῶμεν ὅτι τό Σχίσμα τοῦ 1054 ἐπῆλθεν οὐχί κυρίως ἐκ λόγων δογματικῶν, ἀλλά διότι εἴχομεν παύσει νά ἀγαπῶμεθα…; Πρός τί αἰ ἀπό συστάσεως αὐτῆς ἀγῶνες τῆς Ἐκκλησίας ἵνα διαφυλαχθῆ ἥ Ἀλήθεια μέχρι κεραίας; Ἐάν ἦτο ἀρκετή ἥ Ἀγάπη, πρός τί τά τόσα αἵματα τῶν Μαρτύρων, αἱ θυσίαι τῶν Ὁσίων καί Δικαίων;
Ἐάν ἥ ὁμόδοξος Ρωσική Ἐκκλησία τοσοῦτον ἐστηλιτεύθη διά τήν ἀντορθόδοξον ἀπόφασιν αὐτῆς, ὅπως περιορισμένως μεταδίδη τήν Θείαν Εὐχαριστίαν εἰς τούς Λατίνους, πῶς ή Ὑμετέρα Παναγιότης φρονεῖ ὅτι οὐδέν ἐμπόδιον ὑπάρχει διά τό κοινόν Ἅγιον Ποτήριον μετά τοῦ Παπισμοῦ»;
Πατριαρχία Δημητρίου
Στὸ Ἱεροκοινοτικό Γράμμα τό 1980 «Άπαντες οἱ ἐν τῇ κοινῇ Συνάξει Αντιπρόσωποι καὶ Προϊστάμενοι τῶν εἴκοσιν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω» δήλωναν πρὸς τὸν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο: «Γνωρίζετε, Παναγιώτατε Δέσποτα, ὅτι ἀείποτε οι Μοναχοί είναι ἰδιαιτέρως εὐαίσθητοι εἰς τα θέματα τῆς πίστεως, φοβοῦνται δὲ ὅτι οἱ παραχωρήσεις εἰς αὐτά συνεπάγονται τὴν ἀπώλειαν τῶν ψυχῶν των, διά την σωτηρίαν τῶν ὁποίων και εγκατέλειψαν τον κόσμον καὶ ἦλθον να μονάσουν ἐν ἐρημίαις καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὁπαῖς τῆς γῆς».
«Διά τοὺς Ἁγιορείτες Μοναχούς τους μνημονεύοντας το σεπτόν ὄνομα τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος, τά τολμηρά βήματα εἰς τάς σχέσεις μετά τοῦ παπισμοῦ καί δή ἐκεῖνα ἅτινα μᾶς ἐκβάλλουν τῶν ὁρίων τῆς Ὁρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας καί Παραδόσεως, δημιουργοῦν ἔντονα προβλήματα εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῶν ὡς ἔχοντα δυσμενείς ἐπιπτώσεις εἰς τήν σωτηρίαν των. Οὕτως ἄλλως τε διδάσκονται ἀπό τήν μακραίωνα και ζῶσαν Ἁγιορειτικήν Παράδοσιν καί τούς μάρτυρας μοναχούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἐδίστασαν να τελειωθοῦν μαρτυρικῶς, παρά νά προσκυνήσουν τον πάπαν.
Παρά τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων ή τοιαύτη στάσις χαρακτηρίζεται ὡς φανατική, δι’ ἡμᾶς ὅμως πρόκειται περί συνεπείας πρός τήν πίστιν μας καί τήν ἀφοσίωσιν καί ἀφιέρωσίν μας πρός τὸν Θεόν» (Ο.Τ., αρ. Φ. 440, 16-1-1981).
Σε έτερη επιστολή διαβάζουμε: «…Μετὰ βαθείας λύπης διαπιστοῦμεν, Παναγιώτατε, ὅτι εἰς ἐπίσημα κείμενα καὶ λόγους τοῦ Σεπτοῦ Κέντρου ἤρχισε νὰ προβάλλεται κάποια ἄλλου εἴδους Ἐκκλησιολογία καὶ ἡ λεγομένη θεωρία τῶν Κλάδων, ἢ ὁποία ἐξισώνει τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίαν μέ τὰς αἱρετικὰς “Εκκλησίας”, παραφυάδας καὶ σχίσματα. Οὕτω κατὰ δήλωσιν δημοσιευομένην εἰς Ἐπίσκεψιν (380, 15.6.1987, σ. 9) καὶ ἀποδιδομένην εἰς τὴν Ὑμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα· “Σήμερον αἰσθανόμεθα καί ζῶμεν βαθέως τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοί, οἱ πιστεύοντες εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν ὡς Υἱόν τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου, εἴμεθα ἐν σῶμα καί ἀποτελοῦμεν μίαν οἰκογένειαν”.
Διερωτώμεθα πῶς εἶναι δυνατόν νά εἴμεθα ἐν σῶμα,ὅταν δὲν ἔχωμεν κοινὴν πίστιν, κοινά μυστήρια, κοινὴν κανονικήν τάξιν; Ἒπαυσε νά ἰσχύη ἡ ἁγιογραφική ἐκκλησιολογική ἀρχή τῆς ἑνότητος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ὁποίαν “ἕν Σῶμα καί ἕν Πνεῦμα… εἷς Κύριος, μία πίστις, ἐν Βάπτισμα” εἶναι τά συνιστῶντα τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Κατά τήν ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον τοῦ 1895 “μόναι αἱ ἀνά τήν Ἀνατολήν καί Βορρᾶν Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἀποτελοῦσι τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, τόν στῦλον τοῦτον καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας”. Παρομοίαν ὁμολογίαν διετύπωσαν οἱ Ὀρθόδοξοι τό 1961 εἰς Ν. Δελχί. Εἶναι λυπηρόν ὅτι μετά τό Νέον Δελχί οἱ συμμετέχοντες εἰς Συνέδρια τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν Ὀρθόδοξοι ἔπαυσαν νά κάμουν ἰδιαἰτέραν Δήλωσιν. Καί οὕτως φαίνεται ἡ καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συμπράττουσα εἰς τά κοινά κείμενα τοῦ Π.Σ.Ε. ὡς μία τῶν παραφυάδων τοῦ Προτεσταντισμοῦ· παραιτουμένη ἐμμέσως καί σιωπηλῶς τῆς ἀξιώσεώς της, ὅτι ἀποτελεῖ τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν. Θεωροῦμεν τοῦτο ἀτόπημα σοβαρώτατον.
… Διό τολμῶμεν… νά ἱκετεύσωμεν Ὑμᾶς υἱικῶς νά χαράξητε τήν ὀρθὴν γραμμήν εἰς τάς μετά τῶν ἑτεροδόξων σχέσεις· μακράν νεωτερισμῶν, ἐχόντων τήν πηγὴν αὐτῶν εἰς τήν ἐκκοσμικευσιν, εἰς τό ἀνθρωποκεντρικόν καί συγκρητιστικόν πνεῦμα τοῦ συγχρόνου κόσμου. Τό “Ἅγιον Ὄρος καθόσον ζῇ εἰς τήν μυστικήν καί λατρευτικήν ζωήν τήν ζωσαν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἁγίων Πατέρων του, δέν δύναται νά ἀκολουθήση ο,τιδήποτε είναι ξένον πρός τό ὀρθόδοξον βίωμά του, καί ὡς ἐκ τούτου θά διαχωρίση τήν θέσιν καί τήν εὐθύνην του…».
- [1] Μοναχός Λουκάς Φιλοθεΐτης, Άγιον Όρος – Οικουμενισμός και κόσμος, Θεσσαλονίκη, 2009
(Συνεχίζεται)
Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: ΚΑΤΑΝΙΧI
Δείτε σχετικά:
– Ιεροκανονική Αποτείχιση του Αγίου Παϊσίου και του Αγίου Όρους από τον Πατριάρχη Κων/πόλεως Αθηναγόρα (1969-1972)
– Άγιο Όρος: Ιεροκανονική Αποτείχιση από τους αιρετίζοντες Πατριάρχες Κων/πόλεως (1969-2020)
– 2016-2020: Άγιο Όρος και η αλλοίωση της Ορθοδόξου Πίστεως (Μέρος Δ΄): Κεφάλαιο 5. Δίωξη Γέροντος Γαβριήλ και Ομολογητών Πατέρων
– Γέροντας Γαβριήλ: Αιρετικός αυτός που ισχυρίζεται ότι «όποιος κόβει το Μνημόσυνο είναι σχισματικός και εκτός της Εκκλησίας»