Μον. Σεραφείμ Ζήσης

Άγιος Διάδοχος Φωτικής: «Καλύτερα να θυμώνεις χάριν της Πίστεως, παρά να αδιαφορείς»!

εικόνα άρθρου: Άγιος Διάδοχος Φωτικής: «Καλύτερα να θυμώνεις χάριν της Πίστεως, παρά να αδιαφορείς»!
Άρθρο τοῦ μοναχοῦ Σεραφείμ Ζήση

Ὁ σώφρων θυμός δόθηκε στήν ἀνθρώπινη φύση ἀπό τόν Θεό ὡς ὅπλο κατά τοῦ κακοῦ μέσα μας καί γύρω μας


Πρόλογος: Ἡ … βουδιστικοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ! (1 σελίδα)
1. Ἡ θέση τοῦ Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς περί θυμοῦ (2 σελίδες)
2. Συναφεῖς πατερικές θέσεις: φυσικός ὁ θυμός κατά τοῦ κακοῦ (2,5 σελίδες)
Σημειώσεις τέλους (4 σελίδες)

Περαιτέρω ἀνάγνωση – “further reading” (3 σελίδες)
Τί εἶναι ἡ «ὀργή τοῦ Θεοῦ»; (1 σελίδα)
Σημειώσεις παραρτήματος (4 σελίδες)

Πρόλογος: Ἡ … βουδιστικοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ !

Ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπό τήν προσπάθεια συγκλίσεως τῶν θρησκειῶν σέ πρακτικό κατ’ ἀρχήν ἐπίπεδο: συμπροσευχές, κοινά φεστιβάλ καί παρελάσεις, ἀπό κοινοῦ περιβαλλοντικές καί ὑπέρ ποικίλων δικαιωμάτων δράσεις καί ἄλλα συναφῆ· ἔχουν ὅμως ἤδη κάνει τήν ἐμφάνισή τους ἀνάλογες τάσεις καί στό καθαρῶς θεολογικό, θεωρητικό, ἄν θέλετε, ἐπίπεδο [1].

Δέν ἀπαιτεῖται καί πολλή σκέψη, γιά νά συνειδητοποιήσει κάποιος, ὅτι μιά τέτοια προσπάθεια, ὁπωσδήποτε ὄχι τυχαία (random), ἐξυπηρετεῖ τήν μαρτυρούμενη στίς πηγές προσπάθεια δημιουργίας ἑνός κοινοῦ, ἁπλοποιημένου, θρησκευτικοῦ παρονομαστῆ, ὥστε νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ἀνάδειξη τῆς Πανθρησκείας τήν ὁποίαν «εὐαγγελίζεται» ἡ Νέα Ἐποχή (New Age) τοῦ Ἀντιχρίστου! Σέ αὐτήν, σημαντικό ρόλο κατέχει πρωτίστως ὁ Βουδισμός.

Γιά τούς Νεοεποχῖτες, ὅπως τούς ἐκφράζει κατ’ ἐξοχήν ἡ Ἀλίκη Μπέιλυ (1880-1949), ὁ Χριστός (ὅπως τόν ἐννοοῦν) εἶναι φορεύς τῆς «ἀγάπης» καί ὁ Βούδας, ὡς πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι φορεύς τοῦ «φωτός» καί τῆς «σοφίας»[2].

Στήν ἠθική τοῦ Βουδισμοῦ ὁ θυμός θωρεῖται θεμελιωδῶς καί ἀνεξαιρέτως κακός, ὡς πνευματικός μολυσμός (klesha). Ἀντιθέτως, ἡ ἀταραξία ἤ ἰσοθυμία ἤ ἰσοψυχία (Upekkhā, ἀγγλ. equanimity) εἶναι μία ἀπό τίς τέσσερις ὑψηλότερες ἀρετές, ἕνα ἀπό τά «Τέσσερα Ἀμέτρητα» (Brahmavihārās, ἀγγλ. immeasurables) τῶν Βουδιστῶν. Εἶναι αὐτή – ἡ βουδιστική ἀταραξία – μία ἤρεμη καί ἰσορροπημένη ἐποπτεία καί εἰρηνική οὐδετερότητα ἀπέναντι στόν κόσμο χωρίς προσκόλληση ἤ ἀποστροφή.

Τό ὅτι οἱ Νεο-εποχῖτες «βλέπουν», ἀλλά καί προωθοῦν – ἐπί τοῦ προκειμένου θέματος – κάποιου εἴδους ἐναρμόνιση μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί Βουδισμοῦ, ἔχει μία ἄμεση συνέπεια: τό ὅτι ἀπό τόν Χριστιανισμό διακρατοῦν μόνον ὅσα ἀφοροῦν στήν «εἰρήνη», τήν «ἀγάπη» καί τήν «πραότητα» καί ἀπορρίπτουν ὅσα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, ὁ μόνος ἀληθής Χριστιανισμός, διδάσκει ἐξ ἴσου περί τῆς θεολογικῆς Ἀληθείας, τοῦ ζήλου γιά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τῆς «κατά Θεόν» (σύμφωνης μέ τόν Θεό) ὀργῆς («ὀργίζεσθε καί μή ἁμαρτάνετε», Ψαλμ. 4, 5).

Οἱ Οἰκουμενιστές ἐν γένει ἀποτελοῦν εἴτε συνειδητούς ἐργάτες (πράκτορες) αὐτῆς τῆς νεο-εποχικῆς βουδιστικοποιήσεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς, εἴτε μή συνειδητούς πανηγυριστές καί χειροκροτητές της. Εἶναι λοιπόν εὔλογο, ὅτι κάθε ὑπόμνηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Ἱερῶν Συνόδων, ἤ τῶν Ἁγίων Πατέρων εἴτε περί προασπίσεως τῆς Ἀληθείας (ἀκόμη καί μέχρι θανάτου [3]), εἴτε περί θείου ζήλου, εἴτε περί διαχωρισμοῦ πιστῶν καί ἀπίστων ὑποβαθμίζεται ἀπό αὐτούς ἤ καί θρασέως παρασιωπᾶται ! Ἐνθυμοῦνται μέν, ὅτι ὁ Χριστός ἐδίδαξε πώς «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν», ἀλλ’ ἐπιμένουν νά λησμονοῦν, ὅτι κατά τήν διδασκαλία Του ὁ Ἴδιος «ἐλήλυθεν [σ. ἦλθε], ἵνα μαρτυρήσει τῇ ἀληθείᾳ», ὅτι πλήν τοῦ Χριστοῦ «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία» καί ὅτι δέν πρέπει νά ὑπάρχει «μερίς», στενή ἐπικοινωνία, «πιστῷ μετά ἀπίστου» [4].

Ὡς ἐπί μέρους ἀντίδοτο στήν ἀπόπειρα πνευματικῆς «μεταλλάξεως» τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν σέ τέτοιους «ἄνευρους» καί «λοβοτομημένους» θεολογικῶς καί πνευματικῶς Πιστούς, θεωρήσαμε καλό νά ὑπενθυμίσουμε τήν πατερική διδασκαλία περί θυμοῦ, μέσα ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ σπουδαίου Θεόπτου καί Νηπτικοῦ Ἁγίου, τοῦ Διαδόχου Ἐπισκόπου Φωτικῆς. Ὁ Ἅγιος Διάδοχος ἔδρασε τόν 5ο αἰῶνα στήν Φωτική τῆς Ἠπείρου (τήν σημερινή Παραμυθία), καί ἔργα του περιλαμβάνονται στήν πολύτιμη καί θαυμαστή «Φιλοκαλία» τῶν Ἁγίων Κολλυβάδων Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ καί Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.

1. Ἡ θέση τοῦ Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς περί θυμοῦ

«Ὁ θυμός περισσότερο ἀπό τά ὑπόλοιπα πάθη συνηθίζει νά ταράσσει τήν ψυχή καί νά τῆς προκαλεῖ σύγχυση. Κάποιες φορές ὅμως καί τήν ὠφελεῖ σέ βαθμό μέγιστο. Ὅταν δηλαδή τόν χρησιμοποιοῦμε χωρίς ταραχή ἐναντίον ὅσων ἀσεβοῦν ἤ ὅσων μέ ὁποιονδήποτε τρόπο ἁμαρτάνουν μέ ἀσέλγειες, ὥστε ἤ νά σωθοῦν ἤ νά καταντροπιασθοῦν, προξενοῦμε σέ αὐτήν [τήν ψυχή] προσθήκη πραότητος. Διότι ὁπωσδήποτε βοηθοῦμε τόν σκοπό τῆς δικαιοσύνης καί ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί στρέφουμε πολλές φορές πρός ἀρρενωπότητα τήν τάση της [τῆς ψυχῆς] πρός τήν “θηλυπρέπεια”, καθώς ὀργιζόμαστε βαρέως κατά τῆς ἁμαρτίας. Καί δέν πρέπει ἀκόμη νά ἀμφιβάλλουμε οὔτε καί γιά τό ὅτι, ὅταν ταρασσόμαστε μέ τρόπο πνευματικό κατά τοῦ δαίμονος τῆς φθορᾶς [τῆς ἀκηδίας] [5], ὅταν περιερχόμαστε σέ πολλή ἀθυμία, τότε ἀποκτοῦμε φρόνημα πού ὑπερνικᾶ τήν καύχηση ἐκ μέρους τοῦ θανάτου. Γιά νά μᾶς διδάξει αὐτό ὁ Κύριος, ἀφοῦ δύο φορές ἐξέφερε ἐπιτίμηση ἐν πνεύματι κατά τοῦ ᾍδη καί προξένησε ταραχή στό ἑαυτό Του – μολονότι κάνει ὅλα ὅσα θέλει χωρίς ταραχή, μέ μόνη τήν βούλησή Του [6] – ἔτσι μόνο ἐπέστρεψε τήν ψυχή τοῦ Λαζάρου στό σῶμα. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι περισσότερο σάν ὅπλο παρασχέθηκε στήν φύση μας [τήν ἀνθρώπινη] ὁ σώφρων θυμός ἀπό τόν Δημιουργό μας, τόν Θεό. Αὐτόν [τόν θυμό] ἄν ἡ Εὔα τόν εἶχε χρησιμοποιήσει κατά τοῦ ὄφεως, δέν θά εἶχε καθοδηγηθεῖ ἀπό ἐκείνη τήν ἐμπαθῆ ἡδονή [τῆς βρώσεως τοῦ καρποῦ]. Συνεπῶς, μοῦ φαίνεται ὅτι ἐκεῖνος πού χρησιμοποιεῖ τόν θυμό μέ σώφρονα τρόπο καί κινούμενος ἀπό ζῆλο γιά τήν εὐσέβεια, θά βρεθεῖ ὁπωσδήποτε περισσότερο εὐδόκιμος στή ζυγαριά τῶν [μελλοντικῶν] ἀνταποδόσεων, ἀπό ἐκεῖνον πού καθόλου δέν κινεῖται πρός τόν θυμό, λόγῳ δυσκινησίας τοῦ νοῦ του. Διότι ὁ δεύτερος φαίνεται νά ἔχει ἀγύμναστο τόν ἡνίοχο [σ. ὁδηγό ἅρματος] τῶν ἀνθρωπίνων φρενῶν, ἐνῷ ὁ πρῶτος φαίνεται νά ἀγωνίζεται πάντοτε ἐπάνω στούς ἵππους τῆς ἀρετῆς – ἐν μέσῳ τῆς παρατάξεως τῶν δαιμόνων – γυμνάζοντας ἔντονα τό τέθριππο [τά ἅρμα τῶν τεσσάρων ἵππων] τῆς ἐγκρατείας μέ φόβο Θεοῦ. Αὐτό τό “ἅρμα Ἰσραήλ” βρίσκουμε νά ἔχει ἀναφερθεῖ στήν Γραφή, κατά τήν ἀνάληψη [πρός τόν οὐρανό] τοῦ θεσπεσίου [Προφήτου] Ἠλία, διότι πρῶτα στούς Ἰουδαίους φαίνεται ὁ Θεός νά ἔχει ὁμιλήσει γιά τίς τέσσερις ἀρετές, μέ διάφορους τρόπους. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς συνολικά “ἐπί ἅρματος πυρός” ἀναλήφθηκε αὐτός ὁ τόσο σπουδαῖος τρόφιμος τῆς σοφίας [ὁ Ἠλίας], χρησιμοποιώντας ὁ σώφρων αὐτός – καθώς νομίζω – τίς δικές του ἀρετές ὡς ἵππους, μέσα στό Πνεῦμα [τό Ἅγιον] πού τόν ἅρπαξε μέσα σέ αὔρα πυρός» [7].

Ἄς διακρίνουμε καί ἐκδιπλώσουμε κάπως τίς θέσεις τοῦ παραπάνω πυκνοῦ κειμένου, πού συνιστᾷ τό 62ο (ξβ΄) ἀπό τά ἑκατό λεγόμενα Γνωστικά Κεφάλαια τοῦ Ἁγίου Διαδόχου (στό παράρτημα ἔχει καί ἄλλες παρόμοιες θέσεις τοῦ ἰδίου ἀπό τά Κεφάλαια):

(α) Ὁ θυμός τίς περισσότερες φορές χρησιμοποιεῖται μέ τρόπο βλαπτικό γιά τήν ψυχή μας, καθιστάμενος ἐφάμαρτο πάθος.

(β) Ὁ θυμὀς μπορεῖ καί νά ὠφελήσει σέ μέγιστο βαθμό, ὅταν χρησιμοποιεῖται χωρίς ταραχή ἐναντίον ὅσων ἀσεβοῦν ἤ ἁμαρτάνουν βαρέως.

(γ) Σκοπός ἐπαινετός τοῦ θυμοῦ τότε εἶναι εἴτε (i) νά σταματήσει τήν διάπραξη τῆς ἁμαρτίας, εἴτε (ii) νά παρακωλύσει – μέσῳ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῆς ἁμαρτίας – τόν (διά τοῦ κακοῦ παραδείγματος) πολλαπλασιασμό της· ὁ σκοπός αὐτός συνᾴδει μέ τήν ἀγαθότητα καί τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

(δ) Ὅταν χρησιμοποιεῖται μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὁ θυμός συντελεῖ ἐπίσης καί στήν ἀποτροπή τῆς «ἐκθηλύνσεως» τῆς ψυχῆς αὐτοῦ πού θυμώνει, δηλαδῆ τῆς στροφῆς της πρός τήν χαυνότητα (ἀδράνεια) καί τήν δειλία, καί ἀντιθέτως τήν «ἀνδρώνει», τήν «ἀρρενοποιεῖ» (τήν κάνει δυναμική καί γενναία).

(ε) Μία τέτοια εὐεργετική χρήση τοῦ θυμοῦ, κάνει τόν ἐνάρετο ἄνθρωπο νά ὑπερβαίνει καί τόν περιορισμό, τήν τυραννία, πού ὁ πνευματικός θάνατος ἐπιβάλλει μέ καύχηση ἐπάνω στήν ἀνθρώπινη φύση, ὅπως λ.χ. μέ τήν «δαιμονική φθορά» τῆς ἀκηδίας [8].

(στ) Ἡ ἔντονη καί παραδειγματική ἐπιτίμηση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ κατά τοῦ ᾍδη, στήν περίσταση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου, ἐπιβεβαιώνει τήν παραπάνω ἐπαινετή χρήση τοῦ θυμοῦ.

(ζ) Συνεπῶς, ὁ θυμός ὁ σώφρων καί εὔτακτος εἶναι ὅπλο πού μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό. Ἄν τόν εἶχε χρησιμοποιήσει στόν Παράδεισο ἡ προμήτωρ μας Εὔα κατά τοῦ δελεάζοντος ὄφεως-διαβόλου, δέν θά εἶχε συμβεῖ ἡ προγονική (τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας) καί ἡ συνεπαγόμενη παγγενής (ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος) πτώση ἀπό τόν Παράδεισο.

(η) Κατά συνέπεια, ἐκεῖνος πού χρησιμοποιεῖ τόν θυμό μέ σωφροσύνη πρός χάριν τῆς εὐσεβείας (τῆς Ὀρθῆς Πίστεως) θά βρεθεῖ στήν μέλλουσα Κρίση δοκιμότερος [9] ἀπό τόν ἄνθρωπο τόν «ἄνευρο», τόν «ἄθυμο», τόν ψυχικῶς δυσκίνητο κατά τῆς ἁμαρτίας.

(θ) Σύμφωνα μέ τό σύμβολο τοῦ ἅρματος τῶν «τεσσάρων ἵππων» τῶν ἀρετῶν (ἀνδρείας, σωφροσύνης, φρονήσεως, δικαιοσύνης), ἐκεῖνος πού θυμώνει πρεπόντως, εἶναι συμβολικῶς ὁ ἡνίοχος (ὁ ὁδηγός ἅρματος ἀλόγων) πού ἔχει γυμνάσει καταλλἠλως καί ἁρμονικῶς τίς τέσσερις θεμελιώδεις αὐτές ἀρετές, ἐνῷ ἀντιθέτως ὁ δυσκίνητος πρός τόν ἐπαινετό, τόν σώφρονα, θυμό, εἶναι αὐτός πού ἀφίνει ἀγύμναστο τόν ἡνίοχο του, τόν συντονιστή τῶν «τεσσάρων ἵππων», τῶν τεσσάρων γενικῶν ἀρετῶν.

(ι) Αὐτό τό «ἅρμα τῶν ἀρετῶν», τό σωφρόνως καθοδηγούμενο ἀπό τόν ἐπιμελῆ καί σώφρονα ὁδηγό, τόν ἐνάρετο «ἁρματηλάτη» Χριστιανό, συμβολίζεται ἀπό τό «ἅρμα Ἰσραήλ» πού ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή [10]· τό ὁποῖο, πυρακτούμενο ἀπό τό πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀνύψωσε πρός τά οὐράνια τόν θεσπέσιο, σοφό καί σώφρονα, Προφήτη Ἠλία.

2. Συναφεῖς πατερικές θέσεις: φυσικός ὁ θυμός κατά τοῦ κακοῦ

Σέ ὅσα παραπάνω γράφει ὁ ἱερόσοφος Ἅγιος Διάδοχος, διακρίνουμε γιά πολλοστή φορά («καί πάλιν καί πολλάκις») τήν ἀπόλυτη συμφωνία τῆς διδασκαλίας τῶν Νηπτικῶν, τῶν Φιλοκαλικῶν, Ἁγίων Πατέρων (ἐκείνων πού πρωτίστως ἐδίδαξαν τήν «νήψη» τῆς ψυχῆς, τήν ψυχική ἐγρήγορση, καί ἔργα τους συμπεριλήφθηκαν στήν «Φιλοκαλία») μέ τούς μεγάλους δογματικούς Θεολόγους καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας· καί τοῦτο, μολονότι οἱ τελευταῖοι ἀγωνίστηκαν ἐκτενῶς καί κατά τῶν αἱρέσεων μέ σκοπό τήν διάσωση τοῦ Ὀρθοδόξου Δόγματος.

Κάποιος, δηλαδή, πού ἔχει ἐπιφανειακή γνώση καί κατανόηση τῶν πατερικῶν κειμένων θά ἀνέμενε, ὅτι ἕνα νηπτικό κείμενο – ὅπως τό παραπάνω – θά ἦταν ἐντελῶς ἀντίθετο μέ τήν χρήση τοῦ θυμοῦ ἀπό τόν κάθε Χριστιανό, τόν κάθε «νήφοντα» (ἐγρηγορότα) Χριστιανό· καί ὅμως, δικαιώνει καί θεμελιώνει τήν ὑγιῆ χρήση τοῦ θυμοῦ κατά τῆς ἀσεβείας καί τῆς ἁμαρτίας.

Συμφωνώντας μέ τά παραπάνω ὁ μέγας Θεολόγος καί Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (μεταξύ πολλῶν ἄλλων Πατέρων) γράφει τά ἑξῆς γιά τήν ὀρθή χρήση τοῦ θυμοῦ, ἀφοῦ αὐτός μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό μαζί μέ τίς ἄλλες δυνάμεις τῆς ψυχῆς: «Αὐτά δέ [θυμός, ἐπιθυμία, αἴσθηση, ὄρεξη] εἶναι καί πάθη τά ὁποῖα εἶναι συστατικά τῆς φύσεως τῶν ζώντων· διότι χωρίς αὐτά δέν εἶναι δυνατόν νά συσταθεῖ ἡ ζωή. Αὐτά δόθηκαν ἀπό τόν Δημιουργό γιά νά ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο· ἡ μέν ἐπιθυμία, [μᾶς δόθηκε ὡς ἐπιθυμία] γιά τόν Θεό καί τά θελήματά Του· ὁ δέ θυμός [μᾶς δόθηκε ὡς θυμός], κατά τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας καί γιά νά στρέφει τήν ἐπιθυμία πρός ἀρρενωπότητα [καί ὄχι πρός τήν «θηλυπρεπῆ» χαυνότητα]» [11]

Τά ἴδια γράφει καί ἀλλοῦ, κατά τῶν Μανιχαίων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦσαν τήν ἀνθρώπινη φύση ὡς κατ’ ἀρχήν κακή· συνεπῶς καί ὁ ἄνθρωπος καί οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς εἶναι γιά τούς Μανιχαίους δημιουργημένα κακά, κατά φύσιν κακά, ἀνάμεσά τους δέ καί ὁ θυμός. Καταρρίπτει ὁ Σαββαΐτης – καί παγκόσμιος – Θεολόγος Ἰωάννης ὁ ἐκ Δαμασκοῦ τήν μανιχαϊκή πλάνη αὐτή ὡς ἑξῆς:

«Κακία εἶναι ἡ παράχρηση τῶν φυσικῶν δυνάμεων. Ἄν δηλαδή τίς δυνάμεις πού δωρήθηκαν ἀπό τόν Θεό στήν ψυχή μας τίς χρησιμοποιήσουμε γιά τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖον τίς λάβαμε, δηλαδή σύμφωνα μέ τόν νόμο Ἐκείνου πού τίς ἔδωσε, εἶναι [πρᾶγμα] καλό. Ἄν ὅμως τίς χρησιμοποιήσουμε ὄχι γιά τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖον τίς λάβαμε, ἀλλά ἀντίθετα μέ τόν νόμο Ἐκείνου πού τίς ἔδωσε, εἶναι [πρᾶγμα] κακό. Καί δέν εἶναι οὔτε οἱ ἴδιες οἱ δυνάμεις, οὔτε ἡ χρήση τους κακή, ἀλλά ὁ κακός τρόπος τῆς χρήσεως, ὁ ἀντίθετος πρός τόν νόμο τοῦ Θεοῦ πού τίς ἔδωσε […] Τό μῖσος καί ὁ θυμός, ἄν κατευθύνονται ἐναντίον ὅσων πραγμάτων παρεμποδίζουν τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς καί τήν ἐγγύτητά της πρός τόν Θεό μέσῳ τῆς ὑπακοῆς σέ Αὐτόν καί ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό, δηλαδή ἄν κατευθύνονται ἐναντίον τοῦ διαβόλου καί τῶν ὑπηρετῶν του, εἶναι καλό πρᾶγμα. Διότι λέγει [ἡ Ἁγία Γραφή] “Μήπως δέν μίσησα αὐτούς πού Σέ μισοῦν καί ἔλιωνα ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν Σου; Τούς μισοῦσα μέ τέλειο μῖσος, μοῦ ἔγιναν ἐχθροί” [Ψαλμ. 138, 21.22]. Καί οἱ ἅγιοι Μάρτυρες θύμωναν δικαίως κατά τῶν τυράννων. Καί ἐάν θυμώσω ἐναντίον τοῦ δικοῦ μου λογισμοῦ [τῶν σκέψεών μου], ἐπειδή προσπαθεῖ νά μέ χωρίσει ἀπό τόν Θεό, εἶναι καλό πρᾶγμα. Ἐάν κάποιος μέ στερεῖ ἀπό τήν σωτηρία, εἶναι καλό νά θυμώσω καί νά τόν μισήσω· ἐάν ὅμως μοῦ προξενεῖ λύπη κατά τήν κοσμική νοοτροπία καί γίνεται πρόξενος ὠφελείας στερώντας με ἀπό τά ὑλικά [ἀγαθά], θά τόν ἀγαπήσω καί δέν θά τόν μισήσω […] Συνεπῶς, τίποτε ἄλλο δέν εἶναι ἡ κακία, παρά τό νά χρησιμοποιεῖ κάποιος τίς φυσικές δυνάμεις [σ.σ. στίς ὁποῖες συμπεριλαμβάνεται ὁ θυμός] ἀντίθετα ἀπό τήν φύση καί τόν νόμο [τοῦ Θεοῦ], πρᾶγμα πού δέν εἶναι οὐσία [τῶν πραγμάτων], ἀλλά δικό μας ἐπιτήδευμα» [12].

Ἑπομένως, ὁ πιστός Χριστιανός πρέπει ἐναντίον καί τῆς αἱρέσεως καθ’ ἑαυτήν νά ἔχει ἀδιάλλακτο μῖσος, κατά τό ὑπόδειγμα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Περί τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου, Γέροντος τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, διηγεῖται ὁ βιογράφος καί τῶν δύο, ὁ σπουδαῖος Μοναχός Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης (6ο αἰ.): «Ὁ μακάριος Σάββας καί πολλοί ἄλλοι Γέροντες θαύμαζαν τόν θερμότατο ζῆλο τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου ὐπέρ τῶν ἐκκλησιαστικῶν Δογμάτων, ἄν καί ἐκεῖνος συζοῦσε μέ τήν πολλήν πραότητα καί τήν μετριοφροσύνη, καί διαβεβαίωναν, ὅτι ἀποστρεφόταν κάθε αἵρεση πού ἐναντιώνεται στήν ὀρθότητα τῆς διδασκαλίας τῆς Πίστεως, ἐξαιρέτως δέ μισοῦσε μέ τέλειο μῖσος τίς ἕξι αὐτές αἱρέσεις: σιχαινόταν τήν βδελυρότητα τῶν Μανιχαίων καί ὅσους φρονοῦν ὅμοια μέ τόν Ὠριγένη […]. Ἀποστρεφόταν παρομοίως καί τήν διαίρεση [τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπό] τοῦ Ἀρείου καί τήν σύγκραση [τῆς Τριάδος ὑπό] τοῦ Σαβελλίου καί σιχαινόταν τήν διαμετρικά ἀντίθετη πονηρία τους, ἀλλά ὁμότιμη ἀσέβειά τους […]. Ἀλλά βεβαίως καί στό περί Χριστοῦ Μυστήριο ἐξ ἴσου ἀπέρριπτε τήν διαίρεση [τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὑπό] τοῦ Νεστορίου καί τήν σύγχυση [τῶν δύο Φύσεων τοῦ Χριστοῦ ὑπό τοῦ μονοφυσίτου ἡγέτου] τοῦ Εὐτυχοῦς» [13].

Τέτοιος ἦταν ὁ θυμός πού χρησιμοποίησαν καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες κατά τῶν αἱρέσεων, ὡς κάτοχοι ὁλοκλήρου «τῆς ποιμαντικῆς ἐπιστήμης»· τούς ὁποίους ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας ἐπαινεῖ στήν ὑμνογραφία Της ἐπειδή νομίμως ἐξήγειραν τόν δικαιότατο θυμό, μέ τόν ὁποῖο, ἀλλά καί μέ τήν νοητή «σφενδόνη» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πέταξαν ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία τούς «λύκους» τούς ἐπιβλητικούς καί μεταδοτικούς τοῦ κακοῦ, τούς ἀμετανοήτους αἱρετικούς: «Ὅλην συλλεξάμενοι ποιμαντικήν ἐπιστήμην καί θυμόν κινήσαντες νῦν τόν δικαιότατον ἐνδικώτατα τούς βαρεῖς ἤλασαν καί λοιμώδεις λύκους τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος, ἐκσφενδονήσαντες τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληρώματος» [14].

Ὅσα ἐκθέσαμε συνοπτικῶς παραπάνω μπορεῖ νά ἀποβοῦν καί ἐπικίνδυνα γιά ὅσους τά μελετοῦν ἐπιφανειακῶς· γι’ αὐτό ὑπενθυμίζεται καί πάλιν, ὅτι ὁ θυμός, ὡς ὅπλο τῆς ψυχῆς κατά τοῦ κακοῦ, μπορεῖ εὔκολα νά ἀποβεῖ ἐπικίνδυνος καί γιά τόν «χειριστή» του, τόν ἄνθρωπο πού προτίθεται μέν νά τόν χρησιμοποιήσει κατά τῆς ἀσεβείας καί τοῦ θρασέος κακοῦ, ἀλλά ταυτίζει τούς ἁμαρτωλούς καί ἀσεβεῖς μέ αὐτά. Δέν πρέπει ὁ θυμός νά ἐπικεντρώνεται ἐναντίον συνανθρώπων μας, οὔτε νά μακροχρονίζει στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ καί νά τήν ταράσσει μέ ἐμπάθεια. Ἄλλωστε, καί οἱ ἰατροί μισοῦν τίς νόσους, σώζοντας – με καυτηριασμούς καί ἄλλες ἐπώδυνες πρακτικές – τούς ἀσθενεῖς, τούς ὁποίους ἀγαποῦν. Ἡ ἰσορροπία εἶναι λεπτή, καί τόν καλό ἰατρό τόν χαρακτηρίζουν μεταξύ ἄλλων καί οἱ ὀρθές «δόσεις» τῶν φαρμάκων (βλ., ἄν θέλετε, καί στό ἐδῶ παράρτημα – “further reading”).

Εἶναι χαρακτηριστική πάντως ἡ ἑδρασμένη στήν Παράδοση θέση τοῦ σπουδαίου θεολόγου καί Ρωμηοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη: «Κατά ταῦτα ὁ τέλειος [Χριστιανός] ἐπιθυμεῖ οὐχί διά τόν ἑαυτόν του, ἀλλά διά τόν Θεόν καί τόν πλησίον· καί θυμώνει ἤ ὀργίζεται οὐχί διά τά κατά τοῦ ἑαυτοῦ του ἀδικήματα, ἀλλά διά τήν ἀδικίαν κατά τοῦ πλησίον. Ἑπομένως ἡ οὐ ζητοῦσα τά ἑαυτῆς [15] ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί τῶν θεουμένων οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρός τήν ἀταραξίαν τῶν Στωϊκῶν καί τήν εὐδαιμονίαν τῶν Πλατωνικῶν ἤ καί τόν ἡδονισμόν ἤ εὐδαιμονισμόν τῶν παλαιοτέρων καί νεωτέρων συστημάτων καί ρευμάτων. Οὔτε ἔχει καμμίαν σχέσιν μέ τόν συναισθηματικόν ἀλτρουϊσμόν τῆς φιλοσοφικῆς ἠθικῆς. Διά τούς ἀνωτέρω λόγους ὁ Χριστός καί οἱ ἅγιοι ἐντεῦθεν καί πέραν τοῦ τάφου διακρίνονται διά τόν ζῆλον, τήν φλογισμένην, ἀλλ’ οὐχί συναισθηματικήν, ἀγάπην, τήν ζέουσαν συμπάθειαν διά τούς ἐπί γῆς ἀγωνιζομένους ἀδελφούς αὐτῶν, μετά τῶν ὁποίων συναγωνίζονται ἀδιαλείπτως καί μετέχουν ἀποτελεσματικῶς εἰς τόν ὑπέρ τῆς σωτηρίας καί κατά τῶν δαιμόνων ἀγῶνα αὐτῶν […]» [16].

Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἄς μᾶς φυλάσσει πάντοτε ἀπό τήν εὐπερίστατη ἁμαρτία καί ἀπό τίς ποικίλες μεθοδεῖες τῆς πλάνης στούς ἐσχάτους καιρούς πού ζοῦμε …

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

  • [1] Βλ. τό κάτωθι χαρακτηριστικό κείμενο τοῦ κακοφρονεστάτου ἰδεολογικοῦ πρωτουργοῦ τῶν ποικίλων θεολογικῶν προδοσιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα· γράφει ὁ Ζηζιούλας: «Μένει νά δοῦμε ἄν μέ τίς ὑπάρχουσες μορφές μονοθεϊσμοῦ μπορεῖ νά διεξαχθεῖ ἕνας διαθρησκειακός διάλογος πού θά μᾶς ὁδηγήσει πέρα ἀπό τήν ἀνεκτικότητα, σέ μία εἰλικρινῆ καί ἀπό κοινοῦ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας […]. Ἡ ἐπιτεινόμενη φορά πρός παγκοσμιοποίηση καί ἡ συνειδητοποίηση τοῦ οἰκολογικοῦ κινδύνου θά ἀρκέσουν γιά νά ἔρθουν σύντομα στήν ἐπιφάνεια τά πιό βαθιά καί συγχρόνως κοινά καί πανανθρώπινα προβλήματα […]. Στή βάση αὐτή ὁ βαθύς, εἰλικρινής διαθρησκειακός διάλογος δέν θά εἶναι ἁπλῶς δυνατός· θά ἔχει γίνει κιόλας πραγματικότητα» (ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΙΩ. [Μητροπολίτης Περγάμου], «Ἀλήθεια, Ἀνεκτικότητα καί Μονοθεϊσμός. Εἶναι δυνατός ἕνας διαθρησκειακός διάλογος;», Θεολογία 84, 2 [Ἀπρ-Ἰουν 2013] 8ἑξ.) Τό ἄρθρο, δημοσιευθέν τό πρῶτον στό «Βῆμα Ἰδεῶν» τῆς ἐφημ. Τό Βῆμα, στίς 6 Ἰουλ 2007.
    Ἡ ἀπίστευτη θεολογική ἀθλιότητα συνόλου τοῦ παραπάνω ἄρθρου εἵλκυε τό χέρι νά παραθέσει ἐκτενέστερα δείγματα τῆς διαβολικῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἀρθρογράφου ἀπό τήν Πίστη τῆς Ἐκκλησίας· σεβόμενος τόν κόπο τῶν ἀναγνωστῶν δέν τό ἔπραξα. Τό ὀφείλω, ὅμως, σέ ἄλλη συνάφεια στό μέλλον.
  • [2] Στά κείμενα τῆς Μπέιλυ, προβάλλεται διαρκῶς ἡ δῆθεν «συμπληρωματικότητα» τοῦ ἔργου τοῦ Βούδα (ἔργου «φωτιστικοῦ, σοφίζοντος») καί τοῦ («ἀγαπητικοῦ») ἔργου τοῦ Χριστοῦ (ὅπως ἐννοοῦν τόν «Χριστό» οἱ Νεο-εποχῖτες, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δέν ταυτίζουν τόν Χριστό μέ τόν Ἰησοῦ, οὔτε ἐμφοροῦνται ἀπό τό ἱερό χριστολογικό Δόγμα τῆς Χαλκηδόνος). Βλ. σχετικῶς, ἐκ τῶν πολλῶν παρομοίων θέσεων τῆς Bailey, τίς ἑξῆς χαρακτηριστικές:
    ALICE A. BAILEY, The Reapperance of the Christ, Lucis Publishing Company, New York & Lucis Press Ltd., London 1962 (4th printing), σελ. 111: «Standing as the focal point of the inner Triangle—of the Buddha, of the Spirit of Peace and of the Avatar of Synthesis—the consequent outpouring potency of the Christ will be so great that the distinction between love and hate, between aggression and freedom, and between greed and sharing will be made lucidly clear to the eyes and minds of all men and, therefore, the distinction between good and evil will be made equally clear».
    Αὐτόθι, σελ. 134: «When the work of the Buddha (or of the embodied wisdom principle) is consummated in the aspiring disciple and his integrated personality, then the full expression of the work of the Christ (the embodied principle of love) can also be consummated then both of these potencies—Light and Love—will find radiant expression in the transfigured disciple».
    Αὐτόθι, σελ. 131-133: «Christ is the great dispeller of world glamour when He comes, and in this work the Buddha has previously prepared the way. The possibility of such a dispelling and dissipation is therefore definitely centred in the two Avatars, the Buddha and the Christ. One of the essential things at this time is to bring home to humanity and to the nations of the world the nature of the work undertaken by the Buddha and the Christ, and to re-emphasise the truths projected by Them into the arena of world thought. The work of the Lord of Light and of the Lord of Love must be presented anew to a needy world. In this connection, it might be said that some nations need to grasp the teaching of the Buddha which He enunciated in the Four Noble Truths; they must be brought to the realisation that the cause of all sorrow and woe is the misuse of desire—desire for that which is material and transitory. The United Nations need to learn to apply the Law of Love as enunciated in the life of Christ and to express the vitality of the truth that “no man liveth unto himself” (Rom. XIV.7) and no nation either; the goal of all human effort is loving understanding, prompted by a programme of love and right human relations for all mankind».
    «If the lives of these two great Teachers can be comprehended and Their teachings be wrought out in the lives of men anew today, in the world of human affairs, in the realm of human thinking and in the arena of political and economic intercourse, the present world order (which is so largely disorder) can be so modified and changed that a new world order and a new race of men can gradually come into being. World glamour will be dissipated and world illusion be dispelled».
    «Within the world of glamour—the world of the astral plane and of the emotions—appeared, centuries ago, a point of light; the Lord of Light, the Buddha, undertook to focus in Himself the illumination which would eventually make possible the dissipation of glamour. Within the world of illusion, the world of the mental plane, appeared the Christ, the Lord of Love Himself. He undertook to dispel illusion by drawing to Himself (by the attractive potency of love) the hearts of all men, and stated this determination in the words, “I, if I be lifted up, will draw all men unto Me.” (John XII.32.) The combined work of these two great Sons of God, concentrated through the world disciples and through Their initiates must and will inevitably shatter illusion and dispel glamour—the one by the intuitive recognition of reality by minds attuned to it, and the other by the pouring in of the light of the reason. The Buddha made the first planetary effort to dissipate world glamour; the Christ made the first planetary effort towards the dispelling of illusion. Their work must now be intelligently carried forward by a humanity wise enough to recognise its duty […] Disillusioned and deglamoured (if I may use such a term) humanity awaits the coming revelation. This revelation will be brought by the combined efforts of the Buddha and the Christ».
  • [3] Βλ. Σοφ. Σειράχ 4, 28: «Ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι περί τῆς ἀληθείας, καί Κύριος ὁ Θεός πολεμήσει ὑπέρ σοῦ». Πρβλ. καί τίς θέσεις τῶν Πατέρων στό ἡμέτερον ΜΟΝ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Τό Μαρτύριο Ὀρθοδόξων ἀπό αἱρετικούς ἴσο ἤ καί ἀνώτερο ἀπό ἐκεῖνο τῶν ἀρχαίων διωγμῶν» (21 Ὀκτ 2025) katanixi.gr
  • [4] Α΄ Ἰω. 4, 8.16, Ἰω. 18, 37, Πράξ. 4, 12 καί Β΄ Κορ. 6, 15 ἀντιστοίχως.
  • [5] Ὁ μακαριστός Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης, ὁ ὁποῖος ἐπιμελήθηκε τήν αὐτοτελῆ ἔκδοση τῶν Ἑκατόν Γνωστικῶν Κεφαλαίων τοῦ Ἁγίου Διαδόχου (βλ. κάτωθι), ἑρμηνεύει ὡς «δαίμονα τῆς φθορᾶς», τόν δαίμονα τῆς ἀκηδίας. Ἐμπιστευόμενοι ἐκ νεότητος τήν ἐν ὁσίᾳ πράξει καί θεωρίᾳ ἐπακριβῆ θεολογία τοῦ ἱεροῦ τούτου καί μακαριστοῦ Ἁγιορείτου Θεολόγου, τοῦ Γέροντος π. Θεοκλήτου, μεταφράζουμε ἀναλόγως.
  • [6] Πρβλ. Ψαλμ. 134, 6: «Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ». Ἐπίσης, τό τροπάριον τοῦ ἀναστασίμου κανόνος (η΄ ᾠδή) τῆς Κυριακῆς τοῦ α΄ ἤχου, στήν Ὀκτώηχο (στήν Παρακλητική): «Ὁ βουλήσει ἅπαντα ποιῶν, ὁ καί μετασκευάζων, ἐκτρέπων σκιάν θανάτου εἰς αἰώνιον ζωήν».
  • [7] ΑΓ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Κεφάλαια Ἀσκητικά καί Γνωστικά Ἑκατόν, 62, στό Τά Ἑκατόν Γνωστικά Κεφάλαια, κείμενον-μετάφραση-σχόλια Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ἅγιον Ὄρος-Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 133ἑ.: «Ὁ θυμός πλέον τῶν ἄλλων παθῶν ταράττειν εἴωθε καί συγχέειν τήν ψυχήν· ἔστι δ’ ὅτε καί τά μέγιστα αὐτήν ὠφελεῖ. Ἡνίκα γάρ κατά τῶν ἀσεβούντων ἤ ὁπωσδήποτε ἀσελγαινόντων αὐτῷ ἀταράχως, ἵνα ἤ σωθῶσιν ἤ καταισχυνθῶσιν, κεχρήμεθα, προσθήκην αὐτῇ προξενοῦμεν πραΰτητος· τῷ γάρ σκοπῷ πάντως τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἀγαθότητος συντρέχομεν τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τό θηλυδριῶδες αὐτῆς βαρέως ὀργισθέντες κατά τῆς ἁμαρτίας ἀπαρρενοῦμεν πολλάκις. Ὅτι δέ καί αὐτῷ τῷ τῆς φθορᾶς πνευματικῶς ἐμβριμώμενοι, ὅταν ἐν πολλῇ ὦμεν ἀθυμίαν, δαίμονι ἐπάνω τῆς τοῦ θανάτου φρονοῦμεν καυχήσεως, οὐ δεῖ ἀμφιβάλλειν. Ὅπερ ἵνα διδάξῃ ἡμᾶς ὁ Κύριος δίς ἐν τῷ πνεύματι τῷ ᾍδῃ ἐμβριμησάμενος καί ταράξας Ἑαυτόν, καίτοιγε ἀταράχως βουλήσει μόνῃ πάντα ὅσα θέλει ποιῶν, οὕτω τήν τοῦ Λαζάρου ψυχήν ἀπέδωκε τῷ σώματι, ὥστε μοι δοκεῖν εἰς ὅπλον μᾶλλον τῇ φύσει ἡμῶν τόν σώφρονα θυμόν παρά τοῦ κτίσαντος ἡμᾶς παρασχεθῆναι Θεοῦ. ᾯπερ εἰ κατά τοῦ ὄφεως ἐχρήσατο ἡ Εὔα, οὐκ ἄν ὑπ’ ἐκείνης τῆς ἐμπαθοῦς ἐνηργεῖτο ἡδονῆς. Ὥστε μοι φαίνεσθαι ὅτι ὁ διά ζῆλον τῆς εὐσεβείας τῷ θυμῷ σωφρόνως κεχρημένος, δοκιμώτερος πάντως παρά τῇ τῶν ἀνταποδόσεων εὑρεθήσεται πλάστιγγι τοῦ οὐδ’ ὅλως διά δυσκινησίαν νοῦ εἰς θυμόν κινουμένου· ὁ μέν γάρ ἀγύμναστον τόν τῶν ἀνθρωπίνων φρενῶν ἡνίοχον ἔχων φαίνεται, ὁ δέ ἀεί ἐπί τῶν ἵππων τῆς ἀρετῆς ἐναγώνιος φέρεται ἐν μέσῳ τῆς τῶν δαιμόνων παρατάξεως τό τῆς ἐγκρατείας καταγυμνάζων ἐν φόβῳ Θεοῦ τέθριππον. Ὅπερ ἅρμα Ἰσραήλ ἐν τῇ ἀναλήψει τοῦ θεσπεσίου Ἠλιού παρά τῇ Γρα|φῇ εἰρημένον εὑρίσκομεν, ἐπειδή πρώτοις τοῖς Ἰουδαίοις περί τῶν τεσσάρων ἀρετῶν διαφόρως φαίνεται ὁμιλήσας ὁ Θεός. Διόπερ ὅλως καί ἐπί ἅρματος πυρός ἀνελήφθη ὁ τοσοῦτος τῆς σοφίας τρόφιμος, ὡς ἵπποις ταῖς οἰκείαις ἐμοί δοκεῖν ὁ σώφρων χρησάμενος ἀρεταῖς ἐν τῷ ἁρπάξαντι αὐτόν ἐν αὔρᾳ πυρός πνεύματι».
    Τό ἴδιο κείμενο βλ. καί στήν Φιλοκαλία τῶν Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ: Λόγος ἀσκητικός διῃρημένος εἰς ρ΄ κεφάλαια πρακτικά γνώσεως καί διακρίσεως πνευματικῆς, στό Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμ. Α΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», ἐν Ἀθήναις 1988, σελ. 252ἐξ.
    Ἡ λατινική μετάφραση τῶν Ἑκατόν Γνωστικῶν Κεφαλαίων τοῦ Ἁγίου Διαδόχου στήν Ἑλληνική Πατρολογία τοῦ Ἀββᾶ Migne, PG 65, 1167- 1212.
  • [8] Βλ. ἀνωτέρω, σημείωση 5.
  • [9] Πρβλ. Ἰακ. 1, 12: «Μακάριος ἀνήρ ὅς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τόν στέφανον τῆς ζωῆς, ὅν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν».
  • [10] Δ΄ Βασ. 2, 1-12
  • [11] ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Περί τῶν ἐν τῷ Χριστῷ δύο θελημάτων καί ἐνεργειῶν καί λοιπῶν φυσικῶν ἰδιωμάτων 18, PG 95, 148B (ΕΠΕ 5, 44): «Ἔστι δέ καί ταῦτα τά πάθη συστατικά τῆς ζῳώδους οὐσίας· ἄνευ γάρ τούτων οὐκ ἔστι συστῆναι τήν ζωήν. Ταῦτα δέ εἰς ὑπηρεσίαν ἐδόθησαν τῷ ἀνθρώπῳ παρά τοῦ Δημιουργοῦ· ἡ μέν ἐπιθυμία, πρός Θεόν καί τά αὐτοῦ θελήματα· ὁ δέ θυμός, κατά τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας καί πρός τό ἀνδρειοῦν τήν ἐπιθυμίαν».
  • [12] ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Κατά Μανιχαίων Διάλογος 14, PG 94, 1517C.1520B.C (ΕΠΕ 5, 152-154): «Ἔστιν οὖν ἡ κακία ἡ τῶν φυσικῶν δυνάμεων παράχρησις. Εἰ γάρ χρησόμεθα ταῖς παρά Θεοῦ δεδωρημέναις τῇ ψυχῇ δυνάμεσιν, ἐφ’ ᾧ ἐλάβομεν, τουτέστι κατά τόν νόμον τοῦ δεδωκότος, καλόν. Εἰ δέ οὐκ ἐφ’ ᾧ ἐλάβομεν, ἀλλά παρά τόν νόμον τοῦ δεδωκότος χρησόμεθα, κακόν· καί οὐκ αὐταί αἱ δυνάμεις οὐδέ ἡ χρῆσις αὐτῶν ἐστι κακή, ἀλλ’ ὁ κακός τρόπος τῆς χρήσεως, ὁ παρά τόν νόμον τοῦ δεδωκότος Θεοῦ […] Τό μῖσος καί ὁ θυμός, εἰ μέν κατά τῶν κωλυόντων τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς καί τήν πρός Θεόν δι’ ὑπακοῆς αὐτοῦ συνάφειαν καί ἀφιστώντων ἐκ Θεοῦ, τουτέστι κατά τοῦ διαβόλου καί τῶν θεραπόντων αὐτοῦ, καλόν. Φησί γάρ· “Οὐχί τούς μισοῦντάς σε, Κύριε, ἐμίσησα καί ἐπί τούς ἐχθρούς Σου ἐξετηκόμην; Τέλειον μῖσος ἐμίσουν αὐτούς, εἰς ἐχθρούς ἐγένοντό μοι”. Καί οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἐθυμοῦντο κατά τῶν τυράννων, δικαίως θυμούμενοι. Καί ἐάν κατά τοῦ οἰκείου λογισμοῦ θυμωθῶ, χωρίζοντός με ἐκ Θεοῦ, καλόν. Ἐάν τις ἀποστερῇ με τῆς σωτηρίας, καλόν θυμωθῆναι καί μισῆσαι· ἐάν δέ λυπῇ κατά κόσμον καί ὠφελείας γίνηται πρόξενος ἀποστερῶν τῶν ὑλικῶν, ἀγαπήσω μᾶλλον ἤπερ μισήσω [… ] Ὥστε οὐδέν ἕτερόν ἐστιν ἡ κακία, εἰ μή τό παρά φύσιν καί τόν νόμον κεχρῆσθαι ταῖς φυσικαῖς δυνάμεσιν· ὅ οὐκ ἔστιν οὐσία, ἀλλ΄ ἡμέτερον ἐπιτήδευμα».
  • [13] ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΣΚΥΘΟΠΟΛΙΤΗΣ, Βίος τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Εὐθυμίου 26, ΕΠΕ-Φ 5, 92.94: « … καί ὁ μακάριος Σάββας καί ἄλλοι πλεῖστοι Γέροντες ἐθαύμαζον τοῦ μεγάλου Εὐθυμίου τόν ὑπέρ τῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων θερμότατον ζῆλον καίπερ αὐτοῦ πολλῇ τῇ πραότητι καί φρονήματος μετριότητι συζῶντος, καί διεβεβαιοῦντο ὅτι πᾶσαν μέν αἵρεσιν τῷ ὀρθῷ τῆς Πίστεως λόγῳ ἐναντιουμένην ἀπεστρέφετο, ἐξαιρέτως δέ τάς ἕξ ταύτας αἱρέσεις τέλειον μῖσος ἐμίσει. Τήν τε γάρ Μανιχαϊκήν βδελυρίαν ἐμυσάττετο καί τοῖς τά Ὠριγένους φρονοῦσιν, πολλοῖς τότε οὖσιν ἐν τοῖς μάλιστα περί Καισάρειαν τόποις καί σχήματι δῆθεν εὐλαβείας ἐρχομένοις πρός αὐτόν, διεμάχετο γενναίως, τήν παρ’ αὐτοῖς μυθευομένην τῶν νοῶν προΰπαρξιν καί τήν ταύτῃ ἑπομένην τερατώδη ἀποκατάστασιν διασύρων παντοίως ἀνέτρεπε καί τά ἐκ τούτων ἀναφυόμενα ἄθεα καί ἀσεβῆ ἐστηλίτευε δόγματα. Τήν δέ Ἀρείου διαίρεσιν καί Σαβελλίου συναίρεσιν ὁμοίως ἀπεστρέφετο καί τήν ἐκ διαμέτρου αὐτῶν πονηρίαν καί ὁμότιμον ἀσέβειαν ἐβδελύττετο διδαχθείς ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Μονάδα πρεσβεύειν ἐν Τριάδι καί Τριάδα ἐν Μονάδι […] Οὐ μήν ἀλλά καί ἐπί τοῦ κατά Χριστόν μυστηρίου ἐξ ἴσου ἀπεβάλλετο τήν τε Νεστορίου διαίρεσιν καί τήν σύγχυσιν |Εὐτυχοῦς ὁμολογῶν εὐσεβῶς τόν ἕνα τῆς ἁγίας καί ὁμοουσίου Τριάδος Θεόν Λόγον ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν σαρκωθῆναι ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τῆς ἀχράντου Θεοτόκου Μαρίας, ἐνανθρωπῆσαί τε καί ἐξ αὐτῆς ἀνερμηνεύτως γεννηθῆναι, ὅς ἐστιν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ συνδοξαζόμενος τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι».
  • [14] Ἀπό τό τελευταῖο (8ο) τροπάριο τῶν Αἴνων, «Πασαπνοάριο», στόν Ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, τ.ἔ. τήν Κυριακή πρό τῆς Πεντηκοστῆς.
  • [15] Πρβλ. Α΄ Κορ. 13, 5: «[Ἡ ἀγάπη] … οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς».
  • [16] Πρωτοπρ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2009 (4η ἔκδ.), σελ. 148ἑξ.

Περαιτέρω ἀνάγνωση – “further reading”

Οἱ πατερικές θέσεις, ἰδίως στήν «Φιλοκαλία», ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχήν ἀποτελεῖται ἀπό κείμενα Νηπτικῶν Ἁγίων Πατέρων, βρίθουν προειδοποιήσεων γιά τήν βλαπτικότητα – συνηθέστατα – τοῦ θυμοῦ ἤ τῆς ὀργῆς καί τῶν γεννημάτων τους, τοῦ μίσους καί τῆς μνησικακίας, τά ὁποῖα εἶναι διαρκέστερα τῶν αἰτιῶν τους.

Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς σέ ἄλλο κεφάλαιο ἀπό τό παραπάνω ἀναλυόμενο (τό 62ο), δηλ. στό 71ο, ἐπισημαίνει τήν βλαπτικότητα τοῦ θυμοῦ ὡς ἑξῆς: Γράφει, ὅτι ἐν ὅσῳ ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγωνίζεται πνευματικῶς, εἶναι ἀδιάφορος γιά τήν ἀδικία κατά τῶν συνανθρώπων του· ὅταν ὅμως γίνει «ψυχή θεολόγος» καί ἀποκτήσει καταφρόνηση τοῦ παρόντος κόσμου καί ἀγάπη στόν Θεό, τότε ἡ ἀδικία εἰς βάρος τῶν ἄλλων τοῦ φαίνεται ἀβάστακτη, καί κινεῖ ἔντονο θυμό κατά τῶν ἀδικητῶν. Τοῦτο, ἐνῷ εἶναι σημεῖον ὑγείας (σέ σχέση καί μέ τήν προηγούμενη κυνική ἀδιαφορία), ὅμως πρέπει νά δώσει τήν θέση του στήν ἀγάπη, διότι εἶναι προτιμότερο νά πενθεῖ κάποιος γιά τούς ἁμαρτωλούς, παρά νά τούς μισεῖ. Διότι ἡ διαρκής παραμονή τοῦ θυμοῦ-μίσους δέν ἐπιτρέπει τήν ἐπενέργεια τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ[α].

Ἡ σχετική συνάφεια τοῦ κειμένου δείχνει ὅτι τά παραπάνω ἀφοροῦν μάλλον σέ γενικά θέματα δικαιοσύνης καί ἀδικίας, καί ὄχι στό εἰδικότερο θέμα τοῦ θυμοῦ χάριν τῆς εὐσεβείας, ὑπέρ τῆς θεολογικῆς Πίστεως, τό ὁποῖο ἀναπτύξαμε προηγουμένως.

Εὐλόγως συναντᾶται καί στόν Ἅγιο Διάδοχο ἡ συχνή πατερική θέση, ὅτι ὁ θυμός, ἀκόμη καί σέ ἐκείνους τούς τελείους Χριστιανούς πού «φλέγονται» ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον, ἐξακολουθεῖ νά ὑφίσταται ὑγιῶς· στρέφεται ἐναντίον ὅσων εἴτε ἀδικοῦν τούς πτωχούς, εἴτε ἀσεβοῦν κατά τοῦ Θεοῦ, εἴτε ζοῦν μέσα στήν ἁμαρτία. Τό πῶς συμβαίνει τοῦτο τό παράδοξο, «πῶς συμβιβάζονται αὐτά, ὥστε ἡ μία ἐνέργεια νά μή ἀναιρεῖ τήν ἄλλην, “Θεός οἶδε καί οἱ ταῦτα ἐνεργούμενοι”», ὅπως σχολιάζει τό κείμενο ὁ μακαριστός ἱερός Γέρων π. Θεόκλητος Διονυσιάτης [β].

Συνεπῶς ὁ σώφρων θυμός – θέμα πού ἀναπτύξαμε στό παρόν δημοσίευμα – σύμφωνα μέ ὁρισμένα πατερικά κείμενα δικαιολογεῖται νά στρέφεται καί κατά προσώπων, ἀλλά στήν τελειότητά του στρέφεται κατ’ ἐξοχήν κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀσεβείας. Αὐτός πού στοχεύει στήν τελειότητα πρέπει νά ἀγωνισθεῖ νά ἀγαπήσει (ἀρχίζοντας ἀπό τό νά μή ἀποστρέφεται) ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως – βεβαίως, χωρίς οὐδέποτε νά ὑποχωρήσει οὔτε κατά κεραίαν στήν αἵρεση ἤ τήν ἀποστασία καθ’ ἑαυτήν.

Ἄς δοῦμε μερικές ἐπιμέρους θέσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Φιλοκαλίας:

Ὁ Μέγας Ἀντώνιος (4ο αἰ.) τονίζει, ὅτι δέν πρέπει νά ὀργιζόμαστε ἐναντίον ἀνθρώπων, μολονότι ἔχουμε καθῆκον, χάριν τῆς δικαιοσύνης, νά τιμωροῦμε τήν ἁμαρτία καί τά πταίσματα. Πρέπει, λοιπόν, ἀπαθῶς, ἀοργήτως, νά ἀποδίδουμε τό δίκαιο καί τίς τιμωρίες. Τούς ἀσεβεῖς καί ἁμαρτωλούς δέν πρέπει νά τούς μισοῦμε, ἀλλά νά τούς ἐλεοῦμε ὠς τυφλούς, ὡς τρισάθλιους καί ἀνόητους [γ].

Ὁ Ἅγιος Ἠσαΐας ὁ Ἀναχωρητής (4ο αἰ.) διδάσκει, ὅτι ἡ ὀργή εἶναι φυσική στόν ἄνθρωπο, ὥστε νά ἀνθίσταται στίς προκλήσεις τοῦ διαβόλου – ἐναντίον τῶν ὁποίων πρέπει νά ὀργιζόμαστε – καί ἰδιαιτέρως κατά τῆς ἀκολασίας. Ἡ ὀργή ἐνεργεῖται μέ φυσικό τρόπο στόν ἄνθρωπο, ὅταν αὐτός μέσῳ τῆς ἱερᾶς ἀρετῆς τῆς ὑπακοῆς ἔλθει στήν φυσική ἀναμαρτησία τοῦ νοός [δ].

Ὁ Ἅγιος Κασσιανός (ἤ Ἰωάννης-Κασσιανός) ὁ Ρωμαῖος (4ο – 5ο αἰ.), μαθητής τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, σέ ἐκτενές σχετικό κείμενό του, ἐπαναλαμβάνει, ὅτι ὁ θυμός δόθηκε στήν φύση τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά θυμώνει ὁ ἄνθρωπος κατά τῆς ἀμαρτίας καί ὄχι τῶν συνανθρώπων. Ἡ ὀργή, ἀκόμη καί ἡ δίκαιη, πάντοτε σκοτίζει τήν πνευματική ὅραση, γι’ αὐτό πρέπει νά χρησιμοποιεῖται μόνον κατά τῶν ἐμπαθῶν καί φιληδόνων λογισμῶν. Ὁ ἅγιος Κασσιανός εἶναι τόσο ἀπόλυτος ἐν προκειμένῳ, ὥστε θεωρεῖ πώς καί στήν εὐαγγελική φράση τοῦ Κυρίου περί ὀργῆς (Ματθ. 5, 22), ὅτι δηλαδή εἶναι ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅποιος ὀργίζεται κατά τοῦ ἀδελφοῦ του «εἰκῇ» (ματαίως), ἡ λέξη «εἰκῇ» εἶναι παρέμβλητη, πρόσθετη, μή αὐθεντική. Δηλαδή, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη Κασσιανό, εἶναι παντελῶς ἀπαγορευμένη ἡ ὀργή κατά ἀνθρώπων [ε].

Κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή (7ο αἰ.), οἱ τρεῖς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, λόγος, θυμός καί ἐπιθυμία, κινοῦνται κατά φύσιν, ὅταν μέ τόν λόγο ἀναζητοῦμε, μέ τήν ἐπιθυμία ποθοῦμε τό ζητούμενο ἀγαθό καί μέ τόν θυμό ὑπερασπιζόμαστε τό ποθούμενο. Ὁ θυμός καί ἡ ἐπιθυμία πρέπει λοιπόν πάντοτε νά ὑποτάσσονται στόν λόγο, ὥστε νά ὑπηρετοῦν τήν ἀρετή. Μετά τόν ἁγιασμό, τήν θέωση, τοῦ πιστοῦ Χριστιανοῦ, ἀπελευθερώνονται καί οἱ δύο αὐτές δυνάμεις καί στρέφονται πρός τόν θεῖον ἔρωτα, ὁ δέ θυμός μεταμορφώνεται τότε σέ πνευματική θέρμη, ἔμπυρη «ἀεικινησία» (ἀδιάκοπη κίνηση), καί «σώφρονα μανία» [στ]. Προφανῶς, πρόκειται περί καταστάσεων παντελῶς ἀγνώστων σέ ὅσους δέν φθάσαμε σέ τέτοια ὕψη, καί ξένων στήν ἀκοή μας, «ξενηκούστων».

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἐπίσης τονίζει, πώς εἶναι διδασκαλία ὁλοκλήρου τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι ὁ Χριστιανός δέν πρέπει νά ἔχει μῖσος ἤ λύπη (πικρία) ἤ ὀργή ἤ μνησικακία ἐναντίον ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου γιά τά πρόσκαιρα πράγματα τοῦ κόσμου. Ὅταν πάντως ὁ διάβολος δεῖ, ὅτι εἴμαστε ὑπεράνω τούτων, προσπαθεῖ νά μᾶς δημιουργήσει μῖσος ἀπό ἀλλοῦ, ξεσηκώνοντας συκοφαντίες, τό βαρύτερο πρᾶγμα, εἰς βάρος μας ἤ ἀδικίες καί συκοφαντίες εἰς βάρος τῶν συγγενῶν ἤ φίλων μας. Ἀκόμη καί ἄν οἱ συκοφαντίες αὐτές ἐναντίον ἡμῶν ἤ τῶν οἰκείων μας ἀφοροῦν στήν Πίστη μας, δέν πρέπει νά μισήσουμε τούς συκοφάντες, ἀλλά τήν ἁμαρτία καί τόν δαίμονα πού τούς παρακινεῖ [ζ].

Παρένθεση: Ἐδῶ κατά χρέος ὑπενθυμίζουμε, ὅτι οἱ συκοφαντίες ἐναντίον μας περί Πίστεως, πρέπει ὁπωσδήποτε πάντοτε νά ἀποκρούονται (κατά τήν διδασκαλία περί Ἀββᾶ Ἀγάθωνος στό Γεροντικό, PG 65, 109C)· περί τοῦ ἤθους, πρέπει ἐπίσης νά ἀποκρούονται, ὅταν στοχεύουν ἐμμέσως στήν ἠθική «ἐξόντωση» τοῦ ἀγῶνος κατά τῆς αἱρέσεως. Καί τοῦτο συνάγεται ἀπό τήν ἀπόκρουση ἐκ μέρους τοῦ Μ. Ἀθανασίου τῶν ἐναντίον του ἠθικῶν συκοφαντιῶν (πρβλ. Ἀπολογία κατά Ἀρειανῶν, ἀλλά καί PG 67, 160B-164Α κ.τ.σ.), σέ ἀντιδιαστολή πρός ἄλλους Ἁγίους πού ὑπέμειναν ἀμαχητί τό μαρτύριο τῆς περί τό ἦθος συκοφαντίας (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θαυματουργός, Ὁσία Θεοδώρα Ἀλεξανδρείας, Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως κ.ἄ.). Ἡ δέουσα ἀμνησικακία πρός τούς συκοφάντες μας εἶναι διαφορετικό θέμα, ἄν καί παρομαρτοῦν.

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὑπενθυμίζει ἀκόμη, ὅτι ἐκεῖνος πού ἀληθῶς ἀγαπᾷ τόν Θεό, ἀγαπᾷ καί κάθε ἄνθρωπο ὡς τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, μολονότι γιά τόν ἐνάρετο ἤ τόν μετανοοῦντα ἄνθρωπο χαίρει, ἐνῷ γιά τόν φαῦλο λυπεῖται, καί τόν ἐλεεῖ ὡς πνευματικῶς τυφλό. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾷ τόν Θεό δέν λυπεῖ ποτέ κανένα ἄνθρωπο, παρά μόνον γιά ζητήματα πού ἅπτονται τῆς σωτηρίας μας, ὅπως ἔπραξε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος [η] μέ τούς ἀρχικῶς ἀδιαφορήσαντες Κορινθίους: «Νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ’ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς μετάνοιαν· ἐλυπήθητε γάρ κατά Θεόν, ἵνα ἐν μηδενί ζημιωθῆτε ἐξ ἡμῶν» (Β΄ Κορ. 7, 9).

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (8ο αἰ.), σέ κείμενό του πού περιελήφθη στήν «Φιλοκαλία», ἐπαναλαμβάνει τήν ἐκκλησιαστική διδασκαλία περί τριμεροῦς διαιρέσεως τῆς ψυχῆς, καί τονίζει τήν ἀνάγκη κατευνασμοῦ τοῦ θυμικοῦ μέρους μέ ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους, μέ φιλανθρωπία [θ].

Κατά τόν Ἅγιο Νικήτα τόν Στηθᾶτο (11ο αἰ.), μαθητή τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὁ θυμός, ὡς ὅπλο τῆς ψυχῆς, μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ κατά φύσιν, δηλαδή ἐναντίον τοῦ διαβόλου καί τῶν ἁμαρτιῶν ἀκολασίας καί φιλοδοξίας πού ὁ διάβολος ὑποβάλλει. Ἐνδέχεται ὅμως νά χρησιμοποιεῖται καί παρά φύσιν (ἀντίθετα ἀπό τήν φύση μας), ὑπερασπιζόμενος τήν ἁμαρτία, μέ τό νά ἐπιτίθεται σέ αὐτούς πού πολεμοῦν κατά τῆς ἁμαρτίας καί ἀδικίας. Ὁ πρῶτος θυμός καθιστᾷ τόν ἄνθρωπο ἐνάρετο ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ δεύτερος ὡστόσο τόν καθιστᾷ κτηνώδη ἤ θηριώδη ἤ δαιμονιώδη [ι].

Ἐδῶ, τέλος, πρέπει νά ἀντιμετωπίσουμε καί ἔνα ἀναφυόμενο θέμα, μιά φαινομενική ἀντίφαση: σέ μερικά ἀπό τά παραπάνω πατερικά κείμενα (εἴτε στό κυρίως ἄρθρο, εἴτε στό παράρτημα) φαίνεται, ὅτι ὁ θυμός (ἤ καί τό μῖσος) κατά τῆς ἀσεβείας καί ἀμετανοήτου ἁμαρτίας στρέφεται ἐπίσης καί κατά τῶν φορέων της ἀνθρώπων, τῶν ἀμετανοήτων πρωτοστατῶν της. Στά περισσότερα τῶν κειμένων, ὅμως, τονίζεται ὅτι μόνον ἡ ἀσέβεια καί ἡ ἁμαρτία ἀξίζουν τόν θυμό καί τό μῖσος μας, ἐνῷ οἱ φορεῖς τους ἄνθρωποι πρέπει νά εἰσπράττουν ἀπό ἐμᾶς – μέ σκοπό τήν μετάνοιά τους – τό ἔλεος, τήν προσευχή καί τήν φροντίδα μας νά μεταστραφοῦν. Πῶς συμβιβάζεται αὐτή ἡ φαινομενική ἀντίφαση;

Ὁ γράφων φρονεῖ ταπεινῶς, ὅτι στά κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων τά μέν ἐχθρικά καί πρός τούς ἀνθρώπους αἰσθήματα (δηλαδή ὄχι μόνον πρός τήν ἀσέβεια) ἐπιτρέπονται (ἐνίοτε καί ὡς ὠφέλιμα συνιστῶνται) στούς ἀρχαρίους καί πνευματικῶς ἀσθενεῖς πιστούς, ὅπως εἶναι συνήθως οἱ νέοι στήν ἡλικία, ἡ δέ ἐσωτερική ἀγαπητική στάση πρός τούς ἀσεβεῖς καί ἀποστάτες συνιστᾶται στούς πιστούς τούς ἀπαθεῖς (πού ἔχουν νικήσει τήν ἁμαρτία) καί «προβεβηκότας» («προχωρημένους») ἤ τελείους, πού ἔφθασαν στήν κατά Χριστόν ἀγάπη.

Δηλαδή, φρονῶ ταπεινῶς, ὅτι προτιμᾷ ἡ Ἐκκλησία νά ἀντιπαθήσουμε – ἀσθενεῖς ὄντες – τούς ἀσεβεῖς καί ἀμετανοήτους ἁμαρτωλούς, ἀπό τό νά πέσουμε (μέ πρόφαση τήν «ἀγάπη» καί οἰκειότητα) στήν ἴδια μέ αὐτούς ἀσέβεια καί ἀποστασία (αἵρεση, βλασφημία, ἀσωτία κ.ἄ.). Ὡστόσο, ἄν τό πρός τούς ἀσεβεῖς καί ἁμαρτωλούς μακρόθεν, «ἀπό μακριά», ἐσωτερικό ἔλεος καί ἡ συμπάθεια, δέν συνιστοῦν γιά τόν ἑαυτό μας κίνδυνο νά ἀπομειώσουμε τήν πρός Θεόν ἀγάπη καί ἀφοσίωση (στήν ὀρθή ζωή ἤ στά Δόγματα) – ἐπειδή δέν συνιστᾷ καί ἀφορμή σκανδαλισμοῦ ἄλλων – τότε νά τούς ἐλεοῦμε μέ ἐσωτερικές προσευχές καί λογισμούς συμπαθείας.

Πιθανότατα κάποιος ἀπό τούς πολλούς σοφούς καί διακριτικούς πατέρες καί ἀδελφούς δύναται (καί παρακαλεῖται) ἐν προκειμένῳ νά συνεισφέρει περισσότερα καί καλύτερα ἀντλῶν ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας …

Ἐννοεῖται, ὅτι πρός τούς ἀσεβεῖς (ἀλλοδόξους, ἀλλοπίστους, βλασφήμους, ἀποστάτες, ἀθέους) καί τούς θρασέως, δημοσίως, ἁμαρτάνοντας μόνον «μακρόθεν» ἔλεος νοεῖται, διότι ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας μέσῳ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῆς ἐν γένει πατερικῆς διδασκαλίας ἐπιβάλλει τήν ἀπομάκρυνσή μας καί τήν τήρηση … «κοινωνικῶν ἀποστάσεων» (“social distancing, physical distancing”) ἀπό αὐτούς (πρβλ. ἐνδεικτικῶς Α΄ Κορ. 5, 1.2.9-13 & Τίτ. 3, 10.11).

Εἶναι ἐνδεικτική – ἀλλά ὑπόθεση ἄλλου ἄρθρου – ἡ σχετική διήγηση ἀπό τά ἱερά Ἀρεοπαγιτικά Συγγράμματα περί τοῦ χριστιανικοῦ ἐλέους πρός τούς ἐνεργητικούς, μεταδοτικούς, ἀσεβεῖς καί τά θύματά τους, τούς παρασυρθέντες ἀπό τήν ἀσέβεια [ια].

Τί εἶναι ἡ «ὀργή τοῦ Θεοῦ»;

Καθώς ἀναλύουν οἱ ἅγιοι Πατέρες τήν δέουσα χρήση τοῦ θυμοῦ ἀπό ἐμᾶς, δηλ. ἄνευ πάθους καί μνησικακίας καί μέ σκοπό τήν σωτηρία τοῦ πλησίον, πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ἐδῶ καί τό ἑξῆς: Ὅταν ἡ Ἁγία Γραφή ἀναφέρεται σέ ὀργή τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπονοεῖται – ἄπαγε – κάποιο «πάθος», κάποια «τροπή», τῆς Θεότητος, ὅπως συμβαίνει σέ ἐμᾶς, ὅταν ὀργιζόμαστε ἐμπαθῶς. Ἡ ἀνθρωποπαθής ἔκφραση «ὀργή Θεοῦ», ἀναφέρεται στό ἀποτέλεσμα τῆς φιλανθρώπου θείας Παιδαγωγίας, τήν ὁποίαν ἐμεῖς δεχόμαστε (ἀναποφεύκτως) ἐπωδύνως, μέ ὀδύνη· ἰδού τί γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, διακρίνοντας μεταξύ «θυμοῦ τοῦ Θεοῦ» καί «ὀργῆς τοῦ Θεοῦ» : «Σέ αὐτούς πού δέν μποροῦν νά ἀκουμβήσουν τήν ἀκρίβεια ὅσων δηλώνονται φαίνεται, ὅτι εἶναι ταυτολογία, ὅταν ὁ Προφήτης λέγει, ὅτι ὑπάρχει “ὀργή στόν θυμό τοῦ Θεοῦ” [Ψαλμ. 29, 6], ἐπειδή εἶναι τό ἴδιο ἡ ὀργή καί ὁ θυμός. Ὅμως εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά. Διότι θυμός εἶναι ἡ [θεϊκή] κρίση, ὅτι πρέπει νά ἐπιπέσουν οἱ κάποιες συγκεκριμένες συμφορές σέ αὐτόν πού τίς ἀξίζει, ἀλλά ὀργή εἶναι συνεπαγομένως ὁ πόνος καί ἡ τιμωρία ἡ ὁποία ἐπάγεται ἀπό τόν Δίκαιο Κριτή, σύμφωνα μέ τό μέτρο τῆς ἀδικίας […]. Δεύτερη [ἔρχεται] ἡ εὐεργεσία, μετά τήν τιμωρία […] Ὁ ἴδιος [ὁ Θεός] ἐπιφέρει τήν ὀδύνη, καί μετά τήν ἀφαιρεῖ· ἐπέφερε πλῆγμα, καί [ἔπειτα] τά χέρια Του ἔφεραν τήν ἰατρεία. Πρῶτα ἀποστέλλει τίς κακοποιήσεις, γιά νά μᾶς γίνουν μονιμότερες οἱ χάριτες, ἀφού θά ἔχουμε ὑπερασπισθεῖ μέ σφοδρότητα τήν διαφύλαξη ὅσων μᾶς δόθηκαν» [ιβ].

Ὁ φωστήρ τῆς Ἁγίας Γῆς, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐπεξηγεῖ τήν χρήση τῶν ἀνθρωποπαθῶν ἐκφράσεων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τόν συμβολισμό – μέσῳ αὐτῶν – τῶν θείων ἐνεργειῶν: «Ἐπειδή πολλά περί Θεοῦ πράγματα τά βρίσκουμε νά ἔχουν λεχθεῖ στήν θεία Γραφή μέ συμβολισμούς, πρέπει νά γνωρίζουμε, ὅτι ἐπειδή ἐμεῖς εἴμαστε ἄνθρωποι καί περιβαλλόμαστε ἀπό αὐτή τήν παχεῖα σάρκα μας, θά ἦταν ἀδύνατον νά νοοῦμε ἤ νά ὀνομάζουμε τίς θεῖες καί ὑψηλές καί ἄυλες ἐνέργειες τῆς Θεότητος, παρά μόνον ἐάν θά χρησιμοποιούσαμε εἰκόνες καί τύπους καί σύμβολα ἀπό τά δικά μας πράγματα. Ὅσα λοιπόν ἔχουν λεχθεῖ περί τοῦ Θεοῦ μέ σωματικό τρόπο, ἔχουν μέν λεχθεῖ συμβολικῶς, ἀλλά ἔχουν κάποιο ὑψηλότερο νόημα. Διότι τό Θεῖον εἶναι ἁπλό [δέν ἔχει “συνθέσεις”] καί χωρίς σχήματα […] Ὀργή καί θυμό [νά ἐννοήσουμε περί Θεοῦ] τήν ἀπέχθεια καί ἀποστροφή [τοῦ Θεοῦ] πρός τήν κακία [δηλ. τήν ἁμαρτία]· διότι καί ἐμεῖς ὀργιζόμαστε, ἐπειδή μισοῦμε ὅσα εἶναι ἀντίθετα μέ τήν γνώμη μας»[ιγ].

Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστιανισμός εἶναι «τῆς θείας φύσεως μίμησις» [ιδ], πρέπει καί ὁ Χριστιανός νά ὀργίζεται καί νά ἐπιτίθεται στήν ἁμαρτία «ἀπαθῶς», ὅπως ὁ Πανάγιος Θεός, στοῦ Ὁποίου τίς ἄκτιστες ἐνέργειες καλούμεθα καί ἔχουμε προετοιμασθεῖ νά μετάσχουμε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ

  • [α] ΑΓ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Κεφάλαια Ἀσκητικά καί Γνωστικά Ἑκατόν, 71, στό Τά Ἑκατόν Γνωστικά Κεφάλαια, κείμενον-μετάφραση-σχόλια Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ἅγιον Ὄρος-Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 156 (τό ἴδιο καί στό: Λόγος ἀσκητικός διῃρημένος εἰς ρ΄ κεφάλαια πρακτικά γνώσεως καί διακρίσεως πνευματικῆς, στό Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμ. Α΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», ἐν Ἀθήναις 1988, σελ. 256): «Ἕως μέν γάρ τῷ τοῦ κόσμου ἡ ψυχή φρονήματι συναπάγεται, κἄν ὁπωσοῦν ἴδῃ τό δίκαιον παρά τινων καταπατούμενον, ἀκίνητος καί ἀτάραχος μένει· τῶν γάρ ἰδίων ἐπιθυμιῶν φροντίζουσα εἰς τό δίκαιον οὐκ ἀφορᾷ τοῦ Θεοῦ. Ὅτε δέ τῶν ἑαυτῆς ἐπάνω ἄρξηται γίνεσθαι παθῶν, διά τε τήν τῶν παρόντων καταφρόνησιν καί τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, οὐδέ ἐν ὀνείρῳ τό δίκαιον ἀθετούμενον ἰδεῖν φέρει, ἀλλά χολᾷ κατά τῶν κακούργων καί ταράττεται, ἕως ὅτου τούς ὑβριστάς ἴδοι τῆς δικαιοσύνης εὐσεβεῖ λογισμῷ τῷ ταύτης ἀπολογουμένους ἀξιώματι. Διά τοῦτο οὖν τούς μέν ἀδίκους μισεῖ, τούς δέ δικαίους ὑπεραγαπᾷ […] Πλήν κρεῖττόν ἐστιν πολύ τοῦ μισεῖν τούς ἀδίκους τό κλαίειν τήν αὐτῶν ἀναισθησίαν· εἰ γάρ κἀκεῖνοι μίσους ὑπάρχουσιν ἄξιοι, ἀλλά τήν φιλόθεον ψυχήν ὁ λόγος οὐ θέλει ὑπό μίσους ὀχλεῖσθαι, ἐπειδή μίσους παρόντος τῇ ψυχῇ οὐκ ἐνεργεῖ ἡ γνῶσις».
  • [β] ΑΓ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Κεφάλαια Ἀσκητικά καί Γνωστικά Ἑκατόν, 91, στό Τά Ἑκατόν Γνωστικά Κεφάλαια, αὐτόθι, σελ. 208.201 (τό ἴδιο καί στό: Λόγος ἀσκητικός διῃρημένος …, αὐτόθι, σελ. 267): «Ὁ δέ ταύτης τῆς ἀγάπης ἐν πείρᾳ γενόμενος, κἄν μυρία παρά τινος ὑβρισθῇ ἤ ζημιωθῇ, συμβαίνει γάρ ἔχειν ἔτι τῶν τοιοῦτόν τινα μέλλοντα διαπονεῖσθαι, οὐκ ὀργίζεται κατ’ αὐτοῦ, ἀλλά μένει ὡσανεί τῇ τοῦ ὑβρίσαντος αὐτόν ἤ καί ζημιώσαντος ψυχῇ κεκολλημένος . Κατ’ ἐκείνων δέ μόνον ἀνάπτεται, οἵτινες ἤ κατά πενήτων ἔρχονται ἤ “κατά τοῦ Θεοῦ” ὡς λέγει ἡ Γραφή “λαλοῦσιν ἀδικίαν” [Ψαλμ. 74, 6] ἤ ἄλλως πως βιοῦσι πονηρῶς. Ὁ γάρ ὑπέρ ἑαυτόν λοιπόν πολύ φιλῶν, ἀλλά τόν Θεόν μόνον, οὐκ ἔτι τήν ἑαυτοῦ τιμήν ἐκδικεῖ, ἀλλά μόνον τήν τοῦ τιμήσαντος αὐτόν [Θεοῦ] ἐν τιμῇ αἰωνίῳ θέλει τιμᾶσθαι δικαιοσύνην. Τοῦτο δέ οὐκ ἔτι ὡς ἐκ θελήσεώς τινος ὀλίγης ἔχει, ἀλλ’ ὥσπερ εἰς ἕξιν λοιπόν τήν τοιαύτην ἔχει διάθεσιν, διά πολλήν πεῖραν τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγάπης».
  • [γ] ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ, Παραινέσεις περί ἤθους ἀνθρώπων καί χρηστῆς πολιτείας 69 καί 84, στό Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμ. Α΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», ἐν Ἀθήναις 1988, σελ. 13ἑ. καί 15ἑ.: «Ἐπί τοῖς ἁμαρτάνουσιν οὐ χρή ὀργίζεσθαι, κἄν ἐγκλήματα ᾖ τά δρώμενα παρ’ αὐτῶν, κολάσεως ἄξια. Ἀλλά τούς μέν πταίοντας διά τό δίκαιον αὐτό ἐπιστρέφειν ὀφείλομεν· καί κολάζειν, εἰ οὕτω τύχοι, εἴτε δι’ αὐτῶν, εἴτε δι’ ἑτέρων· ὀργίζεσθαι δέ ἤ θυμοῦσθαι οὐ χρή. Διότι ἡ ὀργή κατά πάθος ποιεῖ μόνον καί οὐ κατά κρίσιν καί τό δίκαιον. Ὅθεν οὐδέ τούς παρά δέον ἐλεοῦντας ἀποδέχεσθαι χρή· διά δέ τό καλόν αὐτό καί τό δίκαιον χρή τιμωρεῖσθαι τούς πονηρούς καί οὐχί διά τό οἰκεῖον πάθος τῆς ὀργῆς» ◼ «Τούς ἐπιλελησμένους τῆς χρηστῆς πολιτείας καί Θεῷ ἀρεσκούσης καί τά ὀρθά καί θεοφιλῆ δόγματα μή φρονοῦντας, μισεῖν μέν οὐ χρή, ἐλεεῖν δέ μᾶλλον ὡς πηρούς τό διακριτικόν καί τυφλούς τήν καρδίαν καί τήν διάνοιαν. Τό γάρ κακόν ὡς καλόν ὑποδεξάμενοι, ὑπό ἀγνοίας ἀπόλλυνται· καί οὐ γνωρίζουσι τόν Θεόν οἱ τρισάθλιοι καί ἀνόητοι τήν ψυχήν».
  • [δ] ΑΓ. ΗΣΑΪΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ, Περί τηρήσεως τοῦ νοός 1, στό Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμ. Α΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», ἐν Ἀθήναις 1988, σελ. 30: «Τοῦ νοός ἐστιν ἡ ὀργή κατά φύσιν ἐν τοῖς πάθεσι. Καί χωρίς ὀργῆς οὐδέ ἁγνεία γίνεται τῷ ἀνθρώπῳ, ἐάν μή ὀργισθῇ εἰς πάντα τά σπειρόμενα τῷ ἀνθρώπῳ εἰς αὐτόν [sic] παρά τοῦ ἐχθροῦ […] Ὁ θέλων δέ ἐλθεῖν εἰς τήν κατά φύσιν ὀργήν ἐκκόπτει πάντα τά θελήματα αὐτοῦ, ἕως οὗ στήσει ἑαυτόν ἐν τῷ κατά φύσιν τοῦ νοῦ».
  • [ε] ΑΓ. ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ Ο ΡΩΜΑΙΟΣ, Πρός Κάστορα Ἐπίσκοπον περί τῶν ὀκτώ τῆς κακίας λογισμῶν, στό Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμ. Α΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», ἐν Ἀθήναις 1988, σελ. 66.71. 74: «Καί ἡ τοῦ θυμοῦ δέ κίνησις σωτηριωδῶς ἡμῖν ἐγκατέσπαρται, θυμοῦσθαι κατά τῆς κακίας, οὐ πρός τό ὁμόφυλον ἐκθηριοῦσθαι» ◼ «[…] Οὕτως, ἐξ οἵας δήποτε αἰτίας, εὐλόγου δῆθεν ἤ ἀλόγου, τῆς ὀργῆς ἀναφθείσης, ἡ ὁρατική δύναμις σκοτίζεται. Τότε κατά φύσιν μόνον τῷ θυμῷ κεχρήμεθα, ὅταν πρός τούς ἐμπαθεῖς καί φιληδόνους λογισμούς τοῦτον κινοῦμεν» ◼ «Αὐτός δέ ὁ Δεσπότης διδάσκων ἡμᾶς, ὅτι δεῖ πᾶσαν ὀργήν ἀποτίθεσθαι, φησίν ἐν Εὐαγγελίοις [Ματθ. 5, 22]· ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἔνοχος ἔσται τῇ Κρίσει. Οὕτω γάρ τά ἀκριβῆ τῶν ἀντιγράφων περιέχει. Τό γάρ “εἰκῇ” ἐκ προσθήκης ἐτέθη. Εὔδηλον, ὅτι ἐκ τοῦ προκειμένου βουλήματος τῆς Γραφῆς […] Τῆς δέ νόσου ταύτης ἡ τελεία ἰατρεία αὕτη ἐστίν· ἵνα πιστεύσωμεν, ὅτι οὔτε ἐπί δικαίοις, οὔτε ἐπί ἀδίκοις ἔξεστιν ἡμῖν κινεῖν τόν θυμόν. Τοῦ γάρ πνεύματος τῆς ὀργῆς τήν διάνοιαν σκοτίσαντος, οὔτε διακρίσεως φῶς, οὔτε ὀρθοῦ βουλεύματος βεβαίωσις, οὔτε δικαιοσύνης κυβέρνησις ἡμῖν εὑρεθήσεται».
  • [στ] ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Περί Θεολογίας καί τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πρός Θαλάσσιον, Κεφαλαίων Ἑκατοντάδες 4, 25 καί 5, 54 στό Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμ. Β΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», ἐν Ἀθήναις 1984, σελ. 113.137 (PG 90, 1229C.1284B & ΕΠΕ-Φ 15Δ, 88.162ἑξ.): «Τρεῖς εἰσιν αἱ τῆς ψυχῆς δυνάμεις, λόγος, θυμός καί ἐπιθυμία· τῷ μέν λόγῳ ζητοῦμεν· τῇ ἐπιθυμίᾳ δέ ποθοῦμεν τό ζητηθέν ἀγαθόν· τῷ δέ θυμῷ ὑπεραγωνιζόμεθα» ◼ «Ἀλλόφυλος παῖς ἐστι καί παιδίσκη [πρβλ. Λευ. 25, 44 ] ὁ θυμός καί ἡ ἐπιθυμία· οὕς ὑποζεύγνυσι διά παντός τῇ δεσποτείᾳ τοῦ λόγου, πρός ὑπηρεσίαν τῶν ἀρετῶν, δι’ ἀνδρείας καί σωφροσύνης ὁ θεωρητικός νοῦς, μή διδούς αὐτοῖς παντελῶς τήν πρός ἐλευθερίαν ἄφεσιν, ἕως ἄν καταποθῇ τῷ νόμῳ τοῦ Πνεύματος τελείως ὁ τῆς φύσεως νόμος […] καθ’ ἥν [σ. εἰκόνα τῆς ἀνάρχου Βασιλείας] γενόμενος ὁ θεωρητικός νοῦς, ἐλευθέρους ποιεῖται τόν τε θυμόν καί τήν ἐπιθυμίαν· τήν μέν πρός, πρός τήν ἀκήρατον τοῦ θείου ἔρωτος ἡδονήν καί τήν ἄχραντον θέλξιν μετασκευάζων· τόν δέ [σ. θυμόν], πρός ζέσιν πνευματικήν καί διάπυρον ἀεικινησίαν καί σώφρονα μανίαν μεταβιβάζων».
  • Σημειωτέον, ὅτι διαφέρει ἡ ἀρίθμηση τῶν παραπάνω ἑκατοντάδων μεταξύ ἀφ’ ἑνός τῆς «Φιλοκαλίας» τῶν Ἁγίων Μακαρίου καί Νικοδήμου, ἀφ’ ἑτέρου δέ τῆς Patrologia Graeca (PG) καί τῆς ἐκδόσεως ΕΠΕ (Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας).
  • [ζ] ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Περί Ἀγάπης Κεφαλαίων Ἑκατοντάδες 4, 81.83.84.87.88 στό Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμ. Β΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», ἐν Ἀθήναις 1984, σελ. 49.50 (PG 90, 1068C-1069B & ΕΠΕ-Φ 14, 342.344): «Τά τήν ἀγάπην λύοντά εἰσι ταῦτα· οἷον, ἀτιμία, ζημία, συκοφαντία ἤ εἰς Πίστιν ἤ εἰς βίον, δαρμοί, πληγαί, καί τά ἑξῆς. Καί ταῦτα, ἤ αὑτῷ συμβαίνοντα ἤ τινι τῶν συγγενῶν ἤ φίλων. Ὁ οὖν διά τούτων λύων τήν ἀγάπην, οὔπω ἔγνω τίς ὁ σκοπός τῶν τοῦ Χριστοῦ ἐντολῶν» ◼ «Ὁ δεῖνα ἐβλασφήμησε; Μή μισήσῃς ἐκεῖνον, ἀλλά τήν βλασφημίαν καί τόν βλασφημῆσαι παρασκευάσαντα δαίμονα· εἰ δέ τόν βλασφημήσαντα μισεῖς, ἄνθρωπον ἐμίσησας καί τήν ἐντολήν παρέβης· καί ὅπερ ἐκεῖνος τῷ λόγῳ ἐποίησε, ποιεῖς σύ τῷ ἔργῳ· εἰ δέ τήν ἐντολήν φυλάττεις, τά τῆς ἀγάπης ἐπίδειξαι· καί εἴ τι δύνασαι βοήθησον, ἵνα τοῦ κακοῦ αὐτόν ἀπαλλάξῃς» ◼ «Οὐ θέλει σέ ὁ Χριστός μῖσος ἔχειν πρός ἄνθρωπον ἤ λύπην ἤ ὀργήν ἤ μνησικακίαν τό σύνολον, καθ’ οἱονδήποτε πρᾶγμα πρόσκαιρον· καί τοῦτο παντί βοῶσι τά τέσσαρα Εὐαγγέλια» ◼ «Ὅταν ἴδωσιν ἡμᾶς οἱ δαίμονες τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου καταφρονοῦντας, ἵνα μή δι’ αὐτά τούς ἀνθρώπους μισήσωμεν καί τῆς ἀγάπης ἐκπέσωμεν, τότε συκοφαντίας καθ’ ἡμῶν ἐγείρουσιν, ἵνα τήν λύπην μή φέροντες τούς συκοφαντήσαντας μισήσωμεν» ◼ «Οὐκ ἔστι πόνος ψυχῆς βαρύτερος συκοφαντίας, κἄν τε εἰς Πίστιν, κἄν τε εἰς βίον τις συκοφαντεῖται· καί οὐδείς ταύτης καταφρονεῖν δύναται, εἰμή μόνον ὁ εἰς Θεόν ἀποβλεπόμενος, ὡς ἡ Σωσάννα, τόν μόνον δυνάμενον καί ἐξ ἀναγκῶν ῥύσασθαι, ὥσπερ κἀκείνην, καί τούς ἀνθρώπους πληροφορῆσαι, ὡς περί ἐκείνης, καί τήν ψυχήν τῇ ἐλπίδι παραμυθήσασθαι» .
  • [η] ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Περί Ἀγάπης Κεφαλαίων Ἑκατοντάδες 1, 13.15.20.25.41 στό Φιλοκαλία … , αὐτόθι, σελ. 5ἑξ.7 (PG 90, 1068C-1069B & ΕΠΕ-Φ 14, 176.178.184): «Ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν, οὐ δύναται μή καί πάντα ἄνθρωπον ὡς ἑαυτόν ἀγαπῆσαι, εἰ καί πρός τά πάθη δυσχεραίνει τῶν μήπω κεκαθαρμένων· διό καί τήν διόρθωσιν ἀμετρήτῳ καί ἀνεκλαλήτῳ χαίρει [sic] χαράν» ◼ «Ὁ ἴχνος μίσους βλέπων ἐν τῇ ἑαυτοῦ καρδίᾳ διά οἱονδήποτε πταῖσμα πρός τόν οἱονδήποτε ἄνθρωπον, ἀλλότριος τυγχάνει πάμπαν τῆς εἰς Θεόν ἀγάπης. Διότι ἡ εἰς Θεόν ἀγάπη τοῦ εἰς τόν ἄνθρωπον μίσους παντελῶς οὐκ ἀνέχεται» ◼ «Ὁ πρόνοιαν τῆς σαρκός εἰς ἐπιθυμίαν ποιούμενος καί μνησικακίαν διά πρόσκαιρα πρός τόν πλησίον ἔχων, ὁ τοιοῦτος λατρεύει τῇ κτίσει παρά τόν Κτίσαντα» ◼ «Ὥσπερ ὁ Θεός, φύσει ὤν ἀγαθός καί ἀπαθής, πάντας μέν ἐξ ἴσου ἀγαπᾷ ὡς ἔργα αὐτοῦ, ἀλλά τόν μέν ἐνάρετον δοξάζει, ὡς καί τήν γνῶσιν οἰκειούμενον, τόν δέ φαῦλον δι’ ἀγαθότητα ἐλεεῖ καί ἐν τῷ αἰῶνι τοῦτῳ παιδεύων ἐπιστρέφει· οὕτω καί ὁ τῇ γνώμῃ ἀγαθός καί ἀπαθής, πάντας ἀνθρώπους ἐξ ἴσου ἀγαπᾷ· τόν μέν ἐνάρετον διά τε τήν φύσιν καί τήν ἀγαθήν προαίρεσιν, τόν δέ φαῦλον διά τε τήν φύσιν καί τήν συμπάθειαν ἐλεῶν ὡς ἄφρονα καί ἐν σκότει διαπορευόμενον» ◼ «Ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν οὐ λυπεῖ, οὐδέ λυπεῖται πρός τινα διά πρόσκαιρα. Μίαν δέ λύπην καί λυπεῖ καί λυπεῖται σωτήριον, ἥν ὁ μακάριος Παῦλος καί ἐλυπήθη καί ἐλύπησε τούς Κορινθίους» [πρβλ. Β΄ Κορ. 7, 8-11].
  • [θ] ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Λόγος ψυχωφελής καί θαυμάσιος στό Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμ. Β΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», ἐν Ἀθήναις 1984, σελ. 236 (PG 95, 96A & ΕΠΕ 8, 492): «Τριμερής τοίνυν οὖσα, ὡς προδεδήλωται, ἡ ψυχή, τρία γάρ μέρη ταύτης εἰσί, λογισμός, θυμός καί ἐπιθυμία· ἐάν ἐστιν ἐν τῷ θυμικῷ ἀγάπη καί φιλανθρωπία, καί ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ καθαρότης καί σωφροσύνη, ὁ λογισμός ἐστι πεφωτισμένος· ἐάν δέ ἐν τῷ θυμικῷ μισανθρωπία καί ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ ἀκολασία, ὁ λογισμός ἐστιν ἐσκοτισμένος […] Ὁ δέ θυμός τότε πάλιν κινεῖται κατά φύσιν, ὅτε πάντας ἀνθρώπους ἀγαπᾷ καί πρός οὐδένα αὐτῶν ἤ λύπην ἤ μνησικακίαν κέκτηται».
  • [ι] ΑΓ. ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφαλαίων Πρακτικῶν Ἑκατοντάδες 1, 16 στό Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, τόμ. Γ΄, ἐκδ. «Ἀστήρ», ἐν Ἀθήναις 1976, σελ. 276 (PG 120, 857D-860A & ΕΠΕ-Φ 20, 22): «Ὁ θυμός μεθόριόν ἐστιν ἐπιθυμίας καί τοῦ λογιστικοῦ τῆς ψυχῆς· ὅπλον οἷον ἑκάστῳ ὤν ἐν τῇ παρά φύσιν ἤ καί κατά φύσιν κινήσει αὐτοῦ. Κινουμένης γάρ τῆς ἐπιθυμίας καί τοῦ λογιστικοῦ κατά φύσιν ἐπί τά θεῖα, ὅπλον ἐστίν ὁ θυμός ἑκάστῳ δικαιοσύνης κατά μόνου τοῦ συρίζοντος καί ἐπιτιθεμένου αὐτοῖς ὄφεως τήν μετάληψιν τῶν τῆς σαρκός ἡδονῶν καί τήν τῆς δόξης τῶν ἀνθρώπων ἀπόλαυσιν. Παρατρεπομένων δέ τῆς κατά φύσιν κινήσεως καί μεταβαλλομένων εἰς τό παρά φύσιν τήν δύναμιν καί ἀπό τῆς σχολῆς τῶν θείων πραγμάτων ἐπί τά ἀνθρώπινα μεταφερομένων, ὅπλον ἐστίν ἀδικίας εἰς ἁμαρτίαν, δι’ αὐτοῦ μαχομένων καί ἐπιτιθεμένων τοῖς ἀναχαιτίζουσι τάς ὁρμάς καί τάς ὀρέξεις αὐτῶν· ὡς ἐντεῦθεν ἤ πρακτικόν καί θεωρητικόν καί θεολογικώτατον μέσον δειχθῆναι τόν ἄνθρωπον, τῆς τῶν πιστῶν Ἐκκλησίας, κατά φύσιν κινούμενον, ἤ κτηνώδη καί θηριώδη καί δαιμονιώδη, εἰς τό παρά φύσιν παρατρεπόμενον».
  • [ια] ΑΓ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Ἐπιστολή (8η) Δημοφίλῳ Θεραπευτῇ περί ἰδιοπραγίας καί χρηστότητος 6, PG 3, 1097B- (ΕΠΕ-Φ 3, 532-536). Ἡ παροῦσα ἐπιστολή τοῦ θαυμασίου Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου πρός τόν Θεραπευτή (Μοναχό) Δημόφιλο, πλήν τοῦ ψυχωφελεστάτου περιστατικοῦ περί τόν ἱερό Κάρπο μέ θέμα τήν ἀγάπη καί πρός τούς μαχητικῶς ἀσεβεῖς, εἶναι καί σφόδρα ἐπιτιμητική ἐναντίον ὅσων ὑφισταμένων στήν Ἐκκλησία ἐπιχειροῦν νά διορθώσουν οἱ ἴδιοι παρά τάξιν καί ἀποτόμως (αὐθαδῶς) τούς προϊσταμένους. Πρόκειται, βεβαίως, περί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποίαν ἡ (Ἀρχ)ιερωσύνη διδόταν σέ ἀνθρώπους ἀποδεδειγμένα (μέ θαύματα) ἁγίους, μετόχους τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ μεταγενέστερη ἐκκλησιαστική ἱστορία καί οἱ ἱεροί Κανόνες (πού θεμελιώνουν θεσμικῶς τήν ἀντίσταση τῶν ὑφισταμένων) ἀποδεικνύουν, ὅτι δυστυχῶς ἐκείνη ἡ ἐποχή – θαυματουργούντων πάντων τῶν Ἐπισκόπων καί λοιπῶν Ἁγίων Κληρικῶν – παρῆλθε ἀνεπιστρεπτί (ἐπί τῆς γῆς) καί παραμένουν τώρα, καί ἕως τέλους τοῦ παρόντος αἰῶνος, μόνον διάσπαρτα θραύσματά της. Τήν ἀντίθετη γνώμη, περί θεμιτῆς ἀντιδράσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶς ὑφισταμένων στούς προϊσταμένους (ὑπό προϋποθέσεις), βλ. λ.χ. στήν σχετική ὑποσημείωση τοῦ πανσόφου Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου στόν Συναξαριστή του, στίς 8 Νοεμβρίου (τῆς Συνάξεως τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων).
  • [ιβ] ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Εἰς τούς Ψαλμούς 29, 4 PG 29, 313A.B.D (ΕΠΕ 5, 144.146) «Δοκεῖ ταυτολογία εἶναι τοῖς μή δυναμένοις τῆς ἀκριβείας τῶν σημαινομένων ἐφάπτεσθαι, τοῦ Προφήτου λέγοντος “ὀργήν εἶναι ἐν τῷ θυμῷ τοῦ Θεοῦ”, ὡς τοῦ αὐτοῦ ὄντος ὀργῆς καὶ θυμοῦ· πλεῖστον δέ τό διάφορον. Θυμός μέν γάρ ἐστιν ἡ κρίσις τοῦ ἐπαχθῆναι τάδε τινά τά σκυθρωπά τῷ ἀξίῳ, ὀργή δέ ὁ πόνος ἤδη καί ἡ κόλασις ἡ ἀπό τοῦ Δικαίου Κριτοῦ κατά τό μέτρον τῆς ἀδικίας ἐπαγομένη […] Δευτέρα ἡ εὐεργεσία μετά τήν κόλασιν. “Πατάξω͵ κἀγώ ἰάσομαι” [βλ. Δευτ. 32, 39]. Αὐτός γάρ ἀλγεῖν ποιεῖ, καί πάλιν ἀποκαθίστησιν· ἔπαισε, καί αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἰάσαντο. Προλαμβάνει τά κακοῦντα, ἵνα μονιμώτεραι ἡμῖν αἱ χάριτες γένωνται, σφοδρῶς ἀντιποιηθέντων ἡμῶν τῆς φυλακῆς τῶν δοθέντων».
  • [ιγ] ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως 1 (11) 11, PG 94, 841AB.844B (ΕΠΕ 1, 112.114) «Ἐπεί δέ πλεῖστα περί Θεοῦ σωματικώτερον ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ συμβολικῶς εἰρημένα εὑρίσκομεν, εἰδέναι χρή, ὡς ἀνθρώπους ὄντας ἡμᾶς καί τό παχύ τοῦτο σαρκίον περικειμένους τάς θείας καί ὑψηλάς καί ἀύλους τῆς Θεότητος ἐνεργείας νοεῖν ἤ λέγειν ἀδύνατον, εἰ μή εἰκόσι καί τύποις καί συμβόλοις τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρησαίμεθα. Ὅσα τοίνυν περί Θεοῦ σωματικώτερον εἴρηται, συμβολικῶς ἐστι λελεγμένα, ἔχει δέ τινα ὑψηλοτέραν διάνοιαν· ἁπλοῦν γάρ τό Θεῖον καί ἀσχημάτιστον […]. Ὀργήν δέ καί θυμόν τήν πρός τήν κακίαν ἀπέχθειάν τε καί ἀποστροφήν· καί γάρ ἡμεῖς τά ἐναντία τῆς γνώμης μισοῦντες ὀργιζόμεθα».
  • [ιδ] ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί τοῦ τί τό Χριστιανῶν ὄνομα ἤ ἐπάγγελμα· πρός Ἁρμόνιον 8, PG 46, 244C (ΕΠΕ 8, 360): «Οὔτε γάρ τόν Χριστόν ἔστι μή δικαιοσύνην εἶναι καί καθαρότητα καί ἀλήθειαν καί κακοῦ παντός ἀλλοτρίωσιν, οὔτε Χριστιανόν ἔστιν εἶναι (τόν γε ἀληθῶς Χριστιανόν) μή κἀκείνων τῶν ὀνομάτων τήν κοινωνίαν ἐν ἑαυτῷ δεικνύοντα. Οὐκοῦν ὡς ἄν τις ὅρῳ τοῦ Χριστιανισμοῦ τήν διάνοιαν ἑρμηνεύσειεν, οὕτως ἐροῦμεν, ὅτι Χριστιανισμός ἐστι τῆς θείας φύσεως μίμησις. Καί μηδείς ὡς ὑπέρογκον καί ὑπερβαίνοντα τήν τῆς φύσεως ἡμῶν ταπεινότητα διαβαλλέτω τόν λόγον· οὐ γάρ ἐξέβη τήν φύσιν ὁ ὅρος».

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: ΚΑΤΑΝΙΧI

Σχετικά άρθρα

Όταν ο Ουρανός αναθεματίζει περιφανείς «απυροβλήτους» Κληρικούς από τον Βίο του Οσίου Σάββα του Νέου, του Αγιορείτου

τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ (Ζήση) «... ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Νέος, ὁ Βατοπαιδινός, βλέπει ἐν θεϊκῇ ἐκστάσει τό ὅραμα τοῦ οὐρανίου ἀναθεματισμοῦ τοῦ Ἀκινδύνου»

Άγιος Ιλάριος Πικταβίου: «Τα αυτιά του λαού είναι αγιότερα από τις καρδιές των Ιερωμένων»

Άρθρο τοῦ μοναχοῦ Σεραφείμ Ζήση. Ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Πικταβίου ὁ Ὁμολογητής τόν 4ο αἰ. διαπιστώνει, ὅτι ἡ πνευματική διάκριση τῶν ἁπλῶν Ὀρθοδόξων τούς καθιστᾷ ἐνίοτε θεολογικότερους ἀπό τούς Κληρικούς!

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε με την χρήση αυτών.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τους Όρους χρήσης και την Πολιτική προστασίας απορρήτου.