Ελευθέριος Κοσμίδης
Χριστούγεννα χωρίς Χριστό;
25 Δεκ 2025
Άρθρο του Ελευθέριου Ν. Κοσμίδη
Ο παπα-Χαράλαμπος βάδιζε αργά αλλά σταθερά. Ο νους του είχε κατέβει στην καρδιά και κάθε χτύπος της ήτανε προσευχή, σαν μια λεπτή άσπρη κλωστή, γνήσιο μοσχοθυμίαμα που ανέβαινε μέχρι ψηλά στον ουρανό
Ο παπα-Χαράλαμπος βάδιζε αργά αλλά σταθερά. Ο νους του είχε κατέβει στην καρδιά και κάθε χτύπος της ήταν ι προσευχή, σαν μια λεπτή άσπρη κλωστή, γνήσιο μοσχοθυμίαμα που ανέβαινε μέχρι ψηλά στον ουρανό.

Τα λαμπερά φώτα στους δρόμους και στα πεζοδρόμια και τα λογής λογής φωτάκια στις βιτρίνες των καταστημάτων και στα μπαλκόνια των σπιτιών έμοιαζαν θαμπά και απόμακρα.
Τα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα που σχημάτιζαν ατελείωτες ουρές στην αγορά, με κορναρίσματα και φωνές που συχνά γίνονταν βρισιές και βλαστήμιες αντίχριστες, τάραζαν την ψυχή.
Ξένα τραγούδια, μπερδεμένα με γνώριμες μουσικές και κάλαντα, συνέθεταν το φόντο πάνω στο οποίο στρογγυλοκαθόταν η παράνοια της αγοράς όσο πλησιάζουν τα Χριστούγεννα.
Ο παπα-Χαράλαμπος βάδιζε αργά αλλά σταθερά, μα όλη ετούτη η γιορτινή σπουδή μπροστά του δεν ήταν παρά πηχτό σκοτάδι.
Μέσα από το πολυκαιρισμένο ράσο του φορούσε το πετραχήλι και στον κόρφο του κρατούσε, τυλιγμένο σε ένα μάκτρο, το φορητό Αρτοφόριο.
Ξημερώνει παραμονή Χριστουγέννων, η ώρα κοντεύει 8:30 και ο ήλιος δεν λέει να ανατείλει. Ο Αρχιμανδρίτης, προϊστάμενος του Ναού που ήταν εφημέριος ο παπα- Χαράλαμπος, τον στέλνει να πάει να κοινωνήσει κατ’ οίκον κάποιους εμπερίστατους ενορίτες.
Ο προϊστάμενος και οι άλλοι δύο συνεφημέριοι, όλοι αρχιμανδρίτες, ποτέ δεν έβγαιναν για να κοινωνήσουν αρρώστους ή ανήμπορους. Είχαν ήδη πολύ βεβαρημένο πρόγραμμα με άλλες ασχολίες.
Στον παπα-Χαράλαμπο ανέθεταν σχεδόν αποκλειστικά μόνο εξομολογήσεις και Θείες Μεταλήψεις κατ’ οίκον.
– Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
…
– Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
Ο παπα-Χαράλαμπος γινόταν θυσία για τους ενορίτες του, δίχως να τραβάει την προσοχή.
Λειτουργούσε μόνο καθημερινές, με ψάλτη τον καπετάν Ανέστη που ήτανε συνταξιούχος ναυτικός, πρακτικός αλλά καλλίφωνος, και νεωκόρο τον μπάρμπα Ηλία, που ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε καλά.
Το κρύο ήτανε τσουχτερό, η ομίχλη και τα σύννεφα σύντομα γίνανε ψιλόβροχο και ο παπα-Χαράλαμπος βάδιζε αργά και σταθερά.
Όλο του το είναι ήταν αφοσιωμένο στην υψηλή αποστολή του. Κρατούσε σφιχτά στον κόρφο του τον Χριστό και όλη του η προσοχή ήτανε στραμμένη σε Αυτόν.
– Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
…
– Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
Σε λίγο έφτασε στον πρώτο προορισμό του, χτύπησε το θυροτηλέφωνο και του άνοιξαν την πόρτα, δίχως να του απαντήσουν.
Προχώρησε προς το ασανσέρ και ανέβηκε στον τέταρτο όροφο. Η μυρωδιά από το μοσχοθυμίαμα σαν να τον υποδέχτηκε μαζί με την κυρα-Μάρθα που περίμενε σιωπηλή στην είσοδο του διαμερίσματος.
Ο παπα-Χαράλαμπος προχώρησε σαν να ήξερε τα κατατόπια και αφού έκλεισε η πόρτα πίσω του, έβγαλε από τον κόρφο του το μάκτρο με το Αρτοφόριο και κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα.
Εκεί τον περίμενε ο μπάρμπα Γιώργος, παλιός επίτροπος, διευθυντής τράπεζας στα νιάτα του, σκληρός άνθρωπος μα δίκαιος.
Είχε τέσσερα χρόνια που έπαθε ισχαιμικό εγκεφαλικό και είχε παραλύσει τελείως από την αριστερή πλευρά.
Ήτανε καθισμένος στην αναπηρική του καρέκλα, φορώντας το κοστούμι και την γραβάτα του. Η κυρά Μάρθα τον φρόντιζε και τον είχε σαν μπιμπελό.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του ο παπα- Χαράλαμπος και τον ρώτησε:
– Έχεις κάτι που να σε βαραίνει μπάρμπα Γιώργη, ρώτησε με χαμηλή αλλά αυστηρή φωνή.
– Δυσκολεύω την Μάρθα μου, πάτερ, δεν έχω υπομονή και την παιδεύω. Προσεύχομαι να πεθάνω, για να μην την ταλαιπωρώ έτσι σακάτης που κατάντησα. Είναι αμαρτία παπά μου;
– Σήκωσε τον Σταυρό που μέτρησε ο Κύριος για τους δικούς σου ώμους, αδερφέ μου, ο Κύριος τακτοποιεί κάποιες αμαρτίες σας με αυτή τη δοκιμασία. Σας θέλει σαν λευκά περιστέρια στον ουρανό, όταν έρθει η ώρα. Να ζητάς κάθε βράδυ συγχώρεση από την γλυκιά σου Μάρθα. Την ώρα του θανάτου μας την ξέρει μόνον ο Θεός. Έλα να σε κοινωνήσω, αδερφέ μου.
– Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Γεώργιος, Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εις εφόδιον ζωής αιωνίου…
Τα δάκρυα από τα γαλανά μάτια κύλησαν στις λαμπερές, φρεσκοξυρισμενες παρειές του μπάρμπα Γιώργη και έφτασαν μέχρι τον γιακά και την γραβάτα του.
Έβγαλε με το καλό του χέρι το μοσχοβολιστό μαντήλι που του είχε πάντα στην τσέπη η κυρά Μάρθα και προσπάθησε να σκουπίσει και τα δύο του μάτια.
Ο παπα-Χαράλαμπος τύλιξε με προσοχή το Αρτοφόριο στο μάκτρο και βγήκε σιωπηλός από το δωμάτιο.
Έκανε ένα νεύμα στην κυρά Μάρθα και προχώρησε προς την έξοδο.
– Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…
– Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…
Προχωρούσε στον πιο εμπορικό δρόμο της πόλης, όπου άντρες, γυναίκες και παιδιά, με τσάντες από ψώνια από τα πολυκαταστήματα, φωνασκούσαν και γελούσαν χαρούμενοι, ενώ εκείνος γλυστρούσε σαν σκιά ανάμεσα τους προς τον επόμενο προορισμό του, προκειμένου να κοινωνήσει την κυρά Ελένη, που πλέον έχασε σχεδόν τελείως το φως της:
– Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Ελένη, Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εις εφόδιον ζωής αιωνίου…
Και συνέχισε τον σιωπηλό του δρόμο κρατώντας στην καρδιά του τον Χριστό.
– Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…
– Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…
Αφού κοινώνησε ακόμα την κυρία Ασπασία και την κυρία Ευτέρπη, πήρε το δρόμο της επιστροφής προς τον Ιερό Ναό.
Το κρύο έσφιξε ακόμα περισσότερο, οι ψιχάλες έμοιαζαν πια με λεπτό πάγο, σαν χιόνι που άσπριζε τον καλογερικό του σκούφο και τους ώμους του χιλιοφορεμένου ράσου του.
Πλέον η γιορτινή ατμόσφαιρα στο κέντρο της πόλης είχε φουντώσει για τα καλά.
Παράξενα ετερόκλητα “μπουλούκια” από επίδοξους καλαντιστές, άλλοι με κλαρίνο και τουμπερλέκι και άλλοι με φορητά bluetooth ηχεία και smart phones περιφερόντουσαν στα εμπορικά καταστήματα.
Στις πολυκατοικίες δεν τους άνοιγε κάνεις ίσως από φόβο. Μικρά παιδιά με τρίγωνα δεν έβλεπες πια, μετά από τα αλλεπάλληλα περιστατικά ληστειών τις περασμένες χρονιές.
Ότι θα βλέπαμε στην Ελλάδα μας και την Μαφία των Καλάντων, αυτό δεν θα μπορούσε να το φανταστεί κανείς.
Ο παπα-Χαράλαμπος έφτασε στην καρδιά της ενορίας του, τον Ιερό Ναό του Αγίου Στεφάνου, και κατευθύνθηκε προς το Ιερό.
Μια παράξενη αναστάτωση υπήρχε εκεί, με τον Προϊστάμενο και τους άλλους Ιερείς να φωνασκούν, δίνοντας δήθεν οδηγίες στους επιτρόπους και στα παιδιά που διακονούσαν.
Ετοίμαζαν συναυλία με εκκλησιαστικούς ύμνους και παραδοσιακά κάλαντα με προσκεκλημένο τον Σεβασμιώτατο.
– Παπα-Χαράλαμπε, σήμερα στις επτά το απόγευμα ακριβώς ξεκινάμε τη συναυλία, η φωνή του προϊσταμένου, που ξεχώρισε μέσα στην οχλαγωγία.
– …..
– Παπα-Χαράλαμπε, σου μιλάω! Ούρλιαξε και όλοι σταμάτησαν μονομιάς.
– …..
Ο ταπεινός λευίτης προχώρησε και τα τελευταία του βήματα, αποθέτοντας το Άγιο Αρτοφόριο πάνω στην Αγία Τράπεζα και μετά στη θέση του. Βγήκε έξω ήρεμα και σχεδόν έπεσε πάνω στον αναψοκοκκινισμένο προϊστάμενο που έρχονταν προς το Ιερό ορμητικά.
– Ευλόγησον, πάτερ, είχα το Αρτοφόριο, επέστρεψα από τις προγραμματισμένες Θείες Μεταλήψεις!
– Δεν με ενδιαφέρει! Όταν σου μιλάω θα απαντάς. Και μη τολμήσεις να μην εμφανιστείς το απόγευμα… Δεν θα μας χαλάς, εσύ, τη γιορτή κάθε Χριστούγεννα…
– Χριστούγεννα χωρίς Χριστό, ψιθύρισε ο παπά Χαράλαμπος και έσκυψε σιωπηλά.
Σε λίγη ώρα μπήκε στο ταπεινό σπιτάκι του. Στάθηκε απέναντι στο καντηλάκι του και έπιασε το κομποσχοίνι…
Το απόγευμα ήρθε ο Σεβασμιώτατος για την γιορτή, αλλά ένα έκτακτο συμβάν χάλασε τα σχέδια του προϊσταμένου.
Ένα βραχυκύκλωμα στον πολυέλαιο έκαψε τις ασφάλειες και έγινε διακοπή ρεύματος, με τη δυσάρεστη και ανυπόφορη μυρωδιά να κατακλύζει τον Ιερό Ναό.
Ανοίξανε τα παράθυρα και τις πόρτες, για να καθαρίσει η ατμόσφαιρα, ο Δεσπότης έφυγε δυσαρεστημένος και ο προϊστάμενος έβραζε ταπεινωμένος από τον πειρασμό.
Έψαχνε πού να ξεσπάσει.
– Που είναι ο παπα-Χαράλαμπος; ρώτησε με μια τσιριχτή φωνή που έσκιζε τον αέρα.
– Δεν τον είδαμε, απάντησαν οι άλλοι Ιερείς κάπως φοβισμένοι.
– Πάμε όλοι μαζί στο σπίτι του, γιατί θέλω να είστε μάρτυρες.
Οι τρεις κληρικοί τυλίχτηκαν στα κασμιρένια παλτά τους και ξεχύθηκαν έξω από το γραφείο του Ναού στον καθαρό παγωμένο αέρα.
Η νύχτα της παραμονής είχε πια υποδεχτεί κανονικές χιονονιφάδες που χόρευαν αμέριμνες αψηφώντας τη δυσοσμία από το βραχυκύκλωμα εντός του Ναού.
Έφτασαν στο κατώφλι του παπα-Χαράλαμπου και η ευωδία από το μοσχοθυμίαμα πλημμύρισε τον αέρα.
Χτύπησαν το κουδούνι! Καμμία απάντηση. Χτύπησαν την πόρτα με τα χέρια.
– Παπα-Χαράλαμπε, ξέρω πως είσαι μέσα, άνοιξε σε παρακαλώ.
Από τις φωνές κατέβηκε ο κύριος Αντώνης, ο διαχειριστής της πολυκατοικίας. Ανησύχησε!
– Μισό λεπτό να φέρω το αντικλείδι είπε, μην έπαθε τίποτα ο άνθρωπος!
Άνοιξαν και η ευωδία του μύρου ήταν τόσο έντονη που κοντοστάθηκαν.
Προχώρησαν προς το εσωτερικό του διαμερίσματος διστακτικά και έφτασαν στο εικονοστάσι.
Εκεί χάμω στο πάτωμα, ο παπά-Χαράλαμπος σχεδόν χαμογελαστός, ήρεμος, φωτεινός, ζεστός και ευλύγιστος… είχε παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο.
Οι τρεις πατέρες τον σήκωσαν και τον ξάπλωσαν ευλαβικά στο κρεβάτι του.
Ο προϊστάμενος και οι άλλοι κληρικοί έμειναν να απορούν συγκλονισμένοι.
Πώς είναι δυνατόν τον παπά που εκείνοι κατόπιν εντολής του Σεβασμιωτάτου είχαν παραγκωνίσει επειδή ακολουθούσε με ευλάβεια μία Ορθοδοξία «συντηρητική», να τον τιμά ο Θεός;
Τον παπά που έλεγε και ξαναέλεγε με παρρησία πως εφόσον συνεχιστεί αυτή η εκτροπή θα διακόψει τη μνημόνευση του Μητροπολίτη του, αν επιμένει να φέρνει νεωτερισμούς στην τέλεση των Ιερών ακολουθιών, καθώς μέχρι και αιρετικούς είχε τολμήσει να δεχθεί στις ακολουθίες.
Πώς είναι δυνατόν;
Διάβασαν Τρισάγιο σιωπηλά και ασπάστηκαν το μέτωπο του.
Σε λίγο οι ένοικοι της πολυκατοικίας μαζεύτηκαν γύρω από το ταπεινό κρεβάτι του και δακρυσμένοι προσκυνούσαν το ζεστό, φωτεινό και ευλύγιστο σκήνωμά του που ευωδίαζε μύρο.
Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: ΚΑΤΑΝΙΧI