Αποτείχιση

Διαστρέφουν την Διδασκαλία της Εκκλησίας ο Μητροπολίτης της Φλώρινας και άλλοι

εικόνα άρθρου: Διαστρέφουν την Διδασκαλία της Εκκλησίας ο Μητροπολίτης της Φλώρινας και άλλοι
Ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Ὁμότιμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Διαστρεβλωμένες καί κακοποιημένες ἀλήθειες… Κακοποιοῦν καί ὑβρίζουν τήν Θεοπαράδοτη καί Πατροπαράδοτη Ἀποτείχιση


ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Ἡ ἔκταση τοῦ παρόντος ἄρθρου ξεπέρασε τόν ἀρχικό σχεδιασμό, διότι ἔπρεπε νά προστεθοῦν καί νά ἀναιρεθοῦν νέες συκοφαντίες καί διαστρεβλώσεις τοῦ νεωτεριστῆ καί οἰκουμενιστῆ μητροπολίτη τῆς Φλώρινας Εἰρηναίου. Γι᾽ αὐτό θεώρησα ἀπαραίτητο νά προτάξω τούς τίτλους τῶν ἑνοτήτων, ὥστε νά παραμείνει τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀναγνωστῶν ζωντανό καί νά μή ἀποκάμουν νά τό διαβάσουν μέχρι τέλους. Διαρθρώνεται λοιπόν τό περιεχόμενο ὡς ἑξῆς:

1. Μεταβάλλουν τό κακό σέ καλό καί τό σκοτάδι σέ φῶς. Παρεμποδίζουν τήν σωτηρία.

2. Ἐστάλη στήν Φλώρινα γιά νά ξερριζώσει τήν καλή φυτεία τοῦ ὁσίου Αὐγουστίνου Καντιώτη

3. Οἱ διαστρεβλωμένες καί κακοποιημένες ἀλήθειες
α) Ἐκκλησία δέν εἶναι οἱ ἐπίσκοποι, ἀλλά τό σύνολο τῶν πιστῶν. Ἡ πλάνη τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ
β) Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή
γ) Καλοί καί κακοί ἐπίσκοποι
δ) Κακοποιοῦν καί ὑβρίζουν τήν Θεοπαράδοτη καί Πατροπαράδοτη Ἀποτείχιση
ε) Ξεπέρασε καί τόν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο στήν διαστρέβλωση
στ) Ὁ αἱρετικός Πολυχρόνιος καί οἱ ἀποτειχισμένοι. Συκοφαντική μυθοπλασία.
ζ) Πάμπολλες διαστρεβλώσεις. Δέν χωροῦν σέ ἕνα ἄρθρο.
η) Οἱ προβατόσχημοι λύκοι καί ὁ καταξιωμένος καθηγητής

Ἐπίλογος: Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε.

1. Μεταβάλλουν τό κακό σέ καλό καί τό σκοτάδι σέ φῶς. Παρεμποδίζουν τήν σωτηρία

Δέν εἶχα σκοπό νά ἀσχοληθῶ μέ τά λεγόμενα καί πραττόμενα τοῦ νέου μητροπολίτη τῆς Φλώρινας Εἰρηναίου, ὁ ὁποῖος μόλις συμπλήρωσε ἕνα ἔτος ἀπό τήν ἐκλογή του (9 Ὀκτωβρίου 2023) στόν περιφανῆ θρόνο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φλωρίνης, Πρεσπῶν καί Ἑορδαίας, τόν ὁποῖο ἐδόξασε καί ἐλάμπρυνε ὁ μέγας ἀγωνιστής καί σύγχρονος Ὁμολογητής ὅσιος Αὐγουστῖνος Καντιώτης. Μέ παρεκάλεσαν καί μέ παρακίνησαν πρόσωπα ἀπό τό δικό του ποίμνιο, νά πάρω θέση καί νά ἐκφράσω τήν γνώμη μου γιά ὅσα δημοσίως ἐκήρυξε ὁ μητροπολίτης Εἰρηναῖος σέ δύο κηρύγματά του πανομοιότυπα, μέ ἀσήμαντες φραστικές διαφορές, πού ἐξεφώνησε στίς 17 Ἰουλίου, μέ ἀφορμή τήν ἑορτή τῆς Μεγαλομάρτυρος Ἁγίας Μαρίνης, τό ἕνα κατά τόν ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς στόν Ἱερό Ναό τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ Πτολεμαΐδας, τῆς δικῆς του μητροπολιτικῆς περιφέρειας (16.07.2024), καί τό ἄλλο στόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Μαρίνης στό Τσοτύλι κατά τήν Θεία Λειτουργία (17.7.2024), προσκεκλημένος τοῦ οἰκείου μητροπολίτη Σισανίου καί Σιατίστης Ἀθανασίου. Εἶχαν μάλιστα τήν καλωσύνη οἱ σκανδαλισθέντες καί ἀνησυχήσαντες πιστοί νά ἀπομαγνητοφωνήσουν τά κείμενα τῶν δύο κηρυγμάτων, πού οὐσιαστικά εἶναι ἕνα καί νά μοῦ τά ἀποστείλουν.

Διαβάζοντας τίς ἀνάποδες ἀλήθειες τίς ὁποῖες ἀπό καθέδρας διδάσκει στό ποίμνιό του, ἀλλά καί σέ εὐρύτερα ποίμνια, ἀφοῦ τά κηρυττόμενα μεταδίδονται τηλεοπτικά καί ραδιοφωνικά, ἀπόρησα γιά τό πῶς διαστρέφεται, ἀπό ἀμάθεια ἤ σκοπιμότητα (μᾶλλον τό δεύτερο), ἡ Εὐαγγελική καί Πατερική διδασκαλία. Ἐπαληθεύονται πλήρως ὁ ταλανισμός τοῦ προφήτη Ἠσαΐα γιά ὅσους διαστρέφουν καί καταστρέφουν τήν ἀλήθεια, παρουσιάζοντας τό κακό ὡς καλό καί τό καλό ὡς κακό, τό σκότος ὡς φῶς καί τό φῶς ὡς σκότος, τό πικρό ὡς γλυκό καί τό γλυκό ὡς πικρό1, ὅσα περί ψευδοπροφητῶν καί ψευδοδιδασκάλων λέγει τό Εὐαγγέλιο διά τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἀλλά καί ὅσα περί μισθωτῶν ποιμένων λέγει ὁ ἴδιος ὁ ἀρχιποιμένας Χριστός, ἡ μόνη κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας2. Αὐτοί, ἀλλότριοι καί ξένοι πρός τό ποίμνιο, εἰσέρχονται στήν αὐλή τῶν προβάτων ὄχι κανονικά ἀπό τήν πόρτα, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά ἀλλαχόθεν, μέ ἀνθρώπινες χάρες καί συναλλαγές3. Γι᾽ αὐτό καί πολλά μέλη τοῦ ποιμνίου ἀνησυχοῦν καί δέν ἀκολουθοῦν, διότι «ἀλλοτρίῳ οὐ μή ἀκολουθήσωσιν, ἀλλά φεύξονται ἀπ᾽ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τήν φωνήν»4.

Αὐτές οἱ μεταλλαγμένες καί ἀλλοιωμένες, οἱ δῆθεν, ἀλήθειες τοῦ μητροπολίτη, πού τίς προβάλλει ἐκμεταλλευόμενος τό ἀξιοτίμητο καί ἀξιοσέβαστο ἐπισκοπικό λειτούργημα καί ἀξίωμα, ἀναφέρονται σέ οὐσιώδη καί βασικά δογματικά, ἠθικά καί ἱεροκανονικά θέματα, ἀπό τά ὁποῖα ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τῶν πιστῶν, ὅπως τό ἄν ταυτίζεται ἡ Ἐκκλησία, ἡ σώζουσα, μέ τούς ἐπισκόπους καί τίς συνόδους, πού πολλές φορές ἀποδεικνύονται ψευδεπίσκοποι καί ψευδοσύνοδοι, πού δέν σώζουν, ἀλλά καταστρέφουν καί θανατώνουν πνευματικά. Μέ τό ἄν ἡ συνιστώμενη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Πατέρες ὑπακοή στούς ἐπισκόπους εἶναι ἀπροϋπόθετη ἤ προϋποθέτει τήν ὑπακοή τῶν ἐπισκόπων στό Εὐαγγέλιο καί στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία, ὅταν ἀπουσιάζει, μεταβάλλει τήν καλή ὑπακοή σέ κακή ὑπακοή, καί τήν κακή ἀνυπακοή σέ ἁγία ἀνυπακοή. Μέ τό ἄν ἐπίσης σέ περίπτωση ἀναξίων ἐπισκόπων πού ἀλλοιώνουν καί διαστρέφουν τό Εὐαγγέλιο, δικαιοῦνται οἱ πιστοί νά διακόψουν τήν κοινωνία πρός τόν ἀνάξιο ἐπίσκοπο, οἱ μέν ἱερεῖς νά μή μνημονεύουν τό ὄνομά του στίς ἀκολουθίες, οἱ δέ πιστοί νά μήν ἐκκλησιάζονται ἐκεῖ πού μνημονεύονται οἱ καινοτομοῦντες ἐπίσκοποι, ὅπως συνιστᾶ ὁ 15ος κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τοῦ Μ. Φωτίου (861), ὁ ὁποῖος αὐτήν τήν διακοπή τῆς μνημόνευσης τήν ὀνομάζει ἀποτείχιση. Φοβοῦνται τόσο πολύ μερικοί νεωτεριστές καί οἰκουμενίζοντες ἐπίσκοποι τήν διακοπή τῆς κοινωνίας καί τῆς μνημόνευσης τοῦ ὀνόματός τους, ὥστε προσποιοῦνται ὅτι ἡ ἀποτείχιση εἶναι κάτι ἄγνωστο, ἐφεύρημα σχισματικῶν ἀνθρώπων, ὅτι σέ βγάζει ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐνῶ ἀντίθετα ὁ κανόνας λέγει ὅτι ἡ ἀποτείχιση ἀπό τούς ψευδοεπισκόπους διασώζει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα, καί οἱ ἀποτειχιζόμενοι ὄχι μόνον δέν πρέπει νά τιμωροῦνται καί νά δυσφημοῦνται, ἀλλά νά ἐπαινοῦνται καί νά τιμῶνται, διότι κατέκριναν ὄχι ἀληθινούς ἐπισκόπους ἀλλά ψευδεπισκόπους, καί ἔτσι ἐγλύτωσαν τήν Ἐκκλησία ἀπό σχίσματα καί αἱρέσεις. Ἡ Σύνοδος ἡ ἴδια χρησιμοποιεῖ τήν λέξη ἀποτείχιση καί τήν ἐπαινεῖ. Γιατί κάποιοι ἐνοχλοῦνται; Μέ τό μέρος τίνος εἶναι, τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀπέδωσε οἰκουμενικό κῦρος στήν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο, ἤ ἄλλων δυνάμεων, ὁρατῶν καί ἀοράτων; Εἶναι δυνατόν ἡ Σύνοδος νά σέ βγάζει ἀπό τήν Ἐκκλησία καί νά σέ συμβουλεύει νά κάνεις σχίσμα; Τόση πιά διαστροφή καί τόση ἀμάθεια ὅσων ἀκούουν καί ὑπακούουν τούς διαστροφεῖς καί διαστρεβλωτές τῆς ἀλήθειας!!! Λέγει ὁ 15ος Κανών: «Οἱ τοιοῦτοι (οἱ διακόπτοντες τήν μνημόνευση) οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ὑποτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιούσθωσαν. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι».

2. Ἐστάλη στήν Φλώρινα γιά νά ξερριζώσει τήν καλή φυτεία τοῦ ὁσίου Αὐγουστίνου Καντιώτη

Δέν ἀνατράφηκε σέ ὀρθόδοξο περιβάλλον ὁ μητροπολίτης Εἰρηναῖος, ἀλλά στό οἰκουμενιστικό, νεωτεριστικό περιβάλλον, πού διαμόρφωσε ἀρχικά ὁ πρώην Θεσσαλονίκης, καί προηγουμένως Ἀλεξανδρουπόλεως Ἄνθιμος (Ρούσας), ὁλοκλήρωσε ὅμως κατόπιν προκλητικῶς ὁ διάδοχός του, νῦν Ἀλεξανδρουπόλεως Ἄνθιμος (Κουκουρίδης), τοῦ ὁποίου πρωτοσύγκελλος καί στενός συνεργάτης ἐπί ἔτη, πρίν ἐκλεγεῖ ἐπίσκοπος, ἦταν ὁ ἀρχιμανδρίτης Εἰρηναῖος (Λαφτσῆς). Στίς ἐπαρχίες ἀμφοτέρων τῶν Ἀνθίμων, ἐχόντων τήν σχέση πνευματικοῦ πατρός καί τέκνου, οὐδέποτε ἀκούσθηκε κήρυγμα ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ Παπισμοῦ, ἀντίθετα ἐνισχύθηκαν φιλίες, τοῦ μέν γηραιοῦ Ἀνθίμου μέ μασονικά ἱδρύματα καί πρόσωπα5, τοῦ δέ νεωτέρου μέ τόν σύνδεσμο Θεολόγων «Καιρός», πού ἀποδόμησε καί ἀντικατέστησε τό ὀρθόδοξο μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν μέ θρησκειολογική οἰκουμενιστική σούπα, καθώς ἐπίσης καί μέ τήν ἀντιπατερική καί ἀντορθόδοξη Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος στόν Βόλο. Ὑποστήριξαν καί οἱ δύο τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016), ἡ ὁποία ἐπεκύρωσε συνοδικά τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μέ ὑπογραφή ὡς συνοδικοῦ μέλους τοῦ νεωτέρου Ἀνθίμου. Ἡ ψευδοσύνοδος ὀνόμασε τίς αἱρέσεις ἐκκλησίες, δέν ὑπάρχει κἄν ἡ λέξη αἵρεση στά κείμενά της, ἐνέκρινε τή συμμετοχή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στό Προτεσταντικό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ), δηλαδή Παγκόσμιο Συμβούλιο Αἱρέσεων (ΠΣΑ), καί ἐπήνεσε τά κείμενα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μέ τούς ἑτεροδόξους, πολλά τῶν ὁποίων προσβάλλουν τήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποδέχθηκαν τίς σχισματικές ἐνέργειες τοῦ πατριάρχη Βαρθολομαίου στήν Οὐκρανία καί τήν ἀντικανονική του εἰσπήδηση σέ ξένη δικαιοδοσία, ἠθικά συνυπεύθυνοι καί ὑπόλογοι ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων γιά τούς διωγμούς πού ἐξαπέλυσαν οἱ σχισματικοί τοῦ Ἐπιφανίου ἐναντίον τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας τοῦ συνετοῦ καί ὁσίου Ὀνουφρίου6. Στήν Ἀλεξανδρούπολη ὁ μητροπολίτης ἔλαβε πιεστικά καί ἐκφοβιστικά μέτρα γιά νά κλείσουν οἱ ναοί κατά τήν διάρκεια τῆς πανδημίας τοῦ Κορωνοϊοῦ, νά ἀπολυμανθοῦν, νά φοροῦν ὑποχρεωτικά μάσκες ὅλοι οἱ ἐκκλησιαζόμενοι καί νά πεισθοῦν νά λάβουν τά «σωτήρια» ἐμβόλια, τά ὁποῖα καθημερινά ἀποδεικνύονται ὡς θανατηφόρα7. Τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τόν πρώην Θεσσαλονίκης Ἄνθιμο, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἑκατοντάδες κληρικῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων πολλοί ἀρχιερεῖς, σύσσωμο τό Ἅγιον Ὄρος καί χιλιάδες λαοῦ ἀγωνισθήκαμε τό 2001 νά μήν ἔλθει ὁ πάπας στήν Ἀθήνα, μέ σημαντική συμβολή τοῦ γράφοντος στούς ἀγῶνες, γιά τήν ὁποία συμβολή ἐπαινέθηκα καί τιμήθηκα ἀπό πολλούς, μόνον ὁ Ἄνθιμος, ὡς Ἀλεξανδρουπόλεως τότε, στενοχωρήθηκε καί μοῦ ἔγραψε ἐπιτιμητική ἐπιστολή8. Μετά μάλιστα τήν ἐπίσκεψη καί τήν ἀναχώρηση τοῦ πάπα, ἐπικρίνοντας ὅσους ἀγωνισθήκαμε, εἶπε σέ δημοσιογράφους: «Καί τί ἐπάθαμε πού ἦλθε ὁ πάπας»; Δηλαδή χωρίς λόγο ἀντιδράσατε ὅσοι ἀντιδράσατε. Ἔχει δίκαιο λοιπόν ἡ ὀρθόδοξη ἀρθρογράφος ἀπό τήν Ἀλεξανδρούπολη, ὅταν, ἀναφερόμενη στήν οἰκουμενιστική καταγωγή καί προέλευση τοῦ μητροπολίτη τῆς Φλώρινας Εἰρηναίου, ὡς τίτλο τοῦ ἄρθρου της βάζει τό ἀρχαῖο παροιμιακό ρητό «Κακοῦ κόρακος κακόν ᾠόν»9, γιά νά δηλώσει ὅτι ἀπό οἰκουμενιστές καί νεωτεριστές γεννήτορες προέκυψε παρόμοιο γέννημα, ὁ νέος μητροπολίτης τῆς Φλώρινας.

Ἤδη πρό τῆς ἐκλογῆς του καί ἐν ὅσῳ ὑπηρετοῦσε ἀκόμη στήν Ἀλεξανδρούπολη, ὡς πρωτοσύγκελλος τῆς Μητρόπολης, μᾶς ἔδωσε κραυγαλέο δεῖγμα τῆς οἰκουμενιστικῆς του νοοτροπίας, τό ὁποῖο ἐστενοχώρησε πολλούς καί τόν γράφοντα, διότι μέ αὐτό ὑπονοεῖται συγκεκαλυμμένα ὅτι ὁ Χριστός ὡς Μεσσίας καί Λυτρωτής δέν ἦλθε, ἀλλά πρέπει νά περιμένουμε νά ἔλθει, ὅπως τόν περιμένουν ἀκόμη μέχρι σήμερα οἱ ἀρνησίχριστοι Ἑβραῖοι. Συγκεκριμένα στό περιοδικό «Σταγόνες Πίστεως» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, τοῦ ὁποίου ὑπεύθυνος ἔκδοσης καί σύνταξης ἦταν ὁ πρωτοσύγκελλος Εἰρηναῖος, δημοσιεύθηκε ἄρθρο μέ τίτλο «Ποιός ἀπό ἐμᾶς εἶναι ὁ Μεσσίας;», στό ὁποῖο παρουσιάζεται ἕνας Ἑβραῖος ραββῖνος νά πείθει μία ὀρθόδοξη μοναστική ἀδελφότητα ὅτι ὁ Μεσσίας δέν ἦλθε, ἀλλά θά ἔλθει, πρᾶγμα πού συνετέλεσε ὥστε κάποιοι μοναχοί νά διερωτῶνται «Ποιός ἀπό μᾶς εἶναι ὁ Μεσσίας, μήπως εἶμαι ἐγώ»10; Αὐτό δυσφημεῖ τόν Ὀρθόδοξο Μοναχισμό, γιά τήν ἀπιστία ἤ ἀμφιβολία ὡς πρός τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία Χριστοῦ, ἀλλά συγχρόνως σπέρνει καί τό οἰκουμενιστικό σπέρμα τῆς «ἑνότητας μέ ποικιλία», ὅτι δηλαδή ὑπάρχουν διαφορές στήν Πίστη πού δέν πρέπει νά μᾶς χωρίζουν, οὔτε ὅταν ἀνήκουμε σέ διαφορετικές θρησκεῖες, ὅπως εἶναι ὁ Ἰουδαϊσμός καί τό Ἰσλάμ, πολύ λιγότερο ὅταν πρόκειται γιά διαφορές μεταξύ Χριστιανῶν. Ἀντέδρασαν, ὅταν αὐτό ἔγινε γνωστό, πολλοί11 καί ὁ γράφων μέ τό ἄρθρο του «Πρωτοφανής ἀποστασία ἐπισκόπων σέ θέματα Πίστεως»12, ὅπου ἐπέκρινα τόν μητροπολίτη Ἄνθιμο, ἐπειδή ὄχι μόνον δέν ἐπέπληξε τόν πρωτοσύγκελλό του, ἀλλά καί τόν ἐπιβράβευσε γιά τόν φιλοεβραϊσμό καί Οἰκουμενισμό του, προωθώντας ἀποτελεσματικά τήν ἐκλογή του στήν Μητρόπολη τῆς Φλώρινας. Δέν ἀποκλείεται μάλιστα αὐτός ὁ ἴδιος νά ἦταν καί ὁ εἰσηγητής τῆς δημοσίευσης τοῦ βλάσφημου φιλοεβραϊκοῦ κειμένου, ἀφοῦ καί παλαιότερα ἐξεστόμισε χειρότερη βλασφημία, γιά νά δείξει πόσο δημοκρατικός εἶναι, λέγοντας σέ δημοσιογράφο ὅτι, ἄν συνέβαινε ὁ λαός νά ἀποφασίζει διαφορετικά ἀπό τό Εὐαγγέλιο, αὐτός θά πήγαινε μέ τόν λαό καί ὄχι μέ τό Εὐαγγέλιο13!!! Κύριε ἐλέησον καί σῶσον τόν λαόν σου ἀπό τέτοιους ποιμένες, λυκοποιμένες.

Στόν νέο μητροπολίτη Φλώρινας Εἰρηναῖο ἔδωσε ὁ Θεός τήν εὐκαιρία, παρά τίς παρατυπίες στήν ἐκλογή του, νά ἀπεξαρτηθεῖ ἀπό τό οἰκουμενιστικό περιβάλλον τῆς Ἀλεξανδρούπολης καί τήν ἀντορθόδοξη γραμμή τῶν δύο Ἀνθίμων, ἡ ὁποία τούς ταυτίζει ἀπολύτως μέ τήν καταστροφική διαδρομή τῶν Βαρθολομαίου καί Ἱερωνύμου, καί νά βαδίσει στήν Ὀρθόδοξη Πατερική ὁδό τοῦ καλοῦ ποιμένος Αὐγουστίνου Καντιώτη, πού ἐδόξασε καί ἐλάμπρυνε τόν πρίν ἀπό αὐτόν ἀφανῆ θρόνο τῆς ἄσημης ἐπαρχιακῆς πόλης. Θά ἴσχυε τότε γι᾽ αὐτόν αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός στούς μαθητές Του μετά τόν διάλογό Του μέ τήν Σαμαρείτιδα, ὅτι «ἄλλοι κεκοπιάκασι, καί ὑμεῖς εἰς τόν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε»14, ἐννοώντας ὅτι οἱ Ἀπόστολοι στό ἔργο τους θά ἐθέριζαν τώρα τούς καρπούς ἀπό τήν κοπιαστική σπορά τοῦ Μωϋσῆ, τῶν Προφητῶν, τοῦ Προδρόμου καί κυρίως τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ μεγάλου σπορέως, πού ἔσπερνε ἀφειδώλευτα τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου μέ μεγάλη ἐπιτυχία, ὅπως φάνηκε ἀπό τήν μοναδική στήν ἱστορία καρποφορία τῆς σπορᾶς Του. Εἶναι πολύ μεγάλος ὁ κίνδυνος γιά τούς ἐπισκόπους καί ἱερεῖς νά βροῦν ἕνα ἀγρό σπαρμένο καί καταπράσινο, ἕτοιμο γιά θερισμό σέ λίγο καί αὐτοί νά ξερριζώσουν τά φυτά ἤ νά τά ξηράνουν. Μέ μία παρεμφερῆ εἰκόνα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος στόν πρῶτο Λόγο τοῦ κλασικοῦ ποιμαντικοῦ του ἔργου Περί Ἱερωσύνης, ἐξηγώντας στόν συνομιλητή του Βασίλειο γιά ποιό λόγο ἀρνήθηκε νά χειροτονηθεῖ ἱερεύς, τοῦ λέγει ὅτι φοβήθηκε μήπως παραλάβει τήν ἀγέλη τοῦ Χριστοῦ καλοθρεμμένη καί εὔρωστη καί αὐτός μέ τήν ἀπροσεξία του τήν καταστρέψει, ὁπότε θά ἐξοργίσει ἐναντίον του τόν Θεάνθρωπο Χριστό, πού τόσο πολύ τήν ἀγάπησε, ὥστε νά σταυρωθεῖ ὁ ἴδιος γιά νά τήν σώσει καί νά τήν τιμήσει15.

Καλοθρεμμένο καί εὔρωστο ἄφησε ὁ ἀείμνηστος ἀγωνιστής καί ὁμολογητής Αὐγουστῖνος, τό ποίμνιο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φλωρίνης. Ἀνανέωσε καί ἐπανέφερε χρυσοστομικούς χρόνους καί χρυσοστομικά ὑποδείγματα Ἱερωσύνης. Ὁ διάδοχός του μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Θεόκλητος ἀπήλαυσε τούς κόπους τοῦ Αὐγουστίνου καί ἐθέρισε χωράφια πού ἐκεῖνος ἔσπειρε, γιατί ἡ δική του σπορά, τοῦ Θεοκλήτου, δέν εἶχε μεγάλη ἐπιτυχία καί ἐβλάστησε ἀγκάθια πού πληγώνουν τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἀξιοποίησε τόν κόπο τοῦ πνευματικοῦ του πατρός, ὅσο ἔπρεπε, ὅπως τόν σεβάσθηκαν καί τόν ἀξιοποίησαν στήν Μητρόπολη τῆς Φλώρινας ἀρκετοί κληρικοί, ἱερομόναχοι καί ἔγγαμοι ἱερεῖς, μοναχοί καί μοναχές, καί ὁ πιστός καί ὀρθόδοξος λαός, περισσότερο ὅμως ὅλων τῶν ρασοφόρων, ὁμολογητικά καί ἀγωνιστικά, κατά ἀκριβῆ μίμηση, ὁ πολιός, ἀνδρεῖος καί ἀσυμβίβαστος ἀγωνιστής π. Μάξιμος Καραβᾶς, καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Μηλοχωρίου Πτολεμαΐδος.

Ὁ νέος μητροπολίτης ἐστάλη, ἀλλότριος καί ξένος «μακρόθεν», ἀπό τήν μακρινή Ἀλεξανδρούπολη τῶν δύο Ἀνθίμων, νεωτεριστῶν καί οἰκουμενιστῶν, γιά νά ἀλλάξει τό πνευματικό κλῖμα καί νά σπείρει τήν δική του σπορά καί ὄχι τήν σπορά τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, τήν διδασκαλία τῶν ὁποίων διαστρέφει καί διαστρεβλώνει, ὅπως ἔπραξε στά δύο μνημονευθέντα ὅμοια κηρύγματα καί ἀλλοῦ, ὅπως θά δοῦμε ἐνδεικτικά. Γι᾽ αὐτό καί πρέπει νά φοβᾶται μήπως ἀλλάζοντας τήν πνευματική διατροφή τοῦ ποιμνίου του, τό καταντήσει κακοθρεμμένο καί ἄρρωστο.

3. Οἱ διαστρεβλωμένες καί κακοποιημένες ἀλήθειες

α) Ἐκκλησία δέν εἶναι οἱ ἐπίσκοποι, ἀλλά τό σύνολο τῶν πιστῶν. Ἡ πλάνη τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ

Ἄς δοῦμε ὅμως τώρα κάποιες ἀπό τίς κακοποιημένες ἀλήθειες πού προσπαθοῦν νά περάσουν καί νά ἐμπεδώσουν στούς κατά πλειονότητα ἀκατήχητους πιστούς οἱ οἰκουμενιστές ἐπίσκοποι καί ἐν προκειμένῳ ὁ μητροπολίτης Φλωρίνης. Γιά νά μένουν ἀνενόχλητοι καί ἀνεξέλεγκτοι στή διαστροφή καί διαστρέβλωση τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, τρομοκρατοῦν τούς πιστούς μέ τόν ἰσχυρισμό ὅτι πρέπει νά ὑπακούουν ἀδιάκριτα καί ἀπροϋπόθετα στούς ἐπισκόπους καί στίς συνόδους πού αὐτοί συγκροτοῦν, διότι, ἄν δέν τό πράξουν αὐτό, θά βρεθοῦν ἐκτός Ἐκκλησίας καί θά χάσουν τήν σωτηρία τους. Τήν Ἐκκλησία ὅμως ἆραγε τήν ἐκφράζουν πάντοτε μόνον οἱ ἐπίσκοποι καί οἱ σύνοδοι πού αὐτοί συγκροτοῦν; Ταυτίζονται οἱ ἐπίσκοποι μέ τήν Ἐκκλησία; Οἱ ἑκάστοτε διοικοῦντες τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Δέν εἶναι καί οἱ ἐπίσκοποι μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὅλοι οἱ πιστοί, μέ ἁπλῆ διαφοροποίηση στό λειτούργημα, στό χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης; Εἶναι ἀλάθητοι οἱ ἐπίσκοποι καί οἱ σύνοδοι, γιά νά ἀξιώνουν ἀπόλυτη καί ἀπροϋπόθετη ὑπακοή; Μήπως ὀφείλουν καί οἱ ἐπίσκοποι ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, πού ἀποτελεῖται ἀπό τό σύνολο τῶν πιστῶν καί περιλαμβάνει ζῶντες καί κεκοιμημένους καί ἔχει ὡς μόνη κεφαλή τόν Χριστό καί ὄχι τούς ἐπισκόπους; Μήπως οἱ πιστοί ὀφείλουν ὑπακοή μόνον σέ ἐκείνους τούς ἐπισκόπους πού κάνουν ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, πού διδάσκουν ὅσα διά τῶν αἰώνων διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, καί δέν τά διαστρέφουν οὔτε τά κακοποιοῦν;

Ἀπάντηση σύντομη στά ἐρωτήματα αὐτά θά δώσουμε μέ βάση τήν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί στή συνέχεια θά δείξουμε τήν σχετική διαστρεβλωμένη θέση τοῦ μητροπολίτη τῆς Φλώρινας, χωρίς βέβαια νά κουράσουμε μέ ἐκτενεῖς ἀναλύσεις. Συμφωνοῦν ὅλα τά ἐγχειρίδια Ὀρθόδοξης Δογματικῆς ὅτι, μολονότι δέν ὑπάρχει ἕνας ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό ὅσα λέγουν ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας προκύπτουν τά ἑξῆς: Ἡ Ἐκκλησία κατά τήν εἰκόνα τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ16, τό σύνολο ὅλων ὅσοι ὀρθοδόξως πιστεύουν στόν Χριστό ὡς Θεό καί Σωτήρα τοῦ κόσμου καί εἶναι ἑνωμένοι μέ τήν ἴδια ὀρθόδοξη πίστη καί τά ἴδια μυστήρια σέ ἕνα σῶμα μέ κεφαλή τόν Χριστό. Τήν Ἐκκλησία δέν τήν ἀποτελεῖ οὔτε ὁ κλῆρος μόνος, οὔτε ὁ λαός, ἀλλά κλῆρος καί λαός μαζί. Μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλοι ὅσοι διαχρονικά ἐπίστευσαν στόν Χριστό καί μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα πολιτογραφήθηκαν ὡς μέλη της. Οἱ ἐξ αὐτῶν κεκοιμημένοι ἀποτελοῦν τό οὐράνιο τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ζῶντες τό ἐπίγειο τμῆμα, τήν στρατευομένη Ἐκκλησία. Οὔτε οἱ ἐπίσκοποι οὔτε οἱ σύνοδοι εἶναι ἀλάθητοι. Ἡ Ἐκκλησία ὡς σύνολο κλήρου καί λαοῦ εἶναι ἀλάθητη, γιατί ἀλάθητη εἶναι ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια, καί ἀλάθητο εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, πού τήν καθοδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν», «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»17. Ἑπομένως ἀλάθητη εἶναι ἡ κοινή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή πάντες οἱ κληρικοί καί οἱ λαϊκοί ὅλων τῶν αἰώνων, τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο μόνον λογίζεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἀλάθητο. Αὐτό ἔγραψαν τό 1848 οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἀπαντώντας στόν πάπα Πίο Θ´: «Παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι, οὔτε Σύνοδοι ἠδυνήθησαν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτός ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τό θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καί ὁμοειδές τῷ τῶν πατέρων αὐτοῦ»18. Γι᾽ αὐτό καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπέρριψε τό παπικό δόγμα τῆς Α´ Βατικάνειας Συνόδου (1870), πού ἐδογμάτισε ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἡ ἀλάθητη κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τήν μεγάλη αἵρεση γιά τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, καί θά ἀπορρίπτει ὅποιον πατριάρχη, ἐπίσκοπο, σύνοδο ἐμφανίζεται ὡς ἀλάθητος. Ὕψιστη αὐθεντία εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία· οὔτε οἱ ἐπίσκοποι μόνοι, μολονότι κατέχουν διακεκριμένη θέση στήν Ἐκκλησία, οὔτε ὁ κλῆρος γενικῶς, ἄν καί εἶναι ἐκλεκτό μέρος τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ λαϊκοί μόνοι· ὅλοι οἱ ἀνωτέρω εἶναι τμήματα μόνον τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὁλόκληρο τό σῶμα. Γι᾽ αὐτό καί τό καθένα ἀπό τά τμήματα αὐτά μόνο του δέν θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἐγγύηση γιά τήν ἀλήθεια19. Τήν ἀλήθεια τήν ἐγγυῶνται ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, καί ἡ ψυχή της, τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ἐνεργοῦν ὄχι μόνον διά τῶν ἐπισκόπων, ἀλλά καί δι᾽ ἄλλων μελῶν τοῦ σώματος, πού ἐκφράζουν καί ὅταν ἐκφράζουν τήν διαχρονική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Συναφῶς ὁ καθηγητής Π. Τρεμπέλας παρατηρεῖ ὅτι, ὅταν τήν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ τήν δέχθηκαν δύο πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Σέργιος καί ὁ διάδοχός του Παῦλος, ἀκόμη καί ὁ Ρώμης Ὀνώριος, καί φαινόταν ὅτι ἡ ὅλη Ἐκκλησία εἶχε κατακλυσθῆ ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ, τότε «μόνοι δύο μοναχοί ἀντέστησαν κατ᾽ αὐτῆς, ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί ὁ Σωφρόνιος, ὁ μετ᾽ ὀλίγον εἰς πατριάρχην Ἱεροσολύμων ἀναδειχθείς, περί οὕς ἐπισυνήχθησαν καί πᾶσα ἡ τό γνήσιον φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας διαφυλάττουσα μερίς τοῦ ποιμνίου». Διά τοῦτο «ἄγεται κανείς εἰς τό συμπέρασμα, ὅτι τό Πνεῦμα οὐ μόνον διά τῶν ἐπισκόπων, ἀλλά καί διά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ πληρώματος λαλεῖ»20. Τά παραδείγματα μποροῦν νά πολλαπλασιασθοῦν, θά ἐπιμείνουμε μόνον σέ δύο ἐνδεικτικά.

Ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία του ὑπάρχουν ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια καί ὄχι ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ αἵρεση καί ἡ πλάνη. Ὅσοι εἶναι μέ τήν ἀλήθεια εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅσοι εἶναι μέ τήν αἵρεση εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Τό ἐκφράζει αὐτό ἄριστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀκολουθώντας τήν προηγούμενη Πατερική Παράδοση, ἰδιαίτερα τόν Ἅγιο Μάξιμο, τόν ἐπαξίως καί ἁρμοζόντως ὀνομασθέντα Ὁμολογητή. Ἀμφότεροι εἶχαν ἀποτειχισθῆ, εἶχαν διακόψει τήν κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς τους, ὁ Ἅγιος Μάξιμος μέ τούς Μονοθελῆτες καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μέ τούς Βαρλααμίτες. Ὁ Μονοθελήτης Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως συμβουλεύει τόν Ἅγιο Μάξιμο νά ἀκολουθήσει τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία τότε συνολικά μέ τά πέντε πατριαρχεῖα Κωνσταντινουπόλεως, Ρώμης, Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων, εἶχε ταχθῆ ὑπέρ τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Τοῦ εἶπε ὅτι πρέπει νά ἑνωθεῖ μέ τήν Ἐκκλησία, νά εἶναι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, διαφορετικά ἀκολουθώντας τόν δικό του ἐκτός Ἐκκλησίας ξένο δρόμο θά ὑποστεῖ τίς συνέπειες. Χειρότερη ἡ κατάσταση ἀπό ὅτι στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης, διότι ὅλες οἱ τότε αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες ἦσαν στήν αἵρεση. Ὁλομόναχος ὁ Ἅγιος Μάξιμος στήν Ἀποτείχιση. Τί τούς ἀπάντησε δίνοντας καί σέ μᾶς παράδειγμα καί ἐπιχειρήματα; Ἡ Ἐκκλησία τούς εἶπε δέν βρίσκεται ἐκεῖ πού εἶναι ἡ αἵρεση, ἀλλά ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ὀρθή καί σωτήριος ὁμολογία τῆς Πίστεως, καί ὅτι οἱ σύνοδοι κρίνονται ὡς ἀληθεῖς ἀπό τήν ὀρθότητα τῶν δογμάτων»21.

Ἑπτακόσια χρόνια ἀργότερα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀναιρεῖ γράμμα τοῦ πατριάρχου Ἀντιοχείας Ἰγνατίου πρός τόν γνωστό Βαρλααμίτη καί λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη Καλέκα, μέσα στό ὁποῖο τοῦ ἔγραφε ὅτι, ἀφοῦ ἐστήριξε τόν Βαρλαάμ καί τόν πατριάρχη καί κατέκρινε τόν Ἅγιο Γρηγόριο, ἐπιστρέφει τώρα στήν ἐκκλησία του, πού τοῦ ἐχάρισε ὁ Χριστός· «ἀπέρχεται ἡ μετριότης ἡμῶν εἰς τήν ἐκκλησίαν αὐτῆς, ἥν Χριστοῦ χάριτι γνησίως κεκλήρωται». Ὀργίζεται καί ἀγανακτεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος σχολιάζοντας καί λέγει: Ποιός κλῆρος, ποιά γνήσια σχέση πρός τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά ἔχει ἕνας συνήγορος τοῦ ψεύδους τῆς αἱρέσεως, πρός τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» καί ἡ ὁποία μέ τήν Χάρη τοῦ Χριστοῦ μένει διαρκῶς ἀσφαλής καί ἀκράδαντη, στηριγμένη παγίως πάνω σ᾽ αὐτά πού στηρίζεται ἡ ἀλήθεια; Τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ταυτισμένα μέ τήν ἀλήθεια· ὅσοι δέν εἶναι μέ τήν ἀλήθεια δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία· «Καί γάρ οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί». Γι᾽ αὐτό καί αὐτοδιαψεύδονται, ὅταν ἀλληλοονομάζονται ποιμένες καί ἀρχιποιμένες. Ὁ Χριστιανισμός δέν χαρακτηρίζεται ἀπό πρόσωπα ἀλλά ἀπό τήν ἀλήθεια καί τήν ἀκρίβεια τῆς πίστεως22. Ἕνας ἀποτειχισμένος, διωκόμενος ἱερομόναχος, δέν διστάζει νά θέσει ἐκτός ἐκκλησίας δύο πατριάρχες, τόν Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη Καλέκα καί τόν Ἀντιοχείας Ἰγνάτιο, πού ἐξετόξευαν ἐναντίον του τοῦ κόσμου τίς κατηγορίες, ὅπως καί τώρα ἐκτοξεύουν ἐναντίον μας, καί νά τούς πεῖ ὅτι, ἐπειδή δέν εἶστε μέ τήν ἀλήθεια, ἀλλά μέ τήν αἵρεση, εἶστε ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἐμεῖς, πού διώκετε, εἴμαστε μέ τήν ἀλήθεια, γι᾽ αὐτό καί εἴμαστε ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ γράφων γνωρίζει καί ἐδίδαξε ἐπί ἔτη τήν ὑψηλή θέση τῶν ἐπισκόπων, τῶν πρεσβυτέρων καί τῶν διακόνων μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τήν σπουδαιότητα καί ἀναγκαιότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης συνολικά, καί ὄχι ὅπως πράττουν τελευταῖα κάποιοι κληρικοί καί θεολόγοι, πού ἀπομονώνουν κάποιες θέσεις τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου καί ἀποκρύπτουν ἄλλες, γιά νά καταλήξουν στό συμπέρασμα ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐπισκοποκεντρική καί ὅτι «καμμία Θ. Λειτουργία δέν εἶναι νοητή χωρίς ἀναφοράν εἰς τόν ἐπίσκοπον, ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ ὁποίου καί τελεῖται»23. Ἡ θέση αὐτή τοῦ μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα δέν εὑρίσκει καμμία θεμελίωση οὔτε στά συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου, οὔτε σέ κανενός ἄλλου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα αὐτό πού ὑπογραμμίσαμε μέ ἔντονα στοιχεῖα ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ ἐπισκόπου. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἐπισκοποκεντρική ἀλλά Χριστοκεντρική καί Πνευματοκεντρική. Τελεῖται εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τελεσιουργεῖται λειτουργοῦντος καί θυομένου τοῦ Χριστοῦ καί ἐνεργοῦντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σέ κανένα πατερικό σύγγραμμα Περί ἹερωσύνηςΠερί τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅσο καί ἄν ψάξει κανείς, δέν θά βρῆ τήν αἱρετίζουσα καί παπίζουσα θέση ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐπισκοποκεντρική καί ὅτι ἡ Θ. Λειτουργία τελεῖται εἰς τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου. Τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου μνημονεύεται στίς ἱερές ἀκολουθίες, γιά νά δείξει ὁ μνημονεύων ὅτι ἀνήκει σέ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία καί ὄχι σέ αἱρετική καί σχισματική καί ὅτι ἔχει τήν ἴδια πίστη μέ τόν ἐπίσκοπο πού μνημονεύει, δηλαδή τήν Ὀρθόδοξη24. Ὅταν ὅμως ὁ ἐπίσκοπος δέν ὀρθοδοξεῖ, τότε ὁ μνημονεύων τό ὄνομα ψεύδεται ἐνώπιον τοῦ ἁγίου Θυσιαστηρίου, ὅταν μάλιστα κάποιες φορές οἱ ἐπίσκοποι στίς ἀκολουθίες χαρακτηρίζονται ὡς «ὀρθοτομοῦντες τόν λόγον τῆς ἀληθείας». Δέν χρειάζεται ἐξομολόγηση γιά τό δημόσιο αὐτό ψεῦδος καί διακοπή μνημόνευσης;

β) Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή

Δυστυχῶς ὁ μητροπολίτης Φλωρίνης Εἰρηναῖος καί πολλοί ἄλλοι, κανοναρχοῦντος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου, τόν ὁποῖο δουλικά ἀκολουθοῦν ὡς εὐγνώμονα ἀνταπόκριση γιά τήν ἐκλογή τους, ἄλλα διδάσκουν πρός τούς ἀκατήχητους πιστούς, τούς ὁποίους κατηχοῦν διαστρέφοντας καί ὄχι ὀρθοτομώντας τόν λόγον τῆς ἀληθείας. Στό κήρυγμά του κατά τόν ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Μαρίνας στόν Ἱερό Ναό Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στήν Πτολεμαΐδα (16.07.2024), ἀφοῦ ὁμίλησε σύντομα γιά τόν βίο καί τό μαρτύριο τῆς Ἁγίας, θέλησε νά διδάξει, ἀναφερόμενος «στήν Παράδοση καί στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πῶς καθιερώνει κάποιον “ἅγιο”. Ἐπειδή κυρίως τά τελευταῖα χρόνια ἀκοῦμε ἀποφάσεις Συνόδων, εἴτε πατριαρχικῶν εἴτε τοπικῶν Ἐκκλησιῶν νά ἀνακηρύσσουν ἁγίους. Τί σημαίνει αὐτό στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας; Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας μᾶς διδάσκει ὅτι γιά νά γίνει κάποιος ἅγιος πρέπει νά ἔχει κάποια κριτήρια τά ὁποῖα θέσπισαν Σύνοδοι καί ἡ πράξη τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας». Τό θέμα τῆς Ἁγιοκατάταξης ἤ τῆς Ἀναγνώρισης Ἁγίων ἤ τῆς Ἀνακήρυξης Ἁγίων ἤ τῆς Ἁγιοποίησης, ὅπως ἐσφαλμένα ἔλεγαν παλαιότερα, εἶναι ἕνα πολύ ἐνδιαφέρον θέμα, στό ὁποῖο μάλιστα ἔχουν εἰσχωρήσει παπικές ἐπιρροές εἰς βάρος τῶν ὀρθοδόξων κριτηρίων. Πολλές ἁγιοκατατάξεις γίνονται χαριστικά μέ ἀνθρώπινα κριτήρια. Ἡ ἁγιοκατάταξη ὅμως εἶναι διαφορετικό θέμα ἀπό τόν ἁγιασμό καί τήν σωτηρία τῶν πιστῶν. Ἄλλα εἶναι τά κριτήρια γιά νά ἁγιάσει κανείς καί νά σωθεῖ καί ἄλλα τά κριτήρια γιά νά φανερωθεῖ στούς ἀνθρώπους ἡ ἁγιότητα, ὥστε νά ἁγιοκαταταγεῖ. Ὑπάρχουν πλήθη ἁγίων καί σεσωσμένων ἀνθρώπων πού παραμένουν ἀφανεῖς. Ὀλίγους ἐξ αὐτῶν φανερώνει ὁ Θεός. Ὁ μητροπολίτης Εἰρηναῖος συγχέει τόν ἁγιασμό καί τήν σωτηρία τῶν πολλῶν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἄλλα κριτήρια, μέ τήν ἁγιοκατάταξη ὀλίγων, τούς ὁποίους φανερώνει ὁ Θεός μέ εἰδικά κριτήρια. Ἄς διαβάσει ἕνα ἐγχειρίδιο Ἁγιολογίας, γιά νά μάθει μέ ποιά κριτήρια ἡ Ἐκκλησία καθιερώνει κάποιον ὡς Ἅγιο ἤ τόν ἀναγνωρίζει ὡς Ἅγιο. Πολύ καλό εἶναι τό ἐγχειρίδιο τοῦ καθηγητοῦ Π. Β. Πάσχου, Ἅγιοι οἱ Φίλοι τοῦ Θεοῦ. Εἰσαγωγή στήν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1995.

Στήν συνέχεια ἀπαριθμώντας τά κριτήρια βάσει τῶν ὁποίων μπορεῖ κανείς νά γίνει ἅγιος ἀναφέρει ὡς τρίτο κριτήριο τήν «ὀρθή πίστη» καί προσθέτει ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού πιστεύουν «ὅτι εἶναι πολύ πιό σωστοί καί διδάσκουν καλύτερα τόν Χριστό καί τόν βιώνουν, ἀκόμη καί ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πού τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι στή γῆ, ὅλοι ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί ὅπως εἴμαστε ἐδῶ, καί κεφαλή ὁρατή ἔχει τήν ἀνώτερη ἐκκλησιαστική ἀρχή, πού σέ μᾶς εἶναι τοπικά ὁ ἐπίσκοπος καί συνολικά οἱ Σύνοδοι. Ἀοράτως εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι δέ τόσο σημαντικό νά ὑπακοῦμε στήν Ἐκκλησία, πού ἀκόμη καί θαύματα νά κάνουμε, ἐάν δέν ὑπακοῦμε, τότε λατρεύουμε τόν Διάβολο, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος». Δύσκολα βάζει κανείς σέ τάξη ὅσα διαστρεβλωμένα λέγονται. Δέν βγάζεις ὀρθόδοξο νόημα. Ἐν πρώτοις, σύμφωνα καί μέ ὅσα παρουσιάσαμε, στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀνήκουν μόνον οἱ ζῶντες ἐπί τῆς γῆς πιστοί, ἀλλά καί οἱ κεκοιμημένοι, οἱ ζῶντες στόν οὐρανό, ἡ στρατευομένη καί ἡ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. Αὐτό ἔχει ἀποφασιστική σημασία γιά τήν ποιμαίνουσα Ἐκκλησία, διότι ὅσα οἱ ποιμένες λέγουν καί πράττουν, πρέπει νά ἐκφράζουν ὄχι μόνον τούς ζῶντες ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά καί τούς προαπελθόντας στόν οὐρανό, ἑπομένως καί σύνολη τήν Ἀποστολική καί Πατερική Παράδοση, τήν ὁποία ἀπορρίπτουν οἱ μεταπατερικοί τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου καί τοῦ Θεολογικοῦ Συνδέσμου «Καιρός», τούς ὁποίους ἀκολουθοῦν ὁ Ἄνθιμος Ἀλεξανδρουπόλεως καί ὁ νέος Φλωρίνης Εἰρηναῖος, ὑπό τήν καθοδηγητική κάλυψη τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου καί τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου. Κατά τόν καθολικά ἀποδεκτό ὁρισμό τῆς Παράδοσης ἀπό τόν Βικέντιο τόν ἐκ Λειρίνου ἤ Λερίνου «κρατοῦμεν πᾶν ὅ,τι πανταχοῦ, πάντοτε καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη». (Id teneamus quod ubique, quod semper, quod ab omnibus creditum est). Ἡ ἐσφαλμένη ἄποψη ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ βρίσκεται μόνο στή γῆ ἐξηγεῖ καί ὅσα βλάσφημα εἶπε ὁ Ἀλεξανδρουπόλεως Ἄνθιμος ὅτι, ἄν οἱ Χριστιανοί ἀποφασίσουν διαφορετικά ἀπό τό Εὐαγγέλιο, αὐτός θά συμφωνήσει μέ τούς Χριστιανούς καί ὄχι μέ τό Εὐαγγέλιο25. Ἐξηγεῖ ἀκόμη γιά τό ὅτι ἐπιμένουν στό νά ὑπακοῦμε στούς ζῶντες ἐπισκόπους καί στίς συνόδους πού συγκαλοῦν, γιατί ἔτσι ἠμποροῦν νά ἀποφασίζουν χωρίς νά λαμβάνουν ὑπ᾽ ὄψιν τήν Ἀποστολική καί Πατερική Παράδοση. Ἐξοβελίζουν ἔτσι τό ὀρθόδοξο συνοδικό ἀξίωμα «Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι» καί ὅσα θριαμβευτικά διακηρύσσει ἡ Ἐκκλησία τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας: «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν· ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τό ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν… Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν»26.

Ἡ ἀνώτερη ἐκκλησιαστική ἀρχή δέν εἶναι ἡ ὁρατή κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή ὁ ἐπίσκοπος καί ἡ σύνοδος τῶν ἐπισκόπων, ὅπως θέλει ὁ μητροπολίτης τῆς Φλώρινας. Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, καί τοῦ οὐράνιου καί τοῦ ἐπίγειου τμήματος, τῆς θριαμβεύουσας καί τῆς στρατευομένης, εἶναι μόνον ὁ Χριστός. Διαφορετικά ρέπουμε πρός τόν Παπισμό καί τόν ἐπισκοποκεντρισμό, πού ἀποτελοῦν ἐκκλησιολογικές ἐκτροπές καί παρεκκλίσεις27. Εἶναι ὄντως «σημαντικόνάὑπακοῦμεστήνἘκκλησία», ὅπως συνιστᾶ ὁ μητροπολίτης, ἀλλά στήν διά τῶν αἰώνων Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων καί ὄχι στήν σύγχρονη Ἐκκλησία τοῦ Βαρθολομαίου, τοῦ Ἱερωνύμου, τῶν Ἀνθίμων καί ὅσων τούς ἀκολουθοῦν, οἱ ὁποῖοι δέν ὑπακούουν στήν ἀληθινή Ἐκκλησία. Ὑπακούουμε στούς ἐπισκόπους καί στίς συνόδους πού κάνουν ὑπακοή στόν Χριστό, στούς Ἀποστόλους καί στούς Πατέρες· αὐτός εἶναι ἀπαραίτητος ὅρος, ἀπαραίτητη προϋπόθεση, γιά νά κάνουν οἱ πιστοί ὑπακοή στούς ἐπισκόπους. Δέν εἶναι ἀπροϋπόθετη οὔτε ἀδιάκριτη ἡ ὑπακοή. Ὑπάρχει κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή, ὅπως δείξαμε στό σχετικό βιβλίο μας, τό ὁποῖο ἀφυπνίζει ὅσους ἀγνοοῦν καί ἐλέγχει τούς δειλούς καί ἐθελόδουλους28. Ἐπιμένει στήν κακή ὑπακοή ὁ μητροπολίτης Φλωρίνης καί λίγο πιό κάτω λέγει: «Ὁπιό ἀσφαλής τόπος καί ὁ πιό καλός τρόπος γιά νά σωθοῦμε εἶναι ἡ ἐνορίαμας, εἶναι ὁ παπᾶς μας, εἶναι οἱ ἐφημέριοι πού ξέρουμε, εἶναι ὁ ἐπίσκοπός μας πού ἡ Ἐκκλησία τόν ἔστειλε νά θυσιαστεῖ γιά μᾶς, εἶναι οἱ Σύνοδοί μας». Εἶναι ὄντως ἀσφαλής τόπος καί τρόπος γιά τήν πνευματική καθοδήγηση οἱ ἐνορίες καί οἱ ἐφημέριοι, ὅταν διδάσκουν καί ὁδηγοῦν τούς ἐνορίτες μέ βάση τό Εὐαγγέλιο, πού ὁρίζει ὅτι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἡ ὁμολογία τῆς Πίστεως, ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ Ὀρθοπραξία, ὁδηγοῦν στήν σωτηρία. Ὅταν διδάσκουν ἄλλο Εὐαγγέλιο, «ἕτερον Εὐαγγέλιον», καί δέν τηροῦν τίς ἀποστολικές καί πατερικές παραδόσεις, τότε γίνονται τόποι καί τρόποι ἀπωλείας καί πνευματικῆς καταστροφῆς. Πόσες αἱρέσεις καί σχίσματα δέν ταλαιπώρησαν τήν Ἐκκλησία ἀνά τούς αἰῶνες πού τίς ἐδίδαξαν πατριάρχες, ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς; Ἄν σ᾽ αὐτούς τούς ἐπισκόπους καί ἱερεῖς ἔκαναν ὑπακοή οἱ πιστοί, ὅπως συμβουλεύει ὁ Φλωρίνης, δέν θά ὑπῆρχε σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία. Ὁ ὅσιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, μεγάλη σύγχρονη ἀσκητική μορφή, πού θά ἔπρεπε ἤδη νά εἶχε ἐπισήμως ἀνακηρυχθεῖ σέ ἅγιο, ὅπως καί ὁ πανάξιος ἀγωνιστής καί ὁμολογητής μητροπολίτης ἀείμνηστος Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ὁ Γέροντας Φιλόθεος λοιπόν ἔγραψε τό 1930 τά ἑξῆς ἀπαντώντας στόν οἰκεῖο ἐπίσκοπο πού τοῦ συνιστοῦσε ὑπακοή στόν ἐπίσκοπο καί στίς συνόδους: «ἘάναὐτήντήνγνώμηνἠκολούθουνπάντεςοἱΧριστιανοίκατάγράμμα, νάἀκολουθοῦνδηλαδήτούςἐπισκόπουςεἰςπάντα, ἀλλοίμονοτότε, οὔτεὈρθοδοξία, οὔτεἘκκλησία, οὔτεὈρθόδοξοςΧριστιανόςθάὑπῆρχεσήμερον. ἘάνοἱὈρθόδοξοιχριστιανοίἠκολούθουντούςπατριάρχαςκαίἐπισκόπους, Ἀπολιναρίους, Μακεδονίους, Εὐτυχέας, Διοσκόρους, Σαβελλιο-Σεβήρους, Εὐσεβίουςκαίπολλούςἄλλους, καίἐδέχοντοκαίἠσπάζοντοτάφρονήματάτων, ποῦτότεὈρθοδοξία; Ποῦχριστιανόςεὐσεβήςκαίὀρθόδοξος;!! Καίτίλέγωἀνθρώπους, πατριάρχαςκαίμητροπολίτας; Καίδένλέγωσυνόδους, ὄχιἀπόπέντεἤδέκακαίεἴκοσιτοιούτους, ἀλλάἀπό 100, 200 καί 348 μητροπολίταςκαίἐπισκόπους, ἀποτελουμένας; Διότι 348 τόνἀριθμόνσυνῆλθονἐνἔτει 754 ἐνΚωνσταντινουπόλεικαίἐξέδωκαντόνὅρον»29. Ἐννοεῖ τήν εἰκονομαχική σύνοδο τῆς Ἱερείας πού ἐξέδωκε «ὅρον», ἀπόφαση, ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων.

γ) Καλοί καί κακοί ποιμένες

Ὑπακοή στήν Ἐκκλησία δέν σημαίνει ὑπακοή σέ συγκεκριμένα πρόσωπα, τά ὁποῖα ἐνδέχεται καί νά πλανῶνται, ἀλλά ὑπακοή στήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή προκύπτει μέσα ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί τήν διαχρονική Παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ὑπάρχουν καλοί καί κακοί ἐπίσκοποι. Ὑπακούουμε μόνον στούς καλούς ποιμένες. Στό μνημονευθέν βιβλίο μας γιά τήν κακή ὑπακοή καί τήν ἁγία ἀνυπακοή παραθέσαμε ἀρκετές ἀπό τίς πολλές ἁγιογραφικές καί πατερικές μαρτυρίες. Ἐδῶ ἐπιλεκτικά θά παραθέσουμε μερικές κορυφαίων Ἀποστόλων καί Πατέρων, καί πρίν ἀπό ὅλους τοῦ ἰδίου τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος διακρίνει τούς καλούς ποιμένες ἀπό τούς κακούς, τούς μισθωτούς, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται ὡς ξένοι μόνον γιά τό προσωπικό τους συμφέρον, καί ἀφήνουν τό ποίμνιο στίς ἄγριες διαθέσεις τῶν λύκων, τῶν αἱρετικῶν, τῶν σχισματικῶν, τῶν ἀνηθίκων. Συνήθως οἱ κακοί ποιμένες εἰσέρχονται στήν αὐλή τῶν προβάτων ὄχι κανονικά, μέ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «διά τῆς θύρας», ἀλλά μέ συναλλαγές καί ἀλληλοεξυπηρετήσεις «ἀλλαχόθεν», ἀλλότριοι καί ξένοι πρός τό ὑγιές ἐκκλησιαστικό περιβάλλον. Γι᾽ αὐτό καί δέν τούς ἀκολουθοῦν τά πρόβατα. «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ μή εἰσερχόμενος διά τῆς θύρας εἰς τήν αὐλήν τῶν προβάτων, ἀλλά ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν διά τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. Τούτῳ ὁ θυρωρός ἀνοίγει, καί τά πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει καί τά ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ᾽ ὄνομα καί ἐξάγει αὐτά. Καί ὅταν τά ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καί τά πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τήν φωνήν αὐτοῦ· ἀλλοτρίῳ δέ οὐ μή ἀκολουθήσωσιν, ἀλλά φεύξονται ἀπ᾽ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τήν φωνήν»30. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιστρέφοντας στά Ἱεροσόλυμα ἀπό τήν τελευταία του ἀποστολική περιοδεία ἐκάλεσε σέ σύναξη τούς ἐπισκόπους – πρεσβυτέρους τῆς περιοχῆς τῆς Ἐφέσου, γιά νά τούς ἀποχαιρετήσει καί νά τούς δώσει τίς τελευταῖες του ὁδηγίες. Καί ἀφοῦ τούς εἶπε νά προσέχουν τό ποίμνιο ἀπό τούς βαρεῖς λύκους, τούς ἀπίστους καί αἱρετικούς, πρόσθεσε ὅτι καί ἀπό ἐσᾶς, πού εἶσθε κανονικοί ποιμένες, θά ἐμφανισθοῦν πρόσωπα πού θά διαστρέφουν τήν εὐαγγελική διδασκαλία γιά τό προσωπικό τους συμφέρον, προφητεία πού ἐπαληθεύθηκε πολλές φορές στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, πολύ περισσότερο ἐπαληθεύεται σήμερα: «Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν»31. Φθάνει στό σημεῖο ὁ οὐρανοβάμων ἀπόστολος νά ἐπιπλήττει τούς Χριστιανούς τῆς Γαλατίας πού πίστεψαν σέ διαστροφεῖς τοῦ Εὐαγγελίου, «εἰς ἕτερον Εὐαγγέλιον», καί νά τούς πεῖ ὅτι ἀκόμη καί ἄν ὁ ἴδιος ἀλλοίωνε τό Εὐαγγέλιο ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό, ἔπρεπε ὄχι ἁπλῶς νά μήν τούς ἀκολουθήσουν, ἀλλά καί νά τούς ἀναθεματίσουν. Οἱ σημερινοί διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων ἀλλοιώνουν τό Εὐαγγέλιο, τό διαστρέφουν, καί ζητοῦν ἀπό τούς πιστούς νά κάνουν ὑπακοή. Δέν διαστρέφει τό Εὐαγγέλιο ὁ γνωστός ἐπίσκοπος πού διδάσκει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή δέν καταδικάζει τήν ὁμοφυλοφιλία καί ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει ἀποφασίσει σχετικά32, ἐνῶ οἱ συνεπίσκοποί του καί ἡ Σύνοδος συμφωνοῦντες σιωποῦν; «Ἀλλά καίάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»33.

Ἀπό τίς πάμπολλες μαρτυρίες τῶν Ἁγίων Πατέρων θά ἀναφέρουμε ὀλίγες τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Εἶναι γνωστή ἡ ἀπάντηση τοῦ Μ. Βασιλείου πρός τόν ἔπαρχο Μόδεστο, τόν ὁποῖο ἔστειλε στήν Καισάρεια ὁ προστάτης τῆς αἵρεσης τοῦ Ἀρείου αὐτοκράτορας Οὐάλης, γιά νά ὑποχρεώσει σέ ὑπακοή τόν ἱεράρχη καί νά δεχθεῖ τήν αἵρεση. Στήν ἄκαμπτη καί ἀνυπάκουη στάση τοῦ Βασιλείου τοῦ εἶπε ὁ Μόδεστος ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι ἔκαναν ὑπακοή καί ὑποχώρησαν, γιατί ἐσύ δέν ὑποχωρεῖς, ὅπως ὑποχώρησαν καί οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι στούς πολιτικούς ἄρχοντες, τούς πλανητάρχες καί τούς ἐπιτόπιους. Μήν ἀπορεῖς τοῦ εἶπε ὁ Βασίλειος, γιατί φαίνεται πώς δέν συνάντησες στίς περιοδεῖες σου ἀληθινό ἐπίσκοπο, γιατί ὅταν κινδυνεύει ἡ Πίστη, ἡ Ὀρθοδοξία, ὅταν κινδυνεύει ὁ Θεός, οἱ ἀληθινοί ἐπίσκοποι δέν ὑποχωροῦν, ἀντιστέκονται καί δέν φοβοῦνται ὅ,τι καί ἄν πάθουν: «(Μόδεστος) Οὐδείς μέχρι τοῦ νῦν οὕτως ἐμοί διείλεκται καί μετά τοσαύτης τῆς παρρησίας – (Βασίλειος) Οὐδέ γάρ ἐπισκόπῳ ἴσως ἐνέτυχες· ἤ πάντως ἄν τοῦτον διελέχθη τόν τρόπον ὑπέρ τοιούτων ἀγωνιζόμενος»34. Ὁ ἴδιος φωτισμένος καί διακριτικός Διδάσκαλος ἀπαντᾶ στήν ἐρώτηση ἄν πρέπει νά ὑπακούουμε εἰς ὅλους καί σέ ὁ,τιδήποτε μᾶς διατάσσουν: «Εἰ δεῖ παντί καί ὅ,τι δήποτε ἐπιτάσσοντι ὑπακούειν». Ἡ ἀπάντηση εἶναι πολύ διαφωτιστική. Μᾶς λέγει ὅτι δέν ἔχει σημασία ποιός εἶναι αὐτός πού μᾶς διατάζει, ἄν εἶναι ἀνώτερος ἀπό ἐμᾶς, ἄν ἔχει κάποιο ἀξίωμα, ἀλλά ἄν αὐτό πού μᾶς συμβουλεύει εἶναι σύμφωνο μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως καί οἱ ἐπίσκοποι πρέπει νά ὑπακούουν καί στούς λαϊκούς, ὅταν δίνουν ἀγαθές συμβουλές. Ὁ Μέγας Μωϋσῆς ὑπήκουσε στόν πεθερό του Ἰοθόρ35. Παραθέτει πολλά παραδείγματα καλῆς καί κακῆς ὑπακοῆς ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἀπό τά ὁποῖα λέγει μαθαίνουμε ὅτι, ἀκόμη καί ἄν εἶναι γνήσιος καί ἀξιόπιστος καί ὑπερβολικά ἔνδοξος καί ἐπιφανής αὐτός πού ἐμποδίζει τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἤ προτρέπει νά πράξουμε αὐτό πού ὁ Θεός ἀπαγορεύει, αὐτόν πρέπει νά ἀποφεύγει ἤ νά τόν σιχαίνεται ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Κύριο: «Ἐξ ὧν παιδευόμεθα, ὅτι κἄν πολύ γνήσιός τις ᾖ κἄν ὑπερβαλλόντως ἔνδοξος ὁ κωλύων τό ὑπό τοῦ Κυρίου προστεταγμένον, ἤ προτρέπων ποιεῖν τό ὑπ᾽ αὐτοῦ κεκωλυμένον, φευκτός ἤ βδελυκτός ὀφείλει εἶναι ἑκάστῳ τῶν ἀγαπώντων τόν Κύριον»36.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἶναι πολύ πιό αὐστηρός καί λέγει τόσα πολλά γιά τούς κακούς ἐπισκόπους, ὡς μία θεραπευτική κριτική τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων, ὥστε καθιστᾶ ἀναπολόγητους κάποιους «καλούς» σημερινούς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουν νά ἀναφερθοῦν στήν κατάπτωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καί ἐνισχύουν μόνον τήν ἐπισκοποκεντρική αἵρεση καί τήν κακή ὑπακοή. Διαπιστώνει ἐν πρώτοις ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὅτι ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ εὑρίσκεται στόν τρόπο ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων, διότι συνήθως ἐκλέγονται ὄχι οἱ ἱκανοί καί οἱ ἄξιοι, ἀλλά ὅσοι ἔχουν κοσμική καί ἐκκλησιαστική δύναμη καί ὑποστήριξη: «Οὐ γάρ ἐξ ἀρετῆς μᾶλλον, ἤ κακουργίας, ἡ προεδρία· οὐδέ τῶν ἀξιωτέρων, ἀλλά τῶν δυνατωτέρων οἱ θρόνοι»37. Ὁ ἴδιος ἐδοκίμασε διωγμούς καί συκοφαντίες ἀπό κακούς ἐπισκόπους καί γράφει ὅτι δέν φοβᾶται οὔτε τούς ἀνθρώπους οὔτε τά ἄγρια θηρία· τό μόνο ἀπό τό ὁποῖο πρέπει νά φυλάγεται εἶναι οἱ κακοί ἐπίσκοποι, ἔστω καί ἄν κινδυνεύει ὁ ἐπισκοπικός του θρόνος. Ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι ἔχουν τό ὑψηλό ἀξίωμα, δέν ἔχουν ὅμως ὅλοι τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἄν παραμερίσεις τό ἔνδυμα τοῦ προβάτου, θά ἀντικρύσεις τόν λύκο:

«Ἕν ἐκτρέπου μοι, τούς κακούς ἐπισκόπους,
μηδέν φοβηθείς τοῦ θρόνου τήν ἀξίαν.
Πάντων τό ὕψος, οὐχί πάντων δ᾽ ἡ χάρις.
Τό κώδιον πάρελθε, τόν λύκον βλέπε»38.

Διστάζει νά πεῖ τήν ἀλήθεια, ὅπως ἔχει, καί ντρέπεται, τελικῶς ὅμως τολμᾶ καί τήν λέγει· οἱ ἐπίσκοποι, ἐνῶ τάχθηκαν νά εἶναι διδάσκαλοι τοῦ καλοῦ, κατήντησαν νά εἶναι ἐργαστήριο ὅλων τῶν κακῶν: «Αἰσχρόν μέν εἰπεῖν, ὡς ἔχει, φράσσω δ᾽ ὅμως· ταχθέντες εἶναι τοῦ καλοῦ διδάσκαλοι, κακῶν ἁπάντων ἐσμέν ἐργαστήριον»39.

Μέ τούς δύο μεγάλους Καππαδόκες θεολόγους συμφωνεῖ ἀπόλυτα ὁ ἐξ Ἀντιοχείας ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος πού ἐβίωσε πιό σκληρά καί ἀπάνθρωπα τούς διωγμούς τῶν κακῶν ἐπισκόπων, ὥστε ἐξόριστος ἐπί τρία ἔτη μέ κακοσυνοδικές ἀποφάσεις νά ἀποθάνει συρόμενος καί κακοποιούμενος στά Κόμανα τοῦ Πόντου τό 407. Διαπιστώνει καί αὐτός ὅτι ἡ ἀκαταστασία καί οἱ ταραχές στίς Ἐκκλησίες ὀφείλονται στόν κακό τρόπο ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων. Δέν ἐκλέγονται ἄξιοι καί ἐνάρετοι, ἀλλά γεμᾶτοι ἀπό κακίες ἄνθρωποι, πού δέν εἶναι ἄξιοι οὔτε τό κατώφλι τῆς ἐκκλησίας νά πατήσουν, γίνονται ὅμως μέ τήν Ἱερωσύνη ἔντιμοι καί περίβλεπτοι, τολμοῦν τά ἀτόλμητα, ἐξυβρίζουν τά ἅγια, διώκουν τούς σπουδαίους καί ἀξίους, ὥστε ἀνεμπόδιστα οἱ πονηροί νά ἀνατρέψουν ὅσα θέλουν. Πολλές χειροτονίες δέν γίνονται ἀπό τήν Θεία Χάρη ἀλλά ἀπό ἀνθρώπινη συμβολή40. Ὁ μεγαλομάρτυς αὐτός καί μεγαλειώδης Χρυσορρόας Πατήρ μετά τά ὅσα ὑπέστη ἀπό κακούς ἐπισκόπους καί κακές συνόδους γράφει ἀπό τήν ἐξορία στήν διακόνισσα Ὀλυμπιάδα, ἡ ὁποία ὑπέστη κατάθλιψη ἀπό τούς ἄδικους καί ἐξοντωτικούς διωγμούς ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Διδασκάλου. Δέν φοβᾶμαι, τῆς γράφει, κανένα ὅσο τούς ἐπισκόπους, ἐκτός ἀπό ὀλίγους: «Οὐδένα γάρ λοιπόν δέδοικα, ὡς τούς ἐπισκόπους, πλήν ὀλίγων»41.

Νά κάνουμε λοιπόν ὑπακοή καί στούς κακούς ἐπισκόπους, ὅπως τούς περιέγραψε ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί οἱ Τρεῖς μέγιστοι φωστῆρες καί Ἱεράρχες; Θά μπορούσαμε ὁλόκληρο τόμο νά γεμίσουμε ἀπό σχετικές μαρτυρίες. Δικαιολογημένα γι᾽ αὐτό ἕτερος νεώτερος Καππαδόκης, προβάλλοντας τήν σταθερή πατερική Παράδοση καί δροσίζοντας μέ αὐτήν τήν νεώτερη ἀκαδημαϊκή Θεολογία, πού προσπαθοῦσε σέ πολλές περιπτώσεις νά ξεδιψάσει μέ τά θολά νερά τῆς Παπικῆς καί Προτεσταντικῆς Δύσης, ὁ ἐξέχων καί ἐπιφανής καθηγητής τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀείμνηστος πρωτοπρεσβύτερος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, τά βιβλία τοῦ ὁποίου εἶναι θησαυρός πολύτιμος, συνόψισε τά περί κακῶν ἐπισκόπων τῶν ἡμερῶν μας λέγοντας τό συγκλονιστικό: «Τώρα ὁ Διάβολος κάνει διακοπές, γιατί τό ἔργο του τό ἔχουν ἀναλάβει οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι τρομοκράτες τῶν ἀγωνιζομένων καί ἐκπαιδευτές τῶν ἀλλοτριωμένων»42.

δ) Κακοποιοῦν καί ὑβρίζουν τήν Θεοπαράδοτη καί Ἁγιοπαράδοτη Ἀποτείχιση. Διαστρέφει καί ὁ ἀρχιεπίσκοπος

Τό ἄκρον ἄωτον ὅμως τῆς διαστροφῆς καί τῆς διαστρέβλωσης, ἡ κορύφωση τοῦ νά παρουσιάζεις τό κακό ὡς καλό καί τό καλό ὡς κακό, τό φῶς ὡς σκότος καί τό σκότος ὡς φῶς, εὑρίσκεται εἰς τά ὅσα ὁ μητροπολίτης τῆς Φλώρινας καί πολλοί ἄλλοι πιστεύουν καί κηρύσσουν γιά τήν εὐλογημένη Ἀποτείχιση, τήν ὁποία χαρακτηρίσαμε ὡς θεοπαράδοτη καί ἁγιοπαράδοτη. Ἤδη ἀναγκασθήκαμε πρίν ἀπό ἀρκετά χρόνια, στηριζόμενοι σέ ἁγιογραφικές καί πατερικές μαρτυρίες, νά συγγράψουμε ἕνα μικρό τευχίδιο, γιά νά διαλύσουμε τίς συκοφαντίες καί τίς παρεξηγήσεις. Ἐκεῖ ἐκφράζουμε τήν ἀπορία καί τήν λύπη μας, διότι ἀκόμη καί πρόσωπα μέ «ὀρθόδοξο» φρόνημα, καί μάλιστα λόγιοι ἐπίσκοποι, πρεσβύτεροι καί καθηγητές, ἐκλαμβάνουν τήν Ἀποτείχιση κακῶς καί ἀμαθῶς, ἴσως καί ἰδιοτελῶς, ὡς χωρισμό ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ὄχι ὅπως εἶναι, ὡς χωρισμό δηλαδή ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἀπό τούς οἰκουμενιστές ψευδεπισκόπους. Ἰσχυρίζονται, γράφουν καί κηρύσσουν ὅτι αὐτοί δέν ἀποτειχίζονται, ἀλλά μένουν μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅτι δίνουν τόν ἀγώνα μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ὑπονοοῦν ἔτσι ὅτι ὅσοι ἀποτειχίζονται εὑρίσκονται ἐκτός Ἐκκλησίας, ὅτι δηλαδή ἡ Ἀποτείχιση εἶναι σχίσμα. Γι᾽ αὐτό καί τό μικρό μας αὐτό βιβλίο τό κυκλοφορήσαμε μέ τόν τίτλο «Δέν εἶναι σχίσμα ἡ Ἀποτείχιση. Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις»43.

Γίνονται ἔτσι καλοί συνεργάτες καί βοηθοί τῶν αἱρετικῶν ψευδεπισκόπων, διότι δέν ἀφήνουν νά ὑψωθεῖ τό τεῖχος τῆς διακοπῆς τῆς μνημόνευσης τοῦ αἱρετίζοντος ἐπισκόπου, μέ συνέπεια, χωρίς τείχη καί ὀχύρωση, ἡ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐπί δεκαετίες τώρα, νά προελαύνει ἀνεμπόδιστα, νά καταλαμβάνει πρόσωπα, θεσμούς, συνόδους, ἀρχιερεῖς, θεολογικές σχολές, καί ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὡς ἐλεύθεροι σκοπευτές, χωρίς τεῖχος καί ὀχύρωση, ρίχνουμε μερικές τουφεκιές, «ἔπεα πτερόεντα», ἀπέναντι ἑνός ἐχθροῦ ὀργανωμένου μέ ἀσύγκριτη ὑπεροπλία, πού ἀποτελεῖ ἀσύμμετρη ἀπειλή. Αὐτό ὅμως δέν κάναμε τόσα χρόνια ἀναβάλλοντας τήν κατασκευή τοῦ τείχους; Τό νά παύσουμε δηλαδή νά μνημονεύουμε στίς ἀκολουθίες τά ὀνόματα τῶν οἰκουμενιστῶν ἐπισκόπων; Γιατί αὐτό εἶναι ἡ Ἀποτείχιση, τό νά μή μνημονεύει ὁ ἱερεύς τό ὄνομα τοῦ οἰκουμενιστοῦ ἐπισκόπου, καί ὁ λαϊκός νά μήν ἐκκλησιάζεται ἐκεῖ πού μνημονεύεται οἰκουμενιστής ἐπίσκοπος. Δέν χρειάζεται μεγάλη ἀρχαιομάθεια γιά νά καταλάβεις διαβάζοντας τόν 15ο κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐπί Μεγάλου Φωτίου (861) ὅτι α) τόν ὅρο Ἀποτείχιση τόν χρησιμοποιεῖ ἡ Σύνοδος, καί δέν εἶναι ἐφεύρημα κάποιων σχισματικῶν ἤ αἱρετικῶν καί β) ὅτι Ἀποτείχιση ὀνομάζεται ὄχι κάποια σχισματική ἐνέργεια ἤ αἵρεση, ἀλλά ἁπλῶς ἡ διακοπή μνημόνευσης τοῦ αἱρετίζοντος ἐπισκόπου. Νά διδάξουμε τώρα καί Γραμματική καί Συντακτικό; Θά παραθέσουμε ξανά τόν Ἱερό Κανόνα στήν ὑποσημείωση, γιά νά φραγοῦν τά στόματα τῶν διαστροφέων καί νά ἀφυπνισθοῦν κάποιοι ἀδιάφοροι καί ἀπρόσεκτοι. Ἀφοῦ στό πρῶτο τμῆμα ὁ Κανών λέγει ὅτι σέ σχίσμα περιπίπτουν ὅσοι διακόπτουν τήν κοινωνία μέ τούς ἐπισκόπους καί δέν ἀναφέρουν τό ὄνομά τους στίς ἀκολουθίες μέ πρόφαση κάποια «ἐγκλήματα» καί πρίν νά ὑπάρξει συνοδική ἀπόφαση, στό δεύτερο μέρος ὁ Ἱερός Κανών διευκρινίζει ὅτι αὐτό δέν ἰσχύει, δηλαδή ἡ κατηγορία γιά σχίσμα, γιά ὅσους διακόπτουν τήν κοινωνία μέ τόν ἐπίσκοπο, ὅταν αὐτός κηρύσσει αἵρεση. Στήν περίπτωση αὐτή, ὄχι μόνον δέν πρέπει νά ἐπιτιμῶνται καί νά τιμωροῦνται «οἱ ἀποτειχίζοντες ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας», ἀλλά πρέπει νά τιμῶνται ἀπό τούς ἀληθινούς Ὀρθοδόξους. Διότι κατέκριναν καί ἀπέρριψαν ὄχι ἀληθινούς ἐπισκόπους, ἀλλά ψευδεπισκόπους καί δέν προκάλεσαν στήν Ἐκκλησία σχίσματα καί διαιρέσεις, ἀλλά φρόντισαν νά γλυτώσουν τήν Ἐκκλησία ἀπό αὐτά44. Θά ἦταν ποτέ δυνατόν, ἄν ἡ Ἀποτείχιση εἶναι σχίσμα καί σέ βγάζει ἐκτός Ἐκκλησίας, ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος νά συνιστᾶ τήν Ἀποτείχιση καί νά ἐπαινεῖ καί νά τιμᾶ ὅσους ἀποτειχίζονται; Ἄς διαβάσουν κάποιοι προσεκτικά τόν Ἱερό Κανόνα καί ἄς σκεφθοῦν ὅτι μεγάλοι Ἅγιοι καί Πατέρες, ἀλλά καί σύγχρονοι Ἅγιοι Γέροντες καί Ἐπίσκοποι ἀποτειχίσθηκαν ἀπό αἱρετίζοντες πατριάρχες καί ἐπισκόπους, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός. Στή σύγχρονη ἐποχή ὁλόκληρο τό Ἅγιο Ὄρος ἀποτειχίσθηκε ἀπό τόν πατριάρχη Ἀθηναγόρα καί μαζί τους ὁ Ἅγιος Παΐσιος καί τρεῖς ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁμολογητής ὅσιος Αὐγουστῖνος Καντιώτης καί οἱ ὁμόφρονες καί συναγωνιστές του μητροπολίτες Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος καί Παραμυθίας Παῦλος. Ὅλοι αὐτοί βγῆκαν ἐκτός Ἐκκλησίας καί ἦσαν σχισματικοί; Ἄς τολμήσει ὁ ξένος καί ἀλλότριος ποιμενάρχης τῆς Φλώρινας Εἰρηναῖος νά ἰσχυρισθεῖ ὀνομαστικά σέ κήρυγμά του ὅτι ὁ ὅσιος Αὐγουστῖνος ἦταν σχισματικός, πολύ δέ περισσότερο ὅτι ἦταν αἱρετικός, ὅπως ἀμαθέστατα ἰσχυρίσθηκε, ὅπως θά δοῦμε. Πιστεύει στά ψεύδη τοῦ μητροπολίτη Λεμεσοῦ ὁ ὁποῖος (κρίμα!! ἐλύπησε πολλούς) δικαιολογώντας τήν δειλία, τήν ἀπραξία, τό βόλεμα, τήν ἔλλειψη ὁμολογητικοῦ καί ἀνδρείου πνεύματος ἰσχυρίσθηκε ὅτι οὔτε ὁ Ἅγιος Παΐσιος οὔτε ὁ Αὐγουστῖνος Καντιώτης ἀποτειχίσθηκαν; Δέν εἶδε τήν πλημμυρίδα τῶν διαψεύσεων ἀπό τά ἴδια τά κείμενα τῶν Ἁγίων πού δημοσιεύθηκαν στό Διαδίκτυο καί κατεντρόπιασαν τόν ἀπό πολλούς ἐκτιμώμενο ἱεράρχη45; Θά ἐντραπεῖ ἆραγε καί θά ἀνακαλέσει ὅσα χειρότερα ἰσχυρίσθηκε ὁ μητροπολίτης τῆς Φλώρινας Εἰρηναῖος γιά τήν θεοπαράδοτη καί ἁγιοπαράδοτη Ἀποτείχιση;

Πρίν παραθέσουμε ὅσα διεστραμμένα καί διαστρεβλωμένα εἶπε στό συγκεκριμένο κήρυγμα θά ἐξηγήσουμε, γιατί χαρακτηρίζουμε τήν Ἀποτείχιση ὡς θεοπαράδοτη καί ἁγιοπαράδοτη, ὥστε νά μή θεωρηθοῦμε ὡς ὑπερβάλλοντες. Ὅπως ἐξηγήσαμε ἐννοιολογικά, μέ βάση καί τά Λεξικά, ἀποτειχίζω, σημαίνει ὑψώνω τεῖχος, καί ἀποτειχίζομαι σημαίνει ὀχυρώνομαι μέ τεῖχος, γιά νά προστατευθῶ ἀπό κάποιο κίνδυνο, ἀπό κάποιο ἐχθρό. Στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα, ἀκόμη καί πρίν ἀπό τήν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο πού συνιστᾶ τήν Ἀποτείχιση, χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλώσει ὅτι ὑψώνουμε τεῖχος γιά νά προστατευθοῦμε ἀπό τήν αἵρεση καί ἀπό ἄλλες ἐκτροπές καί παρεκκλίσεις ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό ὅσους διδάσκουν τίς αἱρέσεις καί τίς ἐκτροπές46. Αὐτό ὅμως δέν δίδαξε ὁ Θεάνθρωπος Χριστός μέ ὅσα περί καλῶν καί κακῶν ποιμένων εἶπε, τούς ὁποίους κακούς καί μισθωτούς ποιμένες δέν ἀκολουθοῦν τά πρόβατα; Αὐτό δέν ἐδίδαξαν καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί Πατέρες, ὅπως ἐνωρίτερα παρουσιάσαμε ἐνδεικτικά; Θεοπαράδοτη λοιπόν γιατί τήν ἐδίδαξε ὁ Θεάνθρωπος Χριστός καί Ἁγιοπαράδοτη γιατί τήν ἐδίδαξαν καί τήν ἐφήρμοσαν οἱ Ἅγιοι.

Τώρα ἄς δοῦμε ὅσα ἀπίστευτα καί πρωτάκουστα εἶπε ὁ μητροπολίτης τῆς Φλώρινας γιά τήν Ἀποτείχιση καί τούς ἀποτειχισμένους: «Εἶναι δέ τόσο σημαντικό οἱ ἄνθρωποι νά ὑπακοῦμε στήν Ἐκκλησία, πού ἀκόμη καί θαύματα νά κάνουμε, ἐάν δέν ὑπακοῦμε, τότε λατρεύουμε τόν Διάβολο, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος. Μάλιστα αὐτούς τούς ἀνθρώπους σήμερα, πού νομίζουν ὅτι ἔχουν ὀρθή πίστη καί θέτουν τόν ἑαυτό τους πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία, τούς ὀνομάζουμε αἱρετικούς καί ἡ Ἐκκλησία ἐπί αἰῶνες ἀγωνίσθηκε μ᾽ αὐτούς καί πάντα ἐμφανίζονται μέ νέες μορφές, ὅπως εἶναι σήμερα τά σχίσματα καί οἱ λεγόμενοι ἀποτειχισμένοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀλαζόνες ἄνθρωποι πού ὁδηγοῦν καί τόν ἑαυτό τους, τήν ψυχή τους, καί ἄλλους ἀνθρώπους στήν καταστροφή καί στόν πνευματικό θάνατο». Ἀπό ποῦ νά ἀρχίσω τήν διόρθωση καί τήν ἀφαίρεση τῶν διαστροφῶν καί τῶν κακοποιήσεων; Πάλιν καί πολλάκις προβάλλεται ἡ ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία, ὅπως ἀναπτύξαμε στά προηγούμενα, κατανοεῖται ἐσφαλμένα ἀπό τόν ἐπίσκοπο ὡς ὑπακοή στούς ἐπισκόπους, στήν διοικοῦσα Ἐκκλησία, καί ὄχι στήν Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ, στό σύνολο τῶν πιστῶν, ζώντων καί κεκοιμημένων, στόν Χριστό, στούς Ἀποστόλους, στούς Ἁγίους, στήν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ μεταπατερικοί τοῦ Βόλου καί γενικῶς οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Νεωτεριστές, στούς ὁποίους ἀνήκει ὁ Φλωρίνης, κατανοοῦν τήν ὑπακοή ὡς ὑπακοή στούς σύγχρονους μόνον ἐπισκόπους καί στίς σύγχρονες συνόδους, ἔστω καί ἄν ἀποφασίζουν ἀντίθετα πρός τόν Χριστό, τούς Ἀποστόλους, τούς Ἁγίους, ὅπως συνέβη μέ τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου καί μέ τίς ἀποφάσεις γιά τό Οὐκρανικό σχίσμα.

Αὐτά πού λέγει, ἄν τά λέγει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, ἔπρεπε νά χρησιμοποιηθοῦν μέ μεγαλύτερη προσοχή γιά δύο λόγους. Ἐν πρώτοις, γιατί δέν προέρχονται ἀπό γνήσιο ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου. Δέν εἶναι δύσκολο γιά ἕναν πτυχιοῦχο τῆς Θεολογίας νά ξεχωρίσει τά γνήσια ἀπό τά μή γνήσια ἔργα, καί, ἄν δέν τά θυμᾶται, νά συμβουλευθεῖ ἕνα ἐγχειρίδιο Πατρολογίας. Στήν συγκεκριμένη περίπτωση ἡ «Ἐπιστολή πρός Ἥρωνα διάκονον Ἀντιοχείας» ἀπό τήν ὁποία προέρχεται ἡ γνώμη πού παραθέτει ὁ Εἰρηναῖος τῆς Φλώρινας προέρχεται ἀπό μή γνήσιο ἔργο. Ἀκόμη καί ἡ γνωστή μεγάλη ἔκδοση τοῦ ἀββᾶ Migne ἐκδίδει τήν ἐπιστολή ὄχι μεταξύ τῶν γνησίων, ἀλλά μεταξύ τῶν «ὑποβολιμαίων» ἐπιστολῶν (Epistolae Suppositiae) καί ἡ νεώτερη ἑλληνική ἔκδοση τῆς ΕΠΕ (Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας) τοῦ καθηγητοῦ Π. Χρήστου καί τῶν συνεργατῶν του, στούς ὁποίους ἐξ ἀρχῆς συγκαταλέγεται καί ὁ γράφων, τήν ἐκδίδει μεταξύ τῶν ἀμφιβαλλομένων ἔργων, πάντως ὄχι τῶν γνησίων. Ὁ δεύτερος λόγος τῆς προσοχῆς πού ἔπρεπε νά ἐπιδειχθεῖ φαίνεται καί ἐκ τοῦ ὅτι καί ἀπό τό χωρίο αὐτό τῆς ἀμφιβαλλόμενης ἐπιστολῆς Πρός Ἥρωνα δέν προκύπτουν αὐτά πού προβάλλει ὁ ἐπίσκοπος Εἰρηναῖος, ὅτι δηλαδή οἱ ἄνθρωποι πρέπει νά ὑπακοῦμε στήν Ἐκκλησία, ἀκόμη καί θαύματα ἄν κάνουμε, γιατί ἄν δέν ὑπακοῦμε, τότε λατρεύουμε τόν Διάβολο. Πουθενά δέν γίνεται λόγος γιά ὑπακοή στήν Ἐκκλησία καί λατρεία τοῦ Διαβόλου. Τό χωρίο λέγει: «Πᾶς ὁ λέγων παρά τά διατεταγμένα, κἄν ἀξιόπιστος ᾖ, κἄν νηστεύῃ, κἄν παρθενεύῃ, κἄν σημεῖα ποιῇ, κἄν προφητεύει, λύκος σοι φαινέσθω, ἐν προβάτου δορᾷ, προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος»47. Τά διατεταγμένα δέν εἶναι ὅσα οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι λέγουν, οἱ οἰκουμενιστές καί νεωτεριστές, οἱ μεταπατερικοί καί ἀντιπατερικοί, ἀλλά ὅσα οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες διδάσκουν «τῶν Ἀποστόλων τό κήρυγμα καί τῶν Πατέρων τά δόγματα», ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία στό κοντάκιο τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, τά ὁποῖα περιφρονοῦν οἱ ὁμόφρονες τοῦ ἐπισκόπου Εἰρηναίου. Οὐσιαστικῶς τό χωρίο στρέφεται ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστῶν πού περιφρονοῦν ὁλοφάνερα τούς Ἁγίους Πατέρς καί ὄχι ἐναντίον τῶν Ἀποτειχισμένων πού ἀκολουθοῦν τά διατεταγμένα. Τό βέλος πού χρησιμοποιεῖ ὁ ἐπίσκοπος ἐπιστρέφει ὡς αὐτεπίστροφο (μπούμεραγκ) ἐναντίον τοῦ ἰδίου καί τῶν ὁμοίων του, πού τούς παρουσιάζει ὡς λύκους μέ ἐμφάνιση προβάτου ἤ ὅπως θέλει ὁ ἐπίσκοπος ὡς λατρευτάς τοῦ Διαβόλου.

Ἡ μεγάλη πάντως διαστροφή δέν βρίσκεται στήν χρήση μή γνήσιου ἔργου καί στήν ἀλλοίωση τοῦ σχετικοῦ χωρίου, βρίσκεται εἰς τό ὅτι παρακάτω ἰσχυρίζεται ὁ διαστροφέας καί συκοφάντης ἐπίσκοπος ὅτι στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίζονται πολλοί αἱρετικοί· καί μία νέα μορφή τῶν αἱρετικῶν εἶναι οἱ λεγόμενοι σήμερα ἀποτειχισμένοι. Ντροπή σου, Δέσποτα, γιά τήν ἐλαφρότητα, τήν ἐπιπολαιότητα, τήν ὕβρη, τήν συκοφαντία, καί κρίμα γιά τήν θεολογική σου ἀμάθεια καί ἀσχετοσύνη, ἀπό τίς ὁποῖες προκύπτει ὅτι, ἐνῶ εἶσαι τυφλός, προσπαθεῖς νά ὁδηγήσεις ἄλλους μέ τήν γνωστή κατάληξη τοῦ παροιμιακῶς λεγομένου ὅτι, ἄν κάποιος τυφλός ὁδηγεῖ ἄλλον τυφλό, θά πέσουν καί οἱ δύο στόν λάκκο: «Ἐάν τυφλός τυφλόν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται». Δέν φρόντισες νά μάθεις, ὅπως ἔχεις ὑποχρέωση ὡς ἐπίσκοπος ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες, μερικές βασικές θεολογικές ἔννοιες, ὥστε ὡς διδάσκαλος τοῦ ποιμνίου σου νά διδάσκεις ὀρθά, ὀρθόδοξα, καί νά μή γίνεσαι ψευδοδιδάσκαλος καί ψευδεπίσκοπος, ὑποκείμενος σέ κανονικά ἐπιτίμια48; Ἤδη ὁ Μ. Βασίλειος στήν Α´ Κανονική Ἐπιστολή του, πού περιέχεται εἰς ὅλες τίς συλλογές Κανόνων καί εἰς τό γνωστόν εἰς ὅλους Πηδάλιον μᾶς δίδει τόν ὁρισμό τῆς αἱρέσεως καί ὡς πρός τί διαφέρει ἡ αἵρεση ἀπό τό σχίσμα καί τήν παρασυναγωγή. Μᾶς λέγει λοιπόν ὅτι κατά τήν Παράδοση αἱρέσεις ὀνομάζονται οἱ παρεκκλίσεις σέ δογματικά θέματα, σέ θέματα πίστεως, ἐνῶ σχίσματα οἱ διενέξεις σέ διοικητικά ἐκκλησιαστικά θέματα καί παρασυναγωγές οἱ συνάξεις ἀπό ἀνυπότακτους ἱερεῖς, ἐπισκόπους καί λαϊκούς: «Ὅθεν τά μέν αἱρέσεις ὠνόμασαν, τά δέ σχίσματα, τά δέ, παρασυναγωγάς. Αἱρέσεις μέν τούς παντελῶς ἀπερρηγμένους καί κατ᾽ αὐτήν τήν πίστιν ἀπηλλοτριωμένους, Σχίσματα δέ, τούς δι᾽ αἰτίας τινάς ἐκκλησιαστικάς καί ζητήματα ἰάσιμα πρός ἀλλήλους διενεχθέντας, Παρασυναγωγάς δέ, τάς συνάξεις, τάς παρά τῶν ἀνυποτάκτων Πρεσβυτέρων ἤ Ἐπισκόπων, καί παρά τῶν ἀπαιδεύτων λαῶν γινομένας». Κατά τόν καθηγητή Ἰωάννη Καρμίρη, πού ἀκολουθεῖ ὅσα λέγει ὁ Μ. Βασίλειος «ἐπεκράτησε νά χαρακτηρίζονται ὡς αἱρετικοί μέν οἱ ἐνσυνειδήτως ἀποκλίνοντες ἀπό τῆς ὑγιοῦς πίστεως καί ἀπορρίπτοντες ἕν ἤ πλείονα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καί ἐμμένοντες εἰς τάς ἑαυτῶν πλάνας καί μετά τήν νουθεσίαν καί προτροπήν τῆς Ἐκκλησίας πρός ἀπόπτωσιν αὐτῶν, σχισματικοί δέ οἱ ἀντισυνάγοντες τοῖς κανονικοῖς ἐπισκόποις καί “δι᾽ αἰτίας τινάς ἐκκλησιαστικάς καί ζητήματα ἰάσιμα πρός ἀλλήλους διενεχθέντες”, ἄρα οἱ ἀποκλίνοντες ἀπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως καί εὐταξίας καί μή ὑποτασσόμενοι εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ἱεραρχίαν»49.

Καί γιά νά προσγειωθεῖς στήν Ὀρθόδοξη πραγματικότητα, σέ ἐνημερώνουμε ὅτι ὁ Ὁσιολογιώτατος Γέροντας Γαβριήλ Ἁγιορείτης τοῦ Κουτλουμουσιανοῦ Κελλίου «Ὅσιος Χριστόδουλος ὁ ἐν Πάτμῳ», ἀπό τό ὁποῖον περνοῦν καθημερινά πλῆθος πιστῶν, γιά νά συμβουλευθοῦν τόν Γέροντα, ὅπως συνέβαινε μέ τόν Ἅγιο Παΐσιο, εἶπε σέ σχετική ἐρώτηση προσκυνητή, πώς ὅποιος συκοφαντεῖ ἤ πολεμεῖ τήν Ἀποτείχιση εἶναι αἱρετικός, διότι ἀρνεῖται τήν θεοπνευστία τῶν Ἱερῶν Κανόνων.

Ποιός λοιπόν, συκοφάντη, ἐπίσκοπε, ἀπό αὐτούς πού ἀποτειχίσθηκαν «πάλαι τε καί ἐπ᾽ ἐσχάτων», ἀπό τούς παλαιούς Ἁγίους Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, Θεόδωρο Στουδίτη, Σωφρόνιο Ἱεροσολύμων, Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, Ἅγιο Μᾶρκο Εὐγενικό, καί τούς συγχρόνους Ἅγιο Παΐσιο, Ὅσιο Αὐγουστῖνο καί τούς σύν αὐτῷ ἐπισκόπους Ἀμβρόσιο καί Παῦλο, καί ἀπό τούς λοιπούς ἀποτειχισθέντες στίς ἡμέρες μας, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ γράφων, ποιός ἐδίδαξε αἵρεση καί ποιά αἵρεση ἐδίδαξε; Κανείς μέχρι τώρα δέν διέστρεψε, δέν ἀναποδογύρισε τήν ἀλήθεια ἀκόμη καί αὐτοί πού διαφωνοῦν μέ τήν Ἀποτείχιση. Διαδέχθηκες λοιπόν στήν Μητρόπολη τῆς Φλώρινας ἕναν αἱρετικό ἐπίσκοπο, τόν ὁμολογητή Αὐγουστῖνο Καντιώτη; Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ Ἅγιοι πού ἀποτειχίσθηκαν, πού δέν τούς μνημονεύσαμε ὅλους, αὐτοί ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί γι᾽ αὐτό τούς τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία, ἐνῶ ἐσύ τούς θεωρεῖς ὡς αἱρετικούς. Τόλμησε νά πεῖς σέ Ναό τῆς Μητροπόλεως ὅτι ὁ Αὐγουστῖνος εἶναι αἱρετικός ἤ ὁ Ἅγιος Παΐσιος εἶναι αἱρετικός. Μνημονεύεις ἆραγε μεταξύ τῶν προκατόχων σου τόν ἐπίσκοπο Αὐγουστῖνο; Καί ἄν τόν μνημονεύεις, πῶς δέν θυμᾶσαι ὅτι ἔπαυσε νά μνημονεύει τόν μασόνο Ἀθηναγόρα, ἐνῶ ἐσύ μνημονεύεις τόν οἰκουμενιστή Βαρθολομαῖο;

Ἡ Ἀποτείχιση, ἐπίσκοπε τῆς Φλώρινας, δέν εἶναι οὔτε αἵρεση οὔτε σχίσμα. Ἀγωνίζονται οἱ ἀποτειχιζόμενοι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, διωκόμενοι καί τιμωρούμενοι, γιά νά φυλάξουν καί νά τηρήσουν τά Δόγματα καί τούς Ἱερούς Κανόνες. Πράττουν αὐτό πού ἐσύ ὑποσχέθηκες νά πράξεις κατά τήν χειροτονία σου ψευδόμενος καί δέν τό ἔπραξες50. Αἱρετικοί εἶναι ὅσοι στηρίζουν καί ἐνισχύουν τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ μικρότητά σου, ἔστω καί ἄν κάποιοι ἄλλοι μικροί νομίζουν καί κηρύσσουν ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός δέν ὑπάρχει, εἶναι στήν φαντασία τῶν ἀντιοικουμενιστῶν51, ὀρθώνοντας τήν ἀναξιότητα καί μηδαμινότητά τους ἀπέναντι σέ κορυφαίους, γιγαντιαίους Ἁγίους καί Θεολόγους, ἀπέναντι στόν Ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, τόν Ἅγιο Παΐσιο, τόν Γέροντα Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, τόν Γέροντα Γεώργιο Καψάνη, τόν Γέροντα Μᾶρκο Μανώλη, τόν πατέρα Γεώργιο Μεταλληνό, τόν καθηγητή Κωνσταντῖνο Μουρατίδη καί πολλούς ἄλλους, ζῶντες καί κεκοιμημένους. Οἱ οἰκουμενιστές, ἐπειδή βλέπουν, ἀλλά δέν βλέπουν καί ἀκούουν ἀλλά δέν ἀκούουν, ἄς κάνουν τόν κόπο νά προμηθευθοῦν τούς δύο τόμους τῶν Πρακτικῶν τοῦ «Διορθοδόξου Θεολογικοῦ Συνεδρίου», πού συνδιοργάνωσαν τό «Τμῆμα Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας» τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καί ἡ «Ἑταιρεία Ὀρθοδόξων Σπουδῶν» ἐπί πέντε ἡμέρες ἀπό 20-24 Σεπτεμβρίου 2004 στήν Αἴθουσα Τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μέ γενικό θέμα «Οἰκουμενισμός: Γένεση – Προσδοκίες – Διαψεύσεις» καί μέ ἑξήντα εἰσηγήσεις καί ἰσάριθμους εἰσηγητάς ἀπό πολλές Ὀρθόδοξες χῶρες. Θά ξυπνήσουν τότε καί θά διαπιστώσουν ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ὑπαρκτός, δέν εἶναι φάντασμα καί δημιούργημα τῶν ἀντιοικουμενιστῶν. Ὅμως καί ὁ Διάβολος πείθει πολλούς ὅτι εἶναι ἀνύπαρκτος, γιά νά μή τόν πολεμοῦν. Μήπως ἔβαλε τήν πονηριά του, τό χεράκι του, γιά νά διδάσκουν κάποιοι ὅτι δέν ὑπάρχει Οἰκουμενισμός, ἑπομένως ὅσοι τόν πολεμοῦν κυνηγοῦν φαντάσματα;

ε) Ξεπέρασε καί τόν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο στήν διαστρέβλωση

Ξεπέρασε πάντως καί τόν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο ὁ μητροπολίτης Εἰρηναῖος καί ἐπλειοδότησε στήν διαστρέβλωση, διότι καί ἐκεῖνος ἔδειξε τήν ἀποστροφή καί ἀπέχθειά του πρός τήν Ἀποτείχιση κατά τήν χειροτονία τοῦ μητροπολίτη Καστοριᾶς Καλλινίκου (10.10.2021) δίνοντάς του συμβουλές ὅτι πρέπει νά ὑπακούει ἀδιάκριτα καί χωρίς προϋποθέσεις εἰς αὐτά πού λέγει ὁ ἴδιος καί ἡ Σύνοδος, γιατί Ἐκκλησία εἶναι ἡ Σύνοδος: «Πάνω ἀπό ὅλα εἶναι ἡ ὑπακοή στήν Ἐκκλησία καί στή Σύνοδό της, διότι αὐτή καθοδηγεῖ αὐτό τό σκάφος. Καί σέ αὐτήν θά πειθαρχεῖς». Ὅταν ὅμως ἡ Σύνοδος κάνει λάθος ἀκολουθώντας τήν λάθος καθοδήγηση τοῦ ἀρχιεπισκόπου, καί ὅσα ἀποφασίζουν καί ἐν συνόδῳ εἶναι ἀντίθετα πρός ὅσα ὁ Χριστός, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες ἐδίδαξαν, πρός ὅσα διαχρονικά πιστεύει ἡ Ἐκκλησία, ζῶντες καί κεκοιμημένοι ὅπως ἀναπτύξαμε, ὅταν ὁ ἀρχιεπίσκοπος καί ἡ Σύνοδος ὁδηγοῦν τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας στά βράχια τῆς αἵρεσης, τοῦ σχίσματος καί τῆς ἐκκοσμίκευσης, στήν ὑποδούλωση στούς ἄρχοντες τοῦ αἰῶνος τούτου, καί τότε ὑπακοή στόν ἀρχιεπίσκοπο καί στήν Σύνοδο; Πόσες σύνοδοι καί πόσοι ἐπίσκοποι δίδαξαν αἱρέσεις καί ἀποδείχθηκαν ψευδοσύνοδοι καί ψευδοεπίσκοποι; Μόνον ὁ πάπας διεκδικεῖ τό ἀλάθητο καί οἱ σύνοδοι πού αὐτός κατευθύνει.

Δέν τόλμησε πάντως ὁ ἀρχιεπίσκοπος νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι ἡ Ἀποτείχιση εἶναι αἵρεση ἤ σχίσμα, ἁπλῶς τήν ὑποβίβασε σέ μία προσωπική, ἰδιωτική ἐκτίμηση τοῦ ἀποτειχιζόμενου, πού σάν ἐλεύθερος ἄνθρωπος ἔχει τό δικαίωμα νά διαφωνεῖ. Στήν περίπτωση αὐτή διατυπώνει τήν ἀμφισβήτηση γραπτῶς καί ἀπό κεῖ καί πέρα κάνει ἰδιωτική ζωή, κάνει αὐτά πού θέλει, δέν ἔχει σχέση μέ τήν Ἐκκλησία, ὅπως συμβαίνει μέ ἕναν ὑπάλληλο Ἑταιρείας ἤ καταστήματος, ἀποσύρεται στό σπίτι του στό Μοναστήρι του, στό κελλί του καί ἀπό ἐκεῖ ἔχει τίς θέσεις τίς δικές του. Ἔτσι ὅμως δέν ἀφήνει ἐλεύθερους τούς προβατόσχημους λύκους, τούς ψευδεπισκόπους καί τίς ψευδοσυνόδους, νά κατασπαράσσουν τά πρόβατα; Ἀνατριχιάζει πάντως μαζί μέ ἄλλους ὁ ἀρχιεπίσκοπος, ὅταν ἀκούει τήν λέξη ἀποτείχιση. Δέν ξέρει ὅτι ἡ λέξη ὑπάρχει στόν 15ο κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861); Ἀνατριχιάζει μέ ὅσα λέγει μία ἀληθινή σύνοδος, καί εὐχαριστεῖται μέ τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, μέ τό Οὐκρανικό σχίσμα, μέ τίς βλάσφημες ἐνέργιες στά μέτρα γιά τόν Κορωνοϊό καί μέ τά «σωτήρια» ἐμβόλια; Εἶπε ἐπί λέξει ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος: «Σεβόμαστε τήν ἐλευθερία σου καί τήν ἐλευθερία τοῦ καθενός. Ἀλλά θά πρέπει νά ἔρθει καί νά πεῖ, “πατέρα μου ἐγώ αὐτό εἶμαι” καί νά ἀφήσει τά καθήκοντά του καί νά ἀποσυρθεῖ στό σπίτι του, στό Μοναστήρι του, στό κελλί του καί ἀπό ἐκεῖ νά ἔχει τίς θέσεις τίς δικές του. Ὑπάρχει μία φράση, πού πολλοί τήν ἀκοῦνε καί ἀνατριχιάζουν: ἀποτειχίζομαι. Αὐτός λοιπόν πού διαφωνεῖ καί δέν θέλει νά τηρήσει τήν γραμμή τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἔρχεται καί λέει “αὐτά πού λέω εἶναι δικά μου πιστεύματα, ἀλλά ὅμως ὀφείλω ὑπακοή στήν Ἐκκλησία”, ἑπομένως σᾶς δίνω ἕνα χαρτί καί σᾶς λέω ἀποτειχίζομαι καί ἀπό ᾽δῶ καί πέρα κάνω ἰδιωτική ζωή, κάνω αὐτό πού θέλω». Αὐτήν τήν συμβουλή πάντως δέν τήν ἐτήρησε ὁ ἀρχιεπίσκοπος ὡς μητροπολίτης Θηβῶν καί Λεβαδείας ἀπέναντι τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου καί τῶν τότε συνοδικῶν ἀποφάσεων, ὅπως, τοῦ ὑπενθυμίζει σέ ἐπιστολή ὁ μητροπολίτης πρώην Καλαβρύτων Ἀμβρόσιος52.

Φαίνεται πώς αὐτή τήν «σοφή», τήν «δημοκρατική», τήν πρωτότυπη καί «εἰρηνική» γιά τούς ἐπισκόπους συμβουλή τοῦ Ἱερωνύμου, πού ὁ ἴδιος δέν τηροῦσε, δέν τήν ἤξερε ὁ πρώην Θεσσαλονίκης Ἄνθιμος καί ὅσοι συνεργάσθηκαν μαζί του, ὅπως ὁ Φιλίππων, Νεαπόλεως καί Θάσου Στέφανος, ὡς πρωτοσύγκελλος τοῦ Θεσαλονίκης καί ἔστησαν ἐπισκοπικά δικαστήρια καί ἔδιωξαν ἀπό τούς ναούς των τόν ἀείμνηστο πρωτοπρεσβύτερο π. Νικόλαο Μανώλη, πού ἦταν πανάξιος κληρικός, φιλομόναχος, φιλακόλουθος, ἁγιόφιλος, ἀγωνιστής, ὁμολογητής, ὑποδειγματικός οἰκογενειάρχης, τέκνο πολιοῦ σεπτοῦ ἱερέως, πνευματικός καθοδηγητής καί ἐξομολόγος πλήθους πιστῶν, καί τόν γράφοντα, τοῦ ὁποίου ὁ δικαστικός φάκελλος μέ τό ἐρώτημα τῆς καθαιρέσεως διαβιβάσθηκε στήν Ἱερά Σύνοδo, ἀλλά δέν προχωροῦν τήν διαδικασία καί ἐπί ἔτη τώρα ἐκκρεμοδικεῖ τό θέμα, παρανόμως καί ἀντικανονικῶς, καί ὑφίσταμαι τά ἐπιτίμια τοῦ διωγμοῦ ἀδίκως, μέ τήν ἐλπίδα τους ἤ ὅτι θά ἀποθάνω καί θά ἡσυχάσουν ἤ ὅτι θά κουρασθῶ καί θά τά παρατήσω.

Κάποιοι μάλιστα ἀγαπολόγοι ὑποκριτές, κατά τήν συνήθη τακτική τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὁμιλοῦν ὅτι αὐτό γίνεται ἀπό ἀγάπη, γιατί περιμένουν τήν μετάνοιά μου, νά ἀφήσω δηλαδή τήν ἀκολούθηση τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, νά μισήσω τήν Ἀλήθεια καί νά ἀγαπήσω τό ψεῦδος, ἑπόμενος ὄχι τοῖς θείοις Πατράσι, ἀλλά τοῖς προβατοσχήμοις λύκοις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τοῦ Κολυμπαρίου, τοῦ Οὐκρανικοῦ σχίσματος, τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς Ὁμοφυλοφιλίας καί τῶν προγαμιαίων σχέσεων, πού θριαμβεύουν καί μένουν ἀτιμώρητοι, τῶν βλασφήμων πού ἔκλεισαν τούς ναούς καί τούς ἀπολύμαναν, πού ὑποχρέωσαν τούς πιστούς νά φοροῦν μάσκες μέσα στούς ναούς καί νά ἐμβολιασθοῦν μέ ἐπικίνδυνα ἐμβόλια. Νά παύσω δηλαδή νά ἀγαπῶ τόν Θεό καί τούς Ἁγίους, καί νά ἀγαπήσω τόν Διάβολο, πού ψιθυρίζει στά αὐτιά τῶν αἱρετικῶν ὅλων τῶν αἰώνων τίς πλάνες καί τήν ἀποστασία ἀπό τόν Θεό. Νά παύσω νά ἀγαπῶ τούς ἀνθρώπους, τούς Ὀρθοδόξους, τούς ἀνύποπτους καί ἀκατήχητους πιστούς, πού δέν βλέπουν οὔτε καταλαβαίνουν τούς κακούς καί ἐπικίνδυνους ποιμένες, καί περιμένουν ἀπό κάποιους νά τούς ἐνημερώσουν γιά τόν κίνδυνο. Δέν χρειάζομαι τήν ψεύτικη ἀγάπη τοῦ Διαβόλου καί τῶν ἀνθρώπων του, οὔτε φοβοῦμαι τήν καθαίρεση, αὐτοί τήν φοβοῦνται, γιατί ὁ Θεός δέν συμφωνεῖ, οὔτε ἐγκρίνει τίς ἀποφάσεις τῶν ἀδίκων, ἀλλά ἐπιβραβεύει καί μακαρίζει ὅσους ἀδίκως συκοφαντοῦνται καί διώκονται. Πάντως μετά ἀπό ὅσα γιά τήν Ἀποτείχιση εἶπε ὁ ἀρχιεπίσκοπος κατά τήν χειροτονία τοῦ Καστορίας Καλλινίκου, ξένα, ἀλλότρια καί διεστραμμένα, κατάλαβα γιατί δέν προχωροῦν στήν καθαίρεσή μου ἤ γιατί ὁ νέος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ἀκολουθώντας τήν συμβουλή τοῦ ἀρχιεπισκόπου, δέν ἀποσύρει τήν δίωξή μου. Μέ θεωροῦν ἰδιώτη καί ἐκτός Ἐκκλησίας καί συκοφαντοῦν ψευδόμενοι τό ἔργο καί τήν διδασκαλία μου. Ὁ Θεός δέν ἐπικυρώνει ὅμως τίς ἄδικες ἀποφάσεις. Ὑπάρχει μιά ἐξαιρετική ἀνάλυση τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπό τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη στό «Πηδάλιο». Λέγει λοιπόν ἐπί λέξει τά ἑξῆς σέ ἁπλή κατανοητή γλώσσα: «Ὅσοι δέ ἀδίκως ἀφορισθοῦν διά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἤτοι ἤ διά τήν πίστιν, ἤ διά τάς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἤ καί διά τήν ἐντολήν τοῦ Χριστοῦ, οὗτοι πρέπει νά χαίρουν, ἐπειδή καί εἶναι μακαρισμοῦ ἄξιοι, κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου, ὅστις εἶπε “Μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καί ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καί ὀνειδίσωσι καί ἐκβάλωσι τό ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρόν ἕνεκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου”». Στή συνέχεια παραθέτει ἀπό τόν Ἅγιο Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη τήν γνώμη, ὅτι βεβαίως οἱ ἀρχιερεῖς ἀσκοῦν κάποιες ἐξουσίες καί δικαιώματα, πού πρέπει ὅμως νά ἐκφαίνουν τήν θεία θέληση καί τήν θεία δικαιοσύνη. Ὅταν αὐτό δέν συμβαίνῃ, καί ἡ κρίση τους δέν εἶναι δίκαιη καί κατ᾽ ἀξίαν, τότε δέν τήν ἀποδέχεται ὁ Θεός ἀποφάσεις ἄδικες, πού ὀφείλονται σέ ἐμπαθεῖς κρίσεις καί παράλογες· ἀλλοίμονο ἄν ὁ πάνσοφος Θεός ἀκολουθεῖ ὑπηρετικά τέτοιες ἀποφάσεις. Σχολιάζοντας δέ τά τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει ἐπί λέξει: «Ἐάν παρά τόν σκοπόν τοῦ Θεοῦ, ἀφορίσῃ ὁ Ἱεράρχης, οὐχ ἕπεται αὐτῷ τό θεῖον κρίμα. Κατά γάρ θείαν κρίσιν καί οὐ διά θέλημα ἴδιον, ταῦτα ὀφείλει ἐπιφέρει»53.

στ) Ὁ αἱρετικός Πολυχρόνιος καί οἱ ἀποτειχισμένοι. Συκοφαντική μυθοπλασία

Γιά νά θεμελιώσει τήν ἀθεμελίωτη συκοφαντική καί δαιμονοκίνητη θέση του ὅτι οἱ ἀποτειχισμένοι εἶναι αἱρετικοί ὁ μητροπολίτης τῆς Φλώρινας, ἐπειδή δέν βρῆκε ποῦ νά στηρίξει αὐτήν τήν πρωτάκουστη θέση του, πού μόνο τόν Διάβολο ἐξυπηρετεῖ, βρῆκε καί διέστρεψε ἀπό τά Πρακτικά τῆς Στ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τήν περίπτωση ἑνός μονοθελήτη αἱρετικοῦ, τόν ὁποῖο καταδίκασε ἡ Σύνοδος γιά τά αἱρετικά του φρονήματα. Πουθενά δέν φαίνεται ὅτι ὁ ἐν λόγῳ αἱρετικός, Πολυχρόνιος ὀνομαζόμενος, εἶχε ὀρθόδοξα φρονήματα καί ἐθεωρεῖτο ἅγιος. Ἀντίθετα ἡ Σύνοδος ὀρθῶς ποιοῦσα καί ὀρθοδόξως φρονοῦσα, ὅπως οἱ διαχρονικῶς ἀποτειχισθέντες Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ σήμερα ἀποτειχιζόμενοι, καταδίκασε τόν αἱρετικό Πολυχρόνιο, ὅπως θά καταδικάσει μία μελλοντική Πανορθόδοξη Σύνοδος τόν Οἰκουμενισμό, τόν Παπισμό, τόν Προτεσταντισμό, ὡς αἱρέσεις, τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, πού ὀνόμασε τίς αἱρέσεις ἐκκλησίες καί ὅσους ἐστήριξαν καί δέχονται τήν ψευδοσύνοδο. Στήν θέση τοῦ αἱρετικοῦ Πολυχρονίου δέν εἶναι οἱ διωκόμενοι γιά τήν Ὀρθοδοξία τους ἀποτειχισμένοι, ἀλλά οἱ διώκοντες τούς Ὀρθοδόξους οἰκουμενιστές ἐπίσκοποι μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ μητροπολίτης Φλώρινας, ὁ ὁποῖος διαστρέφει, ἀντιστρέφει τά πράγματα καί ταυτίζει τόν αἱρετικό μονοθελήτη Πολυχρόνιο μέ τούς ἀποτειχισμένους. Ποιός ἀποτειχισμένος καί πότε κατηγορήθηκε, ἄλλοτε καί τώρα, ὡς αἱρετικός ἀπό Ὀρθοδόξους; Κατηγορήθηκαν Ἅγιοι Ὀρθόδοξοι, ὅπως ὁ Ἅγιος Μάξιμος, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, ἀλλά ἀπό αἱρετικούς, ἀπό τούς Μονοθελῆτες, ἀπό τούς Εἰκονομάχους, ἀπό τούς Βαρλααμίτες, ἀπό τούς Παπικούς καί Λατινόφρονες, στήν παρέα τῶν ὁποίων ἀνήκει καί ὁ Πολυχρόνιος, τήν ἱστορία τοῦ ὁποίου ἀντιστρέφει ὁ μητροπολίτης τῆς Φλώρινας, γιά νά τόν ταυτίσῃ ψευδέστατα μέ τούς ἀποτειχισμένους, ἐνῶ ὡς ὑποστηρικτής τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ Κολυμπαρίου ταυτίζεται ὁ ἴδιος μέ τόν Πολυχρόνιο καί τούς ἀνά τούς αἰῶνες αἱρετικούς. Διαβάστε καί θαυμᾶστε τήν δύναμη καί τίς μεθοδεῖες τοῦ Διαβόλου! Γράφει ὁ δεσπότης: «῾Υπάρχει στίς ἀποφάσεις τῆς 6ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου μία ἱστορία: Ἡ 6η Οἰκουμενική Σύνοδος ἔγινε τό 680 στήν Κωνσταντινούπολη, διήρκεσε περίπου δύο χρόνια, ἄρχισε στίς ἀρχές τοῦ 680, τελείωσε τό 681, γιά νά ἀντιμετωπίσει σοβαρές αἱρέσεις τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖες βέβαια εἶχαν τίς ρίζες τους πίσω, χρονικά. Ὑπῆρχε λοιπόν ἕνας κληρικός, ἕνας ἱερέας, τό ὄνομά του ἦταν Πολυχρόνιος, τόν ὁποῖον θεωροῦσαν ἅγιο. Καί πράγματι ἔδινε λύσεις καί θεραπεῖες σέ πολλά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων. Ὅμως ἐπηρεάστηκε ἀπό τή διδασκαλία τῶν αἱρετικῶν, βγῆκε ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί θά λέγαμε σήμερα ἀποτειχίσθηκε. Ζήτησε νά δεῖ τούς ἐπισκόπους πού συγκροτοῦσαν τήν 6η Οἰκουμενική Σύνοδο καί τούς εἶπε πώς ἐγώ μπορῶ νά προσευχηθῶ καί νά ἀναστήσω ἀκόμη καί νεκρό. Τοῦ εἶπαν λοιπόν οἱ ἐπίσκοποι – πού πάντα οἱ Σύνοδοι συγκροτοῦνται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁπότε καί ἀνθρώπινο λάθος νά ὑπάρχει τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τήν παρουσία του τό διορθώνει- τοῦ εἶπαν λοιπόν, ὁ πρόεδρος τῆς Συνόδου, “πολύ εὐχαρίστως, πάτερ μου, ἀφοῦ ἔχεις αὐτήν τήν δύναμη νά ἀναστήσεις ὅποιον θέλεις”. Ὅμως δέν ἦταν μέσα στήν Ἐκκλησία. Εἶχε πάει μέ τούς αἱρετικούς. Καί ἐνῶ προκάλεσε τούς συνοδικούς ἀρχιερεῖς καί τούς ἐπισκόπους, ἐξευτελίσθηκε στήν οὐσία, καί ὁ ἴδιος κατάλαβε ὅτι, ὅταν δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία καί ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι ἡ ἑνότητα ἐν τῷ σώματι τῆς Ἐκκλησίας, τότε καί ἡ ἱερωσύνη καί ἡ ἁγιότητα πού μπορεῖ κάποιος νά εἶχε καθίσταται ἀνενεργή». Τά ἴδια ἐκήρυξε ὁ Φλωρίνης τήν ἄλλη ἡμέρα (17.7.2024) κατά τήν πανηγυρική ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Μαρίνας στό Τσοτύλι Κοζάνης, μέ μικρές φραστικές διαφοροποιήσεις.

Οἱ ἀνακρίβειες καί τά λάθη φαίνονται ἀπό τήν ἀρχή τῶν ὅσων εἶπε καί τίς ἀναφέρουμε πρίν σχολιάσουμε τίς διαστροφές καί τίς ἀνάποδες ἀλήθειες. Ἡ 6η Οἰκουμενική Σύνοδος συνῆλθε πράγματι στήν Κωνσταντινούπολη κατά τά ἔτη 680-681 καί σέ γνωστά καί ἀκριβῆ χρονικά ὅρια, ἀπό 7 Νοεμβρίου τοῦ 680 μέχρι 16 Σεπτεμβρίου τοῦ 681, διήρκεσε δηλαδή ὄχι δύο ἔτη, ὅπως λέγει ὁ ἐπίσκοπος Εἰρηναῖος, ἀλλά ἕνδεκα μῆνες. Ἄν μάλιστα συνυπολογισθεῖ ὅτι οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου διεκόπησαν ἀπό τίς 26 Ἀπριλίου τοῦ 681 μέχρι τίς 9 Αὐγούστου τοῦ 681 γιά πάνω ἀπό τρεῖς μῆνες, ἡ Σύνοδος ἐργάσθηκε οὔτε γιά ἕνα ἔτος, ἀλλά γιά 8 μῆνες54. Δέν ἀπαιτοῦμε βέβαια χρονολογική ἀκρίβεια μηνῶν σέ ἕνα λειτουργικό κήρυγμα, ἀλλά τά δύο χρόνια σέ σχέση μέ τούς 11 ἤ τούς 8 μῆνες, δέν εἶναι οὔτε ἡ μισή ἀλήθεια, καί καλόν εἶναι καί στά κηρύγματα νά εἴμαστε σέ ὅλα ἀκριβεῖς καί ἀληθινοί ὥστε νά ἀποδεικνυόμαστε ἀξιόπιστοι. Οὔτε στήν ἀρχή τοῦ 680 συνῆλθε ἡ Σύνοδος, γιατί ὁ Νοέμβριος δέν εἶναι ἡ ἀρχή ἀλλά τό τέλος τοῦ ἔτους. Ἄν δέν εἴμαστε σίγουροι γιά ὅ,τι λέμε, ἀποφεύγουμε νά τό ποῦμε. Τήν ἄλλη μέρα ὄντως, στό Τσοτύλι, στήν Θεία Λειτουργία, πού ἐπανέλαβε σχεδόν τά ἴδια, προσπάθησε νά ἀποφύγει χρονολογικούς προσδιορισμούς καί εἶπε ὅτι «Στήν Κωνσταντινούπολη πραγματοποιήθηκε τό 680, τόν 7ο αἰώνα, ἡ ἕκτη Οἰκουμενική σύνοδος», ἀλλά πάλι ἔκανε λάθος, διότι ἡ Σύνοδος πραγματοποιήθηκε τό 680-681. Καί ὡς πρός τήν χρονολογική ἀκρίβεια δέν χάθηκε βέβαια ὁ κόσμος, αὐτό ὅμως δείχνει ἐπιπολαιότητα καί ἀπροσεξία, ἡ ὁποία στά σημαντικά θέματα εἶναι ἐπικίνδυνη καί δημιουργεῖ διαστρεβλώσεις καί κακοποιήσεις τῆς Ἀλήθειας, ἐπί τῇ βάσει τῆς ὁποίας γιά τόν Πολυχρόνιο γνωρίζουμε τά ἑξῆς ἀπό τήν προσεκτική μελέτη τῶν Πρακτικῶν τῆς Στ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τήν γνώμη ἐγκρίτων ἱστορικῶν. Ὁ ἐπίσκοπος Εἰρηναῖος ἔπλασε μέ τήν φαντασία του μιά ἱστορία γιά τόν Πολυχρόνιο, χρησιμοποίησε ὡς πυρήνα ἕνα γεγονός πού πράγματι συνέβη, καί τό ἐκμεταλλεύθηκε γιά νά κτυπήσει τόν Γεροντισμό, τούς Γέροντες δηλαδή πνευματικούς, τούς ὁποίους ἐμπιστεύονται οἱ πιστοί περισσότερο ἀπό τούς ἐπισκόπους καί ἐξαπατῶνται κατά τόν Φλωρίνης, ὅπως ἐξαπατήθηκαν ὅσοι ἐμπιστεύθηκαν τόν θεωρούμενο ἅγιο καί ἐνάρετο Γέροντα Πολυχρόνιο. Αὐτό ὅμως δέν προκύπτει ἀπό πουθενά. Ὁ Πολυχρόνιος ἀπό τά γενοφάσκια του ἦταν αἱρετικός, γεννήθηκε μέσα στήν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ, μαθητής καί ὀπαδός τοῦ μεγάλου μονοθελήτη πατριάρχη Ἀντιοχείας Μακαρίου, πού πρωτοστατοῦσε στήν αἵρεση, ὅπως τώρα πρωτοστατοῦν στήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος, τούς ὁποίους ἀκολουθεῖ σάν τόν Πολυχρόνιο, ὁ Εἰρηναῖος τῆς Φλώρινας. Κατά τήν 15η Συνεδρία τῆς Συνόδου παρουσιάσθηκε ὄντως ἐνώπιον τῶν συνοδικῶν ἀρχιερέων ὡς ὑπόδικος αἱρετικός καί τοῦ ἐζητήθη νά ἐκθέσει τήν πίστη του πρός διακρίβωση τῶν ὀρθοδόξων ἤ αἱρετικῶν φρονημάτων του. Ἀρνήθηκε νά ἐκθέσει τήν αἱρετική του πίστη καί ἀντιπρότεινε νά τοποθετήσει τό γραπτό κείμενο πού εἶχε μέ τήν πίστη του ἐπάνω σέ ἕνα νεκρό καί μέ τήν δύναμη τῆς αἱρετικῆς ἔκθεσης τοῦ γραπτοῦ κειμένου καί τίς προσευχές του θά ἀναστήσει τόν νεκρό, καί ἔτσι θά ἀποδειχθεῖ ἡ ἀλήθεια τῆς αἵρεσης. Ἐάν δέν τόν ἀναστήσει, ἄς τόν τιμωρήσει ἡ Σύνοδος ὡς αἱρετικό. Ἀναγνώσθηκε πράγματι τό αἱρετικό κείμενο εἰς ἐπήκοον τῆς Συνόδου καί τοποθετήθηκε στή συνέχεια ἐπάνω σέ σκήνωμα νεκροῦ πού προσκομίσθηκε. Ἔπεσε πάνω στό σκήνωμα ὁ Πολυχρόνιος καί προσευχόταν ἐπί ὧρες γιά νά ἀναστηθεῖ ὁ νεκρός, ἀλλά δέν κατόρθωσε νά ἐπιτύχει ὅσα ἄτοπα καί βλάσφημα εἶχε ὑποσχεθῆ, γι᾽ αὐτό καί παραδέχθηκε «ἀδυνάτως ἔχω ἐγεῖραι τόν νεκρόν». Ἡ πειρασμική αὐτή δοκιμασία τῆς πίστεως ἔγινε σέ δημόσιο χῶρο, ἔξω ἀπό τό παλάτι πού συνεδρίαζε ἡ Σύνοδος, γι᾽ αὐτό καί ὁ λαός, μετά τήν ἔκβασή της ἀνεβόησε: «Τῷ νέῳ Σίμωνι ἀνάθεμα, Πολυχρονίῳ λαοπλάνῳ ἀνάθεμα». Στό κείμενο τῆς καταδικαστικῆς ἀπόφασης ἡ Σύνοδος ἔγραψε: «Συνείδομεν τοῦτον ὡς λαοπλάνον καί ἀπατεῶνα, καί πρόδηλον αἱρετικόν πάσης ἱερατικῆς τάξεώς τε καί λειτουργίας γυμνωθῆναι. Καί καθαιρεθέντος αὐτοῦ, ἡ Ἁγία Σύνοδος ἐξεβόησεν· Πολυχρονίῳ αἱρετικῷ, καί τοῖς ὁμόφροσιν αὐτοῦ ἀνάθεμα· Μακαρίῳ καί Στεφάνῳ καί Πολυχρονίῳ ἀνάθεμα. Ἡ Τριάς τούς τρεῖς καθεῖλεν»55. Στήν εἰσαγωγή τῶν Πρακτικῶν ἀπό τούς γραμματεῖς ἤ ὅσους ἀντέγραψαν τά Πρακτικά καί κάνουν περίληψη χαρακτηρίζεται ὁ Πολυχρόνιος ὡς μαθητές τοῦ αἱρεσιάρχη Μακαρίου καί ὡς «κακόν ἀγγεῖον» καί γίνεται καί πάλιν σύντομη ἀναφορά στήν ἀπάτη του νά ἀναστήσει νεκρόν: «Εἰς δέ τήν δεκάτην πέμπτην πρᾶξιν ὁ μαθητής Μακαρίου, τό κακόν ἀγγεῖον, (φημί) ὁ Πολυχρόνιος ἔφερε χάρτην τῆς αἱρέσεως αὐτοῦ ὡς πρός τόν βασιλέα γεγραμμένον καί εἶπε τῇ συνόδῳ ἐπιθεῖναι αὐτόν νεκρῷ καί ἐγερθῆναι»56. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι καί μετά τήν ἀποτυχία τοῦ ἐγχειρήματος καί ἐνῶ τοῦ συνέστησαν οἱ συνοδικοί νά ὁμολογήσει τήν Ὀρθόδοξη πίστη γιά δύο φυσικά θελήματα καί δύο φυσικές ἐνέργειες στόν Χριστό, αὐτός ἐγωϊστικά, ὅπως ὅλοι οἱ αἱρετικοί, ἐπέμεινε στόν Μονοθελητισμό, στήν πλάνη καί στήν ἀπάτη τῆς αἵρεσης, μέ τήν ὁποία ὅπως γράφουν τά Πρακτικά τῆς Συνόδου, πολλούς πιστούς ἐξαπατοῦσαν κατά τά προηγούμενα χρόνια ὁ Πολυχρόνιος καί οἱ ὁμόφρονές του, ὅπως ἐξαπατοῦν τόν λαό ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνος οἱ οἰκουμενιστές πατριάρχες, ἀρχιεπίσκοποι καί ἐπίσκοποι. Διακηρύσσει τήν καταδίκη του ἡ Σύνοδος «εἰς πληροφορίαν τῶν φιλοχρίστων λαῶν ὧν πλείστους ἐν τοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις ἠπάτησαν αὐτός τε καί οἱ τούτου ὁμόφρονες»57. Στόν ἀμετανόητο αὐτόν αἱρετικό ἀναφερόμενος ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί στήν καταδίκη του, στά εἰσαγωγικά τῆς Στ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τόν ὀνομάζει «νηπιόφρονα γέροντα»58. Γνωστός ἐπίσης σύγχρονος ἐκκλησιαστικός ἱστορικός γράφει: «Ἡ 15η συνεδρία ἐξαντλήθηκε μέ τήν πρωτοφανῆ περίπτωση τοῦ αἱρετικοῦ πρεσβυτέρου Πολυχρονίου, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε στήν ἀξίωσή του νά ἀποδείξῃ τήν ὀρθοδοξία τῆς σφραγισμένης Ὁμολογίας του μέ θεοσημία, ἤτοι μέ τή χρησιμοποίησή της γιά ἀνάσταση νεκροῦ»59.

Ποῦ στηρίχθηκε λοιπόν καί ἔπλασε τό παραμύθι του, γιά τόν Πολυχρόνιο ὁ μητροπολίτης τῆς Φλώρινας, ὅτι «τόν θεωροῦσαν Ἅγιο τόν Πολυχρόνιο» καί «ὅτι πράγματι ἔδινε λύσεις καί θεραπεῖες σέ πολλά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων» καί ὅτι κατάλαβε ὅτι ἔκανε λάθος; Σέ ποιά πηγή; Στήν νοσηρή φαντασία του; Καί ποιά σχέση ἔχει ὁ ἀμετανόητος καί καταδικασμένος αὐτός ἀπό Σύνοδο αἱρετικός μέ τούς ἀποτειχισμένους, οἱ ὁποῖοι οὔτε κάποια αἵρεση κηρύσσουν οὔτε καταδικάσθηκαν ὡς αἱρετικοί, οὔτε ἀναστάσεις νεκρῶν ὑπόσχονταν ἤ ὑπόσχονται πῶς θά ἐνεργήσουν. Ξεπέρασε τά ὅρια τῆς συκοφαντίας καί τῆς διαστρέβλωσης ὁ δεσπότης τῆς Φλώρινας.

ζ) Πάμπολλες διαστρεβλώσεις. Δέν χωροῦν σέ ἕνα ἄρθρο

Δέ θά προχωρήσω στήν παρουσίαση ἄλλων διαστρεβλώσεων καί κακοποιήσεων πού εἶναι πάμπολλες, γιατί θά χρειαζόταν νά διπλασιάσω τήν ἔκταση τοῦ ἄρθρου. Ὅσα στά δύο κηρύγματά του λέγει, στήν Πτολεμαΐδα καί στό Τσοτύλι, γιά τό τί διδάσκουν Ἀπόστολοι, Εὐαγγελιστές καί οἱ Πατέρες, ἀναφέρονται σέ ἄλλα θέματα καί εἶναι οὐσιαστικά ἐναντίον του. Θά ἀναφέρω μόνον τήν παρερμηνεία τῆς θέσεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, χωρίς νά τήν ἀναλύσω, διότι ἐν ἐκτάσει τήν ἀνῄρεσα σέ βιβλίο μου, διορθώνοντας τρεῖς ἐπισκόπους καί ἕναν Ἁγιορείτη ἡγούμενο, τούς Ναυπάκτου Ἱερόθεο, Λεμεσοῦ Ἀθανάσιο, Γόρτυνος Ἰερεμία καί τόν καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου ἀρχιμανδρίτη Ἐφραίμ. Τό βιβλίο μου αὐτό, μικρό σέ ἔκταση (70 σελίδες) ἔχει τίτλο: «Μαζί μέ τήν Ἐκκλησία, ἔστω καί ἄν πλανᾶται; Παρερμηνεύουν τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο τρεῖς ἐπίσκοποι καί Ἁγιορείτης ἡγούμενος»60. Στόχος τῆς παρερμηνείας εἶναι νά δείξει ὅτι ποτέ δέν πρέπει νά ἀποτειχιζόμαστε, γιατί αὐτό μᾶς βγάζει ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀκόμη καί ἄν ἡ Ἐκκλησία πλανηθεῖ καί πέσει στήν αἵρεση, πρᾶγμα πού οὔτε θά τολμοῦσε νά τό σκεφθεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, πού ἔδωσε πολλούς ἀγῶνες ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί διδάσκει ἀκριβῶς τά ἀντίθετα. Δέν προστίθεται βέβαια φανερά στούς παρερμηνευτές ὁ μητροπολίτης τῆς Φλώρινας. Μπερδεύει λίγο τά λόγια του, δέν μᾶς λέγει ποῦ ἀκριβῶς καί τί λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ποιοί εἶναι αὐτοί πού, ἀκόμη καί ἄν κάνουν λάθη, πρέπει νά τούς ὑπακοῦμε καί νά μήν φεύγουμε ἀπό τήν Ἐκκλησία, οἱ ἐπίσκοποι ἤ οἱ πιστοί. Εἶπε ἐπί λέξει: «Καί λέω αὐτό τό παράδειγμα πού καταγράφεται στά Πρακτικά τῆς Συνόδου τῆς ἕκτης, γιά νά καταλάβουμε τί σημαίνει Ἐκκλησία, τί σημαίνει ἱερωσύνη καί τί σημαίνει σύνοδος καί νά πιστεύουμε καί νά ὑπακοῦμε καί ἀκόμη καί λάθη νά κάνουμε, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος πάλι σέ ἄλλο του λόγο, ἀρκεῖ νά εἴμαστε μέσα σ᾽ αὐτόν τόν ἀσφαλῆ χῶρο»61. Σέ ποιό λόγο του τά λέγει αὐτά ὁ Χρυσόστομος, ἐπίσκοπε τῆς Φλώρινας; Καί λέγει νά ὑπακοῦμε στούς ἐπισκόπους, ἀκόμη καί ἄν κάνουν λάθη; Καί τί λάθη εἶναι αὐτά; Λάθη στήν ζωή τους, στήν ἠθική τους συμπεριφορά; Λάθη στήν Πίστη, στά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ἤ στόν βίο τους; Τό ξεκαθάρισε ὀ ἴδιος ἑρμηνεύοντας τό γνωστό χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε»62, νά ὑπακοῦτε καί νά ὑποτάσσεσθε στούς ἐκκλησιαστικούς σας ἡγέτες. Ἀπαντώντας σέ ἐρώτηση καί σέ ἔνσταση, ἄν πρέπει νά ὑπακοῦμε, καί ὅταν ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ ἱερεύς εἶναι κακός καί πονηρός, ἀπήντησε ὅτι ἄν πρόκεται γιά λάθη στόν βίο, στήν συμπεριφορά, πρέπει νά ὑπακοῦμε. Ἄν ὅμως πρόκειται γιά λάθη, γιά παραπτώματα στήν Πίστη, πρέπει νά φεύγουμε, νά τούς ἀφήνουμε τούς κακούς ἐπισκόπους, δηλαδή νά ἀποτειχιζόμαστε: «Τί οὖν φησίν, ὅταν πονηρός ᾖ καί μή πειθώμεθα; Πονηρός, πῶς λέγεις; Εἰ μέν πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε αὐτόν καί παραίτησαι, μή μόνον ἄν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλά κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών· εἰ δέ βίου ἕνεκεν, μή περιεργάζου»63. Ποιοί ἀποτειχισμένοι διέκοψαν τήν μνημόνευση τῶν προϊσταμένων τους, πατριαρχῶν, ἀρχιεπισκόπων καί ἐπισκόπων γιά θέματα βίου; Κανείς. Μόνον γιά θέματα πίστεως, γι᾽ αὐτό αὐτοί παραμένουν ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καί ἄν αὐτό δέν ἀρέσει σέ κάποιους πού νομίζουν ὅτι μέ τήν Ἱερωσύνη γίνονται ἰδιοκτῆτες τῆς Ἐκκλησίας καί διώκουν ὅσους ὑπερασπίζονται τήν περιουσία της, τούς θησαυρούς τῆς Ὀρθοδοξίας.

η) Οἱ προβατόσχημοι λύκοι καί ὁ καταξιωμένος καθηγητής

Εἶχα ἀρχίσει νά γράφω τό ἄρθρο ἀμέσως μόλις μοῦ γνωστοποίησαν πιστοί ἀπό τήν Φλώρινα ὅσα ἀπαράδεκτα καί στρεβλά εἶπε ὁ Μητροπολίτης τους στά δύο κηρύγματα μέ ἀφορμή τήν πανήγυρη τῆς Ἁγίας Μαρίνας στήν Πτολεμαΐδα καί στό Τσοτύλι (16 καί 17 Ἰουλίου). Ἀνέβαλα τήν ὁλοκλήρωσή του μέ τήν ἐλπίδα ὅτι μετά τίς πρῶτες ἀντιδράσεις θά ἐμετρίαζε τήν πολεμική του ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων τῆς ἐπαρχίας του πού ἀκολουθοῦσαν τήν γραμμή τοῦ προκατόχου του, ἀγωνιστῆ καί ὁμολογητῆ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁσίου Αὐγουστίνου Καντιώτη, πολλοί ἀπό τούς ὁποίους ἔχουν συσπειρωθῆ καί μανδρωθῆ μέσα στήν ἀσφαλῆ μάνδρα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Μηλοχωρίου Πτολεμαΐδος, τήν μόνη Μονή στόν Ἑλλαδικό χῶρο πού ἐτήρησε ὅσα οἱ Ἱεροί Κανόνες συνιστοῦν στίς περιπτώσεις αἱρετιζόντων ἐπισκόπων καί ὅσα ἡ μοναστική ἀγωνιστική Παράδοση μᾶς ἔχει ἀφήσει ὡς κληρονομιά, ὑπό τήν εὐθύνη τοῦ ἀνδρείου, ἄκαμπτου καί γνησίου μαθητοῦ τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων καί τοῦ Γέροντός του Αὐγουστίνου Καντιώτη, τοῦ ἀρχιμανδρίτη ἡγουμένου π. Μαξίμου Καραβᾶ. Δυστυχῶς ὄχι μόνο δέν ἔδειξε κατανόηση καί μετριοπάθεια, ἀλλά αὔξησε τό μένος καί τήν ἐμπάθεια. Τρομοκρατεῖ τούς πιστούς καί τούς συμβουλεύει νά διακόψουν τίς σχέσεις τους μέ τό Μοναστήρι, διότι ἐκεῖ δέν ὑπάρχει πλέον χάρη σέ ὅσα τελοῦνται, καί ὅσοι διακονοῦν ἐκεῖ εἶναι μιά ὁμάδα προβατόσχημων λύκων, ἐναντίον τῶν ὁποίων, ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα θά λειτουργήσει χειρουργικά, ὥστε νά μήν ἀποθάνουν ἀσθενεῖς. Ἐξειδικεύοντας δέ τήν κατάσταση ἀναφέρθηκε σέ ἕναν καθηρημένο κληρικό πού λειτουργεῖ στό Μοναστήρι καί, χωρίς νά ἀναφέρει τό ὄνομά μου, μέ φωτογράφισε μέ ἀκρίβεια, ἀλλά καί μέ ὑποκρισία, καλύπτοντας τήν ἀγανάκτησή του μέ τό νά μέ χαρακτηρίσει ὡς «καταξιωμένο καθηγητή», ἐνῶ νωρίτερα μίλησε γιά προβατόσχημους λύκους καί γιά ἀνθρώπους πού παρεισέφρησαν, προβληματικούς καί ἐπικίνδυνους γιά τήν Ἐκκλησία. Ἄν ὅμως εἶμαι «καταξιωμένος καθηγητής», πῶς εἶμαι συγχρόνως «προβατόσχημος λύκος», «προβληματικός καί ἐπικίνδυνος γιά τήν Ἐκκλησία»; Συμπληρώνοντας τήν ἐκτίμησή του γιά τόν γράφοντα εἶπε: «Καί ὁ ἄλλος, δυστυχῶς, εἶναι ἕνας καταξιωμένος καθηγητής μας πού ἔχασε τό μέτρο, λοιπόν, καί σκλήρυνε ἡ καρδιά του, καί δέν καταλαβαίνουν ὅτι βλάπτουν ψυχές»64.

Ἐπίσκοπε τῆς Φλώρινας, ἀφοῦ φωτογραφικά μέ δείχνεις, γιατί δέν ἀναφέρεις τό ὄνομά μου, ὅπως ἀναφέρω ἐγώ τό δικό σου; Φοβᾶσαι μήπως σέ μηνύσω γιά συκοφαντία καί δυσφήμηση; Οἱ Χριστιανοί δέν καταφεύγουμε στά δικαστήρια τά πολιτικά. Ὅταν μᾶς συκοφαντοῦν καί ψεύδονται, ἀποκρύπτοντας τήν ἀλήθεια, εὐχαριστοῦμε τούς συκοφάντες καί τούς διῶκτες, διότι μᾶς ἐντάσσουν εἰς αὐτούς πού μακαρίζει ὁ Χριστός: «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξωσι καί εἴπωσι πᾶν πονηρόν ρῆμα καθ᾽ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καί ἀγαλλιᾶσθε ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γάρ ἐδίωξαν καί τούς προφήτας τούς πρό ὑμῶν»65. Κρίμα, πού ὡς ψευδόμενος διαστροφέας καί διώκτης θά χάσεις τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μολονότι ἔχεις τήν ψευδαίσθηση καί αὐταπατᾶσαι ὅτι εἶσαι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ, τά πρόβατα τῆς ὁποίας σύ καί οἱ ὅμοιοί σου κατασπαράσσετε μέ τόν Οἰκουμενισμό, τήν νεωτερικότητα καί τήν μεταπατερικότητα ὡς πραγματικοί προβατόσχημοι λύκοι. Δέν ἔχασα κανένα μέτρο, ἀδιάκριτε ἐπίσκοπε, διότι σέ θέματα πίστεως δέν ὑπάρχουν μεσότητες καί ἀκρότητες, ἐλλείψεις καί ὑπερβολές. Ἤ τά δέχεσαι ὅλα ἤ τά ἀπορρίπτεις. Ὁ Θεός κατά τήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Εὐαγγελιστῆ μᾶς θέλει θερμούς. Τούς χλιαρούς καί τοῦ μέτρου τούς ἀπορρίπτει, τούς ξερνᾶ. Εἶναι χειρότεροι καί ἀπό τούς ψυχρούς, τούς ἀπίστους καί ἀδιαφόρους: «Οἶδα σου τά ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρός εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρός ἦς ἤ ζεστός. Οὕτως ὅτι χλιαρός εἶ, καί οὔτε ζεστός οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου»66.

Δέν θά παραθέσω πολλές μαρτυρίες πατερικές γιά μεσότητες, ἀκρότητες καί ὑπερβολές. Ἀρκεῖ μία μόνο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ὁ ὁποῖος, ὅπως ὁ μυθικός Ἄτλας, ἐσήκωσε στούς ὤμους του τήν Ὀρθοδοξία, τήν ὁποία εἶχαν καταβαραθρώσει οἱ ὅμοιοί σου, φιλοπαπικοί καί λατινόφρονες, στήν προδοτική ψευδοσύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας. Ἐπειδή λοιπόν οἱ τότε ὅμοιοί σου ἐπικαλοῦνταν τήν «μεσότητα» καί τό «μέτρο» γράφει ὅτι οὐδέποτε στά ἐκκλησιαστικά, στά τῆς Πίστεως, χρησιμοποιήθηκε ἡ μεσότητα, τό μέτρο, γιατί ἀνάμεσα στό ψεῦδος καί στήν ἀλήθεια δέν ὑπάρχει μεσότητα· ὅποιος βγαίνει ἀπό τό φῶς ἀναγκαστικά θά βρεθεῖ στό σκοτάδι καί ὅποιος παρεκκλίνει καί λίγο ἀπό τήν ἀλήθεια μετακομίζει στό ψεῦδος. Εἴτε λίγο αἱρετικός εἴτε πολύ αἱρετικός κατατάσσεται στούς αἱρετικούς, ὅπως συμπληρώνει καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὅτι «οὐ μικρόν ἐν τοῖς περί Θεοῦ τό παραμικρόν»67. Γράφει ἐπί λέξει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος: «Οὐδέποτε διά μεσότητος, ἄνθρωπε, τά ἐκκλησιαστικά διωρθώθη· μέσον ἀληθείας καί ψεύδους οὐδέν ἐστιν· ἀλλ᾽ ὥσπερ τόν τοῦ φωτός ἔξω γενόμενον ἐν τῷ σκότει εἶναι ἀνάγκη, οὕτω τόν τῆς ἀληθείας μικρόν παρεκκλίναντα τῷ ψεύδει λοιπόν ὑποκεῖσθαι φαίημεν ἄν ἀληθῶς»68. Μεῖνε λοιπόν στό σκοτάδι τοῦ Φιλοπαπισμοῦ, τῶν Λατινοφρόνων καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἄφησε ἐμᾶς πού χάσαμε τό μέτρο, μαζί μέ τόν Ἅγιο Μᾶρκο Εὐγενικό, ὁ ὁποῖος κατά τόν πάτρωνα καί διδάσκαλο καί Γέροντα ὅλων σας, τόν Βαρθολομαῖο, ὄχι μόνο ἔχασε τό μέτρο, ἀλλά καί ἔγινε θῦμα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, τοῦ Διαβόλου, γιατί δέν διευκόλυνε τήν ἕνωσή μας μέ τόν πάπα καί ἐνίσχυσε τό σχίσμα καί τίς διαιρέσεις69.

Ὁ δεσπότης ὄντως, ὄχι ὁ ἐπίσκοπος τῆς Φλώρινας, γίνεται καί καρδιογνώστης, οἰκειοποιεῖται γνώρισμα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὁ μόνος «ἐρευνῶν νεφρούς καί καρδίας»70, καί ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ «καταξιωμένος καθηγητής» ὄχι μόνο ἔχασε τό μέτρο ἀλλά «καί σκλήρυνε ἡ καρδιά του». Τήν ποιότητα τῶν καρδιῶν μας τήν γνωρίζει μόνον ὁ Θεός, ἐμεῖς ἀποδεικνύουμε τήν ἀγάπη μας καί τήν εὐαισθησία μας πρός τόν Χριστό καί πρός τήν διδασκαλία του ἀπό τά ἔργα μας, ἀπό τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του καί τήν ἀκολούθηση τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ὅσοι δέν τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι φίλοι Του οὔτε φίλοι τῶν φίλων Του. Ἡ Παναγία μας ὀνόμασε τού Λατίνους καί τούς Λατινόφρονες ἐχθρούς τῆς ἰδίας καί τοῦ Υἱοῦ Της, τοῦ Χριστοῦ71. Ἑπομένως καί τούς σημερινούς Λατινόφρονες καί Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι σύν τοῖς ἄλλοις, εἶναι φίλοι τοῦ κόσμου καί τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, ὅπως ἀποδείχθηκε ἀπό τούς πάμπολλους ἀντιχριστιανικούς νόμους καί τίς ἀντιχριστιανικές πράξεις, κορυφαία τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ψήφιση τοῦ Σοδομονόμου, ἐναντίον τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐπίσκοποι, φίλοι τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ, στήν πλειονότητά τους συμφωνοῦν καί συμπράττουν, δέν ἀντιδροῦν. Ἀντί νά ἀπαγορεύσουν τήν εἴσοδό τους στούς ναούς καί νά τούς ἐλέγξουν, τούς ὑποδέχονται τιμητικά, τούς εὐλογοῦν καί τούς ἁγιάζουν, συνδιοργανώνουν κοσμικές ἐκδηλώσεις, συνέδρια, ἡμερίδες, συναυλίες, φεστιβάλ, μέσα στούς ναούς καί ἔξω ἀπό αὐτούς. Ἀποδεικνύονται ὄχι φίλοι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τοῦ κόσμου, διότι κατά τήν ἀλάθητη διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς «ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν· Ὅς ἄν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται»72. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης, τῆς ἀληθινῆς, ὄχι τῆς κοσμικῆς, ὁ ἠγαπημένος καί Θεολόγος, μᾶς συμβουλεύει, γιά νά μή σκληρυνθῆ ἡ καρδιά μας ἀπό τό κακό καί τήν ἁμαρτία, νά μήν ἀγαπᾶμε τόν κόσμο οὔτε τά ἐν τῷ κόσμῳ, διότι ἔτσι χάνουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί γιά προσωρινές λανθασμένες ἐπιλογές θά στερηθοῦμε τήν χαρά τῆς αἰωνιότητας.

Ἐπίλογος: «Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε»

Μάλιστα! Ἀδιάκριτε καί ἀμελέτητε ἐπίσκοπε· ἡ καρδιά μας πρέπει νά εἶναι σκληρή ἀπέναντι στόν κόσμο καί εἰς τά τοῦ κόσμου, ἄκαμπτη καί ἀνυποχώρητη, μαλακή ὅμως, εὐαίσθητη καί εὐερέθιστη εἰς τά τοῦ Θεοῦ73. Προσπαθῶ αὐτά νά διδάξω καί νά ἐφαρμόσω, ὡς πανεπιστημιακός διδάσκαλος καί ὡς μικρός ποιμένας. Ἐλπίζω ἡ καρδιακή, ἡ εἰλικρινής καί ἀνυπόκριτη αὐτή διδαχή μου, ἐφ᾽ ὅσον μάλιστα μέ ἀποκαλεῖς καί καθηγητή σου «ἕνας καταξιωμένος καθηγητής μας» νά συμβάλει στήν ἀναθεώρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς σου γραμμῆς, καί ἀντί νά εἶσαι φίλος τοῦ Βαρθολομαίου, τοῦ Ἱερωνύμου, τῶν δύο Ἀνθίμων καί πολλῶν ἄλλων μεταπατερικῶν καί ἀντιπατερικῶν, νά γίνεις φίλος τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων. Τούς προβατόσχημους λύκους ψάξε ἀλλοῦ νά τούς βρεῖς· ἐκεῖ πού διδάσκουν ὅτι ὁ Μεσσίας δέν ἦλθε ἀκόμη, ἀλλά θά ἔλθει, ὅτι θά ἀκούσουν ὄχι ὅ,τι λέγει τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά ὅ,τι λέγει ὁ λαός, ἐκεῖ πού ἐναγκαλίζονται τούς νομοθέτες τοῦ Σοδομονόμου καί εὐλογοῦν συμπόσια τυριῶν καί κρεάτων σέ ἡμέρες νηστείας74, ἐκεῖ πού καταργοῦν τόν Χριστό ὡς μοναδικό Λυτρωτή καί Σωτήρα, καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, καί πιστεύουν ὅτι καί στίς ἄλλες θρησκεῖες καί στίς αἱρέσεις ἠμπορεῖ κανείς νά σωθεῖ, στίς ὁμάδες δηλαδή τῶν νεωτεριστῶν καί Οἰκουμενιστῶν, τῶν ὁποίων μέχρι τώρα, δυστυχῶς, εἶσαι ὑπάκουο μέλος. Ὁ Χριστός ὅμως γεννᾶται αὐτές τίς ἡμέρες. Τό φῶς ἀνέτειλε. Ἀφῆστε τό σκότος.

  • 1. Ἠσ. 5, 20: «Οὐαί οἱ λέγοντες τό πονηρόν καλόν καί τό καλόν πονηρόν, οἱ τιθέντες τό σκότος φῶς καί τό φῶς σκότος, οἱ τιθέντες τό πικρόν γλυκύ καί τό γλυκύ πικρόν».
  • 2. Ἰω. 10, 11-14. Ὁλόκληρο τό δέκατο κεφάλαιο τοῦ Κατά Ἰωάννην Ἁγίου Εὐαγγελίου, ὅπου ὁμιλεῖ ὁ Χριστός περί καλῶν καί μισθωτῶν ποιμένων, ἀποτελεῖ μεγαλειώδη συμπύκνωση τῆς Ποιμαντικῆς ἐπιστήμης.
  • 3. Γιά τίς συναλλαγές καί τίς ἀλληλοεξυπηρετήσεις κατά τήν ἐκλογή νέων ἐπισκόπων βλ. Νεκταριος Δαπεργολας, «Νέοι Μητροπολῖτες. Οὔτε περιμένουμε τίποτε, οὔτε τρέφουμε αὐταπάτες…», Θεοδρομία 25 (2023) 622-623 καί Διαδίκτυο.
  • 4. Ἰω. 10, 5.
  • 5. Σχετικῶς βλ. Μοναχός Σεραφειμ, «Ἡ Μασονία στή Μητρόπολη Θεσσαλονίκης», Θεοδρομία 22 (2020) 562-603.
  • 6. Περί αὐτῶν βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησης, Τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο. Ἀντικανονική καί διαιρετική εἰσπήδηση τῆς Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκη 2018, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον». Πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, Συμβολή στόν Διάλογο γιά τό Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο, Θεσσαλονίκη 2019, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον».
  • 7. Σχετικῶς βλ. μεταξύ ἄλλων Βασιλικη Οικονομου, «Ὁ ποιμένας καί ἡ σφενδόνα. Κάλεσμα πρός τούς ἱερεῖς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως», Θεοδρομία 23 (2021) 514-533. Της Ιδίας, Τά βαθέα τοῦ Σατανᾶ καί τῆς κολάσεως, στό Διαδίκτυο.
  • 8. Ὅλη αὐτή ἡ κινητοποίηση καί πρό παντός τά γραφέντα ἀπό πολλούς κείμενα ἐναντίον τοῦ Παπισμοῦ περιέχονται στά τέσσερα τεύχη τοῦ περιοδικοῦ Θεοδρομία τοῦ ἔτους 2001, δεμένα σέ ἕνα ὀγκώδη τόμο ἑπτακοσίων (700) σελίδων. Στόν ἴδιο τόμο καί ἡ ἐπιστολή τοῦ Ἀλεξανδρουπόλεως καί μετέπειτα Θεσσαλονίκης Ἀνθίμου, τεῦχος Ὀκτωβρίου – Δεκεμβρίου, σελ. 172-173.
  • 9. Βασιλικη Οικονόμου, «Κακοῦ κόρακος κακόν ᾠόν». Ἀνοικτή Ἐπιστολή στόν Μητροπολίτη Φλωρίνης, Πρεσπῶν καί Ἑορδαίας Εἰρηναῖο, Ἱστολόγιο ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ, 3.8.2024.
  • 10. Ἀνώνυμο ἄρθρο: «Ποιός ἀπό ἐμᾶς εἶναι ὁ Μεσσίας»; στό περιοδικό «Σταγόνες Πίστεως», τεῦχος 40, Ἀπρίλιος – Ἰούνιος 2022, σελ. 10-11.
  • 11. Βλ. μεταξύ ἄλλων Αγιορείτες Κελλιώτες Πατέρες, «Ὁ Μεσσίας δέν ἦρθε. Θά ἔρθει;», Θεοδρομία 25 (2023) 96-104 καί στό Διαδίκτυο. Βασιλικη Οικονομου, «Σταγόνες “Mεσσιανικοῦ” Δηλητηρίου. Ἀνοικτή Ἐπιστολή πρός τόν Μητροπολίτη Ἀλεξανδρουπόλεως κ. Ἄνθιμο», Θεοδρομία 25 (2023) 105-122.
  • 12. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησης, «Πρωτοφανής ἀποστασία ἐπισκόπων σέ θέματα Πίστεως», Θεοδρομία 25 (2023) 439-444 καί στό Διαδίκτυο.
  • 13. Βλ. Ἱστοσελίδα ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, 25 Ἰουλίου 2019: «Ὁ Σεβ. Ἀλεξανδρουπόλεως ἠρνήθη τό Εὐαγγέλιον!». Εἶπεν ἐπί λέξει: «Θά ἀφουγκραστῶ τούς Χριστιανούς τί λένε, ποιό θεωροῦν σωστό. Ἀκόμα καί ἄν αὐτό πού οἱ Χριστιανοί μας θεωροῦν σωστό, ἀκόμα καί ἄν εἶναι ἀντίθετο μέ τό Εὐαγγέλιο, ἐγώ θά ὑπερασπιστῶ αὐτό πού λένε οἱ Χριστιανοί μας, γιατί οἱ Χριστιανοί μας ἔφτιαξαν τό Εὐαγγέλιο, δέν ἔφτιαξε τό Εὐαγγέλιο τήν Ἐκκλησία».
  • 14. Ἰω. 4, 38.
  • 15. Περί Ἱερωσύνης 1, 4, PG 48, 636: «Καί γάρ δέδοικα μή τήν ἀγέλην τοῦ Χριστοῦ, σφριγῶσαν καί εὐτραφῆ λαβών, εἶτα αὐτήν ἐξ ἀπροσεξίας λυμηνάμενος, παροξύνω κατ᾽ ἐμαυτοῦ τόν οὕτως αὐτήν ἀγαπήσαντα Θεόν, ὡς ἑαυτόν ἐκδοῦναι διά τήν ταύτης σωτηρίαν τε καί τιμήν».
  • 16. Ἐφ. 1, 23.
  • 17. Ἰω. 14, 17· 15,26· 16, 13. Α´ Τιμ. 3, 15.
  • 18. Βλ. Ιωαννου Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος ΙΙ, Graz – Austria 1968, σελ. 920.
  • 19. Βλ. Ιωάννου Καρμίρη, Σύνοψις τῆς Δογματικῆς Διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἐν Ἀθήναις 1957, σελ. 77-85.
  • 20. Παναγιώτου Τρεμπελα, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἔκδοσις Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», τόμος Β´, Ἀθῆναι 19792, σελ. 368.
  • 21. Πρός Ἀναστάσιον μονάζοντα, PG 90, 132. Ἐξήγησις τῆς κινήσεως τῆς γενομένης μεταξύ τοῦ κυροῦ ἀββᾶ Μαξίμου καί τῶν σύν αὐτῷ καί τῶν ἀρχόντων ἐπί σεκρέτου 12. PG 90, 148: «Ἐκείνας οἶδεν ἁγίας καί ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβής τῆς Ἐκκλησίας κανών ἅς ὀρθότης δογμάτων ἔκρινεν».
  • 22. Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας 3, ΕΠΕ 3, 608.
  • 23. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστία καί τῷ ἐπισκόπῳ, Ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθῆναι 19902, σελ. ιβ´.
  • 24. Βλ. περισσότερα εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Δέν εἶναι σχίσμα ἡ Ἀποτείχιση. Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις, Θεσσαλονίκη 2017, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», σελ. 29ἑ., 48ἑ.
  • 25. Βλ. ὑποσημ. 13 παρόντος ἄρθρου.
  • 26. Χωρίς ἄλλες δογματικές κατοχυρώσεις μνημονεύουμε ἀπό τήν «Ἐμπειρική Δογματική» τῆς Ἐκκλησίας ὅσα ἀπήντησαν οἱ εἰκοσιέξι Ὅσιοι Μάρτυρες Μοναχοί τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ζωγράφου τοῦ Ἁγίου Ὄρους στούς Λατίνους καί Λατινόφρονες, πού ἦλθαν στό Ἅγιο Ὄρος μετά τήν προδοτική σύνοδο τῆς Λυών (1274), μέ ἐντολή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Παλαιολόγου καί τοῦ Λατινόφρονος πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου, ἀπαιτοῦντες ἀπό τούς Μοναχούς νά ἀναγνωρίσουν τόν πάπα ὡς κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Μοναχοί ἀπήντησαν ὡς ἑξῆς καί μετά τήν ἀπάντηση τούς ἔκαψαν: «Καί τίς εἶπεν εἰς ὑμᾶς ὅτι ὁ ἰδικός σας Πάπας εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας; Πόθεν ἡ τοιαύτη παρ᾽ ὑμῖν διδασκαλία; Εἰς ἡμᾶς κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός! Εὐκολώτερον ἡμεῖς ἀποφασίζομεν ἵνα ἀποθάνωμεν, ἤ νά ὑποχωρήσωμεν, ὥστε νά μολυνθῇ ὁ ἱερός οὗτος τόπος ὑπό τῆς ἰδικῆς σας βίας καί τυραννίας. Δέν ἀνοίγομεν τάς πύλας τῆς Μονῆς. Ἀναχωρήσατε ἐντεῦθεν!». Βλ. Ὁ Μέγας Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Βίκτωρος Μοναχοῦ καί Ματθαίου Λαγγη, Ἀθῆναι 20028, Μήν Σεπτέμβριος (22), σελ. 485-487.
  • 27. Ἐκτός τοῦ ὅτι οἰκοδομοῦν οἱ θεολόγοι τοῦ Φαναρίου ἕνα παγκόσμιο πρωτεῖο γιά τόν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ἕναν πάπα τῶν Ὀρθοδόξων, ἕναν μονάρχη, μέ τόν ἐπισκοποκεντρισμό, κάθε ἐπίσκοπος μεταβάλλεται σέ πάπα τῆς ἐπαρχίας του ἀλάθητο. Δέν ἀπέχει γι᾽ αὐτό πολύ ἀπό τήν ἀλήθεια τό λεγόμενο ὅτι οἱ Παπικοί ἔχουν ἕναν πάπα, ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουμε τόσους πάπες ὅσους καί ἐπισκόπους. Στήν Ρώμη ὁ Πάπας εἶναι πάνω ἀπό τήν σύνοδο, στούς Ὀρθοδόξους ὁ ἐπίσκοπος πολύ πιό πάνω ἀπό τό πρεσβυτέριο.
  • 28. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή, Θεσσαλονίκη 20182, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον».
  • 29. Σχετικῶς βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, Ὁ ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος ὡς ἀγωνιστής καί ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ ἀναφορές στήν ἐπικαιρότητα, Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 33-34.
  • 30. Ἰω. 10, 1-5. 11-12.
  • 31. Πράξ. 20, 28-31.
  • 32. Πρόκειται γιά τόν μητροπολίτη Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας Γαβριήλ.
  • 33. Γαλ. 1, 8.
  • 34. Γρηγοριου Θεολογου, Ἐπιτάφιος εἰς Μ. Βασίλειον 48-50, ΕΠΕ 6, 208-210.
  • 35. Ἔξ. 18, 19.
  • 36. Ὅροι κατ᾽ Ἐπιτομήν, Ἐρώτησις 114, PG 31, 1160. EΠE 9, 144-146.
  • 37. Ἐπιτάφιος εἰς Μ. Βασίλειον, 26, ΕΠΕ 6, 178.
  • 38. Ἔπη εἰς ἑαυτόν, Ποίημα ιβ´, Εἰς ἑαυτόν καί περί ἐπισκόπων, ΕΠΕ 10, 174.
  • 39. Αὐτόθι 10, 192.
  • 40. Περί Ἱερωσύνης 3, 10, PG 48, 647: «Ἐπεί πόθεν, εἰπέ μοι, νομίζεις τάς τοσαύτας ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τίκτεσθαι ταραχάς; Ἐγώ μέν γάρ οὐδέ ἄλλοθέν πόθεν, οἶμαι, ἤ ἐκ τοῦ τάς τῶν προεστώτων αἱρέσεις καί ἐκλογάς ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχε γίνεσθαι». Αὐτόθι 3, 15, PG 48, 652-653: «Ἆρα γένοιτ᾽ ἄν τι τούτου παρανομώτερον; Ὅταν ἄνθρωποι μοχθηροί καί μυρίων γέμοντες κακῶν διά ταῦτα θεραπεύωνται δι᾽ ἅ κολάζεσθαι ἔδει, καί ὧν ἕνεκεν μηδέ τόν οὐδόν τῆς Ἐκκλησίας ὑπερβαίνειν ἐχρῆν, ὑπέρ τούτων καί εἰς τήν ἱερατικήν ἀναβαίνωσιν ἀξίαν… ἐξ εὐτελῶν καί ἀτίμων ἔντιμοι καί περίβλεπτοι γεγονότες τῇ τιμῇ κατά τοῦ τετιμηκότος κέχρηνται καί τολμῶσι τά ἀτόλμητα, καί ἐνυβρίζουσιν εἰς τά ἅγια, τούς σπουδαίους ἀπωθούμενοι καί ἐκβάλλοντες, ἵνα ἐν ἐρημίᾳ πολλῇ καί μετά ἀδείας τῆς ἐσχάτης οἱ πονηροί πάντα, ὅσαπερ ἄν ἐθέλωσιν, ἀνατρέπωσι». Αὐτόθι 4, 1, PG 48, 662: «Πολλαί τούτων τῶν χειροτονιῶν οὐκ ἀπό τῆς θείας γίνονται χάριτος, ἀλλά καί ἀπό τῆς τῶν ἀνθρώπων σπουδῆς».
  • 41. Εἰς τήν Ὀλυμπιάδα. Ἐπιστολή 14, 4, PG 52, 617.
  • 42. Βλ. Μοναχός Βρυέννιος, «Ρωμανίδης: Ἄν φορᾶς τό ἐγκόλπιο γιά νά λιτανεύσεις μιά Κολωνακιώτικη ἐκκλησιαστική ἀριστοκρατία ὡς ὑπεροχή, εἶσαι ἕνας μασκαρεμένος ἀπατεωνίσκος», στόν Ἱστότοπο ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ, 3 Νοεμβρίου 2024.
  • 43. Βλ. ὑποσημείωση 24 τοῦ παρόντος ἄρθρου.
  • 44. Κανών ΙΕ´ τῆς ΣΤ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Τά ὁρισθέντα περί Πρεσβυτέρων καί Ἐπισκόπων καί Μητροπολιτῶν, πολλῷ μᾶλλον ἐπί Πατριαρχῶν ἁρμόζει. Ὥστε εἴ τις Πρεσβύτερος, ἤ Ἐπίσκοπος, ἤ Μητροπολίτης τολμήσοι ἀποστῆναι τῆς πρός τόν οἰκεῖον Πατριάρχην κοινωνίας, καί μή ἀναφέροι τό ὄνομα αὐτοῦ, κατά τό ὡρισμένον καί τεταγμένον, ἐν τῇ Θείᾳ Μυσταγωγίᾳ, ἀλλά πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως, σχίσμα ποιήσοι· τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας. Καί ταῦτα μέν ἐσφράγισταί τε καί ὥρισται περί τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων, καί σχίσμα ποιούντων, καί τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων. Οἱ γάρ δι᾽ αἵρεσίν τινα παρά τῶν ἁγίων Συνόδων, ἤ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τήν αἵρεσιν δημοσίᾳ κηρύττοντος, καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾽ Ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».
  • 45. Βλ. μεταξύ ἄλλων: «Ὅταν ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης προειδοποιοῦσε τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο ὅτι θά τοῦ κόψει τό μνημόσυνο», Ἱστολόγιο ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ (23.10.24). «Διαψεύδει ὁ ἴδιος ὁ π. Αὐγουστῖνος τά ψεύδη τοῦ π. Ματθαίου Χάλαρη καί τοῦ Λεμεσοῦ Ἀθανασίου γιά τήν ἀποτείχιση πού ἔκανε. ΝΤΡΟΠΗ», Ἱστολόγιο ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ (22.10.24) Κ. Ν., Λάρισα, «Ὁ Ἅγιος Παΐσιος καί οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι», Ἱστολόγιο ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ (4.10.24) Στό γνωστό βιβλίο τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ισαακ Ιερομοναχου, Βίος Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἅγιον Ὄρος 2004, σελ. 690-691, διαβάζουμε: «Καταπολέμησε τόν Οἰκουμενισμό καί μιλοῦσε γιά τό μεγαλεῖο καί τήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν πληροφορία του ἀρυόμενος ἀπό τήν ἐν καρδίᾳ του θεία χάρη. Ὁ βίος του ἀποδείκνυε τήν ὑπεροχή τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιά ἕνα διάστημα εἶχε διακόψει, μαζί μέ ὅλο σχεδόν τό ὑπόλοιπο Ἅγιο Ὄρος, τό μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα γιά τά ἐπικίνδυνα ἀνοίγματά του πρός τούς Ρωμαιοκαθολικούς». Συνυπογράφει σέ κοινή ἐπιστολή μέ τόν τότε ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα Ἀρχιμανδρίτη Βασίλειο (Γοντικάκη) καί τόν Ἱερομόναχο Γρηγόριο (Χατζηεμμανουήλ) τήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου. Βλ. Ὀρθόδοξος Τύπος 1680 (9.3.2007) σελ. 1, 5 καί Θεοδρομία 17 (2015) 193-196.
  • 46. Βλ. π.χ. Αγιου Ιωαννου Χρυσοστομου, Περί Ἱερωσύνης, 4, 4, PG 48, 666-667: «Οὕτως οὖν καί ἡ τοῦ Θεοῦ πόλις, ὅταν μέν αὐτήν πανταχόθεν ἀντί τείχους ἡ τοῦ ποιμένος ἀγχίνοιά τε καί σύνεσις περιβάλλῃ, πάντα εἰς αἰσχύνην καί γέλωτα τοῖς ἐχθροῖς τά μηχανήματα τελευτᾷ καί μένουσιν οἱ κατοικοῦντες ἔνδον ἀσινεῖς…. Καί τί δεῖ πάσας καταλέγειν τοῦ διαβόλου τάς αἱρέσεις … Οὕτω γάρ ἀποτειχίσαι δυνησόμεθα τάς ἀμφοτέρων ἐφόδους», ἐννοεῖ τοῦ Σαβελλίου καί τοῦ Ἀρείου, σήμερα βέβαια τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
  • 47. PG 5, 912 καί ΕΠΕ, Ἀποστολικοί Πατέρες. Ἅπαντα τά ἔργα, 4, 304.
  • 48. Βλ. κανόνα Β´ τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί κανόνα ΚΔ´ τῆς ἐν Καρθαγένῃ τοπικῆς.
  • 49. Ιωαννησ Καρμιρησ, «Αἵρεσις», ΘΗΕ, 1, 1088.
  • 50. Βλ. Ἀρχιερατικόν, συνταχθέν ὑπό τοῦ μητροπολίτου Τυρολόης καί Σερεντίου Παντελεημονοσ Ροδοπουλου, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου, Ἔκδοσις Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 132-133: «Πρός δέ τούτοις στέργω καί ἀποδέχομαι τάς ἁγίας ἑπτά Οἰκουμενικάς Συνόδους καί τῶν Τοπικῶν, ἅς ἐκεῖναι ἀποδεξάμεναι ἐκύρωσαν, ἐπί φυλακῇ τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων ἀθροισθεῖσαι. Ὁμολογῶ πάντας τούς ὑπ᾽ αὐτῶν, ὡς ὑπό φωτιστικῆς Χάριτος τοῦ παναγίου Πνεύματος ὁδηγουμένων, ἐκτεθέντας ὅρους τῆς ὀρθῆς Πίστεως καί τούς ἱερούς Κανόνας, οὕς οἱ μακάριοι ἐκεῖνοι πρός τήν τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διακόσμησιν καί τῶν ἠθῶν εὐταξίαν κατά τάς Ἀποστολικάς παραδόσεις καί τήν διάνοιαν τῆς Εὐαγγελικῆς θείας διδασκαλίας συντάξαντες παρέδοσαν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐνστερνίζομαι καί αὐτούς ἰθύνειν ἐπιμελήσομαι τήν θείῳ βουλήματι κληρωθεῖσάν μοι διακονίαν καί κατ᾽ αὐτούς διατελέσω διδάσκων πάντα τόν τῇ πνευματικῇ μοι ποιμαντορίᾳ πεπιστευμένον ἱερόν Κλῆρον καί τόν περιούσιον λαόν τοῦ Κυρίου».
  • 51. Πρόκειται γιά τόν π. Ἰωσήφ Κουτσούρη, ἐφημέριο τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίων Ἀναργύρων Ἡλιουπόλεως τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος σέ ἐκπομπή τοῦ διαδικτυακοῦ ἱστοτόπου «Ἀπαρχή», τόν ὁποῖο ἴσως διευθύνει, παρουσίασε τό θέμα: «(Ἀντι-)Οἰκουμενισμός: Ὁ δούρειος ἵππος τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπιβραβεύοντάς τον ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος γιά τήν διαστροφική τῆς ἀληθείας ἐκπομπή καί προφανῶς γνωρίζοντας αὐτές του τίς ἱκανότητες τόν ἐτοποθέτησε καί ἡγούμενο στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου στό Μήλεσι Ἀττικῆς, ὥστε νά ἐκπέμπονται ἐκεῖθεν ἀντίθετα μηνύματα ἀπό ὅσα ἐξέπεμπε ὁ ἀντιοικουμενιστής Ἅγιος Πορφύριος. Φαίνεται πώς ὁ ἀντιοικουμενιστής Ἅγιος ἦταν καί αὐτός κρυμμένος μέσα στήν κοιλιά τοῦ δούρειου ἵππου. Δέν φοβοῦνται τήν ὀργή του; Βλ. σχετικῶς Ἱστότοπο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ, «Ἔξαρσις προκλητικότητος, ὑποστολή θάρρους» (30 Σεπτεμβρίου 2024). Πορφυριτησ, «Εἴμαστε πολλοί, γινόμαστε περισσότεροι καί τό ξέρουν. Αὐτό φοβοῦνται», Διαδίκτυο, 9.10.24, ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ καί ΑΚΤΙΝΕΣ. Αγιορειτεσ Κελλιωτεσ Πατερεσ, Φρενίτιδα Οἰκουμενισμοῦ καί Παπισμοῦ ἀπό Ἀθηναῖο Ἀρχιμανδρίτη, Ἱστότοπος ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ, 4.10.24. Πρωτοφανεῖς ὕβρεις κατά ἀντιοικουμενιστῶν ἀπό ἐπίδοξον νεαρόν κληρικόν! ΑΚΤΙΝΕΣ 18.11.24.
  • 52. Μητροπολίτου πρῴην Καλαβρύτων Αμβροσιου, Ἐπιστολή πρός τόν ἀρχιεπίσκοπον Ἱερώνυμον μέ θέμα: Αἱ περί “ἀποτειχίσεως” προσφάτως γενόμεναι δηλώσεις ὑμῶν (14.10.2021) «Ἐπισφραγίζων τήν μακράν ταύτην ἀναφοράν πρός Ὑμᾶς, ἐπιτρέψατέ μοι νά σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι ἡ Ὑμετέρα συμπεριφορά ἔναντι τοῦ ἀειμνήστου Προκατόχου Σας Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου δέν ἦτο σύμφωνος μέ τά ὅσα σήμερον γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ὑποστηρίζετε! Διότι, ἐνῶ Ὑμεῖς ἤσασταν ἐνίοτε σφόδρα ἀντίθετος μέ τά ὑπό τοῦ Χριστοδούλου ὑποστηριζόμενα, δέν ἀπεσύρθητε στό σπίτι Σας, στό Μοναστήρι Σας ἤ στό κελλί Σας, ἀλλ᾽ ἀντιθέτως, πλήρης ὀργῆς καί θυμοῦ ἐξήρχεσθε τῆς Αἰθούσης τῶν Συνεδριῶν, σκορπίζοντας μάλιστα ἐνίοτε καί τά Συνοδικά ἔγγραφα εἰς τόν ἀέρα!». Ἐπίσης βλ. Γεωργιοσ Τζανακησ, Τό ἄσπρο μαῦρο. «Ἐπισκοπικά» ἔργα καί ἡμέρες (14.10.2021). Του Ιδιου, Τό ἄσπρο μαῦρο (Β´). Σύνοδοι, ἐπίσκοποι, κλῆρος, λαός. Πιάσ᾽ τόν ἕνα, χτύπα τόν ἄλλο (16.10.2021). Ἱστολόγιο ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ «Ὅταν ὁ νῦν Ἀθηνῶν Ἱερώνυμος (Λιάπης) ἐκσφενδόνιζε τά Συνοδικά ἔγγραφα στόν ἀέρα!!!» (24.10.2021).
  • 53. Ἑρμηνεία ΛΒ´ Ἀποστολικοῦ Κανόνος, ὑποσημ. 3. Βλ. Ἁγίου Νικοδημου Αγιορειτου, Πηδάλιον, Ἐκδοτικός Οἶκος «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1990, σελ. 35. Τοῦ Ἁγίου Διονυσιου, Περί Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας 7, PG 3, 564: «Οὕτω καί τάς ἀφοριστικάς ἔχουσιν οἱ ἱεράρχαι δυνάμεις, ὡς ἐκφαντορικοί τῶν θείων δικαιωμάτων, οὐχ ὡς ταῖς αὐτῶν ἀλόγοις ὁρμαῖς τῆς πανσόφου θεαρχίας (εὐφήμως εἰπεῖν) ὑπηρετικῶς ἑπομένης, ἀλλ᾽ ὡς αὐτῶν ὑποφητικῶς ὑποκινοῦντι τῷ τελεταρχικῷ πνεύματι τούς κεκριμένους Θεῷ κατ᾽ ἀξίαν ἀφοριζόντων. Τούς μέν οὖν ἐνθέους ἱεράρχας, οὕτω καί τοῖς ἀφορισμοῖς, καί πάσαις ταῖς ἱεραρχικαῖς δυνάμεσι χρηστέον, ὅπως ἄν ἡ τελετάρχις αὐτούς θεαρχία κινήσοι». Τοῦ Ἁγίου Μαξιμου, Σχόλια εἰς τά τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Εἰς τό Περί Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, κεφ. 7, PG 4, 181.
  • 54. Βλ. Ἀρχιμ. Βασιλειου Στεφανιδου, Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία. Ἀπ᾽ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, Ἐκδκοτικός Οἶκος «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 19592, σελ. 246ἑ. Βλασιου Φειδα, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμ. Α´, Ἀθῆναι 1992, σελ. 752-759.
  • 55. Βλ. Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Ἔκδοσις Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος 1986, τόμ. Γ´, σελ. 137-138.
  • 56. Αὐτόθι, σελ. 17.
  • 57. Αὐτόθι, σελ. 138.
  • 58. Πηδάλιον, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 214.
  • 59. Βλασιου Φειδα, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 756.
  • 60. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωροσ Ζησησ, Μαζί μέ τήν Ἐκκλησία, ἔστω καί ἄν πλανᾶται; Παρερμηνεύουν τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο τρεῖς ἐπίσκοποι καί Ἁγιορείτης ἡγούμενος, Θεσσαλονίκη 2020, Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον».
  • 61. Κήρυγμα στό Τσοτύλι (17.7.2024).
  • 62. Ἑβρ. 13, 17.
  • 63. Εἰς τήν Πρός Ἑβραίους Ὁμ. 34, 1, PG 63, 231.
  • 64. Βλ. Συνέντευξη μητροπολίτη Φλωρίνης Εἰρηναίου στόTrueStoryRadio (14.11.2024) στόν δημοσιογράφο Ἀντώνιο Πουγαρίδη. Ἐπίσης βλ. «“Προβατόσχημους λύκους” ἀποκαλεῖ ὁ Φλωρίνης Εἰρηναῖος τούς πιστούς πού ἀγωνίζονται κατά τοῦ ξηλώματος τῆς Πίστεως “φρουρούς” τούς ἀποκαλοῦσε ὁ Φλωρίνης Αὐγουστῖνος», Ἱστολόγιο ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ (19.11.2024).
  • 65. Ματθ. 5, 10-12.
  • 66. Ἀποκ. 3, 15-16.
  • 67. Γρηγοριου Παλαμα, Συγγράμματα, τόμ. Α´, Ἔκδοσις Π. Χρηστου, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 24.
  • 68. ΤῷΣχολαρίῳἘφέσου 2. Βλ. Docuents relatifs au Concile de Florence, II, Oevres anticonciliaires de Marc d’ Ephèse, Editions Brepols, Turnhout (Belgique 1944), σελ. 461.
  • 69. Εἶπε ἐπί λέξει ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος: «Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τήν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως καί εὑρίσκονται ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ». Βλ. «ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ» 15.6.1989 καί «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια», 16.12.1998.
  • 70. Ἀποκ. 2, 23: «Καί γνώσονται πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ ἐρευνῶν νεφρούς καί καρδίας, καί δώσω ὑμῖν ἑκάστῳ κατά τά ἔργα ὑμῶν».
  • 71. Βλ. ὑποσημ. 26 παρόντος, Ὁ Μέγας Συναξαριστής, Μήν Σεπτέμβριος 22, σελ. 486: «Εἶπε ἡ Παναγία πρός τόν Γέροντα πού ἔλεγε τόν Ἀκάθιστο πρό τῆς εἰκόνος Της: “Χαῖρε καί σύ Γέρον τοῦ Θεοῦ! Μή φοβοῦ, ἀλλ᾽ ἀπελθών ταχέως εἰς τήν Μονήν, ἀνάγγειλον εἰς τούς ἀδελφούς καί εἰς τόν Καθηγούμενον ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν».
  • 72. Ἰακ. 4, 4.
  • 73. Α´ Ἰω. 2, 15-17: «Μή ἀγαπᾶτε τόν κόσμον μηδέ τά ἐν τῷ κόσμῳ. Ἐάν τις ἀγαπᾶ τόν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρός μου ἐν αὐτῷ· ὅτι πᾶν τό ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός καί ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ πατρός, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ κόσμου ἐστί. Καί ὁ κόσμος παράγεται καί ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ· ὁ δέ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα».
  • 74. Βλ. Γεωργιοσ Σταυρογιωργησ, Καθηγητής, «ΓλέντησεμέσοδομονομίτεςΦλωρίνηςΕἰρηναῖος, εὐλογώνταςτήνκατάλυσητῆςνηστείαςμέτσιπουροκατάνυξηκαίκρεωφαγία», Ἱστολόγιο ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ, 28.11.24.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: ΚΑΤΑΝΙΧI

Σχετικά άρθρα

Η μοναξιά των Επισκόπων… δίχως Θεό

Άρθρο του Ελευθέριου Ν. Κοσμίδη. Η Ορθοδοξία είναι βίωμα. Χωρίς βίωμα εκτρέπεται σε παπισμό και σε πιο προχωρημένο στάδιο στον προτεσταντισμό. Λίγο πριν το τέλος, όταν πλέον όλος ο πνευματικός οργανισμός νοσεί, καταλήγει στον Οικουμενισμό-Οικουμενική Κίνηση

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε με την χρήση αυτών.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τους Όρους χρήσης και την Πολιτική προστασίας απορρήτου.