π. Θεόδωρος Ζήσης

Διορθόδοξη δυσαρέσκεια για τον αποθανόντα αρχιεπίσκοπο Κύπρου

εικόνα άρθρου: Διορθόδοξη δυσαρέσκεια για τον αποθανόντα αρχιεπίσκοπο Κύπρου
Ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Ὁμότιμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

“…ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ἦταν προσωπικός φίλος τοῦ Βαρθολομαίου, καί ὄχι φίλος τῆς Ἀλήθειας, τοῦ Δικαίου καί τῆς Ὀρθοδοξίας”…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Ἦταν ὄντως συμπαθής καί ἀνοικτός στήν ἐπικοινωνία μέ τόν κόσμο ὁ ἀποθανών ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β´. Δέν ἦταν οὔτε σπουδαῖος θεολόγος οὔτε πνευματικός καθοδηγητής. Ἦταν ὅμως μεγάλος πατριώτης καί καλός διοικητής.

Ἀναδιοργάνωσε διοικητικά τήν μικρή ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί ὑποστήριζε ἀταλάντευτα καί μέ σθένος τήν ἀκεραιότητα τῆς μεγαλονήσου καί τήν ἐξάλειψη τῶν κακῶν συνεπειῶν τῆς διχοτόμησης ἀπό τήν τουρκική εἰσβολή τοῦ 1974.

Τό δυστύχημα καί γιά τόν ἴδιο ἀλλά καί τήν ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἔγκειται εἰς τό ὅτι ὁ ὑπερβολικός καί ὑπέρμετρος πατριωτισμός τόν ὁδήγησε σέ στάσεις, συμπεριφορές καί ἐκτιμήσεις ἀντιχριστιανικές καί ἀντορθόδοξες, πού τόν ἐντάσσουν στήν καταδικασθεῖσα τό 1872 παρέκκλιση ἤ αἵρεση τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ. Ἀπό δικαιολογημένη συμπάθεια πρός τό ἐπί αἰῶνες χειμαζόμενο κάτω ἀπό τόν βαρύ ζυγό τῶν Ὀθωμανῶν Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ζώντας καί ὁ ἴδιος τήν Ὀθωμανική κατάκτηση τῆς μισῆς σχεδόν πατρίδος του καί τόν διασκορπισμό τοῦ Ὀρθοδόξου ποιμνίου, ὑποστήριζε ἀδιάκριτα τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο σέ ὅλες του τίς ἐνέργειες, εἴτε εἶχε δίκαιο εἴτε εἶχε ἄδικο.

Ἀγνόησε ἀκόμη καί τό διαχρονικά ἰσχυρό γνωμικό τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων «φίλος μέν Πλάτων, φιλτάτη δέ ἡ Ἀλήθεια», πού ἐνισχύθηκε ἀκόμη περισσότερο στόν Χριστιανισμό, μέ τό νά ἐνσαρκωθεῖ ἡ Ἀλήθεια στό πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Χριστοῦ, ἡ ἀκολούθηση τοῦ ὁποίου ἱεραρχικά θέτει σέ ὑποδεέστερη θέση τήν ἐπαινετή, κατά τά ἄλλα, ἀγάπη πρός τήν πατρίδα τούς συγγενεῖς καί τούς ὁμοεθνεῖς. Ὁ Χριστός, Ἑβραῖος ὤν τήν καταγωγή, ἐστράφη ἐναντίον τῶν ὁμοεθνῶν του, Ἀρχιερέων, Γραμματέων καί Φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι μέ ἀδιάκριτο ἐπίσης πατριωτισμό ὁδήγησαν στό Σταυρό τήν Ἀλήθεια, τόν Θεάνθρωπο Χριστό, ἐσταύρωσαν τήν Ἀλήθεια, διότι ἔκριναν ὅτι δέν ἦταν ἀρκετά πατριώτης, ἀφοῦ στό ἔργο καί στήν διδασκαλία του ἦταν οἰκουμενικός, ὑπερφυλετικός, ἀγκάλιαζε ὅλα τά ἔθνη καί ὄχι μόνο τούς ὁμοεθνεῖς του, τούς συμπατριῶτες του. Εἶναι πάμπολλες οἱ εὐαγγελικές μαρτυρίες γιά τόν ὑπερφυλετικό, ὑπερεθνικό, οἰκουμενικό χαρακτήρα τοῦ Χριστιανισμοῦ, τίς ὁποῖες συνοψίζει ὁ φανατικός ἐπίσης Ἑβραῖος, πρίν γίνει Χριστιανός, Ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας: «Πάντες γάρ υἱοί Θεοῦ ἐστε διά τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ· πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ».

Ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἀπό τά νεανικά του χρόνια στρατευμένος στήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς Πανθρησκείας, ἐσταύρωσε τήν Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας φραστικά πολλές φορές, στήν πράξη ὅμως καί θεσμικά δύο φορές. Στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016), στήν ὁποία νομιμοποίησε τίς αἱρέσεις, καί στό Οὐκρανικό ψευδοαυτοκέφαλο (2018), ὅπου νομιμοποίησε καί ἐκκλησιοποίησε σχισματικούς καί ἀχειροτόνητους κληρικούς μέ εἰσβολή καί εἰσπήδηση σέ ξένη ἐκκλησιαστική δικαοδοσία. Πρίν ἀπό τήν σύνοδο τῆς Κρήτης δέν ἄκουσε τίς διαμαρτυρίες τῶν Ἀντιοχειανῶν, τῶν Ρώσων, τῶν Βουλγάρων καί τῶν Γεωργιανῶν, πού ἀντιπροσωπεύουν πληθυσμιακά τά τρία τέταρτα (3/4) τῶν Ὀρθοδόξων, ἐνῶ θά ἔπρεπε ἀκόμη καί μιᾶς ἐκκλησίας τήν ἀντίθεση νά προσπαθήσει νά τήν ἐξομαλύνει. Καί πολύ χειρότερα στό Οὐκρανικό αὐτοκέφαλο παρόργισε τήν μεγάλη καί ἰσχυρή ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ἀλλά καί τήν κανονική αὐτόνομη ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, χορηγώντας αὐτοκεφαλία στούς ἀχειροτόνητους σχισματικούς καί δημιουργώντας νέο σχίσμα δίπλα στό παλαιό.

Καί στίς δύο περιπτώσεις ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶχε ἄδικο, ἐνήργησε ἀντορθόδοξα καί ἀντικανονικά, ἐσταύρωσε τήν Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως διά πολλῶν καί ἀπό πολλούς ἔχει ἐπισημανθῆ. Ὁ ἀποθανών ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κύπρου ὄχι μόνον δέν προβληματίσθηκε γιά τήν ἄδικη ἀντιμετώπιση τῶν τεσσάρων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν (Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας), τίς ὁποῖες μέ σφοδρότητα ἐκάκισε, γιατί δέν ἔλαβαν μέρος στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ἀλλά καί κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς ψευδοσυνόδου ἐπροπηλάκιζε καί προσέβαλλε «λεβέντικα» ὅσους ἀρχιερεῖς προσπαθοῦσαν νά ὀρθοδοξοποιήσουν τά αἱρετίζοντα κείμενα, χαριζόμενος στόν φίλο του καί ὁμοεθνῆ πατριάρχη Βαρθολομαῖο, πού ἤθελε νά προχωρήσει καί νά τελειώσει ἡ σύνοδος, γιά νά δοξασθεῖ, εἰς βάρος τῆς Ἀληθείας καί τῆς Ὀρθοδοξίας. Στό Οὐκρανικό ψευδοαυτοκέφαλο δυσκολεύθηκε περισσότερο, διότι ὑπῆρχαν στήν Κύπρο ἀντιδράσεις ἰσχυρῶν ἱεραρχῶν, δικαιολογημένες ὡς πρός τήν ἀναγνώριση καί μνημόνευση τοῦ σχισματικοῦ μητροπολίτη Ἐπιφανίου, ἀλλά καί διότι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ὅπως καί πολιτικά ὡς χώρα, ἡ Ρωσία, ἦσαν πάντοτε στό πλευρό τῆς Κύπρου στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἐχθρικῶν ἐνεργειῶν τῆς Τουρκίας. Ἔπρεπε, λοιπόν, τώρα νά πικράνη τήν Ρωσία, ἐκκλησία καί πολιτεία, πρός χάριν τῶν σταυροφόρων τῆς Δύσης, Ἀμερικανῶν καί Εὐρωπαίων, νά ὑποστηρίζει τίς ἄδικες καί διαιρετικές ἐνέργειες τοῦ Βαρθολομαίου καί ὄχι τό ἀπόλυτο δίκαιο τῶν Ρώσων καί τῶν μή σχισματικῶν Οὐκρανῶν; Μετά ἀπό ὀλιγοχρόνια ἀμφιταλάντευση καί ἐπιφύλαξη, δέν ὑπολόγισε ὅτι διαιροῦσε τό σῶμα τῆς κυπριακῆς ἱεραρχίας καί τό ποίμνιο, οὔτε λογάριασε τό δίκαιο τῶν ὁμοδόξων ἀδελφῶν μας Ρώσων καί Οὐκρανῶν, ἀλλά «λεβέντικα» καί πάλι ἐτάχθη μέ τίς ἀδικίες καί τίς διαιρέσεις τοῦ Βαρθολομαίου καί ἀναγνώρισε τό ψευδοαυτοκέφαλο τῶν σχισματικῶν καί τόν ψευδομητροπολίτη Ἐπιφάνιο μνημονεύοντάς τον στίς ἱερές ἀκολουθίες. Καί τό ἔπραξε αὐτό γιά δύο βασικούς λόγους· ἐν πρώτοις γιά νά ὑποστηρίξει τόν Ἕλληνα πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ἐθνοφυλετικά, πατριωτικά, γιατί ὅπως ἐλέχθη «τό αἷμα νερό δέν γίνεται» καί «σκασίλα μας», ἄν στενοχωροῦνται οἱ Ρῶσοι. Καί ὁ δεύτερος λόγος, διότι ἀσκήθηκαν, σχεδόν φανερά, πιέσεις ἀπό τούς δυτικούς «συμμάχους» μας, ὥστε νά ἀπομονωθεῖ γεωπολιτικά καί ἐκκλησιαστικά ἡ Ρωσία καί νά ἐνισχυθεῖ ἡ Κωνσταντινούπολη τήν ὁποία δῆθεν ἐχθρεύεται καί ὑπονομεύει ἡ Μόσχα.

Γιά τούς ἴδιους ἀναλογικά λόγους πῆραν θετική θέση στά δύο θέματα οἱ ἑλληνόφωνες ἐκκλησίες τῆς Ἀλεξανδρείας καί τῆς Ἑλλάδος, γιά νά στηρίξουν ἐθνοφυλετικά τόν Ἕλληνα πατριάρχη Βαρθολομαῖο, σταυρώνοντας τό Δίκαιο καί τήν Ἀλήθεια καί ὑποκύπτοντας στίς πιέσεις τῆς Ἀμερικῆς καί τῆς Εὐρώπης. Ἐπαινετή στάση στό θέμα τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν, ὑπερεθνική καί δίκαιη, κράτησαν οἱ ἑλληνόφωνες, σέ ἐπίπεδο ἡγεσίας, ἐκκλησίες τῶν Ἱεροσολύμων καί τῆς Ἀλβανίας, ἀπομειώνοντας γιά τούς Ἕλληνες τήν ρετσινιά τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, ὅπως καί εὐάριθμοι ἀρχιερεῖς τῆς Κύπρου.

Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος τῆς διορθόδοξης ἀπαρέσκειας καί ἀπομόνωσης πού φανερώθηκε στό πρόσωπο τοῦ ἐκλιπόντος ἀρχιεπισκόπου κατά τήν ἐπικήδεια τελετή τῆς ἀποδημίας του ἀπό τά κοσμικά καί τά γήϊνα. Ἀπό τούς δεκατρεῖς ζῶντες προκαθημένους τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, ἦσαν παρόντες μόνον οἱ τρεῖς (Κωνσταντινούπολη, Ἀλεξάνδρεια, Ἑλλάδα), ἐνῶ ἀπουσίαζαν οἱ δέκα (Ἀντιόχεια, Ἱεροσόλυμα, Ρωσία, Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Γεωργία, Πολωνία, Ἀλβανία, Τσεχία-Σλοβακία). Καί ἀσφαλῶς στόν νοῦ ὅσων προκαθημένων δέν παρέστησαν στήν ἐξόδιο ἀκολουθία θά περνοῦσε ὡς ὑποψία ἡ πιθανότητα νά ἔχουν στήν Κύπρο κάποιο «κακό συναπάντημα» μέ τόν ἀναγνωρισθέντα καί μνημονευόμενο στά Δίπτυχα ὡς δέκατο πέμπτο προκαθήμενο, τόν σχισματικό, ἀχειροτόνητο καί καθηρημένο δῆθεν μητροπολίτη Κιέβου Ἐπιφάνιο, τόν ὁποῖο δέν τόλμησε νά κουβαλήσει μαζί του ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, γιά νά μή χειροτερεύσει τά πράγματα καί μέσα στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Δέν ἀμαυρώνουν ὅλα αὐτά τό κῦρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί δέν συνιστοῦν οὐσιαστικά ἀντιπατριωτική καί ἀντεθνική στάση, ἀφοῦ στρέφουν τούς ὁμοδόξους λαούς ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων; Τόσο πολύ φραγκέψαμε καί χάσαμε τήν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία μας; Τόση δουλοφροσύνη καί ραγιαδισμός στούς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου;

Οἱ ἄσχετοι στά ἐκκλησιαστικά διπλωμάτες τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν ὀφείλουν νά μελετήσουν ἐνδελεχέστερα τήν ἱστορία τῆς Ρωμιοσύνης τοῦ Βυζαντίου, στήν κολυμβήθρα τῆς ὁποίας βαπτίσθηκαν καί μυρώθηκαν οἱ Ρῶσοι καί οἱ βαλκανικοί λαοί καί προσέθεσαν στόν πλοῦτο τῆς Ὀρθοδοξίας τά δικά τους χαρίσματα καί πλεονεκτήματα. Δέν ἔπρεπε νά ἀφήσουν τήν πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας τῆς Ἑλλάδος στήν ἐπικήδεια προσφώνησή της νά ἐπαινεῖ καί νά ἐκθειάζει τόν ἐκλιπόντα ἀρχιεπίσκοπο, γιατί στήριξε τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο στά δύο ἀντορθόδοξα καί ἀνθελληνικά «κατορθώματά» του, τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης καί τό ψευδοαυτοκέφαλο τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν.

Αὐτήν τήν διορθόδοξη δυσαρέσκεια προσπάθησε νά καλύψει ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος μέ τήν παρουσία του στήν Κύπρο, χωρίς ὅμως νά τό καταφέρει, ἀφοῦ τό πρωτεῖο του, πρωτεῖο τιμῆς, δέν ἐξαφανίζει τούς ἴσους μέ αὐτόν προκαθημένους. Εἶχε πάντως δίκαιο, ὅταν εἶπε ὅτι βρισκόταν ἐκεῖ γιά νά τιμήσει ἕναν προσωπικό του φίλο, νά ἐξοφλήσει προσωπικό του χρέος. Διότι καί ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ἦταν προσωπικός φίλος τοῦ Βαρθολομαίου, καί ὄχι φίλος τῆς Ἀλήθειας, τοῦ Δικαίου καί τῆς Ὀρθοδοξίας.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Σχετικά άρθρα

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΓΕΝΝΑΔΙΟ ΣΧΟΛΑΡΙΟ

Ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση Ὁμότιμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. "Η ιστορική άλωση δεν κατέληξε σε αληθινή άλωση. Φοβούμαι ότι αυτήν την αληθινή άλωση, ζούμε τώρα επί πολλές δεκαετίες"…

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΛΩΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ 1821

Ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Ὁμότιμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. “Περισσότερο ὅμως ἐπικίνδυνη καί κατακριτέα, γιατί ἀναφέρεται στήν πίστη, στό δόγμα, ὅπου δέν χωράει καμμία ὑποχώρηση καί κανένας συμβιβασμός, εἶναι ἡ στάση πολλῶν κληρικῶν καί θεολόγων, καί μάλιστα κορυφαίων, σέ ἐκκλησιολογικά θέματα”…

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε με την χρήση αυτών.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τους Όρους χρήσης και την Πολιτική προστασίας απορρήτου.