Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ἰω. 12,13)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr
Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη

Πολλὲς περιπτώσεις, ἀγαπητοί μου, ἀναφέρει ἡ ἱστορία καὶ ἡ σύγχρονη ζωή, ποὺ οἱ λαοὶ ἀναστέναζαν καὶ ἀναστενάζουν κάτω ἀπὸ τὴν διακυβέρνησι σκληρῶν βασιλέων καὶ στυγνῶν τυράννων. Εἶνε δὲ τραγικὴ εἰρωνεία, ἐκεῖνοι ποὺ ὑψώνουν κάποιον στὴν ἐξουσία, οἱ ἴδιοι ἔπειτα νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸν ἀπάνθρωπο τρόπο ποὺ αὐτὸς τοὺς διοικεῖ.

Σήμερα ὅμως, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, τὸ εὐαγγέλιο ὁμιλεῖ γιὰ ἕναν ἄλλο βασιλέα, ποὺ δὲν ἔχει καμμία σχέσι μὲ τοὺς βασιλεῖς καὶ ἄρχον τες τῆς γῆς. Ἐκεῖνοι στηρίζουν τὴν ἐξουσία τους στὴν πίεσι καὶ τὴ βία, αὐτὸς στὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν ὑπηρεσία· ἐκεῖνοι στηρίζονται στὴν κολακεία καὶ τὸ ψέμα, αὐτὸς στὴν εἰλικρίνεια καὶ τὴν ἀλήθεια· ἐκεῖνοι στὴ δημαγωγία καὶ τὴν ἀ πάτη, αὐτὸς στὴν εὐθύτητα καὶ τὴν ἀγάπη.

Ὅλη του ἡ ζωὴ αὐτὸ δείχνει. Ἰδιαιτέρως ὅ μως τὰ γνωρίσματα αὐτὰ φαίνονται σήμερα, ποὺ ἔρχεται γιὰ τελευταία φορὰ στὴν πρωτεύ ουσα τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ κάνῃ τὸ τελευταῖο πάσχα τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, τὸ τελευταῖο ἰουδαϊκὸ πάσχα, καὶ νὰ ἐγκαινιάσῃ τὸ δικό του πάσχα, τὸ πάσχα τῆς Ἐκκλησίας του.

Τὸ πάσχα ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ οἱ Ἰουδαῖοι ἑώρταζαν μεγαλοπρεπῶς τὴν ἀπελευθέρωσί τους ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν φαραώ, τῶν βασιλέων τῆς Αἰγύπτου. Τὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτή τους θε ωροῦσαν εὐτύχημα καὶ ἰδιαίτερη εὐλογία τῆς οἰκογενείας τους, ἂν μποροῦσαν νὰ τὴν ἑορτάσουν στὰ Ἰεροσόλυμα, ὅπου ἦταν καὶ ὁ ναὸς τοῦ Σολομῶντος. Γι᾿ αὐτὸ τὶς παραμο νὲς τοῦ πάσχα χιλιάδες κόσμος, ἄντρες γυναῖ κες καὶ παιδιά, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ξεκινοῦ σαν ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη, σχημάτιζαν καραβάνια καὶ κατέφθαναν στὴν ἱερὰ πόλι.

Ὅλος ὁ λαός, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου –διότι ἀνέκαθεν οἱ Ἰ ουδαῖοι ἦταν διασκορπισμένοι παντοῦ πάνω στὴ γῆ–, ζοῦσε μὲ μιὰ ἐπιθυμία· ἤθελαν νὰ δοῦν τὸν Ἰησοῦν. Εἶχαν ἀκούσει πολλὰ γι᾿ αὐ τὸν καὶ εἶχαν ζωηρὸ ἐνδιαφέρον νὰ τὸν γνωρίσουν. Γι᾿ αὐτό, μόλις ἀκούστηκε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται στὰ Ἰεροσόλυμα, σείστηκε ὅλη ἡ πόλις καὶ ὅλοι βρέθηκαν ἐκεῖ. Ἔρχεται ἐκεῖνος, ποὺ ὅπου ἀγγίζει τὰ ἅγιά του χέρια διώχνει κάθε λογῆς ἀσθένεια. Ἔρχεται ἐκεῖνος, ποὺ ἔδωσε τὸ φῶς στοὺς τυφλούς, τὰ πόδια στοὺς κουτσούς, τὴν ὑγεία σὲ κάθε ἀσθενῆ. Ἔρχεται ἐκεῖνος, ποὺ μὲ μιὰ προσταγή του τὰ δαιμόνια φεύγουν μακριά. Ἔρχεται ἐκεῖνος, ποὺ μ᾿ ἕνα λόγο του κάνει νὰ χορταίνουν χιλιάδες ἄνθρωποι. Ἔρχεται ἐκεῖνος, ποὺ ἡ διδασκαλία του εἶνε πιὸ γλυκειὰ κι ἀπ᾿ τὸ μέλι. Ἔρχεται ἐκεῖ νος, ποὺ καὶ τὸ θάνατο ἀκόμη νίκησε καὶ ἀνέστησε τὸ Λάζαρο. Ἔρχεται ὁ Διδάσκαλος, ἔρ χεται ὁ Ἰατρός, ἔρχεται ὁ Σωτήρ, ἔρχεται ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.

Ὁ λαὸς εἶνε ἀσυγκράτητος. Βγαίνει γιὰ νὰ τὸν προϋπαντήσῃ. Τί κοσμοπλημμύρα, τί ὑποδοχὴ ἦταν ἐκείνη! Κανένα βασιλέα δὲν ὑποδέχθηκαν ποτὲ ἄνθρωποι μὲ τόσον ἐνθουσιασμὸ μὲ ὅσον ὑποδέχθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι τὸν Χριστὸ τὴν ἡμέρα τῶν Βαΐων. Ἄλλοι ἅπλωναν κάτω τὰ ροῦχα τους, ἄλλοι ἔστρωναν τοὺς δρόμους μὲ κλαδιά, ἄλλοι κρατοῦσαν στὰ χέρια βάϊα καὶ κλαδιὰ ἐλιᾶς καὶ τὰ ἔσειαν. Καὶ ὅλοι ζητωκραύγαζαν καὶ ἔλεγαν· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰω. 12,13).

Ἀλλ᾿ ὁ Κύριος δὲν ξυπάζεται ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑποδοχή. Ἀτάραχος, γαλήνιος, πρᾶος ὅπως πάντοτε, ἀντιμετωπίζει τὴν πλημμύρα αὐτὴ τοῦ λαϊκοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ εἶνε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς μόλις ἀντίκρυσε τὴν πόλι «ἔκλαυσε» (Λουκ. 19,41). Ὤ τὰ δάκρυα αὐτὰ τοῦ Ἰησοῦ, πόσο δὲν μᾶς διδάσκουν! Ὁ Ἰησοῦς ἔκλαυσε, διότι ὡς Θεὸς ποὺ εἶνε ἐγνώριζε, ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια τὰ Ἰεροσόλυμα, ἡ μεγάλη καὶ ἱερὰ πόλις, θὰ καταστραφοῦν ἐκ θεμελίων. Οἱ δρόμοι, τὰ ὄμορφα σπίτια της, ὁ λαμπρὸς ναός, ὅλα θὰ γίνουν ἕνας σωρὸς λιθάρια, κ᾿ ἐκεῖ ποὺ τώρα εἶνε χτισμένα τὰ μέγαρα θὰ ὀργώσῃ τὴ γῆ τὸ ἀλέτρι. Προβλέπει τὴν φοβερὴ καταστροφὴ τῆς ἁγίας πόλεως καὶ κλαίει. Κλαίει ἀκόμη, διότι ξέρει πὼς ὁ ἐν θουσιασμὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ εἶνε προσωρινός, ἐφήμερος, καὶ πολὺ γρήγορα θὰ ἐξατμισθῇ. Σήμερα φωνάζουν τὸ «ὡσαννά», ἀλλὰ ὕ στερα ἀπὸ λίγες μέρες θὰ φωνάξουν τὸ «Ἆ ρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (Ἰω. 19,15). Σήμερα στρώνουν τὰ ροῦχα τους, ἀλλ᾿ αὔριο θὰ τὸν ὑ βρίσουν καὶ θὰ τὸν ἐξευτελίσουν. Σήμερα τὸν ὑποδέχονται μὲ βάϊα, ἀλλ᾿ αὔριο θὰ τὸν συλλάβουν μὲ ξύλα καὶ ῥόπαλα. Προβλέπει τὴ μεταβολὴ αὐτὴ τοῦ λαοῦ καὶ κλαίει· γιατὶ ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν ἔχει σταθερὲς ἀρχὲς καὶ πεποιθήσεις· μοιάζει μ᾿ ἕνα κῦμα, ποὺ ἡ κίνησί του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε πνοὴ τοῦ ἀνέμου.

Ὁ Ἰησοῦς ζητάει ἀποφασισμένους ἀκολού θους ποὺ νὰ εἶνε συνειδητὰ ἀφωσιωμένοι σ᾿ αὐτόν· δὲν θέλει φανατικοὺς ὀπαδοὺς καὶ νευ ρόσπαστα. Θέλει νὰ ἔχουν ἐπίγνωσι καὶ βαθειὰ πεποίθησι· ὄχι ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις, πομπώδεις ὑποδοχές, εὔκολες ζητωκραυγὲς καὶ φτηνὰ χειροκροτήματα.

Ἂς τὸ προσέξουμε πολὺ αὐτό. Διότι κ᾿ ἐ μεῖς ἑτοιμαζόμαστε νὰ ὑποδεχθοῦμε σήμερα τὸν Κύριο. Τὸ βράδυ ἡ Ἐκκλησία μας θὰ μᾶς καλέσῃ νὰ ψάλουμε «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…»(τροπάρ. Μ. Δευτ. κ.ἑ.). Ἔρχεται γιὰ νὰ εἰσέλθῃ ὄχι στὰ Ἰεροσόλυμα ἀλλὰ στὴν καρδιὰ κάθε πιστοῦ. Πῶς; Διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς θείας κοινωνίας. Ἔρχεται γιὰ νὰ μεταδώ σῃ τὸ σῶμα καὶ αἷμα του σὲ κάθε Χριστιανό. Ἂς ἐξέλθουμε λοιπὸν νὰ τὸν προϋπαντήσουμε. Ἀλλὰ πῶς θὰ τὸν προϋπαντήσουμε; Ἂν ἦ ταν βασιλιᾶς, ἂν φοροῦσε κορώνα στὸ κεφάλι, ἂν καθόταν σὲ ἅμαξα πολυτελῆ, ἂν εἶχε ὑ πασπιστὰς καὶ ἀκολούθους, θὰ τὸν ὑπεδέχον ταν μὲ στρατιωτικὴ παράταξι, μὲ σημαῖες, μὲ φωνὲς καὶ ζητωκραυγές. Ἀλλ᾿ ὄχι· ὁ Χριστὸς δὲν θέλει τέτοιες ἐπιδείξεις, ποὺ δὲν ἔχουν κανένα νόημα. Κατ᾿ ἄλλο τρόπο ζητεῖ νὰ τὸν ὑ ποδεχθοῦμε. Πῶς θέλει νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε;

Εἶνε ὁ ταπεινός. Γι ᾿αὐτὸ πρέπει νὰ τὸν ὑ ποδεχθοῦμε μὲ ταπείνωσι. Ὄχι νὰ ῥίξουμε στοὺς δρόμους τὰ φορέματά μας, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, γιὰ νὰ περάσῃ ἀπὸ πάνω ὁ Χριστός· αὐτὸ εἶνε εὔκολο. Τὸ δύσκολο εἶνε νὰ ῥίξουμε κάτω τὸν ἐγωισμό μας. Ἡ ταπείνωσις εἶνε τὸ χρυσὸ χαλί, ποὺ ὅλοι μποροῦμε νὰ στρώσουμε γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι πολεμοῦν τὸν ἐγωισμό, ὅσοι ἀγωνίζονται νὰ εἶνε ταπεινοί, αὐτοὶ ὑποδέχονται μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὸ Χριστό. Ἂν ὁ ἐγωισμὸς διώχνῃ μακριὰ τὸ Χριστό, ἡ ταπείνωσις τὸν ἑλκύει καὶ τὸν φέρνει πολὺ κοντά.

Ὁ Χριστὸς ἀκόμη εἶνε ὁ καθαρὸς καὶ ὁ ἅγιος! Γι᾿ αὐτὸ ὅσοι θέλουν νὰ ὑποδεχθοῦν τὸ Χριστό, ἂς φροντίσουν νὰ καθαρίσουν σῶ μα καὶ ψυχὴ ἀπὸ κάθε μολυσμὸ τῆς ἁμαρτίας. Ὅπως τὶς μυρωδιές, τὰ ἀρώματα, τὰ βάζουμε σὲ καθαρὰ δοχεῖα, ἔτσι καὶ τὸ οὐράνιο μύρο, τὸν Χριστό, πρέπει νὰ τὸν βάλουμε σὲ μέρος καθαρό. Ὄχι σ᾿ ἕνα σταῦλο, ἀλλὰ σ᾿ ἕνα τόπο ποὺ ν᾿ ἀστράφτῃ ἀπὸ καθαρότητα.

Ἡ καρδιά μας, μὲ ἄλλα λόγια, πρέπει νὰ καθαριστῇ κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ κατοι κή σῃ μέσα ὁ Χριστός. Ἡ καρδιά μας! ἰδού, ἀ γαπη τοί μου, τὸ σαλόνι, στὸ ὁποῖο ὁ Κύριός μας περιμένει νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε καὶ νὰ τὸν φιλοξενήσουμε «ἐρχόμενος ἐπὶ τὸ ἑκούσιον πάθος» (ἀπόλ. ὄρθρ. Μ. Δευτ. κ.ἑ.), καθὼς ἔρχεται νὰ πάθῃ μὲ τὴ θέλησί του γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Ἀγαπητοί μου! Ἐὰν σᾶς ἔλεγε κάποιος, ὅτι Ἀπόψε στὸ σπίτι σου θὰ ἔρθῃ νὰ μείνῃ ὁ βασιλιᾶς, θὰ τὸ θεωρούσατε αὐτὸ μιὰ μεγάλη τιμή, ἀλλὰ καὶ θὰ καταβάλλατε κάθε προσπάθεια καὶ θὰ κάνατε κάθε θυσία, ὥστε στὸ σπίτι σας νὰ εἶνε ὅλα καθαρά. Ἀλλὰ νά, ἐγὼ σήμε ρα μὲ τὰ φτωχὰ τοῦτα λόγια σᾶς μεταδίδω μιὰ πιὸ μεγάλη εδησι· σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς! Θέλει νὰ μείνῃ νὰ κατοικήσῃ στὴν καρδιὰ τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς.

Ἂς βγοῦμε λοιπὸν νὰ προϋπαντήσουμε τὸν Κύριό μας. Ἂς τὸν ὑποδεχθοῦμε ὄχι μὲ ψεύτικα ἀποθέματα ἐνθουσιασμοῦ, ποὺ σβήνουν σὰν ῥουκέττες. Ὄχι. Ἂς τὸν ὑποδεχθοῦμε μὲ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ ἀρέσει, μὲ ταπείνωσι καὶ καθαρότητα. Καὶ μὲ εὐγνώμονα καρδιὰ ἂς τοῦ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς τὸν δοξολογικὸ ὕμνο·

«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀ νόματι Κυρίου». Χριστέ, εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν καρδιῶν μας. Σ᾿ ἐσένα καὶ μόνο σ᾿ ἐσένα ἁρ μόζει δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, εἰς τοὺς αἰ ῶνας τῶν αἰώνων.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Κυριακή Σύντομον Κήρυγμα, Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία συνετάχθη πιθανὸν τὸ 1962. Καταγραφὴ καὶ ἐκδοτικὴ διαμόρφωσις 16-4-2006, ἐπανέκδοσις 21-3-2014.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra