«Λαός που δε γνωρίζει το παρελθόν του δεν μπορεί να οικοδομήσει το μέλλον του». (Κων/νος Τσάτσος)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Το Καστελλόριζο έχει επίσημα το όνομα «Μεγίστη». Η Μεγίστη είναι ελληνικό νησί των Δωδεκανήσων στο Λύκιο Πέλαγος, που είναι γνωστό σε όλους μας ως Αρχιπέλαγος. Απέχει μόλις 1,25 ν.μ. από τις νοτιοδυτικές Μικρασιατικές ακτές και 72 ν.μ. από τη Ρόδο. Από τον Πειραιά απέχει 328 ν.μ. και 150 ν.μ. από την Κύπρο. Έχει έκταση 9,1 χλμ2 και μήκος ακτών 19,5 χλμ.

Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του 2011, έχει πληθυσμό 492 κατοίκων, που διαβιούν στον ομώνυμο οικισμό, ο οποίος είναι και ο μοναδικός στο νησί. Είναι η μεγαλύτερη –εξού και Μεγίστη– νήσος ενός μικρού συμπλέγματος, που ονομάζεται σύμπλεγμα Καστελλόριζου ή σύμπλεγμα Μεγίστης και αποτελείται από τις νησίδες και βραχονησίδες: Άγιος Γεώργιος, Αγριέλαια, Κουτσουμπάς, Μεγάλο Μαύρο Ποϊνί, Μικρό Μαύρο Ποϊνί, Πολύφαδος ένα, Πολύφαδος δύο, Ρω, Σαβούρα, Στρογγυλή, Τραγονέρα, Ψωμί και Ψωραδιά, που ανήκουν στην Ελλάδα, καθώς και κάποιες άλλες νησίδες, που ανήκουν στην Τουρκία. Αυτές οι 14 νησίδες και βραχονησίδες στο σύνολό τους αποτελούν τον Δήμο Μεγίστης, με τη Στρογγυλή να αποτελεί το ανατολικότερο άκρο της ελληνικής επικράτειας. Το Καστελλόριζο συνδέεται ακτοπλοϊκώς 2-4 ώρες και αεροπορικώς 45 λεπτά με τη Ρόδο.

Το αεροδρόμιο βρίσκεται 4 χιλιόμετρα από το λιμάνι, με το οποίο το συνδέει ο μοναδικός ασφαλτοστρωμένος δρόμος του νησιού. Η δημόσια συγκοινωνία διεξάγεται με ένα ταξί και με ένα μικρό λεωφορείο που εκτελεί το δρομολόγιο για το αεροδρόμιο, μόνο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Υπάρχει τράπεζα, ταχυδρομείο, ιατρείο και διάφορα μικρά καταστήματα για τις βασικές ανάγκες. Στην περιοχή “Χωράφια” βρίσκεται το τριθέσιο δημοτικό σχολείο, το γυμνάσιο και λύκειο του μικρού νησιού. Ο μοναδικός οικισμός του νησιού, το ομώνυμο Καστελλόριζο, βρίσκεται γύρω από το φυσικό λιμάνι και αποτελείται από τις συνοικίες Πηγάδια, Χωράφια και Μανδράκι. Στον οικισμό υπάρχουν πολλά παλιά αρχοντικά με αυθεντικά δείγματα παραδοσιακής Δωδεκανησιακής αρχιτεκτονικής, τα περισσότερα από τα οποία έχουν ερημώσει, αφού οι περισσότεροι κάτοικοι έχουν μεταναστεύσει εδώ και πολλά χρόνια. Τα δίπατα και τρίπατα αρχοντικά είναι εντυπωσιακά βαμμένα και βρίσκονται κατά μήκος της ακτογραμμής, μπροστά από τον επιβλητικό κόκκινο βράχο.

Την ονομασία Καστελλόριζο την έλαβε περί το τέλος του 14ου αιώνα από τους Ιωαννίτες Ιππότες, επί του 8ου Μαγίστρου του Τάγματος, όταν έκτισαν πάνω στα αρχαία ελληνιστικά κρηπιδώματα της εποχής του Σωσικλή Νικαγόρα, του κόκκινου βράχου στην είσοδο του λιμένα, το κάστρο (Castello Rosso). Το δεύτερο συνθετικό της λέξης Καστελλόριζο, προέρχεται από το “ριζοβούνι”, καθώς όλα τα σπίτια χτίστηκαν στους πρόποδες, δηλαδή στις ρίζες του βουνού, υπό του οποίου αναπτύχθηκε η πόλη (στου Καστελίου τη ρίζα).

Αν και μικρό νησί, το Καστελλόριζο ή Μεγίστη έχει μεγάλη ιστορία, αφού είχε κατοικηθεί ήδη από τη νεολιθική εποχή, ενώ στη συνέχεια αποικίστηκε από τους Δωριείς, όπως και όλα τα Δωδεκάνησα. Αυτοί έδωσαν στο νησί και το όνομα Μεγίστη, όπως ακόμα ονομάζεται επίσημα ο Δήμος. Ένας θρύλος αποδίδει τη βάπτιση στον πρώτο οικιστή που λεγόταν Μεγιστέας, όμως μάλλον οφείλεται στο ότι ξεχωρίζει σε μέγεθος από τις γύρω νησίδες. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος την αναφέρει ως “Πολυΐστωρ”, ενώ ο Στράβων παραθέτει παρά την ονομασία Μεγίστη το όνομα Κισθήνη, που πιθανόν να ήταν όνομα αρχαίας πόλης στο νησί. Οι Άραβες την ονόμαζαν “Μαγιάς” και οι οθωμανοί Μεΐς. 

Οι πρώτοι κάτοικοι της Μεγίστης, που έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Τροίας, μαζί με όλα Δωδεκάνησα, ήταν Δωριείς που είχαν κατοικήσει στη Ρόδο με την οποία συνδέονταν πολιτικά και διοικητικά, ενώ αργότερα υποχρεώθηκαν να συμμαχήσουν με τους Αθηναίους, προκειμένου να τους βοηθήσουν στους αγώνες τους εναντίον των Περσών. Στα χρόνια της Ροδιακής ακμής, μεταξύ (333-304) π.Χ. το νησί κυβερνήθηκε από δραστήριους Ρόδιους διοικητές επιστάτες, και έκοβε τότε δικά του νομίσματα, γεγονός που σημαίνει ότι την περίοδο εκείνη ήταν αυτόνομο διοικητικά. Πράγματι κατά διαστήματα απέκτησε μερική αυτονομία, όσο δεν ήταν απόλυτα εξαρτώμενη από την Ροδιακή εξουσία και αργότερα κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Η μερική αυτονομία της καταργήθηκε εντελώς το 38 π.Χ. και μετά τη διαίρεση του Ρωμαϊκού κράτους περιήλθε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Το έτος 1306, καταλήφθηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου. Το 1440, καταλήφθηκε από τον Αιγυπτιακό στόλο που ερείπωσε την πόλη και μετέφερε τους κατοίκους της αιχμαλώτους στην Ανατολή. Το 1461, περιήλθε στην κατοχή των Καταλανών και το 1470, κυβερνήθηκε από τον βασιλιά της Νεάπολης. Το 1480, το νησί ερημώθηκε από τους Τούρκους, ενώ το 1498, το ανακατέλαβε ο βασιλιάς της Νεάπολης. Το 1512, το κατέλαβαν οι Ισπανοί και το 1523, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής. Από το 1570, μέχρι το 1659, κυριάρχησαν οι Ενετοί και μετά από αυτούς οι Οθωμανοί Τούρκοι με το σουλτάνο Σουλεϊμάν Β΄. Η Μεγίστη τότε υποτάχθηκε δίχως αντίσταση στον Τουρκικό ζυγό, πληρώνοντας μόνο έναν ετήσιο φόρο διατηρώντας τα προνόμια της θρησκείας, της γλώσσας και τις εθνικές της παραδόσεις, ενώ ο εμπορικός στόλος της πήρε περίβλεπτη θέση ανάμεσα στην εμπορική Δωδεκανησιακή ναυτιλία. Κατά την περίοδο αυτή παρουσιάστηκε η ακμή της ναυτιλίας και της οικονομίας γενικότερα. Οι κάτοικοι του νησιού δημιούργησαν αποικίες στα παράλια της Μικράς Ασίας, το Καλαμάκι, το Αντίφυλλο, την Τρίστομη, τα Κάκαβα, τα Μύρα, το Λιβίσι, το Φοίνικα και με ένα στόλο από 500 ιστιοφόρα επιδόθηκαν στο εμπόριο της ξυλείας, του κάρβουνου, των χαλιών και άλλων ειδών, τα οποία αγόραζαν από την Ανατολή και τα πουλούσαν στην Αίγυπτο, στην Παλαιστίνη, στην Κύπρο, στα νησιά του Αιγαίου, ακόμα και στην Ιταλία.

Το 1659, κυρίευσαν το νησί οι Βενετοί και ανέκοψαν την ακμή του, το ξαναπήραν όμως πάλι πίσω οι Τούρκοι. Τον Ιούλιο του 1788, ο Λάμπρος Κατσώνης με τους άνδρες του πολιόρκησε το νησί και το ελευθέρωσε. Όταν κηρύχθηκε η επανάσταση του 1821, το νησί συμμετείχε στον αγώνα της πατρίδας προσφέροντας τα πλοία του ενάντια στον τουρκικό στόλο. Τα γυναικόπαιδα του νησιού τότε είχαν φυγαδευτεί στην Κάρπαθο, στην Κάσο και στην Αμοργό. Μετά από την επιτυχή απελευθέρωση της Ελλάδας, το 1830, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου τα Δωδεκάνησα ξαναγύρισαν υπό την Τουρκική κυριαρχία. Στο διάστημα αυτό, ο ναυτικός εμπορικός στόλος της Μεγίστης βρέθηκε στη μεγαλύτερή του άνθηση και το μικρό νησί από τις αρχές του 20ου αιώνα γνώρισε τη μεγαλύτερή του ακμή. Το νησί αριθμούσε τότε περί τους 12-14 χιλιάδες κατοίκους. Έτσι, ανοικοδόμησε σπίτια, σχολεία, εκκλησίες, αρκετά μοναστήρια και γέμισε ξωκλήσια.

Το 1904-1905, λόγω της επικείμενης στρατολόγησης νέων από την Τουρκία, άρχισε η μετανάστευση από το νησί. Το 1913, οι κάτοικοι του Καστελλόριζου εκδίωξαν τη μικρή τουρκική φρουρά του νησιού κηρύσσοντας την ένωση με την Ελλάδα, η οποία δεν έγινε αποδεκτή. Μετά από δύο χρόνια αυτοδιοίκησης με την έμμεση υποστήριξη του ελληνικού κράτους, στις αρχές του 1914, αποφασίστηκε στο Λονδίνο η επιστροφή του στην Τουρκία (από κοινού με την Ίμβρο και την Τένεδο). Με την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, το 1915 το κατέλαβε η Γαλλία, επιδιώκοντας να καταστήσει το νησί ναυτική βάση. Το 1921, η Γαλλία παραχώρησε το νησί στην Ιταλία έναντι αδράς αμοιβής. Η ναυτιλία, το εμπόριο και τα γράμματα έπεσαν σε μαρασμό, ενώ οι κάτοικοί του νησιού, μην αντέχοντας τον ιταλικό ζυγό και τις συνέπειες της Μικρασιατικής καταστροφής, μετανάστευσαν προς την Αυστραλία, Αίγυπτο, Αθήνα, Ρόδο και σε πολλά μέρη της πατρίδας μας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο πληθυσμός να περιοριστεί μόλις στις 2 χιλιάδες. Το 1926, ο ισχυρός σεισμός των 8 Ρίχτερ κατέστρεψε πάρα πολλά σπίτια. Το 1943, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο το αντιτορπιλικό “Ναύαρχος Κουντουριώτης” κατέπλευσε στο λιμάνι και απελευθέρωσε το πρώτο κομμάτι της ελληνικής γης. Το Καστελλόριζο τότε έγινε οχυρό και κέντρο ανεφοδιασμού του συμμαχικού στόλου από τους Άγγλους. Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1943, τα γερμανικά στούκας με τις αερομαχίες που έκαναν με τους συμμάχους μας, γκρέμισαν όσα σπίτια έμειναν όρθια αναγκάζοντας έτσι τους λιγοστούς κατοίκους να εγκαταλείψουν το νησί και να βρεθούν πρόσφυγες, άλλοι στις τουρκικές ακτές και άλλοι σε ένα προσφυγικό στρατόπεδο στη Γάζα της Παλαιστίνης. Μόνο η “Κυρά της Ρω”, η Δέσποινα Αχλαδιώτη (1898-1982), παρέμεινε στη βραχονησίδα της για να υψώνει κάθε πρωί την ελληνική σημαία, όπως επί σαράντα χρόνια συνήθιζε να κάνει.

Μετά την απελευθέρωση το νησί λεηλατήθηκε και πυρπολήθηκε από τους Άγγλους συμμάχους για να καλυφθούν με αυτό τον τρόπο οι λεηλασίες. Το νησί πολλές φορές βομβαρδίστηκε, κάηκε, λεηλατήθηκε και γενικά καταστράφηκε εντελώς, με αποτέλεσμα το μεγάλο μέρος των κατοίκων του να μεταναστεύσει σε άλλους τόπους, ιδίως στην Αυστραλία. Απελευθερώθηκε από τη συμμαχική κατοχή με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στις 7 Μαρτίου του 1948 και ενώθηκε πλέον επισήμως με την Ελλάδα. Στο λιμάνι του, την άνοιξη του 2003, επί της ελληνικής προεδρίας, συνεδρίασε η σύνοδος των Υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις 22-04-2010, ο πρώην πρωθυπουργός της χώρας Γεώργιος Παπανδρέου με διάγγελμα έθεσε σε εφαρμογή την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από την Ε.Ε. και το Δ.Ν.Τ. με την είσοδο της Ελλάδας στο μνημόνιο.

Σήμερα σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας, το Καστελλόριζο αποτελεί τμήμα μιας εδαφικής ενότητας που είναι το νησιωτικό σύμπλεγμα Καστελλόριζου, Ρόδου, Καρπάθου, νησίδας Ρω και νήσου Στρογγύλης. Το Καστελλόριζο αποτελεί ενιαίο τμήμα με τη χερσαία εδαφική ενότητα και το απόλυτο κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας επί του συμπλέγματος νησιών και βραχονησίδων, που έχει ΑΟΖ και ενώνεται με την ΑΟΖ της Κύπρου. Τα Δωδεκάνησα έχουν θαλάσσιες ζώνες, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, ενώ η Τουρκία υποστηρίζει ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν έχουν δικαίωμα υφαλοκρηπίδας και ότι η εγγύτητα των ελληνικών νησιών στα τουρκικά παράλια αποτελεί “ειδική περίσταση” που δικαιολογεί την απόκλιση από την αρχή της μέσης γραμμής, προσπαθώντας με τη βοήθεια της διεθνούς πολιτικής και του ΝΑΤΟ να αποκόψουν το Καστελλόριζο για να αποφύγει την ένωση της ελληνικής ΑΟΖ με την ΑΟΖ της Κύπρου.

Γι’ αυτό η Τουρκία δε θέλει το Καστελλόριζο ως γραμμή βάσης γιατί κόβει τη φυσική ακτογραμμή της, κάτω από το έδαφος και δε φτάνει έως τη Λιβύη, για να διαθέτει και δική της ΑΟΖ. Η αιγιαλίτιδα ζώνη της Ελλάδος είναι η φυσική επέκταση της εθνικής κυριαρχίας της πέρα από τις ακτές και προς τη θάλασσα, ο βυθός της, τα ύδατα και ο εναέριος χώρος της. Αυτά τα σύνορα που καλύπτει η Αιγιαλίτιδα ζώνη, αποτελούν την κυριαρχία της Ελλάδας από το 1936, και μετά όπου η έκταση των χωρικών υδάτων διευρύνθηκε από τα 3 στα 6 ναυτικά μίλια. Η υφαλοκρηπίδα από την πλευρά της, αποτελεί τμήμα του παράκτιου βυθού της θάλασσας και εκτείνεται πέραν των χωρικών υδάτων, όπου η ακτίνα αυτή δύναται να είναι μεγαλύτερη και των 200 ναυτικών μιλίων, φθάνοντας έως τα 350 ναυτικά μίλια. ΑΟΖ θεωρείται η θαλάσσια έκταση έως 200 ναυτικά μίλια, εντός της οποίας ένα κράτος έχει δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης των θαλασσίων πόρων, συμπεριλαμβανομένης και της παραγωγής ενέργειας. Πέραν της διαφορετικής έκτασης των δύο εννοιών, οι διαφορές συνίστανται και σε ζητήματα κυριαρχίας

Η Ελλάδα έχει ορίσει ΑΟΖ μόνο με την Ιταλία και πρόσφατα οριοθετεί με την Αίγυπτο, ενώ διατίθεται να ορίσει ΑΟΖ και με την Αλβανία. Έχει το δικαίωμα να το πράξει και με την Τουρκία σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και τη διεθνή νομοθεσία, αφού υπέγραψε το 1994, τη Σύμβαση του ΟΗΕ. Όμως ακόμη δεν έχει ανακηρύξει ΑΟΖ που είναι μονομερές της δικαίωμα. Ενώ η Τουρκία δεν υπέγραψε τη Συνθήκη του ΟΗΕ περί Δικαίου της Θάλασσας, σύμφωνα με την οποία τα εθνικά ύδατα της χώρας μας, μπορούν να επεκταθούν στα 12 ν.μ. εκείνη δεν αναγνωρίζει τίποτα περισσότερο από τα χωρικά ύδατα των 6 ν.μ. Αν και φέρει μόνιμη αντίρρηση στο σχετικό άρθρο της Συνθήκης, η ίδια έχει επεκτείνει τα εθνικά της ύδατα στη Μαύρη Θάλασσα στα 12 ν.μ. Κατά την επικύρωση της Συνθήκης το 1995, από το ελληνικό κοινοβούλιο, η Τουρκία δήλωσε ότι στην περίπτωση που η Ελλάδα θα επεκτείνει τα εθνικά της ύδατα πέραν των 6 ν.μ., αυτό θα εκληφθεί ως απόπειρα περιορισμού της καθώς και άμεση προσβολή της εθνικής της κυριαρχίας. Με αυτόν τον ισχυρισμό ισχύει ακόμη και σήμερα το λεγόμενο casus belli.

 Μέγιστης σημασίας είναι η κανονική οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ με την Αίγυπτο, ώστε να μην κινδυνεύσει το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης να αποκοπεί από την ενότητα της ηπειρωτικής συνέχειας που αποτελεί και της ελληνικής κυριαρχίας στην οποία βρίσκεται. Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος με την πολιτική που ασκείται από την Τουρκία και μέσω πιέσεων της διεθνούς πολιτικής, με μια κακή συμφωνία και κακή συγκυρία να μπει στο καθεστώς των γκρίζων ζωνών, όπως έγινε και με τα Ίμια. Γιατί τα Ίμια ήταν ένα πολύ έξυπνο σχέδιο για την παραπομπή των διαφορών μας σε θέματα εθνικής κυριαρχίας με την Τουρκία στη Χάγη. Όταν φτάσουν οι διαφορές μας στη Χάγη, μετά από ένα “αναμενόμενο” σοβαρό επεισόδιο που μπορεί να λάβει χώρα στο Αιγαίο, μέσα από την καθημερινή προκλητικότητα της Τουρκίας, εκεί θα αποφασίσουν για δημιουργία γκρίζων ζωνών και σε άλλες νησίδες του Ελληνικού Αρχιπελάγους, λόγω των τετελεσμένων γεγονότων που θα έχει δημιουργήσει η Τουρκία. Το Αιγαίο αποτελούσε πάντα γεωστρατηγικό σημείο που εξακολουθεί να έχει πολύ μεγάλη στρατηγική σημασία για όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου διότι εμπλέκονται όλα τα οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα των φορέων της διεθνούς κοινότητας. 

Εκεί στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης είναι στραμμένα τα βλέμματα όλων των “παικτών” των μεγάλων δυνάμεων που επιθυμούν τη συρρίκνωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της ελληνικής πλευράς στο Αιγαίο, ώστε με τη συνεκμετάλλευση του πλούτου, τη μεταφορά κοιτασμάτων και εμπορίου, του ελέγχου των στενών και των θαλάσσιων δρόμων, να εξασφαλίσουν επιρροή σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Σε πρώτη είδηση που είναι ενδεικτική των τουρκικών προθέσεων, εξελίσσεται το παιχνίδι της Τουρκίας με το Ορούτς Ρέις, που πλέει στα όρια της παράνομης τουρκικής NAVTEX, πλησιάζοντας αυτές τις ημέρες το Καστελλόριζο. Το ερευνητικό σκάφος μάλιστα, βρέθηκε να πλέει λίγο πιο πάνω από τα 12 μίλια από τη νήσο Στρογγύλη, ενώ βρισκόταν στα 14 μίλια νοτιοανατολικά του Καστελλόριζου, δημιουργώντας ακόμα μία ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Για την πολιτεία επιτέλους είναι καιρός, να ασκήσει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, για να αλλάξει το διαρκώς εις βάρος μας κλίμα στο Αιγαίο και να διασφαλίσει το εθνικό συμφέρον και την εθνική ανεξαρτησία μας, που της παρέχει η διεθνής Συνθήκη. Η Τουρκία ζητάει “γη και ύδωρ”, επιδιώκει τη διχοτόμηση του Αιγαίου και επιθυμεί όχι μόνο τον πλούτο της θάλασσας αλλά και τα νησιά μας. Η ελληνική πολιτεία με την κυβέρνηση δεν πρέπει να πάει σε διαπραγματεύσεις, σε συνομιλίες ή στη Χάγη, με τον κίνδυνο της εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας, μπορεί να χειριστεί όμως το θέμα σε καθαρά εθνικά πλαίσια. 

Μέσα σε αυτό το κλίμα της συνεχούς προκλητικότητας από την πλευρά της Τουρκίας έχουμε και αυτό το πραγματικά τραγικό γεγονός να εμφανίζεται χάρτης της Ελλάδας μας, χωρίς το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης στην αίθουσα του Μεγάλου Συνοδικού σε εκδήλωση της ιεραρχίας της Ελλαδικής Εκκλησίας. Λόγω της προετοιμασίας της ιεραρχίας της ιεράς Συνόδου και της συμμετοχής των Ιερών Μητροπόλεων στην επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική επανάσταση (1821-2021), κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του προγράμματος αυτής, από τον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, παρατηρήθηκε το γεγονός του παραποιημένου χάρτη. Πώς θα ήταν δυνατό να το δούμε και να μη μιλήσουμε, να μην το αναδείξουμε ως σφάλμα; Πώς επίσης θα ήταν αδύνατο να μη μας λυπήσει όλους το γεγονός αυτό που συμβαίνει δημόσια; Εκθέτει την ιεραρχία και προβληματίζει την ελληνική κοινωνία και μας βάζει το λογισμό ότι δεν μπορεί να συμβαίνει τυχαία αυτό. Δε δεχόμαστε τέτοιες μεθοδεύσεις που χρησιμοποιούν πάντα οι γείτονες λαοί, που θέλουν να κλέψουν την ιστορία μας και συνήθως από παλιά παραποιούν τους χάρτες μας.

Η ιεραρχία θα έπρεπε να ήταν πολύ προσεκτική, αλλά πριν από τη δήλωση του Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, ότι “θα δοθεί άμεσα η εντολή να διορθωθεί ο χάρτης”, θα έπρεπε να αναλογιστεί η ίδια πώς θα εορταστεί μία μέγιστη επέτειος με μαύρες μάσκες, με αποστάσεις και κορδέλες στις αγίες εικόνες και αντισηπτικά και μέτρα μεσ’ στις εκκλησιές και τα μοναστήρια του έθνους μας. Εκεί που γονάτισαν οι άγιοι και οι ήρωες του 21 και προσεύχονταν για την πατρίδα, εκεί που κήρυξαν την επανάσταση, οργάνωσαν τον αγώνα, εκεί που σφαγιάστηκαν και κάηκαν ζωντανοί για την πίστη τους. Δε φοβήθηκαν ασθένειες και πείνα και άφησαν τις ανέσεις τους όλες και έδωσαν περιουσία, κτήματα, καράβια και τη ζωή τους έδωσαν για την οικογένεια και για την πατρίδα.

Πώς θα μας παρουσιάσει την τόλμη, την ανδρεία τους, την πίστη και τις θυσίες τους, η κάθε Μητρόπολη με αυτό το χάλι που βρίσκεται; Επομένως πριν την άμεση εντολή για τη διόρθωση του χάρτη, ήταν αναγκαίο να δοθεί εντολή για τη διόρθωση της πορείας της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας. Την τήρηση του νόμου του Θεού περιμένουμε από την ιεραρχία και το έμπρακτο παράδειγμά τους προς το ποίμνιο και όχι την τήρηση όλων των απαιτουμένων μέτρων βάσει των οδηγιών των αρμόδιων υγειονομικών αρχών του Καίσαρα. Η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι κρατική εκκλησία, αλλά ζώσα Εκκλησία με ιεραποστολικό και σωτηριολογικό πνευματικό έργο. Η Εκκλησία μάς έμαθε το 21, γραφή και ανάγνωση και ιστορία, μέσα από το ψαλτήρι και το οκτωήχι των ακολουθιών και την αγία Γραφή. Μας κατήχησε, μας βάφτισε και μας έδειξε τον αληθινό Ποιμένα μας, με τους αγίους Πατέρες που δεν έλειψαν ποτέ από την Ορθοδοξία μας, να μας νουθετούν και να μας καθοδηγούν. Αυτή την συνέχεια επιζητούμε και σήμερα για να έχουμε μέλλον στην ιστορία, όχι μέσα στον διορθωμένο επετειακό χάρτη μιας εκδήλωσης, αλλά στην ζώσα και ελεύθερη Ορθόδοξη Πατρίδα και στη μέλλουσα αιώνια Πατρίδα.

Η ιστορία του έθνους μας είναι χωρίς καμία αμφιβολία το βασικότερο θεμέλιο της δικής του υπόστασης, είναι η τιμή του και η απαραίτητη πνευματική τροφή για κάθε πολίτη του. Κατά συνέπεια η ιστορία πρέπει να μελετάται προσεκτικά και να καταγράφεται με αντικειμενικότητα και ακρίβεια, ώστε να δημιουργούνται σταθερά και δυνατά ερείσματα για την οικοδόμηση της σύγχρονης πορείας του έθνους. 

Σοφά λοιπόν, έχει διατυπωθεί η ρήση: «Λαός που δεν γνωρίζει το παρελθόν του δεν μπορεί να οικοδομήσει το μέλλον του».

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Δείτε σχετικά:Ο χάρτης της Ελλάδος με το Καστελλόριζο ή επισήμως Μεγίστη