Ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Ὁμότιμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

«Ἱερὴ παρρησία καὶ ἀνίερη δουλοπρέπεια…»

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr
Ἀναδημοσιεύουμε ἀπό τό Ἰστολόγιο Κατάνυξη

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Ἱερὴ παρρησία καὶ ἀνίερη δουλοπρέπεια

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ

1. Ὁ ὁμιλητικός πλοῦτος τῶν Ἁγίων Πατέρων

Ἀναζητήσαμε πατερικές ὁμιλίες γιά νά πλουτίσουμε τό λειτουργικό κήρυγμα κατά τήν ἐφετινή ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Κατά τήν ὑπερεικοσιπενταετῆ ἱερατική μας διακονία ἀναπτύξαμε ποικιλία θεμάτων, φροντίζοντας νά μήν ἐπαναλαμβάνουμε κάθε χρόνο τά ἴδια. Στήν Ἁγιογραφική καί Πατερική γραμματεία, ὅπως καί στήν Ὑμνογραφία μας, μπορεῖ κανείς νά ἐντοπίσει πλοῦτο θεμάτων, ἱστορικούς, λειτουρ-γικούς, δογματικούς, ἠθικούς, νηπτικούς καί ἄλλους θησαυρούς γιά νά ὠφελήσει τούς πιστούς, πού διψοῦν νά ἀκούσουν πατερικό κήρυγμα καί ὄχι πολιτικοκοινωνικές, φιλοσοφικές, ψυχολογικές ἀναλύσεις καί προσωπικές ἀναφορές καί ἱστορίες. Θέλει δουλειά, ἔρευνα καί κόπο ἕνα καλό κήρυγμα.

Γιά τόν Τίμιο Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως ἔχουν γραφῆ πολλά καί ἐξαιρετικά πατερικά κείμενα. Στόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο ἀποδίδονται πολλές, πάνω ἀπό δέκα, ὁμιλίες, οἱ περισσότερες τῶν ὁποίων ὅμως, σύμφωνα μέ τήν πατρολογική ἔρευνα, εἶναι νόθες ἤ ἀμφιβαλλόμενες. Χρειάζεται γι᾽ αὐτό προσοχή καί γνώση κατά τήν ἐπιλογή τῶν κειμένων, ὥστε ὅσα παρουσιάζει ὁ ὁμιλητής νά προέρχονται ἀπό γνήσια ἔργα τοῦ Χρυσοστόμου, νά εἶναι ἀναμφισβήτητη ἡ πατρότητά τους. Στήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ δέν ἔχει ἀφιερώσει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος κάποια ὁμιλία, οἱ παρατιθέμενες δέ ὁμιλίες σέ κάποιες συλλογές καί συναξάρια δέν εἶναι γνήσιες. Ὑπάρχουν ὅμως σέ ἄλλες του ὁμιλίες, γνήσιες, ἀξιοθαύμαστες καί μοναδικές ἀναφορές στόν Τίμιο Σταυρό, ἀληθινά ὁμιλητικά καί πνευματικά διαμάντια, πού θά παρουσιάσουμε σέ ἄλλη εὐκαιρία.

Δύο σταθμοί πάντως τῆς πολυτάραχης σταυρικῆς καί μαρτυρικῆς του ζωῆς συνδέονται μέ τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί σ᾽ αὐτούς θά ἀναφερθοῦμε σύντομα. Ὁ ἕνας μάλιστα ἐξ αὐτῶν ἔχει σχέση μέ τήν θαρραλέα σύγκρουσή του μέ τήν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία, ἡ ὁποία μαζί μέ τόν ραδιοῦργο πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο ἦσαν οἱ κύριοι παράγοντες τῶν ἐξοντωτικῶν διωγμῶν ἐναντίον του, μέ τήν σύμφωνη γνώμη τῆς πλειονότητας δειλῶν καί ἀναξίων ἐπισκόπων, ὅπως συνέβη καί συμβαίνει συχνά στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία καί στούς καιρούς μας. Ὁ ἄλλος σταθμός εἶναι ὁ μαρτυρικός του θάνατος, πού ἐπισυνέβη τήν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407, μετά ἀπό τριετῆ ἐξορία στίς ἀπόμακρες καί ἀπρόσιτες κωμοπόλεις Κουκουσό καί Ἀραβισσό τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Ταύρου καί Ἀντίταυρου καί μετά ἀπό τρίμηνη ἐξαντλητική πεζοπορία μέσα στήν κάψα τοῦ καλοκαιριοῦ γιά νά φθάσουν ἀπό τήν Ἀραβισσό στήν μακρινή Πιτυοῦντα τοῦ Καυκάσου, ἀπό τόν Ἰούνιο μέχρι τόν Σεπτέμβριο τοῦ 407. Ἡ ἐξάντληση ὅμως καί ἡ ἐξασθένησή του, πού καθιστοῦσαν πλέον ἀδύνατη τήν πορεία, διέκοψαν τήν συνέχισή της περίπου στό ἕνα τρίτο τῆς ἀπόστασης, καί τόν ὁδήγησαν στήν ἔνδοξη κοίμησή του στά Κόμανα τοῦ Πόντου, τήν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ταιριαστή ἡμέρα στήν δική του σταυρική πορεία.

2. Κλείνει τίς πόρτες τοῦ ναοῦ καί ἀπαγορεύει στήν βασίλισσα Εὐδοξία νά εἰσέλθει

Οἱ σχέσεις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου μέ τόν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο, γιό τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου καί τήν σύζυγό του Εὐδοξία, ἦσαν ἀρχικά ἄριστες. Στήν ἐκτίμηση καί στόν θαυμασμό ἀμφοτέρων γιά τόν φημισμένο κληρικό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας, τοῦ ὁποίου ἡ ρητορική δεινότητα, ἡ λογιοσύνη καί ἡ ἀρετή εἶχαν οἰκουμενική ἀπήχηση καί ἀποδοχή, ὀφείλεται ἡ ἐκλογή καί ἄνοδός του στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης, μετά τόν θάνατο τοῦ πατριάρχου Νεκταρίου τό 397. Ὁ ἴδιος ἀντέδρασε καί ἀρνήθηκε αὐτήν τήν τιμητική καί πολυεύθυνη ἐκλογή, δίνοντας καλό παράδειγμα στήν πλειονότητα τῶν κληρικῶν πού ἐπιδιώκουν μέ ποικίλους τρόπους, πολλάκις ἀθέμιτους καί ἀνέντιμους, νά καταλάβουν ἐπισκοπικούς θρόνους. Ἀποφασιστικά ἀντέδρασε καί ὁ λαός τῆς Ἀντιοχείας δηλώνοντας ὅτι δέν θά ἄφηναν μέ κάθε θυσία νά φύγει ὁ πολύτιμος πνευματικός θησαυρός πού ἐχάρισε ὁ Θεός στήν πόλη τους. Φαίνεται ὅμως πώς ἦταν θέλημα Θεοῦ νά λάμψει ἡ ἀρετή τοῦ Χρυσοστόμου στόν πιό περίβλεπτο τότε θρόνο τῆς νέας πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας, ὁ ὁποῖος ἤδη ἐξ αἰτίας καί τοῦ Χρυσοστόμου διεκδικοῦσε τά ἴσα πρωτεῖα, τήν ἴδια τιμή, μέ τόν πρῶτο θρόνο τῆς παλαιᾶς Ρώμης καί ἐκτόπιζε στήν τρίτη θέση τῶν πρεσβείων τιμῆς τόν ἀρχαῖο ἐπίσης θρόνο τῆς Ἀλεξάνδρειας. Γι᾽ αὐτό καί ὁ αὐτοκράτορας Ἀρκάδιος σέ συνεννόηση μέ τόν ἔπαρχο τῆς Ἀντιοχείας ὀργάνωσαν μυστικά τήν ἀπαγωγή τοῦ Χρυσοστόμου, τόν ὁποῖο ὁδήγησαν ἄκοντα στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου μέ ἐνθουσιασμό ἔγινε δεκτός ἀπό τόν κλῆρο καί τό λαό τῆς νέας πρωτεύουσας. Χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος στίς 15 Δεκεμβρίου τοῦ 397 ἀπό τόν μετέπειτα ἄσπονδο ἐχθρό του πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο, καί ἡ ἐνθρόνισή του ἔγινε τόν Φεβρουάριο τοῦ 398.

Κέρδισε ἀμέσως τήν ἀγάπη καί τήν ἐκτίμηση τοῦ λαοῦ μέ τήν παρρησία, τήν εὐθύτητα, τό μοναδικό καί ἀξεπέραστο χάρισμα τοῦ λόγου, τήν ἐλευθεροστομία καί ἀφοβία του στό νά ἐλέγχει τούς ἰσχυρούς καί νά ὑποστηρίζει τούς ἀδυνάτους, πρό παντός ὅμως μέ τήν ἁγία βιοτή του καί τήν συνέπεια λόγων καί ἔργων. Συγχρόνως ὅμως ἐκίνησε καί τήν ὀργή καί τόν φθόνο αὐτῶν πού ἐλέγχονταν, πολιτικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων, κυρίως διότι ἤλεγχε τήν τρυφηλή, πολυτελῆ καί σπάταλη ζωή τους, τήν ἀσπλαγχνία τους ἔναντι τῶν πτωχῶν καί ἀδυνάτων. Στό ἀντιχρυσοστομικό αὐτό κίνημα πρωτοστατοῦσε δυστυχῶς τώρα ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία. Θά παραλείψουμε τίς σχετικές λεπτομέρειες καί θά ἔλθουμε ἀμέσως στό ἐπεισόδιο πού ἔχει σχέση μέ τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κατά τό ὁποῖο ὁ Χρυσόστομος ὕψωσε τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα καί κῦρος μπροστά στήν πανίσχυρη Εὐδοξία καί ἔδειξε τήν δύναμη πού ἔχουν ὅσοι ἀποφάσισαν νά ἀπαρνηθοῦν τόν ἑαυτό τους, τά κοσμικά καί τά γήϊνα, νά σηκώσουν τόν Σταυρό καί νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό κατά τήν προτροπή του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι»1.

Σύμφωνα λοιπόν μέ τήν διήγηση τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ2, κατά τήν ἐποχή τοῦ τρυγητοῦ ἡ βασίλισσα Εὐδοξία ἐπισκέφθηκε βασιλικό ἀμπελώνα μέ τόν ὁποῖο συνόρευε τό ἀμπέλι χήρας γυναίκας. Στό ξένο ἀμπέλι μπῆκε ἡ βασίλισσα καί ἔκοψε ἕνα σταφύλι. Ὅταν κάποιος τῆς εἶπε ὅτι τό ἀμπέλι ἀνήκει σέ ἄλλον, ἐκείνη ἀπήντησε ὅτι ἀπό τώρα τό ἀμπέλι ἀνήκει στά βασιλικά κτήματα. Εἶχε ἐπικρατήσει δυστυχῶς ἕνα πονηρότατο ἔθιμο πλεονεξίας καί κολακείας, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο σέ ὅποιο ἀγρό μπεῖ ὁ βασιλιάς καί δοκιμάσει τούς καρπούς του, αὐτός ἀμέσως ὑπολογίζεται ὡς βασιλικό κτῆμα, ἐνῶ ὁ ἰδιοκτήτης ἀποζημιώνεται μέ ἄλλο ἀγρό ἤ μέ τήν χρηματική ἀξία τοῦ κτήματος. Κατά τήν γνώμη τοῦ ἁγίου Συμεών ἡ Εὐδοξία προέβη σέ αὐτήν τήν διαρπαγή ξένης ἰδιοκτησίας, γιατί θέλησε ἀφ᾽ ἑνός νά λυπήσει τήν χήρα πού εἶχε προστεθῆ στούς φίλους τοῦ Χρυσοστόμου καί ἀφ᾽ ἑτέρου ὑπολογίζουσα στήν ὑποστήριξη τῆς χήρας ἐκ μέρους του νά βρεῖ πρόφαση νά τόν ἐκθρονίσει, ὡς μή ἀναγνωρίζοντα τά βασιλικά δίκαια. Πράγματι, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἔγραψε ἐπιστολή εὐγενική συνιστώντας νά ἐπιστρέψει τόν διαρπαγέντα ἀγρό καί νά ἀποκαταστήσει τήν ἀδικία, χωρίς ὅμως τό ἀναμενόμενο ἀποτέλεσμα. Σχολιάζοντας αὐτήν τήν ἐμμονή στό κακό ὁ Ἅγιος Συμεών μᾶς παραθέτει τό παροιμιακῶς λεγόμενο ὅτι «οὔτε τό στραβό ξύλο μπορεῖς νά τό ἰσιάσεις, οὔτε τόν ἀχινό νά τόν κάνεις λεῖο, οὔτε τόν κάβουρα νά τόν μάθεις νά βαδίζει σωστά»3. Δέν ἀρκέσθηκε στήν ἐπιστολή ὁ δίκαιος πατριάρχης, ἀλλά ἐπισκέφθηκε προσωπικά τήν Εὐδοξία, τήν ὁποία, ὅταν ἀντελήφθη ὅτι ἐπιμένει ἀνυποχώρητη στήν κατοχή τοῦ ἀγροῦ, ἤλεγξε αὐστηρότερα, λέγοντάς της ὅτι πρέπει νά ἐπιστρέψει στήν χήρα τήν ἰδιοκτησία της, γιατί διαφορετικά ὁμοιάζει μέ τήν Ἰεζάβελ τήν γυναίκα τοῦ βασιλιᾶ Ἀχαάβ: «Ἀπόδος οὖν ἔφη τῇ γυναικί τό ἴδιον. Τί γάρ καί τῇ Ἀχαάβ γυναικί ὁμοιοῦν σεαυτήν ἐσπούδακας;»4.

Ἡ Εὐδοξία ὀργίσθηκε πολύ μέ τόν ἔλεγχο αὐτό καί εἶπε ὅτι δέν ἀνέχεται νά τήν ὑβρίζουν, γι᾽ αὐτό καί θά ἀντιδράσει ἀνάλογα. Στήν χήρα ὄχι μόνο δέν θά ἐπιστρέψει τόν ἀμπελώνα, ἀλλά οὔτε κάποιο ἀντίτιμο θά τῆς καταβάλει. Ὁ Χρυσόστομος δέν πτοήθηκε βέβαια ἀπό τήν ὀργή τῆς βασίλισσας, ἀλλά μόλις ἐπέστρεψε ἀπό τά ἀνάκτορα, ἔδωσε ἐντολή στούς θυρωρούς τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ὅταν ἔλθει ἡ βασίλισσα, νά κλείσουν τίς πόρτες καί νά μή τῆς ἐπιτρέψουν τήν εἴσοδο: «Οὕτω τῶν βασιλείων ὁ μέγας ἐπανελθών, τοῖς τοῦ ἱεροῦ θυρωροῖς ἐπιτάττει παραγενομένῃ τῇ Εὐδοξίᾳ ἐπιζυγῶσαι τάς θύρας καί μή ἐφεῖναι τό παράπαν αὐτῇ τήν εἴσοδον»5. Ἤδη ὁ βιογράφος μπροστά στήν γενναία αὐτή ἀπόφαση, ἀντάξια ἑνός ἀληθινοῦ ἐπισκόπου, προλαβαίνει καί τόν ὀνομάζει μεγάλο· «τῶν βασιλείων ὁ μέγας ἐπανελθών». Ὅλη ἡ ζωή καί ἡ δράση τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι γεμᾶτες ἀπό πράξεις μεγαλείου6. Ἦταν παραμονές τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, καί ὅσα στήν συνέχεια συνέβησαν ὑπῆρξαν ἡ αἰτία νά ἀναφερθοῦμε καί ἐμεῖς σ᾽ αὐτό τό γεγονός λόγῳ τῆς ἑορτολογικῆς συγκυρίας: «Βραχύ τό ἐν μέσῳ καί ἑορτή παρῆν, καθ᾽ ἥν τό τοῦ θείου Σταυροῦ ξύλον ὑψοῦται». Κατάμεστος ἀσφυκτικά ὁ ναός, ὄχι μόνο γιά τήν τιμή τῆς ἑορτῆς, ἀλλά καί γιατί εἶχαν γοητευθῆ ὅλοι ἀπό τήν χρυσῆ γλώσσα τοῦ Ἰωάννη, ἀπό τό στόμα τοῦ ὁποίου νόμιζαν πώς δέν ἔβγαιναν λέξεις, ἀλλά ἔρρεε κάτι πόσιμο νεκταρῶδες καί πεντακάθαρο. Ὑπῆρχαν μάλιστα καί ταχυγράφοι, ὥστε νά μή χαθεῖ τίποτε, ἀλλά οἱ λόγοι του νά διατηρηθοῦν ὡς πολύτιμος θησαυρός. Σέ λίγο ἔφθασε καί ἡ Εὐδοξία μέ τήν πολυπληθῆ συνοδεία της καί ὅλη τήν βασιλική μεγαλοπρέπεια. Ποιός θά τολμοῦσε νά παρεποδίσει τήν εἴσοδό της στόν ναό; Ἦταν ὅμως τόσο τό κῦρος τοῦ Χρυσοστόμου καί ἡ ἐπίδρασή του στούς πιστούς, ὥστε οἱ θυρωροί, οἱ νεωκόροι, ἔφθασαν στίς πόρτες καί τίς ἔκλεισαν, ὅπως τούς εἶχε δώσει ἐντολή νά πράξουν: «Οἱ θυρωροί θυρῶν εἴχοντο, καί ὅπερ ἦν αὐτοῖς ἐπιτεταγμένον ἐποίουν». Ἔγινε πῦρ καί μανία ἡ βασίλισσα ἀπό τόν θυμό της καί προσκαλοῦσε τόν λαό νά γίνει μάρτυρας γιά τήν ὑβριστική αὐτή συμπεριφορά τοῦ πατριάρχη. Ἐνῶ δέ προσπαθοῦσαν οἱ συνοδοί της νά ἀνοίξουν μέ βία τίς πόρτες, ἕνας ἀπό αὐτούς ἔσυρε τό ξίφος του ἐναντίον τῆς ἱερῆς πόρτας. Μόλις ὅμως σήκωσε τό ὑβριστικό του χέρι, αὐτό ἔμεινε ξερό καί παράλυτο, μέ συνέπεια νά φοβηθοῦν καί ἡ Εὐδοξία καί οἱ συνοδοί της. Γιατί ἡ ἐντολή πού ἔδωσε ὁ μέγας Χρυσόστομος νά ἀπαγορευθεῖ ἡ εἴσοδος στήν βασίλισσα δέν εἶχε κάτι ἀπό τά ἀνθρώπινα κίνητρα· ὀφειλόταν σέ θεῖο ζῆλο καί ἀπέβλεπε στήν δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶχε ὡς αἰτία τό νά μή καταφρονοῦνται τά ἱερά: «Τό γάρ ὑπό τοῦ μεγάλου διαταγέν οὐχ ἁπλῶς ἦν, οὐδέ τι εἶχε τῶν ἀνθρωπίνων, ἀλλά κατά θεῖον ὑπῆρχε ζῆλον, εἰς δόξαν Θεοῦ γινόμενον· ἡ δέ αἰτία, τοῦ μή καταφρονεῖσθαι τά ἱερά»7.

Ἡ πανίσχυρη καί ὀργισμένη βασίλισσα, ἀφοῦ ἐμποδίσθηκε νά περάσει τά ἱερά πρόθυρα, ἐπέστρεψε στά ἀνάκτορα. Αὐτός ὅμως πού τιμωρήθηκε μέ τήν παράλυση τοῦ χεριοῦ του, ἐπειδή ἡ πνευματική του ἀσθένεια δέν ἦταν ἀνίατη, ὅπως τῆς βασίλισσας, συνῆλθε ἀπό τό κτύπημα, ἔδειξε εὐγένεια ψυχῆς, καί παρουσίᾳ πολλῶν προσῆλθε στόν πατριάρχη καί ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων ὅτι ἁμάρτησε καί ὅτι μετανοεῖ καί παρακαλεῖ νά θεραπευθεῖ τό χέρι του. Ὁ Χρυσόστομος μέ πολλή ἀγάπη τοῦ συνέστησε νά πλύνει τό χέρι του στό νιπτῆρα τοῦ ἱεροῦ, καί, ἀφοῦ αὐτό ἔγινε, θεραπεύθηκε τό χέρι καί ὑψώθηκε πρό τόν Θεό ὁμολογώντας τήν Χάρη τοῦ θαύματος8.

3. Δέν λιποτάκτησε μπροστά στούς ἰσχυρούς

Καί ἀπέναντι στόν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο ἐκράτησε τήν ἴδια στάση παρρησίας, ἀποστολικοῦ καί ἱερατικοῦ θάρρους, ὅπως καί ἀπέναντι πολλῶν ἄλλων ἰσχυρῶν, πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωματούχων, ὅπως ἦσαν ὁ πανίσχυρος στρατηγός τῶν Γότθων Γαϊνᾶς, ὁ ἰσχυρός ἐπίσης πρωθυπουργός καί ἐπίτροπος τοῦ Ἀρκαδίου Εὐτρόπιος, καί ὁ ραδιοῦργος καί παντοδύναμος πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος καί ἡ περί αὐτόν μιαρή ὁμάδα τῶν ἐπισκόπων πού κατεδίκασαν στήν διαβόητη καί ληστρική Ἐπί Δρῦν σύνοδο τοῦ 403 σέ καθαίρεση καί ἐξορία τόν ἀδαμάντινο καί ἀσυμβίβαστο ἱεράρχη. Πρέπει νά ἐντρέπονται σημερινοί δειλοί καί παραπαίοντες σάν τά καλάμια στόν ἄνεμο ἀρχιερεῖς, κολλημένοι σάν στρείδια στίς ἐπισκοπικές ἀνέσεις καί ἐξουσίες, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἐλέγχονται γιά τίς παλίμβουλες, ἀλλοπρόσαλλες, ἐξευτελιστικές ἀποφάσεις καί γνῶμες τους, τολμοῦν καί ἐπικαλοῦνται ἄσχετες θέσεις καί γνῶμες τοῦ Χρυσοστόμου, γιά νά καλύψουν τήν δειλία καί τήν δουλοπρέπειά τους ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς πολιτείας.

Γιά νά μή μεγεθύνουμε πολύ τό κείμενο μνημονεύουμε μόνο τήν ἀπάντηση πού ἔδωσε στόν αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο, ὁ ὁποῖος τιμώντας καί σεβόμενος τό μεγαλεῖο τοῦ Μεγάλου Ἀρχιεπισκόπου δίσταζε νά τόν ἐκδιώξει διά τῆς βίας ἀπό τόν θρόνο του καί νά τόν ἐξορίσει. Ξεπέρασε τούς δισταγμούς κάτω ἀπό τίς πιέσεις τῆς Εὐδοξίας καί προπαντός τῶν κακῶν ἐπισκόπων καί ἔδωσε τελικά ἐντολή διά τῆς βίας νά ἐξορισθεῖ ὁ Ἰωάννης. Ὁ Παλλάδιος Ἑλενουπόλεως, ὁ καλύτερος καί πιό ἀξιόπιστος βιογράφος τοῦ Χρυσοστόμου, ἐκτιμᾶ ὅτι ὁ βασιλεύς ἦταν ἀμέτοχος καί ἀναίτιος στίς ἐχθρικές ἐνέργειες ἐναντίον του καί ὅτι τελικῶς νομίζοντας ὅτι οἱ ἐπίσκοποι ἔπρατταν πάντοτε τό σωστό, ὅπως ἀφελῶς πιστεύουν καί πολλοί σήμερα, δέχθηκε τήν γνώμη καί τίς ἀποφάσεις τους: «Ἦν δ᾽ ἐπί πάντων τῶν γεγενημένων ἀναίτιος ὁ βασιλεύς… ὁ δέ βασιλεύς ἐξ ἀνάγκης ὀχλούμενος ὑπ᾽ αὐτῶν, ὡς ἐπισκόποις ἐπίστευσεν. Ὁ γάρ ἀληθῶς πρεσβύτερος ἤ ἐπίσκοπος ψεῦδος οὐκ οἶδε». Σέ μία τελευταία του προσπάθεια νά τούς μεταπείσει τούς εἶπε νά σκεφθοῦν μήπως κάνουν λάθος. Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπήντησαν: «Βασιλεῦ, ἐπί τήν κεφαλήν ἡμῶν ἡ Ἰωάννου καθαίρεσις», ἐπαναλαμβάνοντας ὅσα διαδραματίσθηκαν μεταξύ τοῦ Πιλάτου καί τῶν Ἰουδαίων ἀρχόντων. Καί ὅταν τελικά ὁ αὐτοκράτωρ διεμήνυσε στόν Ἰωάννη νά φύγει μόνος του ἀπό τήν Ἐκκλησία, γιά νά ἀποφευχθοῦν οἱ ἀντιδράσεις τοῦ λαοῦ καί οἱ συγκρούσεις, ὁ καλός ποιμήν, ὁ ἐπιστήμων τῆς ἱερωσύνης, ὅπως ἀποκαλεῖται, γνωρίζοντας ὅτι τήν ἱερωσύνη τήν ὀφείλουν οἱ ἐπίσκοποι καί οἱ ἱερεῖς στόν Θεό, καί ὄχι σέ ἀνθρώπους, εἴτε σ᾽αὐτούς πού τούς ἐχειροτόνησαν εἴτε σ᾽ αὐτούς πού μεσολάβησαν, ἀπάντησε ἱεροπρεπέστατα πώς δέν μπορεῖ νά λιποτακτήσει ἑκουσίως ἀφήνοντας τό ποίμνιο ἀπροστάτευτο, ὅπως δυστυχῶς ἔπραξε αὐτές τίς ἡμέρες λιποτάκτης ἀρχιμανδρίτης, ἐπαινούμενος ἀπό ἀμαθεῖς καί ἀμυήτους. Μόνο ἀκουσίως καί μέ ἄσκηση βίας θά ἐγκατέλειπε τόν θρόνο: «Ἐγώ παρά τοῦ Σωτῆρος Θεοῦ ὑποδέδεγμαι τήν Ἐκκλησίαν ταύτην εἰς ἐπιμέλειαν τῆς τοῦ λαοῦ σωτηρίας, καί οὐ δύναμαι αὐτήν καταλεῖψαι· εἰ δέ τοῦτο βούλει (ἡ γάρ πόλις σοι διαφέρει), βίᾳ με ἐξέωσον, ἵνα ἔχω ἀπολογίαν τῆς λειποταξίας τήν σήν αὐθεντίαν»9.

4. Ἔτσι διαμορφώθηκε ἡ συναλληλία Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Τώρα οἱ τῆς Ἐκκλησίας ἔγιναν ὑπάλληλοι τοῦ καίσαρα – πρωθυπουργοῦ.

Τέτοια παραδείγματα ἀρχιερέων, ἀληθινῶν ἐπισκόπων καί ὄχι ψευδεπισκόπων, διαμόρφωσαν τίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας στό χιλιετές μοναδικό ὀρθόδοξο κράτος τῆς Ρωμιοσύνης τοῦ Βυζαντίου. Ὁ Χρυσόστομος συνέβαλε ἀποφασιστικά καί καθοριστικά εἰς αὐτό. Θεωρεῖ ὅτι ὁ κάθε ἕνας ἀπό τούς δύο θεσμούς πρέπει νά κινεῖται μέσα στά ὅρια τῆς ἀποστολῆς του καί νά μή ἐπεμβαίνει στίς ἁρμοδιότητες τοῦ ἄλλου. Διαγράφει μέ σαφήνεια αὐτά τά ὅρια, τούς διακριτούς ρόλους, ὅπως λέγεται σήμερα στή σχετική συζήτηση τοῦ θέματος: «Ἄλλοι ὅροι βασιλείας καί ἄλλοι ὅροι ἱερωσύνης… Οὗτος μέν γάρ τά ἐπί γῆς ἔλαχεν οἰκονομεῖν· ὁ δέ τῆς ἱερωσύνης θεσμός ἄνω κάθηται… Ὁ βασιλεύς σώματα ἐμπιστεύεται, ὁ δέ ἱερεύς ψυχάς»10. Ἡ πολιτική ἐξουσία εἶναι ὑπεύθυνη γιά τά σωματικά καί τά ὑλικά, γιά ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου· ἡ ἐκκλησιαστική ἐξουσία φροντίζει γιά τά πνευματικά, γιά ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τήν ψυχή του. Τό κύριο ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἡ διευθέτηση τῶν βιωτικῶν πραγμάτων, ἀλλά ἡ προετοιμασία τῶν ἀνθρώπων γιά τόν οὐρανό. Τό πολίτεμα τῶν Χριστιανῶν, ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, βρίσκεται στόν οὐρανό. Ἡ πολιτεία ἐξ ἄλλου δέν ἔχει ὡς μέλημα τήν φιλοσοφία τῆς ζωῆς, νά διδάξει τί εἶναι ψυχή, τί κόσμος, ποιά εἶναι ἡ μετά θάνατον τύχη τοῦ ἀνθρώπου, καί πῶς θά κατορθώσουμε τήν ἀρετή. Αὐτά εἶναι ἔργο τῶν ἱερέων, ἐνῶ τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων ἔργο εἶναι τά συμβόλαια, οἱ συναλλαγές, τά χρήματα. Ὅλη ἡ φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά καταναλίσκεται στήν πνευματική οἰκοδομή τοῦ ἀνθρώπου καί στήν προετοιμασία του γιά τόν οὐρανό11.

Αὐτό βέβαια δέν σημαίνει ὅτι ἀπαγορεύεται καί ὁ ἐκ μέρους τῶν ἱερέων ἔλεγχος, ὅταν οἱ πολιτικοί ἄρχοντες λαμβάνουν ἄδικες ἀποφάσεις ἐναντίον τῶν ὀρθῶν τῆς πίστεως δογμάτων, ἐναντίον τῶν πτωχῶν καί ἀδυνάτων. Ἀποτελοῦν καί αὐτά καταστρατήγηση ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὁπότε ἐπιβάλλεται ὁ ἔλεγχος· δέν ἀποτελεῖ αὐτό ἀνάμειξη, ἀλλά ὑπόδειξη τῶν ὁρίων τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἐφαρμογή τοῦ «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις». Δέν θά πάρει ὁ ἱερεύς τά ὅπλα γιά νά ἀνατρέψει τούς ἄρχοντες, ἀλλά θά ἐλέγξει μέ παρρησία καί θάρρος: «Ἱερέως ἐλέγχειν ἐστί μόνον καί παρρησίαν ἐπιδείκνυσθαι, οὐχ ὅπλα κινεῖν, ἀλλά μόνον ἐλέγχειν καί παρρησίαν ἐπιδείκνυσθαι»12. Ὁ ἴδιος ὁ Χρυσόστομος ἔμεινε αἰώνιον παράδειγμα παρρησίας, ὅταν, ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἤλεγξε τήν βασίλισσα Εὐδοξία γιά διαρπαγή τοῦ ἀμπελώνα φτωχῆς χήρας, καί γιά τήν διοργάνωση χορῶν καί πανηγύρεων μπροστά στήν προτομή της καί πρός τιμήν της στό προαύλιο τοῦ ναοῦ, πού παρενοχλοῦσαν τίς ἱερές ἀκολουθίες. Τήν εἰς βάρος του ἔκρηξη ὀργῆς τῆς βασίλισσας καί τήν ἀπόφαση γιά τήν ἐξορία του τά ἀντιμετώπισε μέ τά παγκοίνως γνωστά καί εὐφημούμενα: «Πάλιν Ἡρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται, πάλιν ζητεῖ τήν κεφαλήν Ἰωάννου ἐπί πίνακι»13.

Σέ πνευματικά θέματα ὀφείλουν οἱ πολιτικοί ἄρχοντες νά ὑπακούουν εἰς τούς ἱερεῖς, ὅπως ἀντίστοιχα στά πολιτικά ὀφείλουν οἱ ἱερεῖς νά ὑπακούουν εἰς τούς πολιτικούς, ἀκόμη καί οἱ ἀπόστολοι, οἱ εὐαγγελισταί, οἱ προφῆται, «οὐ γάρ ἀνατρέπει τήν εὐσέβειαν αὕτη ἡ ὑποταγή»14. Μέ θαυμασμό ἀναφέρεται ὁ Χρυσόστομος στόν ἱερομάρτυρα Βαβύλα καί ἐπαινεῖ τήν στάση του ἀπέναντι σέ πανίσχυρο αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε τέτοια ὠμότητα, ὥστε κατέσφαξε τό γιό τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν πού τόν εἶχε παραδώσει ὁ ἴδιος ὁ πατέρας του ὡς ὅμηρο γιά τήν τήρηση κάποιας συμφωνίας. Δέν ἐδίστασε ὁ ταπεινός ἐπίσκοπος νά ἐκδιώξει ἀπό τόν ναό τόν ἁμαρτήσαντα βασιλέα, ὅπως διαχωρίζει ὁ ποιμήν ἐκ τῆς ποίμνης τό ψωραλέο πρόβατο, γιά νά ἐμποδίσει τήν μετάδοση τῆς νόσου. Εἶναι συγκλονιστική ἡ ὁμιλία τοῦ Χρυσοστόμου Εἰς τόν μακάριον Βαβύλαν15.

Σέ σχέση πάντως μέ τούς πολιτικούς ἄρχοντες ὑπερέχουν οἱ ἐκκλησιαστικοί, ὄχι ὡς πρός τήν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας, ἀλλά λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπερέχει, εἶναι ὑψηλότερη ἡ ἀποστολή τους. Ἡ διαφορά τῶν ἀντικειμένων, τῶν χώρων τῆς ἀποστολῆς τους, προσδίδει ὑπεροχή στούς ἱερεῖς ἔναντι τῶν βασιλέων καί τῶν λοιπῶν πολιτικῶν ἀρχόντων. Αὐτή ἡ διαφορά παραλληλίζεται μέ τήν διαφορά οὐρανοῦ καί γῆς ἤ ψυχῆς καί σώματος: «Αὕτη γάρ ἡ ἀρχή τοσοῦτον τῆς πολιτικῆς ἀμείνων, ὅσον γῆς ὁ οὐρανός… ὅσον οὖν ψυχῆς καί σώματος τό μέσον, τοσοῦτον πάλιν αὕτη διέστηκεν ἐκείνης ἡ ἀρχή»16. Αὐτή ἡ πνευματική ὑπεροχή δικαιολογεῖ καί τήν πράξη τῆς χρίσεως τῶν βασιλέων ἀπό τούς ἐπισκόπους, ὅταν ἐστέφοντο βασιλεῖς καί ἀνελάμβαναν τά καθήκοντά τους: «Καί γάρ αὐτήν τήν βασιλικήν κεφαλήν οἱ ἱεροί νόμοι ταῖς τούτου φέροντες χερσίν ὑπέταξαν· καί ὅταν τι δέοι γενέσθαι χρηστόν ἄνωθεν, ὁ βασιλεύς πρός τόν ἱερέα, οὐχ ὁ ἱερεύς πρός τόν βασιλέα καταφεύγειν εἴωθε»17.

5. Πρότυπο τοῦ Χρυσοστόμου ὁ ἱερομάρτυς ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Βαβύλας (238-250)

Ἀπαγορεύοντας ὁ Χρυσόστομος στήν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία νά εἰσέλθει στό ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας σίγουρα εἶχε στόν νοῦ του ὡς πρότυπο τόν ἅγιο Ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας, τῆς πόλεως στήν ὁποία γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε καί τήν ὁποία διακόνησε ἐπί 5-6 ἔτη ὡς διάκονος (381-386) καί ἐπί 12 ἔτη ὡς πρεσβύτερος (386-397), μέχρις ὅτου ἀνῆλθε στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης. Σήμερα, ὅταν συνήθως θέλουμε νά παρουσιάσουμε γενναίους ἐπισκόπους πού ἐτόλμησαν νά ἀπαγορεύσουν τήν εἴσοδο βασιλέων σέ ναούς καί νά τονίσουμε τήν ἀνεξαρτησία τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν Πολιτεία, ἀναφερόμαστε δικαίως στήν ἱεροπρεπῆ καί θεάρεστη πράξη τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἐπισκόπου Μεδιολάνων (374-397), τοῦ σημερινοῦ Μιλάνου τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος ἀπαγόρευσε τήν εἴσοδο τοῦ εὐσεβοῦς καί ἁγίου αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379-395) στόν καθεδρικό ναό τοῦ Μιλάνου τό 390, ἐπειδή διέταξε καί σφαγιάσθηκαν ἑπτά χιλιάδες Θεσσαλονικεῖς στόν ἱππόδρομο τῆς πόλης, ὡς ἀντίποινα γιά τόν φόνο λίγων ἀξιωματικῶν κατά τήν διάρκεια λαϊκῆς ἐξέγερσης. Ἐπέβαλε ὀκτάμηνη μετάνοια ἀκοινωνησίας, τήν ὁποία ἐτήρησε ὁ αὐτοκράτωρ καί κατά τό διάστημα αὐτό δέν φοροῦσε τήν αὐτοκρατορική στολή· «βασιλικῷ κόσμῳ οὐκ ἐχρήσατο»18. Γενικῶς ἀπαγόρευσε στόν αὐτοκράτορα νά παραμένει μέσα στό Ἱερό Βῆμα μαζί μέ τούς κληρικούς κατά τήν διάρκεια τῆς Θείας Λατρείας, διότι ἐδίδασκε ὅτι ἡ βασιλική ἁλουργίδα, τό βασιλικό ἀξίωμα δηλαδή, ἀναδεικνύει βασιλεῖς, ὄχι ὅμως καί ἱερεῖς· «ἁλουργίς βασιλέας, οὐχ ἱερέας ποιεῖ»19. Στήν ἐπιστολή του 20 (παράγρ. 19) γράφει ὅτι «στόν αὐτοκράτορα ἀνήκουν τά παλάτια, στόν ἐπίσκοπο οἱ οἶκοι τοῦ Θεοῦ (οἱ ναοί)». Στήν Ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου (7 Δεκεμβρίου) ὑπάρχουν ἐπαινετικές ἀναφορές γιά τήν θαρραλέα αὐτή ἐνέργειά του. Τό συναξάρι γράφει: «Καί τόν βασιλέα Θεοδόσιον, ἀπό τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ μιαιφονίας καταλαβόντα τήν Μεδιόλανον πόλιν, τῶν θείων εἰσόδων τῆς Ἐκκλησίας κωλύσας, καί εἰς ὑπόμνησιν ἀγαγών ὧν ἐτετολμήκει, καί ὁπόση τις διαφορά καθέστηκεν ἀναμεταξύ ἱερωμένου τε καί λαϊκοῦ βασιλέως αὐτόν διδάξας καί παραινέσας μή προπετῶς οὕτω καί ἀναιδῶς τῶν θείων κατατολμᾶν, ἐν γήρᾳ καλῷ καταλύει τόν βίον». Σέ στιχηρό τοῦ Ἑσπερινοῦ γράφει ὁ ὑμνογράφος: «Τόν εὐσεβῆ βασιλέα, ἡμαρτηκότα ποτέ, ὡς τόν Δαβίδ ὁ Νάθαν, παρρησίᾳ ἐλέγξας, Ἀμβρόσιε παμμάκαρ, τοῦτον σαφῶς ἀφορισμῷ καθυπέβαλες, καί μετανοίᾳ παιδεύσας θεοπρεπῶς, συνηρίθμησας τῇ ποίμνῃ σου». Σέ τροπάριο τῆς στ´ ᾠδῆς προσθέτει: «Ὁ ζῆλός σου Ἠλιού ζῆλον μιμεῖται Μακάριε· βασιλέα γάρ πιστόν, χρανθέντα τοῖς αἵμασιν, ἐλέγξας ἀπήλασας θείων περιβόλων, τό αἰδέσιμον φυλάττων Θεοῦ».

Τό 390 ὁ Ἀμβρόσιος προέβαινε στήν θεοπρεπῆ αὐτή πράξη νά ἀφορίσει καί νά ἐκδιώξει ἀπό τόν ναό τόν κατά τά ἄλλα πιστό καί εὐσεβῆ βασιλέα Μέγα Θεοδόσιο, στόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει πολλά, ἀφοῦ ἀναδείχθηκε προστάτης τῆς Ὀρθοδοξίας μέ πολλά νομοθετικά μέτρα, ἰδιαίτερα μέ τήν σύγκληση τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381). Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε ἔχει συναριθμηθῆ καί μεταξύ τῶν Ἁγίων ἑορταζομένης τῆς μνήμης του στίς 17 Ἰανουαρίου, ὁπότε ὁ συναξαριστής γράφει: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου» καί ἀκολουθεῖ τό δίστιχο:

Ἡ βασιλεία ἐμποδών οὐχ ὡράθη,
Σοί, ὦ Θεοδόσιε, πρός σωτηρίαν.

Τήν ἴδια ἐποχή ὁ Χρυσόστομος δροῦσε στήν Ἀντιόχεια ὡς πρεσβύτερος, καί παρ᾽ ὀλίγον ὅ,τι συνέβη στήν Θεσσαλονίκη μέ τίς σφαγές τοῦ λαοῦ τό 390 νά συνέβαινε καί στήν Ἀντιόχεια, διότι οἱ Ἀντιοχεῖς ἀντιδρώντας σέ νέους βαρεῖς φόρους ἐπαναστάτησαν ἐπίσης τρία χρόνια ἐνωρίτερα τό 387, κατέστρεψαν τούς ἀνδριάντας τῶν μελῶν τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογένειας, πυρπόλησαν δημόσια κτήρια καί τό βασιλικό ἀνάκτορο. Ὁ Μ. Θεοδόσιος ἀποφάσισε νά τιμωρήσει σκληρά ὅλους τούς Ἀντιοχεῖς. Ἡ τιμωρία ἐδῶ ἀποφεύχθηκε μέ μετάβαση τοῦ ἐπισκόπου Φλαβιανοῦ στήν Κωνσταντινούπολη καί ἱκετευτική παρέμβαση, ἐνῶ ὁ Χρυσόστομος στήν Ἀντιόχεια μέ τούς περίφημους Λόγους Εἰς τούς Ἀνδριάντας (Ὁμιλίες 1-21) παρηγοροῦσε τόν τρομοκρατημένο ἐν ὄψει τῆς τιμωρίας λαό, ἀλλά συγχρόνως τόν ἔψεγε γιά τίς ὀχλοκρατικές ἐνέργειες καί τίς ἄσκοπες καταστροφές. Οἱ Λόγοι αὐτοί Εἰς τούς Ἀνδριάντας κατά τήν γνώμη εἰδικῶν «ἀποτελοῦν τό πλέον ἀριστουργηματικό ὁμιλητικό ἐπίτευγμα τοῦ Χρυσοστόμου»20.

Ὅταν λοιπόν ὁ Χρυσόστομος ἔκλεινε τίς πόρτες τῆς Ἁγίας Σοφίας στήν βασίλισσα Εὐδοξία στήν Κωνσταντινούπολη τό 403, ἀσφαλῶς θά εἶχε μάθει αὐτό πού ἔκανε ὁ Ἀμβρόσιος στά Μεδιόλανα τό 390, μπροστά μάλιστα σέ ἕνα αὐτοκράτορα πού στό ὄνομά του προστέθηκε τό ἐπίθετο Μέγας, στόν Μ. Θεοδόσιο, τοῦ ὁποίου τώρα ὁ γιός, ὁ Ἀρκάδιος, μέ τήν σύζυγό του βασίλισσα Εὐδοξία, βρέθηκαν ἀντιμέτωποι μέ μία ἰσχυρή ἐκκλησιαστική προσωπικότητα, ἰσχυρότερη καί αὐτῆς τοῦ Ἀμβροσίου. Δυστυχῶς, δέν ἀκολούθησαν τό παράδειγμα τοῦ πατέρα καί πεθεροῦ, πού τόν ἐμεγάλυναν περισσότερο ἡ μετάνοια καί ἡ εὐπείθεια πρός τόν ἐπίσκοπο, ὁ σεβασμός πρός τό ὕψιστο ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, ἀλλά ἐπί τρία ἔτη ἐταλαιπώρησαν στήν ἐξορία τόν Χρυσόστομο καί τόν ὁδήγησαν τελικῶς στόν θάνατο.

Ὀκτώ χρόνια ἐνωρίτερα ἀπό τήν παραδειγματική στάση τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἀπέναντι στόν πανίσχυρο Μ. Θεοδόσιο τό 382 στήν Ἀντιόχεια, ὁ Χρυσόστομος ὡς διάκονος, προσφάτως χειροτονηθείς ἀπό τόν πατριάρχη Ἀντιοχείας Μελέτιος (361-381), ἐξεφώνησε δύο λόγους, ἕναν σύντομο Εἰς τόν Ἅγιον ἱερομάρτυρα Βαβύλαν21καί ἕναν ἐκτενῆ Λόγον εἰς τόν μακάριον Βαβύλαν, καί κατά Ἰουλιανοῦ καί πρός Ἕλληνας22. Ὁ ἐκτενής εἶναι σπουδαία ἀπολογητική πραγματεία ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρίας, μέσα στήν ὁποία περίτεχνα πλέκει τό μαρτύριο τοῦ ἐπισκόπου Ἀντιοχείας Βαβύλα (238-250) καί τήν μεταγενέστερη προσπάθεια τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη νά ἐπαναφέρει καί νά ζωντανέψει τήν εἰδωλολατρία στήν Ἀντιόχεια τό 362. Ἐμποδίσθηκε ὅμως σ᾽ αὐτό ἀπό τά λείψανα τοῦ ἱερομάρτυρος, ὁ ὁποῖος ἑκατό καί πλέον χρόνια μετά τόν μαρτυρικό του θάνατο θαυματουργικά ἀποδείκνυε τό ψεῦδος καί τήν ἀπάτη τῶν εἰδώλων.

Αὐτό πού ἐνδιαφέρει ὅμως ἐδῶ νά δείξουμε σύντομα εἶναι ὅτι πολύ πρίν ἀπό τήν γενναία καί παραδειγματική στάση τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου Μεδιολάνων ἀπέναντι στόν Μ. Θεοδόσιο (390), ὁ νεαρός διάκονος Χρυσόστομος στήν Ἀντιόχεια στήν ἀπολογητική του πραγματεία διαζωγραφεῖ τήν γενναία στάση τοῦ ἱερομάρτυρα Βαβύλα ἀπέναντι ὄχι σέ ἕνα εὐσεβῆ Χριστιανό αὐτοκράτορα, πρόθυμο νά μετανοήσει καί νά συμμορφωθεῖ, ἀλλά ἀπέναντι σέ ἕνα σκληρό διώκτη τῶν Χριστιανῶν, τόν ὁποῖο ὁ Βαβύλας ἔδιωξε ἀπό τόν ναό, ὅταν ἐπεχείρησε μετά ἀπό ἕνα ἀπαίσιο καί ἀποκρουστικό φόνο νά εἰσέλθει στόν ναό καί νά τόν μιάνει, καί ὡς φονεύς καί ὡς ἀλλόθρησκος.

Μᾶς λέγει λοιπόν ὅτι στό πρόσφατο παρελθόν ὑπῆρξε κάποιος Ρωμαῖος αὐτοκράτωρ, ὁ ὁποῖος διέπραξε ἕναν βδελυρό καί ἀπαίσιο φόνο ἑνός νεαροῦ βασιλόπουλου ἄλλης χώρας, τό ὁποῖο εἶχε μέ ἐμπιστοσύνη παραδώσει ὁ πατέρας του ὡς ὅμηρο μέ τήν συμφωνία νά σταματήσουν οἱ ἐχθροπραξίες μεταξύ τους. Τό νεαρό βασιλόπουλο χρησιμοποιήθηκε ὡς ἐνέχυρο, ὡς ἐγγύηση, γιά τήν τήρηση τῶν συμφωνηθέντων. Ὁ Χρυσόστομος δέν μᾶς ὀνομάζει τόν βασιλέα. Ὁ Συμεών Μεταφραστής καί τά συναξάρια θεωροῦν ὅτι ὁ διαπράξας τόν μιαρό καί ἀναίτιο φόνο αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Νουμεριανός, ὁ ὁποῖος ἐβασίλευσε κατά τά ἔτη 283-284, διαδεχθείς τόν πατέρα του Κάρο (282-283). Ἐπειδή ὅμως ἀπό τήν ἱστορική ἔρευνα καί τούς ἐπισκοπικούς καταλόγους προκύπτει ὅτι ὁ ἱερομάρτυς Βαβύλας, πού ἤλεγξε τόν φονέα αὐτοκράτορα, διετέλεσε ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας τά ἔτη 238 ἤ 240 μέχρι τό 250, πού ἐμαρτύρησε, πολλοί θεωροῦν ὅτι ὁ φονεύς αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Δέκιος (249-251), γνωστός γιά τούς σκληρούς διωγμούς ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν.

Ὁ θηριώδης λοιπόν καί ἀπάνθρωπος αὐτός αὐτοκράτωρ, χωρίς νά ἔχει γίνει παραβίαση τῆς συμφωνίας ἀπό τόν βασιλέα τῶν Περσῶν, τοῦ ὁποίου ὁ υἱός ἐκρατεῖτο ὡς ὅμηρος, κατέσφαξε τό νεαρό βασιλόπουλο ὡς ἐπίδειξη δύναμης. Καί ἐνῶ τά χέρια του ἔσταζαν ἀκόμη αἷμα, θέλησε νά ἐπισκεφθεῖ τόν ναό τῶν Χριστιανῶν, γιά νά τόν μολύνει μετά ἀπό τόν ἀποτρόπαιο φόνο, ἀλλά καί γιά νά ἀναγκάσει τούς Χριστιανούς νά τοῦ ἀποδώσουν τιμές μέσα στόν ναό τους. Συνέβη ὅμως τόν καιρό ἐκεῖνο πού συντελέσθηκε αὐτή ἡ ἄγρια καί ἐλεεινή πράξη νά ποιμαίνει τήν ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας μέγας καί θαυμαστός ἐπίσκοπος, ὁ Βαβύλας, ὁ ὁποῖος ἴσως νά μή ξεπέρασε σέ παρρησία καί τόλμη τόν προφήτη Ἠλία καί τόν Βαπτιστή Ἰωάννη, ἀλλά δέν τοῦ ἔλειψε τίποτε ἀπό τήν ἐλευθερία τῶν γενναίων ἐκείνων ἀνδρῶν· «ἔφθασε δέ οὕτως ὡς μηδέ τό τυχόν ἀπολειφθῆναι τῆς ἐλευθερίας τῶν γενναίων ἐκείνων ἀνδρῶν». Ἀντιμετώπισε ὄχι ἕνα ἄρχοντα μερικῶν πόλεων, ἕνα τετράρχη, οὔτε τόν βασιλέα ἑνός ἔθνους, ἀλλά αὐτόν πού κατεῖχε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς οἰκουμένης, ἕναν πλανητάρχη θά λέγαμε σήμερα, φοβερό καί τρομερό ἀπό ὅλες τίς πλευρές, καί ἀπό τό μέγεθος τοῦ ἀξιώματος καί ἀπό τήν στρατιωτική δύναμη, ἀλλά καί ἀπό τήν θρασύτητα καί τό κακότροπο τοῦ χαρακτῆρος του. Αὐτόν λοιπόν τόν πανίσχυρο αὐτοκράτορα, τόν κυρίαρχο τοῦ κόσμου, τόν ἐξεδίωξε ἀπό τήν ἐκκλησία ὁ Βαβύλας «ὡς ἀνδράποδον εὐτελές καί οὐδενός ἄξιον λόγου, οὕτω τῆς ἐκκλησίας ἐξέβαλε, μετά τοσαύτης ἀταραξίας καί ἀφοβίας, μεθ᾽ ὅσης ἄν ποιμήν πρόβατον ψώρας ἐμπεπλησμένον καί νενοσηκός τῆς ποίμνης ἀπείρξειε, κυλύων εἰς τά λοιπά διαβῆναι τήν νόσον τοῦ κάμνοντος»23.

Ἐξηγεῖ ὁ Χρυσόστομος ὅτι ἐπρόκειτο γιά ἕνα θαῦμα τόλμης καί παρρησίας, ἄν σκεφθεῖ κανείς τήν βασιλική συνοδεία, τούς ὑπασπιστές, τούς στρατηγούς, τούς ἄρχοντες, τούς αὐλικούς, τό πλῆθος τοῦ κόσμου, καί ὅλη τήν ἄλλη θορυβώδη πορεία. Καί ἐν μέσῳ ὅλων αὐτῶν ἔφιππος καί ὑπερήφανος ὁ βασιλεύς μέ πολυτελῆ βασιλικά ἱμάτια καί τούς πολυτίμους λίθους διάσπαρτους νά ἀστράπτουν καί ἐπάνω στό βασιλικό στέμμα. Καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, τήν ἐκκλησιαστική, διαφορετική εἰκόνα· ὁ ταπεινός ἐπίσκοπος μέ ἁπλῆ στολή καί συντετριμμένη ψυχή, ἀπαλλαγμένος ἀπό τό θράσος, ἀλλά γεμᾶτος θάρρος. Δέν μπορεῖ κανείς μέ λόγια νά περιγράψει τό θαῦμα ἐκείνης τῆς παρρησίας, τό παράστημα τῆς ψυχῆς τοῦ Βαβύλα, πού μπόρεσε νά φθάσει στήν κορυφή τῆς παρρησίας. Πῶς τόλμησε ὁ γέροντας καί ἀδύναμος ἐπίσκοπος νά παραμερίσει τήν βασιλική φρουρά καί συνοδεία; Πῶς ἄνοιξε τό στόμα του γιά νά τόν ἐλέγξει; Πῶς ἔβαλε τό δεξί του χέρι στό στῆθος τοῦ βασιλέως, πού φλεγόταν ἀκόμη ἀπό τόν θυμό καί ἦταν ζεστό ἀπό τόν φόνο; Πῶς ἀπώθησε τόν ἀνδροφόνο; Εἶναι χεμαρρώδης καί ἀνεπανάληπτος ὁ χρυσοστομικός λόγος: «Πῶς γάρ προσῆλθεν ὁ γέρων; Πῶς τούς δορυφόρους διέκοψε; Πῶς τό στόμα διῆρε; Πῶς ἐφθέγξατο; Πῶς ἐπετίμησε; Πῶς τήν δεξιάν εἰς τό στῆθος ἀπήρεισε τό φλεγμαῖνον ἔτι τῷ θυμῷ καί ζέον τῷ φόνῳ; Πῶς ἀπώσατο τόν ἀνδροφόνον; Οὐδέν αὐτόν τῶν ὁρωμένων κατέπληξεν καί τῆς προθέσεως ἐξέκρουσεν. Ὤ ψυχῆς ἀκαταπλήκτου καί διανοίας ὑψηλῆς! Ὤ φρενῶν οὐρανίων καί παραστήματος ἀγγελικοῦ!24»

6. Τέτοιους ἐπισκόπους χρειαζόμαστε

Ἀποτιμώντας τίς ἀγαθές συνέπειες τῆς γενναίας στάσεως τοῦ ἱερομάρ-τυρος Βαβύλα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμπεραίνει ὅτι προέκυψαν συγχρόνως τρία καλά καί μεγάλος θησαυρός ὠφελείας. Ἐν πρώτοις ὅλοι οἱ μή Χριστιανοί, οἱ εἰδωλολάτρες τῆς αὐτοκρατορίας, θαύμασαν, ὅταν ἔμαθαν με πόση παρρησία, μέ πόσο θάρρος ὁπλίζει ὁ Χριστός τούς δούλους του, καί καταγέλασαν τήν δουλοπρέπεια τῶν ἱερέων τῶν εἰδώλων, πού εἶναι πρόθυμοι νά ὑποκύψουν στούς ἄρχοντες, γιά νά μή χάσουν τά προνόμια καί τήν καλοπέραση ἀπό τήν λατρεία τῶν εἰδώλων. «Ὅσοι περ ἄν ἦσαν ἄπιστοι κατεπλάγησαν καί ἐθαύμασαν μαθόντες ὅσης τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις ὁ Χριστός τῆς παρρησίας μετέδωκε, κατεγέλασαν τῆς παρ᾽ αὐτοῖς δουλοπρεπείας καί ἀνελευθερίας καί ταπεινότητος»25. Ὡς πρός τούς πιστούς κατά δεύτερο λόγο, ὄχι μόνο τούς ἰδιῶτες ἀλλά καί τούς ἄρχοντες, ἔδειξε ὅτι μεταξύ τοῦ βασιλέως καί τοῦ πιό ἁπλοῦ πιστοῦ δέν ὑπάρχει καμμία διαφορά ἀπέναντι στόν Θεό, ὅταν πρόκειται νά τιμωρήσει καί νά ἐπιτιμή-σει: «Καί τῶν ἐλαχίστων ὁ τό διάδημα ἔχων οὐδέν ἔσται σεμνότερος, ὅταν κολάζεσθαι καί ἐπιτιμᾶσθαι δέῃ»26. Ὑπάρχει ὅμως καί τρίτο κατόρθωμα πολύ σημαντικό. Ἔδειξε σέ ὅσους μελλοντικά ἐπρόκειτο νά βασιλεύσουν ἤ νά ἱερωθοῦν, ὅτι οἱ μέν βασιλεῖς πρέπει νά μή μεγαλοφρονοῦν, οἱ δέ ἱερεῖς νά ἔχουν ὑψηλό φρόνημα, διότι γιά ὄσα συμβαίνουν στήν γῆ κυριώτερος ἐπίτροπος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ κάτοχος τῆς ἱερωσύνης σέ σχέση μέ τόν κάτοχο τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος, καί θά πρέπει τό μέγεθος τῆς ἱερατικῆς ἐξουσίας νά μή μειώνει κανείς, ἀλλά καλύτερα νά ἀποθνήσκει παρά νά ἐγκαταλεί-πει τήν αὐθεντία μέ τήν ὁποία κόσμησε ὁ Θεός τήν ἱερωσύνη: «Ἔστι τι καί τρίτον κατόρθωμα οὐ τό τυχόν· τῶν γάρ μετά ταῦτα ἱερᾶσθαι καί βασιλεύειν μελλόντων τά φρονήματα, τῶν μέν κατέστειλε τῶν δέ ἐπῆρεν ἀποφήνας, ὅτι τῆς γῆς καί τῶν ἐν τῇ γῇ πραττομένων κυριώτερος ἐπίτροπος ὁ τήν ἱερωσύνη λαχών, τοῦ τήν ἁλουργίδα ἔχοντός ἐστι καί χρή τῆς ἐξουσίας ταύτης τό μέγεθος μή ἐλαττοῦν, ἀλλά τῆς ψυχῆς ἐξίστασθαι πρότερον ἤ τῆς αὐθεντίας, ἥν ὁ Θεός ἄνωθεν ταύτῃ συνεκλήρωσε τῇ ἀρχῆ».27

Συμπερασματικά ὁ Χρυσόστομος, τελειώνοντας τόν θαυμάσιο αὐτό ἀπολογητικό λόγο, λέγει ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη τῶν μαρτύρων καί ὅταν ζοῦν καί ὅταν ἀποθάνουν, ὅπως ἔδειξε ὁ ἅγιος Βαβύλας μέ τά συνεχῆ του κατορθώματα. Ὑπερασπίσθηκε τούς νόμους τοῦ Θεοῦ πού ὑβρίζονταν, ἀπέδωσε δίκαιο γιά τόν φονευθέντα· ἔδειξε πόση διαφορά ὑπάρχει μεταξύ ἱερωσύνης καί βασιλείας, κατέλυσε ὅλη τήν κοσμική φαντασία· δίδαξε στούς βασιλεῖς νά μή προχωροῦν τήν ἐξουσία τους πέρα ἀπό τά ὅρια πού τούς ἔθεσε ὁ Θεός καί στούς ἱερωμένους πῶς πρέπει νά χρησιμοποιοῦν τήν δύναμη τῆς ἱερωσύνης.28

Μέ αὐτόν τόν πνευματικό ἐξοπλισμό καί τήν θεϊκή δύναμη τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων, πού τά ἐξεδήλωσε ὡς διάκονος ἀκόμη στήν Ἀντιόχεια, καί πολύ περισσότερο ὡς πρεσβύτερος (ἀπό τό 381-397) ἀνῆλθε ὁ Χρυσόστομος στόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης (397-407). Τό ὑψηλό ἀξίωμα δέν τοῦ ἄλλαξε τήν πίστη καί τό ἦθος του καί δέν τόν ὁδήγησε σέ συμβιβασμούς καί δουλοπρέπειες μπροστά στούς κοσμικούς ἄρχοντες. Ὅπως ἀντιμετώπισε ὁ ἱερομάρτυς Βαβύλας τόν κοσμοκράτορα αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης, ἔτσι, ἀντιμετώπισε καί αὐτός τήν κοσμοκράτειρα τῆς Νέας Ρώμης βασίλισσα Εὐδοξία. Τέτοιους ἐπισκόπους χρειαζόμαστε στήν ἄπιστη καί διεστραμμένη ἐποχή πού ζοῦμε.

7. Ἡ σταυρική του πορεία στήν ἐξορία καί ὁ θάνατός του στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407, ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ

Ὁ μαρτυρικός του μάλιστα θάνατος καί τά βασανιστήριά του δέν κράτησαν μερικές ὧρες ἤ ἡμέρες, ὅπως συνήθως τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, ἀλλά ἐπί τρία ὁλόκληρα χρόνια στήν μακρινή Κουκουσό καί τήν γειτονική της Ἀραβισσό, μέ συνοδεία σκληρῶν καί βάρβαρων στρατιωτῶν περί τό τέλος τῆς τριετίας, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πάρει ἐντολή ἀπό τούς πολιτικούς καί ἐκκλησιαστικούς ἄρχοντες τῆς Κωνσταντινούπολης νά τοῦ προκαλέσουν δύσκολο καί σκληρό θάνατο, μέ ὑποσχέσεις ἀμοιβῶν καί ἀξιωμάτων. Εἶχαν ἐνοχληθῆ στήν Κωνσταντινούπολη, ἐπειδή παρά τήν ἀπομόνωσή του στίς μακρινές αὐτές κωμοπόλεις, πολλοί κατέφθαναν ἐκεῖ, γιά νά τόν συμβουλευθοῦν καί νά τοῦ δείξουν τήν ἀγάπη τους. Ἐξακολούθησε καί ἐδῶ νά ἐνεργεῖ ὡς ἐπίσκοπος, παρά τήν καθαίρεσή του, καί νά ὀργανώνει ἀκόμη καί ἱεραποστολές. Θέλησαν λοιπόν νά μεγιστοποιήσουν τήν ἀπομό-νωσή του, ὁρίζοντας ὡς νέο τόπο ἐξορίας τήν Πιτυοῦντα, στούς πρόποδες τοῦ Καυκάσου, στό βόρειο ἄκρο τοῦ Εὐξείνου Πόντου, στό πιό ἀπόμακρο σημεῖο τῆς αὐτοκρατορίας, ὅπου δέν ὑπῆρχε χριστιανικός πληθυσμός, καί οἱ κάτοικοι ἦσαν ὅλοι εἰδωλολάτρες. Ἐκεῖ, λοιπόν, ὅπως γράφει νεώτερος βιογράφος, «οἱ ἐπίσκοποι μποροῦσαν νά εἶναι βέβαιοι ὅτι ὁ Ἰωάννης ἐπιτέλους θά καταδικαζόταν στή σιγή τοῦ τάφου».29. Ἀνατράπηκαν πάντως τά σχέδιά τους, διότι πολύ πρίν φθάσει στήν Πιτυοῦντα ὁ Χρυσόστομος, καί ἐνῶ εἶχαν βαδίσει μόλις τό ἕνα τρίτο τῆς ἀπόστασης, ἐπρόλαβε ὁ Θεός καί τόν ἐπῆρε στήν δόξα καί στόν θρίαμβο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Μέ συντομία ἀλλά μέ πολλή δύναμη περιγράφει ὁ Παλλάδιος Ἑλενουπόλεως τήν τρίμηνη αὐτή σταυρική πορεία τοῦ μεγάλους ἐξορίστου ἀπό τόν Ἰούνιο μέχρι τόν Σεπτέμβριο τοῦ 407. Ἡ περιοχή τῆς Πιτυούντας ἦταν πανέρημος τόπος στήν ὄχθη τῆς Ποντικῆς θάλασσας. Οἱ δύο στρατιῶτες πού τόν συνόδευαν εἶχαν πάρει ἐντολή νά καταστήσουν δύσκολη καί βασανιστική τήν πορεία, διότι τούς εἶχαν ὑποσχεθῆ ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη ὅτι, «εἰ ἀποθάνοι κατά τήν ὁδόν, μειζόνων ἀξιωθήσονται τῶν βαθμῶν». Ὁ ἕνας ἀπό τούς δύο φερόταν πιό φιλάνθρωπα, ἐνῶ ὁ ἄλλος, σκληρός καί δύσκολος, ἀπέκρουε ὅσους καθ᾽ ὁδόν τούς παρακαλοῦσαν νά λυπηθοῦν τόν ἐξόριστο καί γιά ἕνα μόνο φρόντιζε· νά ἔχει βασανιστικό θάνατο ὁ Ἰωάννης· «τούτου μόνον φροντίζων τόν Ἰωάννην δυσθανατῆσαι». Ὅταν ἔβρεχε καταιγιστικά συνέχιζαν τήν πορεία μέσα στήν βροχή πού διαπερνοῦσε τή ράχη καί τό στῆθος. Καί ὅταν ὑπῆρχε καύσωνας, ἐξέθετε τόν Ἰωάννη στόν ἥλιο, γιατί ἤξερε πώς ἦταν φαλακρός σάν τόν προφήτη Ἐλισσαῖο καί ὑπέφερε ὁ μακάριος. Προσπερνοῦσαν ὅποια πόλη ἤ χωριό διέθετε λουτρό, πού θά μποροῦσε νά ἀνακουφίσει λίγο τήν σκληρή ὁδοιπορία. Ἐπί τρεῖς μῆνες ἄντεξε ὁ ἅγιος τήν ἀφόρητη αὐτή πορεία· ἔδειχνε σάν λαμπερό ἀστέρι, καί τό σῶμα του ἔμοιαζε σάν ὥριμο μῆλο στήν ἄκρη τοῦ κλαδιοῦ ὥριμο, κοκκινισμένο ἀπό τόν ἥλιο, ἕτοιμο νά πέσει. Πλησίασαν στά Κόμανα, τά προσπέρασαν ὅμως καί ἔξω ἀπό τά τείχη, σέ ἀπόσταση ὀλίγων χιλιομέτρων, πέρασαν τήν νύχτα. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μικρός ναΐσκος πρός τιμήν τοῦ μάρτυρος Βασιλίσκου, ἐπισκόπου Κομάνων, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε στήν Νικομήδεια ἐπί Μαξιμιανοῦ. Κατά τή διάρκεια τῆς νύκτας τοῦ παρουσιάσθηκε ὁ μάρτυς Βασιλίσκος καί τοῦ εἶπε: «Θάρσει ἀδελφέ Ἰωάννη· αὔριον γάρ ἅμα ἐσόμεθα». Αὔριο θά εἴμαστε μαζί. Λέγεται ἐπίσης ὅτι ἐμφανίσθηκε καί στόν ἱερέα τοῦ ναοῦ καί τοῦ εἶπε νά ἑτοιμάσει τόν τάφο καί ὅλα τά σχετικά, διότι αὔριο θά ἔλθει κοντά μας ὁ Ἰωάννης. Ἔχοντας αὐτήν τήν προειδοποίηση ὁ Χρυσόστομος παρακάλεσε τήν ἄλλη μέρα τούς συνοδούς στρατιῶτες νά μή συνεχίσουν τήν πορεία, ἀλλά νά περιμένουν μέχρι τό μεσημέρι. Αὐτοί ὅμως δέν πείσθηκαν καί ἀναχώρησαν. Δέν προχώρησαν ὅμως οὔτε πέντε χιλιόμετρα, καί ἡ ὑγεία τοῦ ἐξορίστου ἐπιδεινώθηκε, καθιστώντας ἀδύνατη τήν συνέχιση τῆς ὁδοιπορίας. Ἐπέστρεψαν στόν ναό τοῦ μάρτυρος Βασιλίσκου. Ἐκεῖ ὁ Χρυσόσομος μέ ὅσες δυνάμεις τοῦ ἀπέμειναν ζήτησε νά τοῦ φορέσουν ὁλόλευκα ἄμφια καί ὑποδήματα. Καί ἀφοῦ κοινώνησε τά Ἄχραντα Μυστήρια, εἶπε παρουσίᾳ ὅλων τήν τελευταία του προσευχή· αὐτό πού συνήθιζε νά λέγει: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Καί ἀφοῦ πρόσθεσε τό «Ἀμήν» λύγισε τά πόδια του καί ξάπλωσε· τά ὡραῖα πόδια πού ἔτρεχαν γιά τήν σωτηρία ὅσων μετανοοῦσαν καί γιά ἔλεγχο ὅσων πλούσια καλλιέργησαν τήν ἁμαρτία· «Ἐξῆρε τούς πόδας τού ὡραίως δραμόντας ἐπί σωτηρίᾳ τῶν τήν μετάνοιαν ἑλομένων καί ἐλέγχῳ τῶν τήν ἁμαρτίαν πλουσίως γεωργησάντων».30 Ἦταν ἀνήμερα τῆς Ὕψωσης τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407.

Ἐπίλογος

Δύσκολα εὑρίσκει κανείς ἐπιλογικές λέξεις γιά νά κατακλείσει ὅσα προηγουμένως ἐγράφησαν, ἄν μάλιστα θελήσει νά τά ἐπικαιροποιήσει, ἀποτιμώντας τήν κατάπτωση τῆς ἱερωσύνης, ἰδιαίτερα τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. Καταφρονοῦνται τά ἱερά καί τά ὅσια, ἀθετοῦνται οἱ νόμοι τοῦ Θεοῦ, καί οἱ ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου, γαυριᾶ καί ἐπαίρεται ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀχειροτόνητοι σχισματικοί διασποῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἀντί νά κλείσουν οἱ ἐπίσκοποι τίς πόρτες στούς λύκους καί νά προφυλάξουν τό ποίμνιο, συνεργάζονται μέ τούς λύκους, γίνονται αὐτοί προβατόσχημοι λύκοι, καί κλείνουν αὐτοί τίς πόρτες τῶν ναῶν καί δυσφημοῦν τά ἱερά μυστήρια καί τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά μήν εὑρίσκουν τόπους καταφυγῆς οἱ πιστοί, γιά νά γλυτώσουν ἀπό τίς ἄγριες διαθέσεις τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας, πού δέν εἶναι πλέον ἔξω ἀπό τά τείχη καί τά ὅριά της, ἀλλά μέσα ἀγαπολογοῦντες καί κατασπαράσσοντες.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔγραψε τό κλασσικό καί ἀπαράμιλλο ἔργο, τούς ἕξη λόγους Περί Ἱερωσύνης, τό ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι μελετοῦν καί διδάσκονται ὅσοι πρόκειται νά ἱερωθοῦν. Ὁ ἴδιος μέ τήν ζωή καί τήν διακονία του ἔδειξε ὅτι εἶναι ἐφικτά καί κατορθωτά ὅσα ὑψηλά καί μεγαλειώδη ἐκεῖ διαζωγράφισε, ὅπως ἔδειξαν χιλιάδες ἁγίων κληρικῶν ἀνά τούς αἰῶνες, μολονότι πολλοί ἄλλοι ἀνάξιοι δέν μποροῦν νά ξεκολλήσουν ἀπό τά τερπνά τοῦ βίου, ἀπό τήν δουλοπρέπεια καί ὑποχωρητικότητα ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἔπαθε κατάθλιψη ἡ διακόνισσα Ὀλυμπιάδα, ἡ ἁγία Ὀλυμπιάδα, παρακολουθώντας τού κακούς ἐπισκόπους, νά ταλαιπωροῦν καί νά διώκουν τόν ἀκέραιο, ἀσυμβίβαστο, ἐνάρετο ἱεράρχη, ἀπό φθόνο γιά τήν ἀρετή του καί ἀπό ὀργή γιά τούς ἐλέγχους του. Καί μολονότι ἐκτιμᾶ ὁ Χρυσόστομος ὅτι ὄντως ἡ πλειονότητα τῶν ἐπισκόπων εἶναι ἀνάξιοι, καί πρέπει νά τούς φοβᾶται κανείς, γράφοντας πρός τήν Ὀλυμπιάδα τό περίφημο ἐκεῖνο καί ἀληθινό «Οὐδένα δέδοικα ὡς τούς ἐπισκόπους, πλήν ὀλίγων»,31 αὐτό δέν σημαίνει ὅτι πρέπει νά χάσουμε τήν αἰσιοδοξία, τήν ἐμπιστοσύνη μας πρός τόν Θεό καί νά ὁδηγηθοῦμε πνευματικά σέ κατάθλιψη, ἀμέλεια καί ἀκηδία. Τίποτε ἀπό τά ἀνθρώπινα δεινά δέν πρέπει νά μᾶς ἀποθαρρύνει, οὔτε ἡ φτώχεια, οὔτε ἡ ἀρρώστια, οὔτε οἱ ὕβρεις καί οἱ συκοφαντίες, οὔτε ἡ περιφρόνηση, οὔτε καί αὐτό πού θεωρεῖται τό χειρότερο ἀπό ὅλα, ὁ θάνατος, διότι «οὐδέν δεινόν τῶν ἀνθρωπίνων δεινῶν, ἀλλ᾽ ἤ ἁμαρτία μόνον».32 Τίποτε καί κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς βλάψει· ἐμεῖς μόνοι βλάπτουμε τούς ἑαυτούς μας, ὅταν ἁμαρτάνουμε. Αὐτά ἀναπτύσσει ἐκτενῶς στήν ἐξαιρετική ἠθική πραγματεία πού ἔγραψε ἐξόριστος στήν Κουκουσό καί τήν ἀπηύθηνε στήν κατασκανδαλισμένη ἀπό τήν ζοφερή κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας Ὀλυμπιάδα. Τήν ἀπευθύνει καί σέ ὅσους ἀπαισιοδοξοῦν καί σήμερα καί καταθλίβονται, λέγοντας ὅτι αὐτόν πού δέν ἀδικεῖ μόνος του τόν ἑαυτό του, κανείς δέν μπορεῖ νά τόν βλάψει: «Ὅτι τόν ἑαυτόν μή ἀδικοῦντα οὐδείς παραβλάψαι δύναται».33

Τελειώνοντας τόν «Βίο καί πολιτεία» τοῦ Χρυσοστόμου ὁ Συμεών Μεταφραστής καί ἀναφερόμενος στό ὅτι ἐκοιμήθη τήν ἡμέρα τῆς Ὕψωσης τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στίς 14 Σεπτεμβρίου, ἐπιλέγει τά ἑξῆς ταιριαστά καί κατάλληλα: Ἔπρεπε αὐτός πού δέν συνδέθηκε μέ τίποτε ἀπό τά παρόντα, ἀλλά ἐσταύρωσε ἀπόλυτα τόν ἑαυτό του ὡς πρός τόν κόσμο, καί δέν καυχήθηκε γιά τίποτε ἄλλο παρά γιά τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, νά ἀποθέσει καί αὐτό τό χῶμα πού εἶχε ἀπό τόν κάτω κόσμο (δηλαδή τό σῶμα του) κατά τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Σταυροῦ. Δέν κουβαλοῦσε κανένα κοσμικό παράσημο καί μετάλλιο· παρουσιάσθηκε καθαρός στήν οὐράνια πολιτεία34.

  • 1. Μάρκ. 8, 34.
  • 2. Βίος καί πολιτεία τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, PG 114, 1045-1210.
  • 3. Aὐτόθι 41, PG 114, 1156: «Ἀλλά σκαμβόν ξύλον οὐδέποτ᾽ ὀρθόν, οὐδέ λεῖον ἄν θείης τόν τραχύν ἐχῖνον, οὐδέ βαδίζειν ὀρθά τόν καρκῖνον παρασκευάσαις».
  • 4. Αὐτόθι 1157. Ἡ Ἰεζάβελ ἦταν σύζυγος τοῦ βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ Ἀχαάβ (875-853), ἐπί τοῦ ὁποίου ἀσκοῦσε ὀλέθρια ἐπίδραση ὄχι μόνο μέ τήν εὔνοιά της πρός τήν εἰδωλολατρία καί τόν διωγμό ἐναντίον τοῦ προφήτη Ἠλία, ἀλλά καί μέ ἄδικες πράξεις ἐναντίον τῶν ὑπηκόων του. Εἶναι γνωστό τό ἐπεισόδιο μέ τό ἀμπέλι τοῦ Ναβουθαί, ὁ ὁποῖος ἀρνήθηκε νά τό δώσει στόν Ἀχαάβ, ὅταν τοῦ τό ἐζήτησε. Τότε ἡ ἀδίστακτη Ἰεζάβελ συνεβούλευσε τόν βασιλιᾶ νά τόν φονεύσει. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἤλεγξε αὐστηρά τό βασιλικό ζεῦγος (Βασιλ. Γ´, κεφ. 20)
  • 5. Αὐτόθι.
  • 6. Βλ. περισσότερα εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Τό μεγαλεῖο καί ἡ προσφορά του», Θεοδρομία 15 (2013) 327-343.
  • 7. Αὐτόθι 42, PG 114, 1157.
  • 8. Aὐτόθι 1160.
  • 9. Παλλαδιου Επισκοπου Ελενουπολεωσ, Διάλογος ἱστορικός, Περί βίου καί πολιτείας τοῦ μακαρίου Ἰωάννου ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου 9, PG 47, 32.
  • 10. Εἰς τό «Εἶδον τόν Κύριον…» 4, 4, PG 56, 125.
  • 11. Eἰς Β´ Κορ. Ὁμ. 15, 3, PG 61, 507.
  • 12. Εἰς τό «Εἶδον τόν Κύριον…» 4, 5, PG 56, 127.
  • 13. Σωκρατουσ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 6, 18, PG 59, 485-490. Παλλαδιου, Διάλογος…, PG 47, 30.
  • 14. Εἰς Ρωμ. Ὁμ. 23, 1, PG 60, 615.
  • 15. Εἰς τόν μακάριον Βαβύλαν 6 καί 22, PG 50, 541· 571.
  • 16. Εἰς Β´ Κορ. Ὁμ. 15, 3, PG 61, 57. Βλ. καί Περί Ἱερωσύνης 3, 1, PG 48, 641: «Ἱερωσύνη τοσοοῦτον ἀνωτέρα βασιλείας ἕστηκεν ὅσον πνεύματος καί σαρκός τό μέσον».
  • 17. Εἰς Ἀνδριάντας 3, 1, PG 49, 50. Περισσότερα βλ. εἰς τήν μελέτη μας «Ἐκκλησία καί πολιτεία κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο», πού ἔχει ἐκδοθῆ στό βιβλίο μας: Ἐκκλησία καί Πολιτεία. Χωρισμός ἤ συναλληλία;, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 33-62.
  • 18. Σωζομενου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 25.
  • 19. Θεοδωρητου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 5, 18. Περισσότερα βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντινου Φουσκα, Θεηγόροι Ὁπλῖται. Οἱ Πατέρες καί Ἐκκλησιαστικοί Συγγραφεῖς ἀπό τοῦς 325-750 μ.Χ., Ἀθῆναι 1975, σελ. 166. Στυλιανου Παπαδοπουλου, Πατρολογία Β´, Ἀθήνα 1990, σελ. 652.
  • 20. Στυλιανου Παπαδοπουλου, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Τόμος Α´. Ἡ ζωή του. Ἡ δράση του. Οἱ συγγραφές του. Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1999, σελ. 139.
  • 21. PG 50, 527-534.
  • 22. PG 50, 533-572.
  • 23. Λόγος εἰς τόν μακάριον Βαβύλαν καί κατά Ἰουλιανοῦ καί πρός Ἕλληνας, 6, PG 50, 541.
  • 24. Αὐτόθι 6 , PG 50, 542.
  • 25. Αὐτόθι 7, PG 50, 544.
  • 26. Αὐτόθι 8, PG 50, 546.
  • 27. Αὐτόθι 9, PG 50, 547.
  • 28. Αὐτόθι 23, PG 50, 570-571: «Ἤμυνε τοῖς τοῦ Θεοῦ νόμοις ὑβριζομένοις, ἔλαβεν ὑπέρ τοῦ τελευτηκότος δίκην, ἥν ἔδει· ἔδειξεν ὅσον ἱερωσύνης καί βασιλείας τό μέσον· κατέλυσε πάντα τόν τοῦ κόσμου τῦφον καί κατεπάτησε τοῦ βίου τήν φαντασίαν· ἐπαίδευσε τούς βασιλεῖς μή πέρα τοῦ δοθέντος αὐτοῖς παρά τοῦ Θεοῦ μέτρου τήν ἐξουσίαν προάγειν· ἔδειξε τοῖς ἱερωμένοις πῶς ταύτης προΐστασθαι τῆς ἀρχῆς δεῖ».
  • 29. S. D. AmÉdÉe Thíerry, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Μεγαλομάρτυρας μετά τούς διωγμούς, ἐκδόσεις «Χριστιανική Ἐλπίς», Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 416.
  • 30. Παλλαδιου, ῎Ενθ᾽ἀνωτ. 11, PG 47, 38. Παρόμοια εἶναι καί ἡ περιγραφή τοῦ Συμεων Μεταφραστου, ἔνθ᾽ἀνωτ. 59-60, PG 114, 1205-1209.
  • 31. Εἰς τήν Ὀλυμπιάδα, Ἐπιστολή 14,4, ΡG 52, 617.
  • 32. Εἰς τούς Ἀνδριάντας 5, 2, PG 49, 70. Εἰς τήν Ὀλυμπιάδα. Αὐτόθι: «Οὔτε γοῦν ἐπαυσάμην λέγων, οὔτε παύσομαι, ὅτι ἕν λυπηρόν, ἁμαρτία μόνον. Τά δέ ἄλλα πάντα κόνις καί καπνός».
  • 33. PG 52, 459-480.
  • 34. Συμεων Μεταφραστου, Ἔνθ᾽ἀνωτ. 60, PG 114, 1209: «Ἔδει γάρ τόν μηδενί προσθέμενον τῶν παρόντων, ἀλλ᾽ ἑαυτόν ὅλως τῷ κόσμῳ σταυρώσαντα, ἐν ἄλλῳ τε οὐδενί τό καύχημα θέμενον, ἀλλ᾽ ἤ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ, κατ᾽ αὐτήν γε ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ σταυροῦ καί αὐτόν, ὅν εἶχεν ἐκ τοῦ κάτω κόσμου χοῦν, ἀποθέσθαι, καί μηδέν ἐκ τούτου παράσημον ἐπαγόμενον καθαρῶς γενέσθαι τοῦ ἐν οὐρανοῖς πολιτεύματος».

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra