Της φίλης και συνεργάτιδας της Κατάνυξης Ειρήνη Ιωάννου

Ο δικός μου γέροντας, ο δικός μου τύπος Χριστού, αρέσκονταν να πιάνει του αμαρτωλούς απ΄ το χέρι και να τους βάζει στην καρδιά του…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

O γέροντας για εμένα ήταν μια αιθέρια λεπτή ύπαρξη, μία γλυκιά αύρα, μία αγγελική μορφή, ένα ηφαίστειο έτοιμο να θερμάνει την ψυχή, ένας πατέρας που έρεε μέλι από το στόμα του, μία μάνα έτοιμη να ταΐσει γάλα μητρικό.

Αχ ο γέροντας, αυτά και άλλα τόσα να πω δε θα μου φτάσουν, για να σας δώσω να καταλάβετε πως η αγάπη που είχε ο παπα-Νικόλας για τα πνευματικά παιδιά του δε ζυγιζόταν με καμία ζυγαριά, δεν έμπαινε σε κανένα καλούπι, δεν έβρισκες ούτε αριθμό να την υπολογίσεις ούτε μεζούρα για να τη μετρήσεις. Ήταν ανείπωτη. Δεν ήταν τα γλυκά λόγια, οι πατρικές αγκαλιές, τα βλέμματα όλο θαλπωρή και συγκατάβαση, ήταν κάτι άλλο, δεν ήταν η αγάπη των ανθρώπων. Ήταν σαν ο Θεός, ο πλουτανοδότης Κύριος, η Υπεραγία Θεοτόκος και όλοι οι Άγιοι σαν να κατέβαιναν από τον Ουρανού μαζί και δια της ευχή του να σε φιλούσαν και να σε αγκάλιαζαν. Και εσύ να λιώνεις, όπως λιώνει το κερί στη φωτιά, όπως ο ερωτευμένος λιώνει για τον ποθούμενο έρωτά του. Χανόσουν, δεν υπήρχε ούτε χρόνος ούτε τόπος… «Μήπως είμαι στον Παράδεισο;» Ξεχνούσες… Να φάω δε θέλω ούτε να πιω ούτε να κοιμηθώ, ο γέροντάς μου με ταΐζει Θεία Χάρη και με κοιμίζει σαν να είμαι το μονάκριβο σπλάχνο του. Αυτή ήταν η πνευματική έκσταση, ένας θείος έρωτας! Έτσι αγαπούσε ο παπα-Νικόλας και έτσι σε ωθούσε να αγαπήσεις και τον Χριστό της Ορθοδοξίας δια του γέροντά σου!

Ο γέροντάς βέβαια, δεν έδινε μόνο, έδερνε κι όλας πνευματικώ τω τρόπω. Μάλιστα, έδερνε! Ήθελε να σε δει να πέφτεις στα πατώματα, να σε δει να σέρνεσαι, να κοπιάζεις, να ξενυχτάς, να βαρυγκομάς, να πονάς, να ματώνεις…, αλλά κυρίως ήθελε να σε δει να προσπαθείς, να παλεύεις. Ήθελε να σε δει εκεί στο πάτωμα της μετανοίας, να ζητάς σαν τον επαίτη την ελεημοσύνη του Θεού, σαν τον Τελώνη να κλαις για τις αμαρτίες σου, σαν την πόρνη να σκουπίζεις με τα μαλλιά σου Εκείνον. Γιατί ήξερε ότι το αίμα που θα χύσεις θα σε λυτρώσει, ο ιδρώτας που θα θυσιάσεις θα σε ξεδιψάσει. Και εκεί στο χώμα που θα σκάψεις -βαθιά στον πυθμένα της ψυχής σου- για να βρεις τον παλιοχαρακτήρα σου, λουλούδια θα σπείρεις και άνθη μοσχομυρωδάτα.

Στις πνευματικές αθλοπαιδιές, στους μαραθώνιους, για να κόψει κανείς το θέλημά του, για να φύγει από την αμαρτία, ο γέροντας έβγαζε αλλεργία στην κοσμική λογική. Όχι, ο άνθρωπος και οι σοφίες του να κάνουν πέρα τώρα, σειρά έχει ο Θεός. Και ας μην καταλαβαίνει ανθρώπου νους, καταλαβαίνει ο Θεός.

Θα αναρωτηθείτε τώρα, σε ποιον μαθητή, σε ποιο παιδί αξίζει τέτοια αγάπη; Δεν ξέρω, σε εμένα σίγουρα όχι. Αλλά, ο δικός μου γέροντας, ο δικός μου τύπος Χριστού, αρέσκονταν να πιάνει τους αμαρτωλούς απ΄ το χέρι και να τους βάζει στην καρδιά του και άπαξ και έμπαιναν σε αυτόν τον κήπο, δεν έβγαιναν ποτέ.

Ήταν καμικάζι στα πνευματικά, ριψοκίνδυνος για τα πνευματικά του παιδιά, για τον αγώνα τον πνευματικό τους, να ανέβουν ένα σκαλί, για να τον καταλάβουν, για να σβήσουν καμία αμαρτία, για να γευτούν λίγη γλύκα. «Μπορώ να δώσω και τη ζωή μου, αν χρειαστεί, αρκεί να σας πάω εκεί που θέλω, στον Παράδεισο», έλεγε και βοούσε η καρδιά του. Αλλά την κατά Θεόν αγάπη του δεν την ομολογούσε μόνο ιδιωτικά αλλά και δημόσια. Έβγαλε λόγους πύρινους, έδωσε μάχες ομολογίας, λοιδορήθηκε, δικάστηκε, διώχθηκε, σταυρώθηκε από τους σύγχρονους Φαρισαίους, γιατί πολέμησε την Αίρεση.

Ο ίδιος μαρτύρησε πως ήρθε, για να βάλει φωτιά στην εποχή του και πράγματι έβαλε φωτιά στον Οικουμενισμό, στην εποχή της ψευτοϋπακοής, της σιωπής, της συγκατάβασης στα αντικανονικά εγκλήματα. Εκείνος σαν μονομάχος έτρεξε να παλέψει με τα θηρία. Σαν πρωτομάρτυρας έτρεξε να φάει πρώτος αυτός τις βουρδουλιές. Πρώτος αυτός να χύσει το αίμα του για την Ορθοδοξία, για να απολαμβάνουμε όλοι εμείς που ζήσαμε κοντά του. Να χάνουμε τις οικογένειές μας, να χάνουμε τους φίλους μας, να μας περιγελούν, γιατί τάχα ακολουθούμε τυφλά έναν ιερέα εκτός Εκκλησίας. Και όμως, εμείς λιώναμε, όταν ήμασταν κοντά του και νομίζαμε πως όλον τον κόσμο έχουμε, αν έχουμε εκείνον. Νιώθαμε πως μας ευλογεί ο Κύριος και πως μας στέλνει δωρεές αμέτρητες, πως βροχή δεν υπάρχει, μόνο λιακάδα, πως κακόβουλα παράσιτα δεν υπάρχουν, μόνο πουλιά που κελαηδούν υπάρχουν. 
Αυτό ήταν για εμάς η ζωή κοντά στον γέροντά μας. Γιατί βυζάξαμε λίγη, αλλά έστω και αυτή έφτανε στην αναξιότητά μας, από τη Θεία Χάρη, δια της ευχής του γέροντα. Βιώσαμε ότι σύμπασα η γη και ο Ουρανός κοινωνούν στο μετερίζι της Αγιοπατερικής Αποτείχισης και από αυτό το μαρτυρικό μετερίζι κοινωνήσαμε και εμείς και παρακαλούμε τώρα τον Θεό να μας συγχωρέσει για την αναξιότητά μας και τον γέροντά μας να μεσιτεύει, για να φανούμε αντάξιοι, έστω και στο ελάχιστο.

Αμήν!

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra