της Ειρήνης Ιωαννίδου

Η Κατάνυξη των Παιδιών…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Ήταν μία συνηθισμένη ημέρα για τη μικρή Ειρήνη. Μετά την πρωινή της προσευχούλα, η μαμά της ετοίμασε ένα καλό πρωινό. Έπειτα φορτώθηκε τη σχολική της τσάντα και ξεκίνησε για το σχολείο. Η σημερινή μέρα ήταν όμως διαφορετική. Μόλις ξεμύτησε από το σπίτι, είδε τη μαμά της να τη σταυρώνει τρεις φορές. «Κάθε φορά που φεύγω από το σπίτι, η μαμά με σταυρώνει. Παράξενο πράγμα…»

Γυρνώντας στο σπίτι, ρώτησε όλο απορία τη μαμά της:

– Μαμά, γιατί κάνουμε τον Σταυρό μας;

– Παιδί μου, ο Σταυρός είναι το ωραιότερο σύμβολο της Εκκλησίας μας. Πάνω στον Σταυρό ο Ιησούς Χριστός, ο Κύριός μας και Θεός μας, έχυσε το πανάχραντο αίμα του για τη σωτηρία όλου του κόσμου. Είναι το καμάρι μας, η σημαία μας, το λάβαρό μας. Το σχήμα του Σταυρού στολίζει τα στέμματα των βασιλιάδων και υψώνεται επάνω στις Εκκλησίες. Τον συναντάμε μέσα στα σπίτια των Χριστιανών, πάνω από τα κρεβάτια των μικρών παιδιών. Ο Σταυρός παιδί μου, είναι παντού, αλλά κυρίως είναι στην καρδιά του πιστού ανθρώπου. Γι’ αυτό λοιπόν αμέσως τώρα θα σου πω μία ιστορία για να σου το αποδείξω.

Μία φορά και ένα καιρό ήταν μία παρέα παιδιών που ήθελαν να γίνουν εξερευνητές. Η Μαίρη, ο Κωστής, ο Ηλίας και η Φωτεινούλα ήταν αχώριστοι φίλοι. Έμεναν σε μία μικρή επαρχιακή πόλη. Αμέσως μετά το σχολείο έδιναν ραντεβού για παιχνίδι. Έβαζαν στην πλάτη τα σακίδια και έτρεχαν στο αρχηγείο τους. Ο μπαμπάς του Ηλία είχε κατασκευάσει για την παρέα των εξερευνητών το ιδανικό αρχηγείο. Ένα μικρό, ξύλινο σπιτάκι που ίσα ίσα χωρούσε μέσα όλη την παρέα. Αγάπησαν πολύ αυτό το σπιτάκι γιατί έγινε το καταφύγιό τους. Κάθε μέρα ήταν γι’ αυτούς μία μικρή περιπέτεια. Μαζεύονταν στο αρχηγείο και συζητούσαν τα θέματα που τους απασχολούσαν. Πάντα στη γειτονιά υπήρχε ένα μυστήριο. Υπήρχε ένας γρίφος που έπρεπε να λυθεί από αυτά τα παιδιά, όπως για παράδειγμα γιατί τα μαλλιά της κυρίας Ιφιγένειας έγιναν ξαφνικά κόκκινα, γιατί το σκυλάκι του κρεοπώλη το έσκασε ξαφνικά απ’ τη αυλή, και άλλα. Αυτή τη φορά όμως, η παρέα θα καλούνταν να λύσει ένα πραγματικό μυστήριο.

Όλοι γνώριζαν την κυρία Αρετή. Ήταν μία γυναίκα μεγάλη σε ηλικία η οποία ζούσε μόνη της, απομονωμένη από το υπόλοιπο χωριό. Δεν γνώριζε πολλά γράμματα. Ήταν μία γυναίκα απλή και ταπεινή, πάντα καλοσυνάτη. Σπάνια έβγαινε από το σπίτι της. Μόνο τις Κυριακές στην Εκκλησία συναντούσε κανέναν άνθρωπο και αντάλλασσαν μία καλημέρα. Είχε λίγες κότες στην αυλίτσα της και ένα μικρό θερμοκήπιο. Αυτά τα λίγα έτρωγε η καημένη. Έμοιαζε να είναι άρρωστη και αδύναμη. Τα ρούχα της ήταν φτωχικά και βρώμικα. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που κανείς δεν της μιλούσε στο χωριό. Κανείς δεν ήθελε να κάνει παρέα μαζί της. Την απέφευγαν σαν να είχε κάποια κολλητική αρρώστια και φοβόντουσαν μην τους κολλήσει. Όλοι τη θεωρούσαν διαφορετική.

Το σίγουρο είναι ότι ένα μυστήριο υπήρχε γύρω από το πρόσωπό της. Οι συγχωριανοί της νόμιζαν πως ήταν μυστήρια, επειδή έκρυβε έναν πολύ μεγάλο θησαυρό.

Η παρέα των μικρών εξερευνητών έπρεπε να εξερευνήσει αυτό το μυστήριο και να φτάσει στη λύση του. Μαζεύτηκαν λοιπόν όλα τα παιδιά και σκέφτηκαν μόλις δύσει ο ήλιος πάνε στο σπίτι της κυρίας Αρετής. Έτσι και έγινε.

Οι μικροί εξερευνητές είχαν καταστρώσει ολόκληρο σχέδιο για το πώς θα καταφέρουν να ανακαλύψουν το μυστικό της. Ο Ηλίας είχε αναλάβει να τραβήξει την προσοχή του σκύλου της. Η κυρία Αρετή είχε ένα μεγαλόσωμο λυκόσκυλο για να φυλάει την αυλή. Ο Ηλίας αποφάσισε να του ρίξει ένα κόκαλο για να απασχολήσει τον τετράποδο φύλακα της κυρίας Αρετής. Ο σκύλος έτσι όπως ήταν πεινασμένος το άρπαξε και ξάπλωσε κάτω από μία μεγάλη καρυδιά. Τους είχε αφήσει το πεδίο ελεύθερο. Η δράση μόλις είχε ξεκινήσει!

Η υπόλοιπη παρέα, η Μαίρη, ο Κωστής και η Φωτεινούλα, μόλις έλαβαν το κατάλληλο σύνθημα από τον Ηλία, τρύπωσαν στην αυλή. «Παιδιά, πώς θα καταφέρουμε να πείσουμε την κυρία Αρετή να βγάλει τον θησαυρό της από την κρυψώνα του; Σίγουρα θα είναι καλά κρυμμένος, σε ένα μέρος απίθανο που ούτε καν μπορούμε να σκεφτούμε», είπε η Φωτεινούλα. «Το βρήκα!» είπε η Μαίρη. «Θα την τρομάξουμε τόσο πολύ που από τον φόβο της θα μας οδηγήσει μόνη της στο θησαυρό». Άφησε λοιπόν αυτή η σκανδαλιάρικη παρέα ένα γράμμα κάτω από την πόρτα της κυρίας Αρετής. Το γράμμα αυτό έλεγε «Ο θησαυρός σου δεν είναι πια στο σπίτι σου. Δεν θα είναι ποτέ ξανά δικός σου. Ο θησαυρός σου μας ανήκει!».

Η κυρία Αρετή διαβάζοντας ένα τέτοιο γράμμα, φοβήθηκε μήπως πράγματι κάποιος έκλεψε τον πολύτιμο θησαυρό της. Έτρεξε τότε στο υπνοδωμάτιό της. Εκεί στο κομοδίνο της, δίπλα από το κρεβάτι της, και έβγαλε ένα ολόχρυσο κουτί.

Τα παιδιά είχαν σκαρφαλώσει σε ένα παλιό βαρέλι και παρακολουθούσαν όλο αγωνία από το παράθυρο. «Κοιτά Ηλία, η κυρία Αρετή έβγαλε από το κομοδίνο της ένα κουτί ολόχρυσο! Σίγουρα θα κρύβει μέσα έναν αμύθητο θησαυρό…»

Τότε η κυρία Αρετή άνοιξε το ολόχρυσο κουτί και έβγαλε από μέσα έναν πολύτιμο Σταυρό.

Τα παιδιά νόμισαν πως φωτίστηκε όλο το δωμάτιο από τη λάμψη. Ήταν τόσο εντυπωσιακός…

«Ααααψιούύ»… Ήταν το φτέρνισμα της Φωτεινούλας. Αυτό πρόδωσε την παρέα των μικρών εξερευνητών και η κυρία Αρετή κατάλαβε πως κάποιος κρύβεται στην αυλή της.

«Τι κάνετε εσείς εδώ; Εσείς ρίξατε αυτό το γράμμα κάτω από την πόρτα μου;»

Όλοι κοκκίνισαν. Ντράπηκαν πολύ, γιατί δεν έπρεπε να τρομάξουν τόσο πολύ την κυρία Αρετή.

«Ελάτε μέσα, θα πιούμε τσάι και θα σας δείξω από κοντά έναν αληθινό θησαυρό»

«Εμείς νομίζαμε πως κρύβατε πολύτιμα διαμάντια», είπε η Μαίρη.

«Όχι παιδιά μου δεν έχω ούτε διαμάντια ούτε χρήματα πολλά, έχω όμως μέσα στο σπίτι μου έναν πραγματικό θησαυρό που αξίζει περισσότερο από ολόκληρο το χρυσάφι του κόσμου. Αυτόν εδώ τον Σταυρό τον προσκυνώ καθημερινά. Τον γλυκοφιλώ και παίρνω από τη Χάρη του. Τότε, ζεσταίνεται η καρδιά μου. Και αν το τραπέζι μου δεν είναι πλούσιο, δεν με πειράζει. Αυτός ο Σταυρός μου δίνει δύναμη. Και αν οι συγχωριανοί δεν μου μιλούν, δεν με πειράζει. Αυτός μου δίνει παρηγοριά. Και αν τα ρούχα μου είναι φτωχικά και με πιάνει η στεναχώρια καμιά φορά, παίρνω τον Σταυρό και τον φιλώ και τον Θεό παρακαλώ. Το σπιτικό μου το φυλάει από κάθε κίνδυνο. Μία ευλογία, μία χαρά πλημμυρίζει όλο το σπίτι και όλη την καρδιά μου. Γι’ αυτό σας λέω παιδιά μου, ο Σταυρός του Χριστιανού είναι ο θησαυρός της καρδιάς του».

Κατάλαβες τώρα Ειρήνη μου γιατί ο βαπτιστικός Σταυρός δεν είναι απλώς διακοσμητικός, αλλά είναι η δύναμη των μικρών παιδιών;
Από την ημέρα της βάπτισής μας όπου φοράμε τον Σταυρό μας, ξεκινά το ταξίδι μας στην Ορθόδοξη Πίστη. Μας παίρνει ο Θεός στην αγκαλιά του και μας στολίζει με τον Σταυρό.

– Και δεν μου είπες μαμά, πώς κάνουμε τον Σταυρό μας;

Ενώνουμε λοιπόν τα τρία δάχτυλα, σφιχτά, και τα ακουμπάμε στο μέτωπο. Έτσι ομολογούμε πως ο Χριστός είναι Θεός και κάθεται ψηλά στον θρόνο του Ουρανού. Κατεβάζουμε τα τρία δάχτυλα χαμηλά στην κοιλιά. Έτσι ομολογούμε πως ο Χριστός μας, κατέβηκε από τον θρόνο του και φόρεσε σάρκα ανθρώπινη. Μετά, φέρνουμε τα τρία δάχτυλα στον δεξιό ώμο. Έτσι ομολογούμε πως παρακαλούμε τον Θεό να μας βάλει στον Παράδεισο. Τέλος, φέρνουμε τα τρια δάχτυλα στον αριστερό ώμο παρακαλούμε τον Θεό να μην μας βάλει στην Κόλαση, μαζί με όλους αυτούς που δεν τον αγάπησαν και δεν μετάνιωσαν για τις αμαρτίες τους.

– Μαμά θέλω και εγώ τον πολύτιμο θησαυρό του Χριστιανού να τον φυλάξω μέσα στην καρδιά μου και ποτέ να μην πάψω να τον φορώ! Μαζί μ’ αυτόν, όλα τα μπορώ!

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra