Ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Ὁμότιμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Τό νόημα τῆς εὐχῆς τῶν Θεοφανείων…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

1. Χριστός ἐτέχθη, Χριστός ἐφάνη, Χριστός ἀνέστη

Κάθε χρόνο κατά τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων ἤ τῶν Φώτων συνηθίζουμε μετά τήν Θεία Λειτουργία καί τόν Μεγάλο Ἁγιασμό νά εὐχόμαστε ὁ ἕνας στόν ἄλλο «Καλή Φώτιση», ἀκόμη καί ὅσοι ἀγνοοῦν τό νόημα τῆς εὐχῆς. Ποιά ὅμως εἶναι ἡ καλή φώτιση;

Μήπως ὑπάρχει καί κακή φώτιση, πού κρύβεται κάτω ἀπό τήν εὐχή γιά καλή φώτιση, καί οὐσιαστικά πρόκειται γιά σκότιση; Μήπως τό ἴδιο δέν συνέβη μέ τόν περίφημο εὐρωπαϊκό Διαφωτισμό ὁ ὁποῖος ἀποδείχθηκε εὐρωπαϊκός Διασκοτισμός;

Σέ ἄλλες ὁμιλίες καί ἄρθρα μας ἐξηγήσαμε γιατί ὀνομάζουμε τήν ἑορτή Θεοφάνεια καί γιατί θά ἦταν καλό ἀπό τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς (6 Ἰανουαρίου) μέχρι τήν ἀπόδοσή της (14 Ἰανουαρίου), ἐπί ἐννέα ἡμέρες δηλαδή, τήν ἑόρτια καί τίς μεθέορτες, νά χρησιμοποιοῦμε ὡς χαιρετισμό καί ἀντιχαιρετισμό τίς φράσεις «Χριστός ἐφάνη-Ἀληθῶς ἐφάνη», ἀντίστοιχες μέ τούς ἄλλους χαιρετισμούς, τόν παλαιό τοῦ Πάσχα «Χριστός ἀνέστη-Ἀληθῶς ἀνέστη» καί τόν νεώτερο τῶν Χριστουγέννων «Χριστός ἐτέχθη-Ἀληθῶς ἐτέχθη». Ὅσο οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἑβραῖοι καί οἱ Μουσουλμάνοι, ἀρνοῦνται ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας, ἦλθε, καί οἱ μέν πρῶτοι περιμένουν ἀκόμη νά ἔλθει ὁ Χριστός, πού θά εἶναι ὁ Ἀντίχριστος, οἱ δέ δεύτεροι τόν ἀντικατέστησαν μέ τόν Μωάμεθ, τόσο περισσότερο ἐμεῖς πρέπει νά διακηρύσσουμε συχνότερα καί ἐντονώτερα ὅτι «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», ὅπως θριαμβευτικά καί μέ χαρά ἀνήγγειλε ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας στόν ἀδελφό του Ἀπόστολο Πέτρο, καί κατά τίς τρεῖς μεγάλες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων, τῶν Θεοφανείων καί τοῦ Πάσχα νά φωνάζουμε καυχώμενοι καί εὐχαριστημένοι Χριστός ἐτέχθη, Χριστός ἐφάνη, Χριστός ἀνέστη.

2. Γιατί ὀνομάσαμε «Θεοφάνεια» τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι τήν Γέννηση;

Θά ὑπενθυμίσω γιατί ὀνομάζουμε Θεοφάνεια τήν ἑορτή πού βαπτίσθηκε ὁ Χριστός καί ὄχι τήν ἑορτή πού γεννήθηκε, ὅπως πειστικώτατα μᾶς ἐξήγησε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Ἀσφαλῶς θά μποροῦσαν καί τά Χριστούγεννα νά ὀνομάζονται Θεοφάνεια, ὅπως ὀνομάζονταν τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, διότι ὄντως κατά τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ γιά πρώτη φορά καί μοναδική φανερώθηκε ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος, κατά τήν ἀληθῆ καί ἀναμφίβολη διατύπωση τοῦ μεγάλου δογματολόγου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἰωάννη Δαμασκηνοῦ. Τότε οἱ ἁπλοϊκοί ποιμένες, καί ὄχι οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ θεολόγοι, ἄκουσαν ἀπό τόν Ἄγγελο τό χαρμόσυνο μήνυμα ὅτι «ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος ἐν πόλει Δαβίδ». Ἐνωρίτερα ἡ πάνσεμνη Μαριάμ, ἡ Παναγία μας, κατά τόν Εὐαγγελισμό, πληροφορήθηκε ξαφνιασμένη ἀπό τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ ὅτι θά συλλάβει κατά ὑπερφυσικό τρόπο, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, καί θά γεννήσει υἱόν πού θά τόν ὀνομάσει Ἰησοῦν. Καί ὅπως ἐξήγησε ὁ Ἄγγελος στόν ἀνήσυχο Ἰωσήφ, πού ἔβλεπε νά συμβαίνουν παράδοξα πράγματα, τό ὄνομα Ἰησοῦς πού θά δώσει στό βρέφος σημαίνει Σωτήρας, καί Λυτρωτής: «Τέξεται δέ υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν». Ἔτσι ἐκπλη-ρωνόταν καί ἡ προφητεία πού λέγει ὅτι ὁ Μεσσίας θά ὀνομασθεῖ Ἐμμανουήλ, ὄνομα πού σημαίνει ὅτι ὁ Θεός εἶναι μαζί μας, «μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός». Καί λίγο μετά τόν Εὐαγγελισμό, ὅταν ἐπισκέφθηκε ἡ Παναγία τήν ἔγγυο Ἐλισάβετ, τήν μητέρα τοῦ Προδρόμου, ἔχοντας καί αὐτή στή κοιλιά της τό βρέφος Χριστό, ἐσκίρτησε τό ἄλλο βρέφος, ὁ Πρόδρομος, καί ἐνήργησε ὥστε νά γεμίσει μέ Ἅγιο Πνεῦμα ἡ Ἐλισάβετ καί νά ὀνομάσει τήν Παναγία μητέρα τοῦ Θεοῦ, γιά πρώτη φορά Θεοτόκο: «Ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς καί ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καί εἶπεν· εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου. Καί πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;». Καί πῶς μοῦ ἔγινε αὐτή ἡ τιμή, ὥστε νά ἔλθει νά μέ ἐπισκεφθεῖ ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου;

Θά μποροῦσαν, λοιπόν, καί τά Χριστούγεννα νά ὀνομάζονται Θεοφάνεια. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος τόν θαυμάσιο λόγο πού ἔγραψε γιά τά Χριστούγεννα τόν ἐπιγράφει «Εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος». Ἄλλωστε μέχρι τόν 4ο αἰώνα Χριστούγεννα καί Θεοφάνεια, δηλαδή ἡ Γέννηση καί ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ἑορτάζονταν μαζί τήν ἴδια ἡμέρα, στίς 6 Ἰανουαρίου, ὁπότε ὁ ὅρος Θεοφάνεια ἐκάλυπτε καί τίς δύο ἑορτές.

Ὅταν ὅμως τόν 4ο αἰώνα χωρίσθηκαν οἱ ἑορτές, καί τά μέν Χριστούγεννα γιορτάζονται ἔκτοτε στίς 25 Δεκεμβρίου, ἡ δέ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ παρέμεινε μόνη της στίς 6 Ἰανουαρίου, προτιμήθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία ὁ ὅρος Θεοφάνεια Ἐπιφάνεια νά χρησιμοποιεῖται γιά τήν Βάπτιση. Καί αὐτό τό ἐξηγεῖ πολύ πειστικά ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος στόν σχετικό λόγο του θέτει τό ἐρώτημα: «Ἀλλά τίνος ἕνεκεν οὐχί ἡ ἡμέρα καθ᾽ ἥν ἐτέχθη, ἀλλ᾽ ἡ ἡμέρα καθ᾽ ἥν ἐβαπτίσθη Ἐπιφάνεια λέγεται». Δηλαδή γιά ποιό λόγο ὀνομάσθηκε Ἐπιφάνεια ἡ ἡμέρα κατά τήν ὁποία βαπτίσθηκε καί ὄχι ἡ ἡμέρα κατά τήν ὁποία γεννήθηκε; Καί ἡ ἀπάντηση εἶναι πολύ πειστική. Αὐτό ἔγινε, διότι ὁ Χριστός φανερώθηκε σέ ὅλους ὄχι ὅταν γεννήθηκε, ἀλλά ὅταν βαπτίσθηκε. Μέχρι τήν Βάπτισή του οἱ περισσότεροι δέν τόν ἐγνώριζαν: «Ἐπειδή οὐχ ὅτε ἐτέχθη, τότε πᾶσιν ἐγένετο κατάδηλος, ἀλλ᾽ ὅτε ἐβαπτίσατο· μέχρι γάρ ταύτης ἠγνοεῖτο τῆς ἡμέρας τοῖς πολλοῖς».

Ἄλλωστε αὐτός ἦταν ἕνας βασικός λόγος πού ὁ Ἰωάννης πῆρε ἐντολή νά βαπτίσει τόν Χριστό στόν Ἰορδάνη, ἐκεῖ πού συνέτρεχαν, συνωστίζονταν, τά πλήθη γιά νά βαπτισθοῦν ἀπό τόν ἀσκητικό καί ἐντυπωσιακό ἐρημίτη τοῦ Ἰορδάνη καί νά ἐξομολογηθοῦν τίς ἁμαρτίες τους. Στήν συνάφεια αὐτή ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διακρίνει καί διαφοροποιεῖ τρία (3) Βαπτίσματα, τό Ἰουδαϊκό Βάπτισμα, τό Βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου καί τό Χριστιανικό Βάπτισμα, καί μᾶς λέγει ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔλαβε κανένα ἀπό τά τρία Βαπτίσματα, διότι ὡς Θεός δέν εἶχε ἀνάγκη τίς δωρεές πού αὐτά προσφέρουν. Ὁπότε αὐτομάτως θέτει ὁ ἴδιος τό ἐρώτημα: Ἄν λοιπόν δέν ἔλαβε κανένα ἀπό τά τρία βαπτίσματα τότε γιατί βαπτίσθηκε; «Τίνος οὖν ἕνεκεν ἐβαπτίσατο, εἰ μήτε ἐπί μετανοίᾳ, μήτε ἐπί ἁμαρτημάτων ἀφέσει μήτε ἐπί Πνεύματος χορηγίᾳ τοῦτο ἐποίει;». Ἀνάμεσα στίς ἄλλες αἰτίες πού βαπτίσθηκε ὁ Χριστός ἡ πιό βασική εἶναι αὐτή πού ὁ ἴδιος ὁ Βαπτιστής ἐφανέρωσε, ὅτι ἐστάλη νά βαπτίσει, ὥστε νά φανερώσει ὁ Θεός κατά τήν Βάπτιση ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀπεσταλμένος ἀπό τόν Θεό Σωτήρας καί Λυτρωτής, ὥστε νά τόν γνωρίσουν τά πλήθη πού ἔσπευδαν νά βαπτισθοῦν, «ἵνα γνωρισθῇ τοῖς πολλοῖς». Ἦταν ἡ καλύτερη ἐπιλογή, γιατί δέν ἦταν εὔκολο νά πηγαίνει ὁ Ἰωάννης ἀπό σπίτι σέ σπίτι καί ἀπό συναγωγή σέ συναγωγή καί νά λέγει ὅτι ἐλᾶτε νά σᾶς δείξω τόν Χριστό, πρᾶγμα πού θά δημιουργοῦσε καί ὑποψίες εἰς βάρος του. Τό ὅτι ὅμως ἦλθε ὁ Χριστός νά βαπτισθεῖ  τόν καιρό πού ὅλος ὁ λαός εἶχε ξεχυθεῖ στόν Ἰορδάνη ἀπό κάθε πόλη καί ἐκεῖ νά γίνει ἡ φανέρωσή Του ἀπό τόν οὐρανό μέ τήν φωνή τοῦ Πατρός καί μέ τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, αὐτό καθιστοῦσε ἀξιόπιστη τήν μαρτυρία τοῦ Προδρόμου.

Τόν Θεάνθρωπο Χριστό, λοιπόν, φανέρωσαν στά πλήθη στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη ὡς Θεό (=Θεοφάνεια) ἡ γῆ καί ὁ οὐρανός. Ἀπό τήν γῆ ὁ Ἰωάννης μέ τίς πολλές μαρτυρίες του περί τοῦ Χριστοῦ, ὁμολογώντας πώς δέν εἶναι αὐτός ὁ Χριστός, ἀλλά Αὐτός πού ἔρχεται πίσω του, ὁ πολύ ἰσχυρότερος, τοῦ ὁποίου δέν εἶναι ἄξιος οὔτε τά κορδόνια τῶν ὑποδημάτων του νά λύσει καί κανονικά αὐτός ἔπρεπε νά βαπτισθεῖ ἀπό Αὐτόν καί ὄχι νά τόν βαπτίσει. Τόν ἔδειξε στούς μαθητές του ὁλοφάνερα μετά τήν Βάπτιση λέγοντας: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Πρόσθεσε μάλιστα ὅτι καί ὁ ἴδιος δέν Τόν ἐγνώριζε προηγουμένως καί ὅτι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο στάλθηκε ἀπό τόν Θεό νά βαπτίζει στόν Ἰορδάνη ἦταν νά γνωρίσουν οἱ Ἰσραηλίτες τόν Χριστό ὡς Μεσσία: «Κἀγώ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾽ ἵνα φανερωθῇ τῷ Ἰσραήλ, διά τοῦτο ἦλθον ἐγώ ἐν τῷ ὕδατι βαπτίζων». Ἀπό τήν γῆ λοιπόν μαρτυρεῖ καί φανερώνει ὁ Ἰωάννης, ἐνῶ ἀπό τόν οὐρανό ἡ φωνή τοῦ Πατρός «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός ἐν ᾧ εὐδόκησα», καί τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἐν εἴδει περιστερᾶς ἐκάθησεν ἐπί τῆς κεφαλῆς Του, σάν ἕνας δάκτυλος πού τόν ἔδειχνε. Λέγει πάλιν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ὁρᾷς ὅτι διά τοῦτο ἦλθε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, οὐχ ὡς τότε πρῶτον ἐπιφοιτῆσαν, ἀλλ᾽ ἵνα δείξῃ τόν κηρυττόμενον, ὥσπερ δακτύλῳ τινί τῇ πτήσει πᾶσιν αὐτόν γνώριμον ποιοῦν; Διά τοῦτο τοίνυν ἦλθεν ἐπί τό βάπτισμα».

Ὁ ὅρος Θεοφάνεια γιά τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ δικαιολογεῖται, ὄχι μόνον γιατί κατ᾽ αὐτήν φανερώθηκε στούς πολλούς ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, μαρτυρούμενος ἀπό τόν οὐρανό καί τήν γῆ, ἀλλά ἐπίσης γιατί φανερώθηκε καί ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως ψάλλουμε στό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς: «Ἐν Ἰορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις. Τοῦ γάρ Γεννήτορος ἡ φωνή προσεμαρτύρει σοι, ἀγαπητόν σε Υἱόν ὀνομάζουσα. Καί τό Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς ἐβεβαίου τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Ὁ ἐπιφανείς, Χριστέ ὁ Θεός, καί τόν κόσμον φωτίσας δόξα σοι». Δηλαδή, ὅταν βαπτιζόσουν στόν Ἰορδάνη Κύριε, φανερώθηκε ὅτι πρέπει νά προσκυνοῦμε τήν Ἁγία Τριάδα. Διότι ἡ φωνή τοῦ Πατρός πού σέ ἐγέννησε μαρτυροῦσε γιά σένα, μέ τό νά σέ ὀνομάζει ἀγαπητό Υἱό. Καί τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τή μορφή περιστεριοῦ ἐπιβεβαίωνε τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Πατρός. Ἐσένα Χριστέ καί Θεέ, πού φανερώθηκες καί ἐφώτισες τόν κόσμο, σέ δοξάζουμε.

3. Γιατί ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ὀνομάσθηκε «Φῶτα»

Ἐκτός ὅμως ἀπό τήν ὀνομασία Θεοφάνεια γιά τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ χρησιμοποιοῦμε ὡς δεύτερη, κατάλληλη ἐπίσης, ὀνομασία τήν λέξη «Φῶτα», ἑορτή τῶν Φώτων, τά κάλαντα τῶν Φώτων, ἡ λειτουργία τῶν Φώτων κ.ἄ. Μέ αὐτήν τήν δεύτερη ὀνομασία συνδέεται ἐννοιολογικά καί ἡ εὐχή «Καλή φώτιση», πού διατυπώνουμε αὐτές τίς ἡμέρες. Γιατί, λοιπόν, ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ὀνομάσθηκε «Φῶτα»;

Μιά πρώτη θεμελιώδη ἀπάντηση μᾶς δίδει ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής Ἰωάννης ἐστάλη ἀπό τόν Θεό νά βαπτίσει τόν Χριστό καί νά τόν παρουσιάσει ὡς φῶς. Δέν ἦταν ἐκεῖνος τό φῶς, ἀλλά ἦλθε, γιά νά μᾶς δείξει τό ἀληθινό φῶς, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο: «Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περί τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι᾽ αὐτοῦ. Οὐκ ἦν ἐκεῖνος τό φῶς, ἀλλ᾽ ἵνα μαρτυρήσῃ περί τοῦ φωτός. Ἦν τό φῶς τό ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός διεκήρυξε ὅτι εἶναι τό φῶς τοῦ κόσμου, καί ὅποιος τόν ἀκολουθεῖ δέν θά βαδίζει μέσα στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχει τό φῶς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς».

Ἡ ὑμνογραφία τῶν Θεοφανείων εἶναι γεμάτη ἀσφυκτικά ἀπό ἐκφράσεις πού δηλώνουν ὅτι κατά τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ φανερώθηκε τό ἀληθικό φῶς, ὁ Χριστός, τόν ὁποῖο ὅταν ἀκολουθοῦμε φωτιζόμαστε καί ἐμεῖς καί ἀποφεύγουμε τό σκοτάδι τῆς κακίας καί τῆς ἁμαρτίας. Χρειάζεται πολύς χῶρος καί χρόνος γιά νά παρουσιάσουμε ὅσα λέγουν οἱ ὕμνοι τῶν Θεοφανείων γιά τόν Χριστό ὡς φῶς καί γιά τόν δικό μας φωτισμό. Ἐνδεικτικά θά μνημονεύσω κάποιους: «Τό ἀληθινόν φῶς ἐπεφάνη, καί πᾶσι τόν φωτισμόν δωρεῖται». «Φῶς ἐκ φωτός ἔλαμψε τῷ κόσμῳ Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν». «Ἐπεφάνη ὁ Σωτήρ, ἡ χάρις, ἡ ἀλήθεια, ἐν ρείθροις τοῦ Ἰορδάνου, καί τούς ἐν σκότει καί σκιᾷ καθεύδοντας ἐφώτισε· καί γάρ ἦλθεν, ἐφάνη, τό φῶς τό ἀπρόσιτον».

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος σέ ἕνα θαυμάσιο ἐπίσης λόγο γιά τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, πού τόν ἐπιγράφει «Εἰς τά Ἅγια Φῶτα», μᾶς δίδει στό προοίμιο συμπυκνωμένη ἀπάντηση στό γιατί ὀνομάσαμε τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ Φῶς καί Φῶτα. Μᾶς λέγει λοιπόν ὅτι ἡ ἑορτή ἔχει ὡς ἀρχή τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο, ἐνεργεῖ ὅμως καί τόν δικό μας καθαρισμό καί βοηθεῖ νά ἐπανέλθουμε στό φῶς, τό ὁποῖο πήραμε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά μέ τίς ἁμαρτίες μας τό ἐζοφώσαμε, τό σκοτεινιάσαμε, καί τό ἀναμείξαμε, τό συγχύσαμε, μέ ἄλλα φῶτα. Γι᾽ αὐτό ἄς ἀκούσουμε τήν φωνή τοῦ μεγάλου μύστη καί μυσταγωγοῦ, τοῦ Χριστοῦ, πού λέγει «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου» καί ἄς τρέξουμε πρός Αὐτόν γιά νά φωτισθοῦμε· νά ἀπομακρύνουμε τό σκοτάδι καί νά πλησιάσουμε πρός τό φῶς, γιά νά γίνουμε τέλειο φῶς, γεννήματα τοῦ τελείου φωτός. Αὐτή εἶναι ἡ ὡραιότητα τῆς ἡμέρας, τό νόημα τῆς ἑορτῆς.

Τήν ὀνομασία «Φῶτα», «Ἅγια Φῶτα» ἐνίσχυσε καί ἡ λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποία μέ τήν ἑορτή τῆς Βάπτισης τοῦ Χριστοῦ συνδέθηκε καί τό Βάπτισμα τῶν Κατηχουμένων, πού ὀνομάσθηκε «Φώτισμα» καί οἱ Κατηχούμενοι «Φωτιζόμενοι». Κατ᾽ αὐτό προσέρχονταν ὅλοι μέ λαμπάδες ἀναμμένες, ὁπότε ὑπῆρχαν πολλά φῶτα, πού καθιστοῦσαν ἔτσι τήν τελετή ἑορτή τῶν «Φώτων». Ἀπό αὐτήν τήν πράξη, πού ἐλάμβανε χώραν κατά τήν παννυχίδα, τήν ἀγρυπνία, τῆς ἑορτῆς προέρχεται ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού γινόταν πρός τιμήν τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου καί πρός ἁγιασμόν τοῦ ὕδατος γιά τό Βάπτισμα τῶν Κατηχουμένων. Ἀπό αὐτό τό ἁγιασμένο νερό ἔπαιρναν οἱ Χριστιανοί, γιά νά ἁγιασθοῦν οἱ ἴδιοι καί νά ἁγιάσουν καί τά σπίτια τους. Ἀργότερα ἡ τελετή διπλασιάσθηκε καί γίνεται δύο φορές, τήν παραμονή καί τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, χωρίς νά ὑπάρχει διαφορά στήν ἁγιαστική δύναμη τοῦ Ἁγιασμοῦ τῆς παραμονῆς καί τοῦ Ἁγιασμοῦ τῆς κύριας ἡμέρας. Καί οἱ δύο Ἁγιασμοί εἶναι τό ἴδιο.

4. Καλή φώτιση εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ Ὀρθοδοξία, κακή ὁ Οἰκουμενισμός καί ἡ Ἐκκοσμίκευση

Τό ἀπογοητευτικό καί στενόχωρο εἶναι ὅτι πολλοί, καί μάλιστα βαπτισμένοι Χριστιανοί, καί τό χειρότερο, ἐπίσκοποι καί πατριάρχες, διαψεύδουν μέ τήν ζωή καί τήν διδασκαλία τους ὅτι τό Φῶς ἦλθε στόν κόσμο. Ἐπαναφέρουν τήν πρό Χριστοῦ ἐποχή τοῦ Συγκριτισμοῦ, τῆς εἰδωλολατρίας, τοῦ πολυπολιτισμοῦ, τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν καί τῶν κοσμικῶν ἀπολαύσεων, ξαναβυθίζουν τήν ἀνθρωπότητα στό βαθύ σκοτάδι τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας. Ἀντί νά βοηθήσουν οἱ ἐπίσκοποι τούς πολιτικούς ἄρχοντες νά φωτισθοῦν μέ τό ἀληθινό φῶς τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νά κυβερνήσουν μέ τήν «Θεία Κυβερνητική», ἀκολουθοῦντες τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγ-γελίου καί ἀξιοποιοῦντες τούς θησαυρούς τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης, συμπορεύονται μαζί τους μέσα στό σκοτάδι τῆς ἀντίχριστης πίστης καί ζωῆς. Καί ὄχι ἁπλῶς συμπορεύονται, ἀλλά καλοκάθονται μέσα στό σκοτάδι, χωρίς ἐλπίδα ἐξόδου καί λύτρωσης, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τήν εὐαγγελική περικοπή ἀπό τό Κατά Ματαθαῖον Ἅγιον Εὐαγγέλιο, πού διαβάζεται κάθε χρόνο τήν Κυριακή μετά τά Φῶτα.

Στήν περικοπή αὐτή ὁ Εὐαγγελιστής, στηριζόμενος σέ προφητεία τοῦ προφήτη Ἠσαΐα, μᾶς λέγει ὅτι ὁ Χριστός μετά τήν Βάπτισή του ἔκανε κέντρο τῆς δράσης του τήν Καπερναούμ, «ἐν ὁρίοις Ζαβουλών καί Νεφθαλείμ». Τήν περιοχή αὐτή χαρακτηρίζει ὡς «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν», διότι ὑπῆρχε ἐκεῖ μία ἀνάμειξη ἐθνῶν, θρησκειῶν καί πολιτισμῶν, σάν τό πολυπολιτισμικό μοντέλο καί τήν πολυθρησκεία πού μᾶς ἐπιβάλλουν καί σήμερα πολιτικοί καί ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες τοῦ Συγκρητισμοῦ, τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς Παγκοσμιοποίησης. Τό Εὐαγγέλιο, λοιπόν, διακηρύσσει ὅτι αὐτό τό μοντέλο, αὐτή ἡ ἀνάμειξη, αὐτός ὁ ἀχταρμάς, αὐτός ὁ Οἰκουμενισμός τῆς «Γαλιλαίας τῶν ἐθνῶν», εἶναι σκότος, ἀπό τό ὁποῖο βγαίνει κανείς μόνον ὅταν προσέλθει στό φῶς τοῦ Χριστοῦ: «Γῆ Ζαβουλών καί γῆ Νεφθαλείμ, ὁδόν θαλάσσης πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τήν περικοπή μᾶς λέγει ὅτι τήν πρωτοβουλία νά ἀνατείλει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ τήν εἶχε ὁ Θεός, διότι πρό τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνθρωπότητα εἶχε φθάσει στό ἔσχατο σημεῖο πνευματικῆς παρακμῆς. Εἶχαν συνηθίσει οἱ ἄνθρωποι τό σκοτάδι καί δέν προσπαθοῦσαν νά βγοῦν, κάθονταν στό σκοτάδι, δέν βάδιζαν μέσα στό σκοτάδι, διότι ἄλλο νά κάθεσαι καί ἄλλο νά βαδίζεις· ὅταν βαδίζεις, ὑπάρχει ἐλπίδα νά βγεῖς. Καί τώρα, δυστυχῶς ἡ ἀνθρωπότης, χωρίς Χριστό, ξανακάθεται μέσα στό σκοτάδι καί δέν φαίνεται ἱκανή καί διατεθειμένη νά βαδίσει, ὥστε νά βγεῖ ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Ἐπίλογος

Ἐπειδή, λοιπόν, μέσα στήν ἀποχριστιανισμένη καί ἀφώτιση πλέον Δύση, πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅπου γῆς, νά κρατήσουμε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού ἐξακολουθεῖ νά φωτίζει ὅλους, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία κατά τήν τέλεση τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων, «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι», καί ὅπως βεβαιώνει στό τέλος κάθε Θείας Λειτουργίας λέγοντας «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον», ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά ἐπισημάνω κάποια βήματα, κάποιες πρωτοβουλίες πού πρέπει νά ἀναλάβουν πολιτικοί καί ἐκκλησιαστικοί ἄρχοντες, ὥστε νά φανεῖ ὅτι καταλαβαίνουν τό νόημα τῆς εὐχῆς «Καλή φώτιση». Διαφορετικά ἤ ὑποκρίνονται ἤ ἐννοοῦν ὄχι τό φῶς τοῦ Χριστοῦ ἀλλά τό σκότος τοῦ Ἀντιχρίστου, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἄριστα νά μετασχηματίζεται σέ φῶς.

Οἱ πολιτικοί νά διατηρήσουν τήν Ἑλλάδα συνταγματικά ὡς χριστιανικό κράτος μέ ἐπίσημη θρησκεία τήν Ἑλληνική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νά μήν ἐπιχειροῦν νά τήν καταστήσουν οὐδετερόθρησκο κράτος. Τό Ὑπουργεῖο Παιδείας νά ἐπαναφέρει τόν Ὀρθόδοξο χριστιανικό χαρακτήρα στό ταλαιπωρούμενο καί κακοποιούμενο ἀπό τόν διαθρησκειακό Οἰκουμενισμό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Νά ἐπανέλθει ἡ ὑποχρεωτικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ γάμου. Νά μήν ψηφίζονται νόμοι ἀντίθετοι πρός τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως τό σύμφωνο συμβίωσης, νά σταματήσει ἡ προβολή καί ἡ ἀποενοχοποίηση τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Νά ἐνισχυθεῖ ὁ θεσμός τῆς οἰκογενείας καί νά στηριχθεῖ οἰκονομικά ἡ ἀπόκτηση τέκνων γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ δημογραφικοῦ προβλήματος· ἡ καλύτερη ἀμυντική δαπάνη, ἀπέναντι στήν πλημμυρίδα τῶν Μουσουλμάνων, εἶναι ἡ ἀφειδώλευτη οἰκονομική ἐνίσχυση τῶν πολυτέκνων. Νά μήν ἐπαναληφθοῦν τά βλάσφημα ὑγειονομικά μέτρα μέ τήν ὑποχρεωτικότητα τῶν ἐμβολίων, τῆς μάσκας μέσα στούς ναούς, τῆς δυσφήμησης τῆς Θείας Κοινωνίας, τοῦ κλεισίματος τῶν ναῶν κ.τ.λ. Αὐτά καί πολλά ἄλλα δέν εἶναι καλή ἀλλά κακή φώτιση.

Οἱ ἐκκλησιαστικοί ἄρχοντες νά ἀκυρώσουν μέ νέα σύνοδο τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης. Νά σταματήσουν οἱ συμπροσευχές μέ τούς αἱρετικούς καί τούς σχισματικούς. Νά παύσουν οἱ Ἕλληνες προκαθήμενοι νά ἐνισχύουν τόν Ἕλληνα Οἰκουμενικό Πατριάρχη στό Οὐκρανικό Σχίσμα μέ ἐθνοφυλετικά αἱρετικά κριτήρια, διότι δημιουργοῦν νέα σχίσματα. Νά λυθεῖ ἐπί τέλους συνοδικά τό θέμα τοῦ Ἡμερολογίου, ὥστε νά παύσει τό τραῦμα τῆς διαίρεσης τῶν Ὀρθοδόξων. Νά ἀποχωρήσει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπό τό προτεσταντικό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν (ΠΣΕ), ὅπως ἀποχώρησαν παραδειγματικά καί ἀξιέπαινα οἱ Ἐκκλησίες Βουλγαρίας καί Γεωργίας. Νά ἐπαναληφθεῖ ἤ νά ἀνανεωθεῖ ἡ καταδίκη τῆς Μασονίας, πού εἶναι ἡ πηγή τοῦ Συγκρητισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Νά ἀλλάξει ὁ τρόπος ἐκλογῆς τῶν ἐπισκόπων, ὥστε νά ἐκλέγονται οἱ πιό ἄξιοι καί ὄχι οἱ πλούσιοι καί δυνατοί, γιά νά δίνεται ἡ δυνατότητα παρέμβασης καί ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νά ἐνισχυθεῖ ἡ κατήχηση τῶν ἀκατήχητων πιστῶν καί τό ἀντιαιρετικό κήρυγμα, καί πολλά ἄλλα «ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός». Ἔτσι μόνον θά ἀποκτήσει νόημα, τό ἐξαποστειλάριο: «Ἐπεφάνη ὁ Σωτήρ, ἡ Χάρις, ἡ Ἀλήθεια ἐν ρείθροις τοῦ Ἰορδάνου καί τούς ἐν σκότει καί σκιᾷ καθεύδοντας ἐφώτισε· καί γάρ ἦλθεν ἐφάνη τό Φῶς τό ἀπρόσιτον». Πιστεύουμε ἀληθινά ὅτι τό μοναδικό Φῶς πού φωτίζει, ἁγιάζει, καί ὑψώνει εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δέν φωτίζουν οἱ ἄλλες θρησκεῖες καί οἱ αἱρέσεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ Συγκρητισμοῦ, ἀλλά προετοιμάζουν τήν ἔλευση τοῦ σκοτεινοῦ Ἀντιχρίστου.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra