«Γι᾿ αὐτό τ α π ε ι ν ώ σ ο υ καί ἔλπιζε περισσότερο στόν Θεό» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μέρος 48ον

«Ἐν σαρκί γάρ περιπατοῦντες οὐ κατά σάρκα στρατευόμεθα· τά γάρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλά δυνατά τῷ Θεῷ πρός καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων· λογισμούς καθαιροῦντες καί πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατά τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καί αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τήν ὑπακοήν τοῦ Χριστοῦ, καί ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή» (Πρός Β΄ Κορ. 10, 3-6).

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς λέγουν ὅτι ὁ διάβολος ἐξαπολύει σφοδρότατη ἐπίθεση μέ τόν «Ἀόρατο Πόλεμο» ἰδιαίτερα κατά τῆς προσευχῆς καί κατά Ἀκολουθιῶν τῆς Θείας Λατρείας, διότι ἡ ἐπικοινωνία τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν μέ τόν ἀληθινό Θεό τόν μαστίζει καί τόν ἀπονευρώνει. 

Ὅσοι ἀδελφοί διαθέτουν πνευματικούς ὀφθαλμούς εὔκολα ἀντιλαμβάνονται ὅτι ὅταν σημάνει ἡ ὥρα τῆς Ἀκολουθίας στό Κοινόβιο, ὁρατῶς μέν συναθροίζονται οἱ ἀδελφοί Μοναχοί, ἀοράτως δέ παρουσιάζεται καί ἡ παράταξη τῶν δαιμόνων. 

Οἱ ἐχθροί μας δαίμονες, ὁ καθένας μέ τόν ὁπλισμό καί τήν «εἰδικότητά» του, ἀκατάπαυστα παλεύουν γιά νά ἐμποδίσουν ἤ γιά νά νοθεύσουν τήν προσευχή τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν. 

Πολλοί ἀπό αὐτούς φέρνουν νύστα καί χασμουρητά τήν ὥρα τῆς Ἀκολουθίας, ἄλλοι φέρνουν ὑπερβολική, μία ἄκαιρη πεῖνα, ἄλλοι φέρνουν ἀτονία στό σῶμα, ἄλλοι δαίμονες πολεμοῦν βάζοντας διαρκῶς αἰσχρούς λογισμούς σέ ἀδελφούς. 

Ὡρισμένοι δαίμονες πάλι φέρνουν ἀταξία στήν Ἀκολουθία, πότε μέ γρήγορη ἀνάγνωση τῶν ψαλμῶν, λόγῳ βιασύνης, πότε μέ πολύ ἀργή ψαλμωδία λόγῳ ραθυμίας, κάποιες φορές ἀκόμη μέ γέλωτα.  

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, στό ἔργο του ὁ «Ἀόρατος Πόλεμος», γιά αὐτόν τόν «Ἀόρατον» Πόλεμο τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, γράφει τά ἑξῆς:

Κεφάλαιον Θ´

Πῶς πρέπει νά προετοιμαζώμαστε ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν πού μᾶς πολεμοῦν κατά τόν καιρό τοῦ θανάτου;

Ὅλη μας ἡ ζωή εἶναι ἕνας παντοτινός πόλεμος πάνω στή γῆ καί πρέπει νά πολεμοῦμε πάντοτε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς, ὅπως εἴπαμε στό ιε´ κεφάλαιο, τοῦ Α´ Μέρους. (156)

Ὅμως ἡ κύρια κι’ ἡ πιό σπουδαία ἡμέρα τοῦ πολέμου εἶναι κατά τήν τελευταία ὥρα τοῦ θανάτου

Διότι ὅποιος πέσῃ κατά τήν ὥρα ἐκείνη δέν μπορεῖ πλέον νά σηκωθῇ. 

Καί γι᾿ αὐτό μή θαυμάσῃς. 

Γιατί ἄν ὁ ἐχθρός τόλμησε νά πάῃ στόν ἀναμάρτητο Κύριό μας στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἴσως γιά νά βρῇ καί σέ αὐτόν κάποιο σφάλμα, ὅπως τό εἶπε μόνος ὁ Κύριος, “ἔρχεται ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου, ἄν καί δέν ἔχει πάνω μου καμμία ἐξουσία”, «οὐκέτι πολλά λαλήσω μεθ’ ὑμῶν· ἔρχεται γάρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καί ἐν ἐμοί οὐκ ἔχει οὐδέν» (Ἰωάν. 14, 30), πολύ περισσότερο τολμᾷ νά ἔρχεται στό τέλος τῆς ζωῆς μας ἐναντίον μας πού εἴμαστε ἁμαρτωλοί (157).

Γι᾿ αὐτό ἐκεῖνο πού πρέπει νά κάνῃς γιά νά βρεθῇς τότε καλά ἑτοιμασμένος, εἶναι τό νά πολεμῆς μέ ἀνδρεία αὐτό τόν καιρό τῆς ζωῆς πού σοῦ δόθηκε: 

Γιατί ἐκεῖνος πού πολεμεῖ καλά στή ζωή αὐτή μέ τήν καλή συνήθεια πού ἔχει ἀποκτήσει, εὔκολα κερδίζει τήν νίκη κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου. 

Ἀκόμη νά σκέπτεσαι πολλές φορές τόν θάνατο μέ προσοχή. 

Γιατί ὅταν ἔλθη θά φοβηθῇς λιγότερο καί ὁ νοῦς σου θά εἶναι ἐλεύθερος καί πρόθυμος γιά τόν πόλεμο. 

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου ἀποφεύγουν τό λογισμό αὐτό καί τήν μνήμη τοῦ θανάτου, γιά νά μή κόψουν τήν ὄρεξι καί τήν ἐπιθυμία πού ἔχουν στά γήινα πράγματα, στά ὁποῖα εἶναι προσκολλημένοι καί λυποῦνται ἄν σκεφθοῦν ὅτι θά τά ἐγκαταλείψουν. 

Γι᾿ αὐτό καί δέν λιγοστεύει ἡ ἄτακτη κλίσι πού ἔχουν στά πράγματα, ἀλλά ἀποκτάει περισσότερη δύναμι. 

Γι᾿ αὐτό καί ὅταν πρόκειται νά χωρισθοῦν ἀπό τή ζωή αὐτή καί ἀπό τά τόσο ἀγαπητά τους πράγματα, αἰσθάνονται μεγάλη καί ἀνεκδιήγητη λύπη καί δοκιμάζουν ἕνα μεγάλο πόνο.

Λοιπόν γιά νά κάνῃς ἐσύ καλύτερα αὐτήν τήν ἀπαραίτητη προετοιμασία, πρέπει μέ τό λογισμό σου νά βρεθῇς μόνος σου μερικές φορές, χωρίς καμμία βοήθεια, ἐκτεθειμένος μέσα στίς στενοχώριες τοῦ θανάτου καί νά σκεφθῇς ἐκεῖνα πού μποροῦν νά σέ πολεμήσουν τόν καιρό ἐκεῖνο. 

Ἐδῶ θά σοῦ μιλήσω γιά τήν θεραπεία αὐτῶν, γιά νά μπορέσῃς νά ἀντιμετωπίσῃς καλύτερα ἐκείνην τήν τελευταία στενοχώρια. 

Γιατί τό κτύπημα ἐκεῖνο κι’ ὁ πόλεμος ἐκεῖνος πού πρόκειται νά γίνῃ μία φορά, ὅποιος πρόκειται νά τόν κάνῃ, πρέπει νά τόν γνωρίζει καλά, γιά νά μή σφάλη κατά τή στιγμή ἐκείνη, διότι μετά δέν ὑπάρχει τόπος γιά διόρθωσι.

Κεφάλαιον Ι´

Ποιές εἶναι οἱ τέσσερες προσβολές πού μᾶς φέρνουν οἱ ἐχθροί μας κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου. Καί πρῶτα ἡ προσβολή τῆς πίστεως καί ἡ θεραπεία της

Τέσσερις εἶναι οἱ κυριώτερες προσβολές καί πιό ἐπικίνδυνες μέ τίς ὁποῖες συνηθίζουν νά μᾶς πολεμοῦν οἱ ἐχθροί μας δαίμονες κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου. 

Ὁ πόλεμος πού μᾶς κάνουν ἐναντίον τῆς πίστεως, ἡ ἀπόγνωσις, ἡ κενοδοξία καί τά διάφορα φαντάσματα καί οἱ μεταμορφώσεις τῶν δαιμόνων σέ Ἀγγέλους φωτός.

Ὅσο γιά τήν πρώτη προσβολή σοῦ λέγω ὅτι ἄν ἀρχίσῃ ὁ ἐχθρός νά σέ πολεμᾶ μέ τὰ ψεύτικα ἐπιχειρήματά του βάζοντας στό νοῦ λογισμούς ἀπιστίας, φύγε ἀμέσως ἀπό τό νοῦ σου στή θέλησί σου λέγοντας: 

«Πήγαινε πίσω μου Σατανᾶ, πατέρα τοῦ ψεύδους, διότι ἐγώ δέν θέλω καθόλου νά σέ ἀκούσω, διότι μοῦ εἶναι ἀρκετό νά πιστεύω ἐκεῖνο πού πιστεύει ἡ ἁγία μου ἐκκλησία».

Καί μήν ἀφήσῃς καθόλου τόπο στήν καρδιά σου στούς λογισμούς τῆς ἀπιστίας, ὅπως ἀναφέρεται: 

“Ἐάν Πνεῦμα τοῦ ἐξουσιάζοντος, δηλαδή τοῦ ἐχθροῦ, σοῦ ἐπιτεθῇ, μήν μετακινηθῇς ἀπό τήν θέσι σου”, «ἐάν πνεῦμα τοῦ ἐξουσιάζοντος ἀναβῇ ἐπί σέ, τόπον σου μή ἀφῇς, ὅτι ἴαμα καταπαύσει ἁμαρτίας μεγάλας» (Ἐκκλ. 10, 4). 

Αὐτούς τούς λογισμούς νά τούς θεωρῇς ὡς κινήσεις τοῦ διαβόλου πού προσπαθεῖ τήν ὥρα ἐκείνη νά σέ σκανδαλίσῃ. 

Κι’ ἄν δέν μπορῇς νά στηρίξῃς τό νοῦ σου, στάσου μέ ἀνδρεία καί μείνε σταθερός μέ τήν θέλησί σου γιά νά μήν πέσῃς σέ κανένα λογισμό καί σέ κανένα ρητό τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τό ὁποῖο θά σοῦ προσφέρῃ ὁ ἐχθρός. 

Γιατί, ὅσα ρητά τῆς Ἁγίας Γραφῆς κι’ ἄν σοῦ θυμίσῃ τήν ὥρα ἐκείνη, εἶναι ἀκρωτηριασμένα ἐλλιπῆ προσφέρονται μέ κακό σκοπό, ἄσχημα ἐξηγημένα καί ἄν ἀκόμη φαίνωνται καθαρά, καλά καί φανερά.

Κι’ ἄν ὁ πονηρός ὄφις σέ ρωτήσῃ καί σοῦ πῇ μέ τόν λογισμό τί πιστεύει ἡ ἐκκλησία, καταφρόνησέ τον ἐντελῶς καί μήν τοῦ ἀποκριθῇς. 

Ἀλλά βλέποντας τό ψεῦδος καί τήν πονηριά του καί ὅτι προσπαθεῖ νά σέ πιάσῃ μέ τά λόγια, πίστευε χωρίς καμμία ἀμφιβολία μέ ὅλη σου τήν καρδιά. 

Σέ περίπτωσι πάλι πού εἶσαι δυνατός στήν πίστι καί ἔχεις δυνατό λογισμό καί θέλεις νά κάνῃς τόν ἐχθρό νά καταντροπιασθῇ, ἀπάντησέ του ὅτι ἡ ἁγία μου ἐκκλησία πιστεύει στήν ἀλήθεια

Κι’ ἄν σοῦ πῇ ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀλήθεια, νά τοῦ ἀπαντήσῃς: 

Ἐκεῖνο πού πιστεύει αὐτή. 

Πάνω ἀπό ὅλα κράτα τήν καρδιά σου πάντοτε σταθερή καί προσεκτική καί στραμμένη πρός τόν Ἐσταυρωμένο λέγοντας: 

«Θεέ μου, Ποιητά μου καί Λυτρωτά μου, βοήθησέ με γρήγορα καί μήν παραχωρήσῃς νά πέσω ποτέ ἀπό τήν ἀλήθεια τῆς ἁγίας σου πίστεως. 

Ἀλλά εὐδόκησε, ὅπως μέ τήν χάρι σου γεννήθηκα στήν ἀλήθεια αὐτή, ἔτσι νά τελειώσω καί τήν θνητή μου ζωή σ᾿ αὐτὴν πρός δόξαν τοῦ ὀνόματός σου».

Κεφάλαιον ΙΑ´

Ἡ προσβολή τῆς ἀπογνώσεως καί ἡ ἰατρεία της

Ἡ δεύτερη προσβολή μέ τήν ὁποία ὁ πονηρός προσπαθεῖ ἐντελῶς νά μᾶς καταβάλλῃ, εἶναι ὁ φόβος πού μᾶς προξενεῖ μέ τήν ἐνθύμησι τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιά νά μᾶς κάνῃ νά γκρεμισθοῦμε στόν βυθό τῆς ἀπογνώσεως καί τῆς ἀπελπισίας.

Ἐσύ λοιπόν, ἀδελφέ μου, καί στόν κίνδυνο αὐτόν, κράτησε τόν ἑαυτό σου σταθερό σ᾿ αὐτόν τόν βέβαιο κανόνα.

Δηλαδή ὅτι ἡ ἐνθύμησις τῶν ἁμαρτιῶν μας τότε εἶναι ἀπό τήν χάρι τοῦ Θεοῦ καί ἀποσκοπεῖ στή σωτηρία μας, ὅταν σέ ταπεινώνῃ καί σέ κάνῃ νά αἰσθάνεσαι πόνο στήν καρδιά καί λύπη, διότι λύπησες τόν Θεό, καί ὅταν σέ κάνῃ νά ἔχῃς ἐλπίδα καί θάρρος στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. 

Ὅταν ὅμως ἡ ἐνθύμησις αὐτή σέ ἐνοχλῇ καί σέ ὁδηγῇ σέ ἀπιστία καί μικροψυχία καί σέ κάμνει νά σκέπτεσαι ὅτι εἶσαι κολασμένος καί ὅτι γιά σένα δέν ὑπάρχει πλέον καιρός σωτηρίας, γνώριζε ὅτι προέρχεται ἀπό τόν διάβολο. 

Γι᾿ αὐτό τ α π ε ι ν ώ σ ο υ καί ἔλπιζε περισσότερο στόν Θεό

Καί μέ τόν τρόπο αὐτόν θά νικήσῃς τόν ἐχθρό μέ τά ὅπλα του καί θά δοξάσῃς τόν Θεό.

Ναί, πρέπει ἀδελφέ, νά λυπᾶσαι κάθε φορά πού θυμᾶσαι τίς ἁμαρτίες σου καί νά πονᾷς πού ἔχασες τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὅμως νά ἔχῃς θάρρος στό πάθος του καί νά ζητᾷς συγχώρεσι. 

Ἀκόμη ἄν σοῦ φαίνεται ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός σοῦ λέγει ὅτι δέν εἶσαι ἀπό τά πρόβατά του, ἐσύ μέ κανένα τρόπο δέν πρέπει νά χάσῃς τήν ἐλπίδα καί τό θάρρος πού ἔχεις σ᾿ αὐτόν, ἀλλά ταπεινά νά τοῦ λέγῃς: 

«Ναί, ἔχεις δίκαιο, Θεέ μου, νά μέ ἀποδοκιμάσῃς γιά τίς ἁμαρτίες μου. 

Ἀλλά ἐγώ ἔχω μεγαλύτερο θάρρος στήν εὐσπλαγχνία σου ὅτι θά μέ συγχωρέσῃς. 

Γι᾿ αὐτό καί ζητῶ ἀπό σένα τήν σωτηρία αὐτοῦ τοῦ ταλαιπώρου πλάσματός σου, τό ὁποῖο καταδικάσθηκε βέβαια ἀπό τήν κακία του, ἀλλά λυτρώθηκε μέ τήν τιμή τοῦ Ἁγίου Αἵματός Σου. 

Θέλω, λυτρωτά μου, νά σωθῶ, γιά δόξα δική Σου μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀμέτρητης εὐσπλαγχνίας Σου. 

Γι᾿ αὐτό καί ἀφήνομαι ὅλος στά χέρια Σου καί ἄς γίνῃ σ᾿ ἐμένα ὅ,τι σοῦ εἶναι ἀρεστό. 

Διότι ἐσύ εἶσαι ὁ μόνος μου Κύριος. 

Κι’ ἄν ἀκόμη μέ θανατώσῃς, ἐγώ στηρίζω σέ σένα τίς ζωντανές μου ἐλπίδες».

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐδῶ στό δεύτερο μέρος τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου «Ἀόρατος Πόλεμος», μᾶς συμβουλεύει μέσα ἀπό τήν ἐνάρετη ζωή του καί τήν θεολογική του κατάρτιση, μέσα ἀπό τήν διδασκαλία καί τήν ὀρθή ποιμαντική τῶν Ἁγίων Πατέρων σύμφωνα μέ τά δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καί μέ τήν ἀσκητική ζωή τήν ὁποία μᾶς παρέδωσαν ἀκεραία καί ἀνόθευτη, ὡς ἑξῆς: 

«Τά τέσσερα ὅπλα πού εἴπαμε δηλαδή, τό νά μήν ἔχῃς θάρρος στόν ἑαυτό σου, τό νά ἐλπίζῃς στόν Θεό, τό νά ἀγωνίζεσαι πάντοτε καί τό νά προσεύχεσαι παίρνουν τήν δύναμι ἀπό τίς ἀξιομισθίες καί τήν χάρι πού μᾶς ἀξίωσε τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. 

Μέ ἐκεῖνα γίνεται ἡ μάχη κατά τῶν ἐχθρῶν μέ τήν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά αὐτό τό ὅπλο εἶναι αὐτό τό ἴδιο Αἷμα καί αὐτό τό ἴδιο τό Σῶμα μέ τήν ψυχή καί μέ τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ.  

Μέ αὐτό τό ὅπλο ὅμως πολεμοῦμε ἐκείνους μαζί μέ τόν Χριστό καί ὁ Χριστός τούς πολεμεῖ μαζί μέ ἐμᾶς, διότι, « τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν. 6, 56).

Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς ἄς ζητήσουμε νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἄς ἐργαστοῦμε μέσα ἀπό τήν ἰσχυρή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν κατάκτηση τῶν ἐπουρανίων, αἰωνίων καί ἀφθάρτων ἀγαθῶν καί τῆς δικαιοσύνης Αὐτοῦ.

Ὥστε νά δυνηθοῦμε κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς πονηρίας, νά ἀναδειχθοῦμε νικητές μέ τήν δύναμιν τοῦ Αἵματος Aὐτοῦ, ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρεται στήν Ἀποκάλυψη: «Καί αὐτοί ἐνίκησαν αὐτόν διά τό αἷμα τοῦ ἀρνίου καί διά τόν λόγον τῆς μαρτυρίας αὐτῶν, καί οὐκ ἠγάπησαν τήν ψυχήν αὐτῶν ἄχρι θανάτου» (Ἀποκ. 12, 11).

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 156. «Ἀόρατος Πόλεμος» Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος. Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος. http://users.uoa.gr https://www.imaik.gr
  • 157. Λέγει καί ὁ Μέγας Βασίλειος στήν ἑρμηνεία τοῦ ζ´ Ψαλμοῦ ἐξηγώντας τό «μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τήν ψυχήν μου, μή ὄντος λυτρουμένου μηδέ σῴζοντος», ὅτι καί αὐτοί οἱ γενναῖοι ἀθλητές, ὅσοι πάλαιψαν μέ τούς δαίμονες σέ ὅλη τους τή ζωή καί γλύτωσαν ἀπό τίς παγίδες καί τίς ἐπιθέσεις τους, στό τέλος ὅμως τῆς ζωῆς τους ἐξετάζονται ἀπό τόν ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος, καί ἄν βρεθοῦν νά ἔχουν κάποιες πληγές ἤ μολυσμούς ἤ ρύπους τῆς ἁμαρτίας, κρατοῦνται ἀπό αὐτόν· ἄν ὅμως βρεθοῦν χωρίς πληγές καί μολυσμούς, ἀναπαύονται ὡς ἐλεύθεροι ἀπό τό Χριστό. Μερικοί πάλι καί ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Θεός στόν ὄφι, τό «σύ τηρήσεις αὐτοῦ (τοῦ ἀνθρώπου) πτέρναν», τό ἐννόησαν ἀλληγορικά ὡς ἑξῆς: Ὅτι ὁ Διάβολος παρατηρεῖ πάντοτε τό τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καί προσπαθεῖ νά βρῇ κάποιο ἁμάρτημα γιά νά τόν παραλάβη. Σημαίνει δηλαδή ἡ πτέρνα τό τέλος τῆς ζωῆς, γιατί καί αὐτή εἶναι τό τέλος καί τό ἄκρο τοῦ σώματος.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra