Αποτείχιση

Οι διαφορετικές αντιλήψεις περί την Αποτείχιση και οι αιτίες της αντιπαράθεσης

εικόνα άρθρου: Οι διαφορετικές αντιλήψεις περί την Αποτείχιση και οι αιτίες της αντιπαράθεσης

Μια απάντηση της Κατάνυξης σε όσους την εγκαλούν για τις περί ακριβείας και οικονομίας θέσεις της, την συμπόρευσή της με τον π. Θεόδωρο Ζήση και την δήθεν εγκατάλειψη της γραμμής του π. Νικολάου Μανώλη…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr 

Εισαγωγή

Εν μέσω δεινών εκκλησιαστικών εξελίξεων προκαλεί θλίψη σε κάθε συνειδητό χριστιανό η απουσία μιας ενιαίας παράταξης παραδοσιακών Ορθοδόξων, Επισκόπων, Ιερέων, Μοναχών και πιστών, ικανής να αντιπαραταχθεί συντεταγμένα απέναντι στον οδοστρωτήρα του Οικουμενισμού. Πολλοί είχαμε ελπίσει ότι μετά την Ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου η Aποτείχιση αρκετών καλών κληρικών, που διαθέτει ακόμα η Εκκλησία μας, θα λειτουργούσε ως τροχοπέδη στα σχέδια των ολετήρων της Ορθοδοξίας.

Δυστυχώς ουδείς των Αρχιερέων προέβη σε αυτό το ύστατο διάβημα διαμαρτυρίας. Aπό τον χορό των ιερέων οι αποτειχισθέντες υπήρξαν ελάχιστοι, όπως ελάχιστες ήταν και οι Aποτειχίσεις από την τάξη των μοναχών, εντός και εκτός Αγίου Όρους. Αντιθέτως, συγκινητική υπήρξε η συμμετοχή των λαϊκών που διέκοψαν είτε ηχηρά και δημόσια είτε αθόρυβα την πνευματική κοινωνία τους με τους αιρετίζοντες μητροπολίτες τους και συντάχθηκαν πίσω από αποτειχισθέντες ιερείς. 

Τα επόμενα χρόνια στον κατάλογο των αποτειχισθέντων ιερέων προστέθηκαν και αφαιρέθηκαν ονόματα, αλλά ουδέποτε η Αποτείχιση έλαβε μαζικό χαρακτήρα. Είναι ενδεικτικό ότι το Συνδικαλιστικό Όργανο των ιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο ΙΣΚΕ, απείλησε με διακοπή μνημοσύνου για θέματα μισθοδοσίας, ενώ επέδειξε πλήρη αδιαφορία ή υποστήριξε την ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου, την αποδοχή του Ουκρανικού Αυτοκεφάλου, τα υγειονομικά μέτρα στις Εκκλησίες κτλ.

Πολλοί είναι οι λόγοι που η Αποτείχιση δεν βρήκε την προσδοκώμενη απήχηση στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Ο ορθόδοξος ελληνικός λαός είναι σκανδαλωδώς ακατήχητος, η εκκοσμίκευση έχει απονευρώσει ακόμα και τον κλήρο, ο δογματικός μινιμαλισμός των οικουμενιστών επικράτησε και η ίδια η ιεροκανονική Αποτείχιση συκοφαντήθηκε από γεροντάδες και πνευματικούς με κύρος. Υπάρχουν όμως και αιτίες που αφορούν αποκλειστικά τον χώρο της Αποτείχισης και είναι οι εξής:

α. Η αδυναμία των αποτειχισθέντων ιερέων και μοναχών να συμφωνήσουν στην ποιμαντική διάσταση της Αποτείχισης.

β. Η άρνηση, αδυναμία ή καχυποψία των αποτειχιζόμενων ιερέων και μοναχών στο να αποδεχτούν μια ηγεσία που να καθοδηγεί με ασφάλεια και διάκριση τον αγώνα τους.

Η ποιμαντική της Αποτείχισης

α. Η περί ακρίβειας και οικονομίας διαφωνία

Παρά το γεγονός ότι όλοι οι ιερείς και μοναχοί που αποτειχίστηκαν επικαλούνται τον 15ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας επί Μεγάλου Φωτίου Συνόδου και χρησιμοποιούν για την ερμηνεία του κανόνος τα ίδια περίπου χωρία από κείμενα των Αγίων Πατέρων, κάθε ένας τον κατανοεί και τον εφαρμόζει με διαφορετικό τρόπο. Τις διάφορες αντιλήψεις μπορούμε να τις ομαδοποιήσουμε σε τρεις κύριες κατηγορίες: 

α. Είναι εν πρώτοις η αυστηρή θέση ότι άπαντες οι μνημονεύοντες επίσκοποι και ιερείς είναι εκτός Εκκλησίας. Η ακραία αυτή μερίδα των αποτειχισμένων θεωρεί ότι η Εκκλησία μας με την αποδοχή του Κολυμπαρίου και του Ουκρανικού Αυτοκεφάλου βρίσκεται σε αίρεση και, ως εκ τούτου, η Αποτείχιση είναι και αναγκαία και υποχρεωτική για να είναι κάποιος εντός Εκκλησίας. Την Εκκλησία του Χριστού αποτελούν μόνο όσοι έχουν αποτειχισθεί επωνύμως, εγγράφως και ενυπογραφως. Ισχυρίζονται δε μετ’ επιτάσεως πως δεν είναι καινοφανής αίρεση ο Οικουμενισμός αλλά συνονθύλευμα παλαιών “καταδικασμένων” αιρέσεων. Όμως η μερίδα αυτή δεν λαμβάνει υπόψη της την Εκκλησιαστική τάξη και τους κανόνες που απαιτούν την συνοδική καταδίκη και καθαίρεση των αιρετικών κληρικών.

β. Η δεύτερη διαλλακτικότερη αντίληψη δέχεται ότι οι μνημονεύοντες επίσκοποι και ιερείς μέχρι την καθαίρεσή τους έχουν κανονική ιερωσύνη, δεν επιτρέπει όμως καμία κοινωνία με αυτούς, χωρίς να διακρίνει ανάμεσα σε κατά πάντα Ορθοδόξους κληρικούς που μνημονεύουν από φόβο και σε όσους είναι ακραιφνείς οικουμενιστές. Σύμφωνα δε με αυτή την αντίληψη, προ του Ουκρανικού ψευδοαυτοκεφάλου υπήρχε η δυνατότητα κάποιας οικονομίας στο θέμα της κοινωνίας με κατά πάντα Ορθόδοξους μνημονεύοντες αλλά μετά το Ουκρανικό επήλθε οντολογικός “μολυσμός” που κατέστησε την όποια οικονομία αδύνατη και την Αποτείχιση υποχρεωτική. Η αποδοχή αυτού του λεγομένου οντολογικού “μολυσμού” έχει τις ίδιες ποιμαντικές συνέπειες με την πρώτη αντίληψη.

γ. Η τρίτη αντίληψη, η οποία, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω, είναι η ορθή και μέσα στο πνεύμα των περί Αποτείχισης κανόνων, υποστηρίζει ότι η ακρίβεια, η διακοπή κάθε πνευματικής κοινωνίας με τους μνημονεύοντες, είναι εκκλησιολογικά ο τέλειος και ακριβής τρόπος αντίδρασης στην αίρεση. Υπό τις παρούσες όμως συνθήκες ποιμαντικοί λόγοι επιβάλλουν κάποια οικονομία στους πιστούς άχρι καιρού, μέχρι να ωριμάσουν οι ίδιοι πνευματικά και εν ελευθερία να επιλέξουν την οδό της ακριβείας στην Αποτείχιση. Επίσης επιβάλλεται ο διαχωρισμός ανάμεσα στους κατά πάντα Ορθοδόξους Επισκόπους και Ιερείς που μνημονεύουν από τους Οικουμενιστές συναδέλφους τους. Με τους πρώτους κατ’ οικονομία επιτρέπεται η εκκλησιαστική κοινωνία, ενώ με τους δεύτερους ισχύει ο 15ος κανόνας που τους χαρακτηρίζει ψευδεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους.

Οι περί οικονομίας και ακριβείας θέσεις μας, δεν είναι δικές μας ούτε τις εφηύραμε για να δικαιολογήσουμε τυχόν αλλαγή στην πορεία μας. Είναι το καταστάλαγμα της ποιμαντικής του μακαριστού πνευματικού μας πατρός Νικολάου Μανώλη, ο οποίος σε πολλές ομιλίες εξήγησε γιατί, ενώ ο ίδιος είναι της ακριβείας, είναι επιεικής με όσους δεν μπορούν να την ασκήσουν. Ο παπα Νικόλας δεν κοιμήθηκε δυο μέρες μετά το Ουκρανικό αλλά δυόμισι γεμάτα χρόνια μετά από αυτό. Ουδέποτε ακούσαμε από το στόμα του περί οντολογικού μολυσμού και αυτομάτου οριζοντίου και καθέτου εκπτώσεως πάντων. Αυτή είναι η διδασκαλία του σεβαστού μας πατρός πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, ο οποίος με βιβλία, κείμενα και ομιλίες έδειξε την ορθή ιεροκανονική Αποτείχιση και διασάφισε τα περί ακριβείας και οικονομίας, τα οποία τώρα ελησμόνησαν κάποιοι “αυστηροί” που προηγουμένως τα επαινούσαν.

β. Η ποιμαντική του 15ου κανόνα

Οι αντιλήψεις, οι οποίες κατά την εφαρμογή της ιεροκανονικής Αποτείχισης απαγορεύουν a priori οποιαδήποτε κοινωνία ή επικοινωνία με τους μνημονεύοντες κατά πάντα ορθοδόξους επισκόπους, ιερείς και λαϊκούς, είναι εσφαλμένες όσον αφορά την ποιμαντική τους διάσταση. Ενώ το ενδιαφέρον όλων των αποτειχισμένων, ιερέων και λαϊκών θεολόγων και θεολογούντων, έχει εστιαστεί στην μνημόνευση του αιρετίζοντος επισκόπου και πως “μεταδίδεται ο μολυσμός” από μια τέτοια μνημόνευση, δεν δίνεται η δέουσα προσοχή στην τελευταία πρόταση του 15ου κανόνος που δίνει μια καίρια ποιμαντική κατεύθυνση: “….καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι”.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον κανόνα οι αποτειχισμένοι Ιερείς τιμώνται γιατί επέδειξαν σπουδή, δηλαδή σοβαρή φροντίδα, για την αποφυγή όχι μόνο των σχισμάτων αλλά και των μερισμών. Ακόμα, δηλαδή, και των μικρών εκείνων διαιρέσεων που απέχουν από το να χαρακτηριστούν σχίσμα, αλλά ωστόσο τραυματίζουν την ενότητα του ενός σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας. Όμως η χρήση μόνο της ακρίβειας έχει ως συνέπεια ένα διπλό μερισμό ένθεν κακείθεν της Αποτείχισης. Από την μία με τους μνημονεύοντες, αλλά κατά πάντα ορθοδόξους κληρικούς και λαϊκούς, και από την άλλη με τους υπόλοιπους αποτειχισμένους, για το ποιός έκανε την πιο ορθή και ακριβή, εξ απόψεως κανόνων, Αποτείχιση!

Επίσης ο 15ος κανών δίνει άλλη μία ποιμαντική κατεύθυνση που δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Ο κανόνας αναφέρεται στην Αποτείχιση “προ Συνοδικής Διαγνώσεως”. Υπονοείται δηλαδή ότι μετά την Αποτείχιση και ένεκα αυτής θα κινηθεί η διαδικασία της Συνοδικής Διαγνώσεως και καταδίκης του αιρετικού επισκόπου. Άρα η Αποτείχιση έχει ως τελικό σκοπό την καταδίκη του αιρετικού επισκόπου με συνοδική διάγνωση. Με βάση όμως τα σημερινά δεδομένα είναι αδύνατο η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος να καταδικάσει και να καθαιρέσει τον εαυτό της. Επίσης, δεν διαφαίνεται η πιθανότητα Αποτείχισης ομάδας, έστω και μικρής, επισκόπων που θα συγκροτήσουν ορθόδοξη σύνοδο και θα καθαιρέσουν τους κακούς και αιρετικούς συναδέλφους τους. Επειδή, λοιπόν, στην παρούσα φάση στην Αποτείχιση βρίσκονται μόνο πρεσβύτεροι έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι θα είναι πάντοτε έτσι τα πράγματα. Αλλά σύνοδος πρεσβυτέρων στην Εκκλησία μας που να μπορεί να καταδικάσει Επισκόπους δεν υπάρχει ούτε δύναται να υπάρξει. Απαιτείται σύνοδος Επισκόπων, η οποία αυθεντικώς και αρμοδίως θα επιβάλει τις προβλεπόμενες εκκλησιαστικές ποινές. Οπότε είναι θεμελιώδες οι κατά πάντα Ορθόδοξοι Επίσκοποι της Εκκλησίας μας, ακόμα και αν μνημονεύουν, ακόμα και αν δεν υπάρχει με αυτούς εκκλησιαστική κοινωνία, να μην χαριστούν στο αντίπαλο στρατόπεδο των οικουμενιστών. Το ίδιο ισχύει και με αρκετούς παραδοσιακούς ιερείς της Εκκλησίας μας. Εγκαλώντας τους διαρκώς ότι τελούν αχαρίτωτα μυστήρια ή ότι από την στιγμή που δεν αποτειχίστηκαν πάει χαμένος ο αγώνας τους, πληγώνουμε και αποδυναμώνουμε την εσωτερική τους διάθεση να κάνουν το επόμενο βήμα.

Συνεπώς, όταν το θέμα της Αποτείχισης το δούμε όχι στενά και τεχνικά, με βάση την μνημόνευση και τον “μολυσμό”, αλλά γενικά και ποιμαντικά, με βάση τον αγώνα κατά της αίρεσης και με σκοπό την καθαίρεση των αιρετικών, δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ ακρίβειας και οικονομίας. Η ακρίβεια είναι κατόρθωμα και πρέπει να το απαιτούμε από τον εαυτό μας. Αυτός που κατόρθωσε και δεν έχει καμία πνευματική ή κοσμική κοινωνία με μνημονεύοντες παίρνει άριστα. Αν ανεβάσουμε όμως την βάση της προαγωγής στο άριστα, υπάρχει φόβος να μην περάσουμε ούτε εμείς που γίναμε αιτία αυτής της αυστηρότητας. Και η οικονομία, ακόμα και στην παρούσα δυσμενέστατη κατάσταση που το ένα εκκλησιαστικό έγκλημα διαδέχεται το άλλο, έχει τον ρόλο της. Είναι η ποιμαντική μέριμνα, ώστε να αποφευχθεί κάποιο μεγαλύτερο κακό, η δημιουργία διαιρέσεων στο ένα πλήρωμα της μίας Εκκλησίας (το οποίο βλέπουμε ήδη να συμβαίνει ακόμα και μέσα στην μικρή κοινότητα των αποτειχισμένων), ή με κάποια παραχώρηση να επιτευχθεί μεγάλο καλό, η Αποτείχιση των καλών επισκόπων και ιερέων της Εκκλησίας μας και η σύμπτυξη ενός πραγματικού ορθόδοξου μετώπου εναντίον της λαίλαπας του Οικουμενισμού που ανέτρεψε το παν.

Η έλλειψη κοινά αποδεκτής ηγεσίας

Εδώ βρίσκεται το άλλο μεγάλο πρόβλημα που αποτελεί την πηγή των προβλημάτων στο χώρο της Αποτείχισης, η έλλειψη μιας κοινά αποδεκτής ηγεσίας. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει στην Αποτείχιση ένας, έστω, επίσκοπος ή, ακόμα καλύτερα, μια μικρή ομάδα καλών επισκόπων, που φυσικώ τω τρόπω θα διευθύνουν τον αγώνα. Επίσης, απουσιάζει το επίσημο Άγιο Όρος που διαθέτει το κύρος να ηγηθεί μιας τόσο σημαντικής προσπάθειας.

Η έλλειψη ηγεσίας δεν είναι άμοιρη συνεπειών. Η έλλειψη μιας φυσικής εκκλησιαστικής ηγεσίας, που είτε λόγω του επισκοπικού βαθμού ή του αγιορείτικου κύρους θα μπορούσε να χαράξει γραμμή, υποσκάπτει την ίδια την Αποτείχιση και εν τέλει τον ίδιο τον αντιαιρετικό αγώνα.

Είναι δε γεγονός ότι όλοι οι λαϊκοί που προσέρχονται στις τάξεις της Α, στην αρχή νιώθουν ανακουφισμένοι που απομακρύνθηκαν από μια αρρωστημένη κατάσταση στις μητροπόλεις και στις ενορίες τους, γρήγορα, όμως, έρχονται αντιμέτωποι με τις αλληλοσυγκρουόμενες γνώμες και αντιλήψεις αποτειχισμένων ιερέων και μοναχών και την αρχική χαρά και ανακούφιση διαδέχεται η αμφιβολία: “είμαι τελικά ορθά αποτειχισμένος ή όχι;”. Σε αυτή τους την αμφιβολία, για το αν έτυχε να βρεθούν στην σωστή συντροφιά αποτειχισμένων, γεννάται μέσα τους το εύλογο ερώτημα: “Γιατί δεν τα βρίσκουμε όλοι οι αποτειχισμένοι; γιατί δεν ενωνόμαστε;”. Η απάντηση με όσα παραπάνω αναφέραμε είναι προφανής: Γιατί, ενώ άπαντες εφαρμόζουν τον ίδιο κανόνα, κάθε ένας έχει διαφορετικές αντιλήψεις με διαφορετικές ποιμαντικές και εκκλησιολογικές συνέπειες. Και λίγοι δέχονται τη γνώμη και την συμβουλή άλλων, πολύ περισσότερο μιας προσωπικότητας που θα δίνει γραμμή στον αντιαιρετικό αγώνα της Αποτείχισης.

Ενώ όλοι επικαλούνται τον Μ. Αθανάσιο, τον Μ. Βασίλειο, τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη και τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό αποκρύπτουν ή αγνοούν ότι οι Άγιοι αυτοί στον καιρό τους είχαν την αναγνώριση και αποδοχή των συγχρόνων αγωνιζόμενων χριστιανών, στους οποίους έδιναν κατευθύνσεις και οδηγίες. Ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε ο στύλος της Ορθοδοξίας και για πέντε σχεδόν δεκαετίες άπαντες οι Ορθόδοξοι προσέβλεπαν σε αυτόν. Νόμο ορθοδοξίας τον ονομάζει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ο Μ. Βασίλειος διαδέχθηκε τον Μέγα Αθανάσιο ως αυθεντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας. Το κύρος του υπήρξε τεράστιο και τον σέβονταν και οι εχθροί του. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής, όντας απλός μοναχός, διηύθυνε τον αντιαιρετικό αγώνα ανά την οικουμένη. Αυτό του το αναγνώρισε εμμέσως ακόμα και ο πατρίκιος Επιφάνιος κατηγορώντας τον ότι “…πάσα η Δύσις και οι εν τη Ανατολή διαστρέφοντες εις σε θεωρούσι”[1]· Στον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη προσέφευγαν οι Ορθόδοξοι για να λύσουν ποιμαντικές απορίες όσον αφορά τις σχέσεις τους με μνημονεύοντες κατά πάντα Ορθοδόξους. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός διέσωσε την Ορθοδοξία στην παραπαίουσα Κωνσταντινούπολη και αποφαινόταν επίσης με τρόπο αυθεντικό. Κατανοώντας δε πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει κεφαλή και ηγεσία στην Ορθόδοξη μερίδα έπεισε τον μαθητή του Γεννάδιο Σχολάριο, λαϊκό όντα, να αναλάβει την ηγεσία των αποτειχισμένων της Ορθόδοξης παράταξης. Υπήρχαν βέβαια και σε αυτές τις περιπτώσεις ηγετών πρόσωπα που δεν αναγνώριζαν τις θεολογικές τους θέσεις και διασπούσαν την ενότητα των αγωνιζομένων, όπως υπάρχουν και σήμερα πρόσωπα που αμφισβητούν τις θέσεις κοινά αποδεκτών αγίων, όπως πχ του Αγίου Παϊσίου.

Σήμερα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την παναίρεση του Οικουμενισμού την μεγαλύτερη, πονηρότερη και φαυλότερη αίρεση από όλες τις αιρέσεις της ιστορίας, που την υποστηρίζουν κοσμοκρατορίες, συστήματα και σκοτεινές δυνάμεις, χωρίς δυστυχώς πολλοί αποτειχισμένοι να αναγνωρίζουν μία κοινώς αποδεκτή ηγεσία με βαθιά γνώση των Κανόνων, των Πατέρων, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, με θάρρος, διάκριση και θείο φωτισμό και ποιμαντική εμπειρία και ευαισθησία. Και το χειρότερο είναι ότι οι περισσότεροι ούτε που κατανοούν την ανάγκη να υπάρχει ηγεσία.

Η αδυναμία αυτή δεν οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει αυτό το πρόσωπο που να συγκεντρώνει όλα τα ανωτέρω χαρακτηριστικά. Προφανώς αναφερόμαστε στον π. Θεόδωρο Ζήση, ο οποίος και μόνο με την παρουσία του στον χώρο της Αποτείχισης προσδίδει ακαταμάχητα επιχειρήματα υπέρ της εγκυρότητας της. Για τους περισσότερους η ιδιότητα του καθηγητή πανεπιστημίου προσδίδει κύρος και αξία στην προσωπικότητά τους, στην περίπτωση όμως του π Θεοδώρου το πρόσωπο προσέδωσε κύρος, νόημα και αξία στον τίτλο του Καθηγητή Θεολογικής του ΑΠΘ. Το επιστημονικό του έργο είναι τεράστιο σε όγκο και αξία, πανορθοδόξως αναγνωρισμένο. Χαρισματικός δάσκαλος στον οποίο μαθήτευσαν χιλιάδες θεολόγοι, και πολλές εκατοντάδες έλαβαν υπό την επίβλεψή του μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους. Ηγετική μορφή στους αγώνες υπέρ της Ορθοδοξίας τα τελευταία 30 χρόνια, συμπρόεδρος στην Σύναξη Κληρικών και Μοναχών της Γαζέας. Γνώστης των φαναριώτικων βυζαντινισμών εκ των έσω. Έμπειρος στην πονηρία των διαχριστιανικών διαλόγων στους οποίους ήταν ο μόνος που είχε απτές επιτυχίες υπέρ της Ορθοδοξίας, με την καταδίκη της Ουνίας. Με αδιαμφισβήτητες οργανωτικές ικανότητες. Είναι αναρίθμητα τα θεολογικά συνέδρια και οι εκδηλώσεις τις οποίες οργάνωσε. Προσηνής και ταπεινός προς όλους. Με την ίδια σοβαρότητα και προσοχή που απαντά σε Πατριαρχεία και Επισκόπους, συμπεριφέρεται και στον τελευταίο πιστό που ζητά να λύσει διλήμματα και απορίες.

Στο απόγειο της δόξας του όμως ο π Θεόδωρος θεώρησε ανώτερο από όλες του της πανεπιστημιακές δάφνες το υπέρ Χριστού πάσχειν. Μαζί με τον γέροντά μας, π. Νικόλαο, προέβησαν στην ορθή ιεροκανονική Αποτείχιση γενόμενοι αποσυνάγωγοι. Οι δύο τους, μόνοι και εγκαταλειμμένοι από πρώην φίλους, μαθητές και συνοδοιπόρους, υπέστησαν διώξεις, εκκλησιαστικά δικαστήρια και ποινές άδικες από την μοχθηρή Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Οι σχηματισθείσες δικογραφίες εναντίον τους αποτελούν μνημεία διαστρέβλωσης και κακοδικίας.

Πολλοί αναφέρονται υποτιμητικά στο πρόσωπο του π. Θεοδώρου, στον Σύλλογό μας και στην Κατάνυξη, προσάπτοντάς μας διάφορες κατηγορίες. Παρά τον πόλεμο που δεχόμαστε, τελούμε εν ειρήνη προς όλους και προσπαθούμε με ήρεμη συνείδηση να πληροφορούμε τους αδελφούς μας, αποτειχισμένους και μνημονεύοντες. Εχθρός μας είναι η αίρεση και οι συνειδητοί αιρετικοί για τους οποίους είπε κάποτε ο π. Νικόλαος: “αν είμαι ζωντανός θα είμαι ένα κουνούπι που θα τους ενοχλώ, αν πεθάνω θα γίνω ο εφιάλτης στον ύπνο τους και δε θα ησυχάζουν”. Πολλοί θα ήθελαν να σβήσει η Κατάνυξη, να σκορπίσει το ποίμνιο του π. Νικόλαου, να μείνει μόνος του ο π. Θεόδωρος. Εμείς με την βοήθεια του Θεού και την χάρη του Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή μένουμε στη θέση μας απαρασάλευτοι και περιμένουμε, ελπίζουμε και προσευχόμαστε να έρθουν στην Αποτείχιση όχι μόνο οι αδελφοί μας, που ζαλισμένοι από τα ιστολόγια των αποτειχισμένων δεν ξέρουν που να εμπιστευτούν την ψυχή τους, αλλά όλο το ορθόδοξο πλήρωμα της Εκκλησίας μας, Επίσκοποι, Ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί. Τότε θα γίνει αληθινά δυνατή η αντιμετώπισή της αίρεσης και θα γίνουν πραγματικότητα οι χειρότεροι εφιάλτες των οικουμενιστών.

Μας ενίσχυσαν και μας ενθάρρυναν προς την ορθή αυτή κατεύθυνση όσα είπε προσφάτως ο οσιακής βιοτής Αγιορείτης Γέροντας Γαβριήλ, τα οποία υπερκαλύπτουν την σιωπή του επισήμου Αγίου Όρους. Ταυτίζονται απολύτως προς όσα περί ακριβείας και οικονομίας ακολουθούμε και εμείς υπό την καθοδήγηση του μακαριστού γεροντάς μας π. Νικολάου και του διδασκάλου μας π. Θεοδώρου. Σε μήνυμά του ο Γέροντας προς τους πιστούς της Καβάλας και της Θάσου, μετά την επίσκεψη του ψευδο-Κιέβου Επιφανίου από 3 έως 6 Σεπτεμβρίου, τη συνοδεία και κηδεμονία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, μετά από πρόσκληση του Μητροπολίτη Φιλίππων Στεφάνου, είπε με παρρησία και λάμπουσα σαφήνεια τα εξής: «Οι σχισματικοί της Ουκρανίας είναι αφορισμένοι και καθηρημένοι. Είναι αχειροτόνητοι και αυτοχειροτόνητοι. Δεν είναι ιερείς, είναι ιερόσυλοι. Δεν θα σωθούνε. Όσοι έχουνε ευχαριστιακή κοινωνία μαζί τους, συμπροσεύχονται/συλλειτουργούν, ούτε αυτοί θα σωθούνε. Δεν μπορεί ένας πιστός να πηγαίνει στον Δεσπότη τώρα της Καβάλας όπου είναι παρών και να λειτουργείται. Έχει ευθύνη τεράστια ενώπιον του Θεού. Ούτε σε ιερείς που έχουν το φρόνημα του Δεσπότη. Κατ’ οικονομία μπορούμε να πάμε να εκκλησιαστούμε σε έναν ιερέα που ναι μεν μνημονεύει τον δεσπότη του, που έκανε αυτό το πράγμα, αλλά όμως έχει Ορθόδοξο φρόνημα και δεν τα παραδέχεται αυτά. Κατ’ οικονομία σ’ αυτόν θα πηγαίνουμε.»[2]


Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Σχετικά άρθρα

Προφήτες και προφητολόγοι

Σύντομος λόγος περί παρθενίας και Ιερωσύνης στην επέτειο χειροτονίας του μακαριστού π. Νικολάου Μανώλη εις διακόνου. Η προφητολογία που ξέσπασε λόγω του πολέμου στο Ιράν αποκαλύπτει τα πραγματικά προβλήματα της Εκκλησίας

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε με την χρήση αυτών.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τους Όρους χρήσης και την Πολιτική προστασίας απορρήτου.