Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Σιδηροκάστρου
κ. Μακάριον
Ενταύθα

Σιδηρόκαστρο 03.09.2019

Σεβασμιώτατε,

Διά της παρούσης αισθανόμαστε την ανάγκη να επικοινωνήσουμε μαζί σας ως ποιμένα και πατέρα της τοπικής Εκκλησίας μας.

Ως μέλη της του Χριστού Εκκλησίας και λογικά πρόβατα αυτής, παρακολουθούμε εναγωνίως τον τελευταίο καιρό την εκκλησιαστική και εθνική επικαιρότητα, η οποία είναι ζοφερή, καταστροφική και άκρως επικίνδυνη. Όπως γνωρίζουμε, συμμετείχατε στις εργασίες της Συνόδου της Κρήτης, της κάθε άλλο παρά πανορθόδοξης συνόδου, και μάλιστα υπογράψατε τα συμφωνηθέντα. Ελήφθησαν αποφάσεις για την πίστη που αφορούν όλους εμάς ως ορθοδόξους Χριστιανούς και όχι μόνο τους επιλεκτικά συμμετασχόντες Επισκόπους, Αρχιεπισκόπους και Πατριάρχες.

Οι Πράξεις των Αποστόλων, που περιγράφουν την πρώτη Αποστολική Σύνοδο της Εκκλησίας, κάνουν αναφορά στον τρόπο λήψης των αποφάσεών της: «ἔδοξε τοῖς ἀποστόλοις καί τοῖς πρεσβυτέροις σύν ὅλῃ τῇ ἐκκλησίᾳ» (Πράξ. 15, 22). Από αυτό καθίσταται σαφές πως εκκλησιαστικές αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην του ευσεβούς λαού είναι άκυρες.

Κατά γενική ομολογία πολλών θεολόγων και κληρικών οι τελικές αποφάσεις έχουν σοβαρό έλλειμμα Ορθοδοξίας, διότι:

Α) δεν αντιμετωπίστηκε κανένα ζήτημα δογματικό που αφορά τη σωτηρία του ανθρώπου, δεν οριοθετήθηκε η Ορθή Πίστη έναντι των αιρέσεων, δεν κατονομάσθηκαν με δογματικούς όρους οι κακοδοξίες του δυτικού «χριστιανικού» κόσμου. Οι λέξεις «αίρεση» και «αιρετικός» είναι παντελώς απούσες από τα τελικά κείμενα.

Β) όλες οι Τοπικές και Οικουμενικές Σύνοδοι που έχουν γίνει ως τώρα έχουν ασχοληθεί με ζητήματα δογματικά και ποιμαντικά, αποβλέποντας στην ασφαλή οδό σωτηρίας του ανθρώπου, αυτήν που χάρη στην Ορθόδοξη Πίστη κατέχει τη μοναδικότητα.

γ) καταπατήθηκε ο 72ος κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, με το ότι επιτράπηκε συνοδικώς ο γάμος Ορθοδόξων με αιρετικούς. Αυτή η τοποθέτηση έχει ως συνέπεια την άμβλυνση της ορθοδόξου συνειδήσεως των πιστών. Το χειρότερο δε, πολλοί εκ των συμμετασχόντων στη σύνοδο Ιεραρχών κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: εφόσον ευλογούμε τον γάμο Ορθοδόξου-ετεροδόξου, τούτο σημαίνει και αποδοχή του βαπτίσματος του ετεροδόξου και, κατά την πιο θρασύτατη τοποθέτηση άλλων, ότι θα μπορούμε να τους δίνουμε ανεπιφύλακτα και τη Θεία Κοινωνία.

Δ) η πιο ζοφερή και θλιβερή απόφαση για την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυτή της 6ης παραγράφου του 5ου κειμένου: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον». Μια κατάπτυστη διακήρυξη που λέει ότι: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνίᾳ μετ᾽ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Κατάπτυστη και αισχρή, αντιευαγγελική και αντιπατερική θέση, διότι αποδόθηκε εκκλησιαστικότητα στον Πάπα, στους Μονοφυσίτες, Αγγλικανούς, Προτεστάντες κ.ά.

Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί συνέχεια των μεγάλων συνόδων της ορθοδόξου εκκλησίας, διότι:

1) δεν στερεώνει τις συνειδήσεις των πιστών στο ορθόδοξο φρόνημα.

2) δεν διακηρύσσει την απόλυτη μοναδικότητα και αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

3) δεν σεβάστηκε το συνοδικό σύστημα με την επιλεκτική συμμετοχή Επισκόπων σε αυτήν.

4) υπάρχουν αντιδράσεις από Κλήρο και λαό, και διαρκώς ασκείται αρνητική κριτική από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στη σύνοδο.

Ο Παπισμός καταδικάστηκε στην 8η Σύνοδο, αλλά και σε μεταγενέ­στερες, και το σύνολο των Αγίων Πατέρων θεωρούν ότι είναι αίρεση. Πολύ δε χειρότερη αίρεση είναι ο Προτεσταντισμός, που θεωρείται τέκνο του Παπισμού. Ο Μονοφυσιτισμός και η Εικονομαχία καταδικάστηκαν στις 4η, 6η και 7η Οικουμενικές Συνόδους αντιστοίχως. Όλες αυτές τις αιρέσεις τις συμπεριλαμβάνει ο επάρατος Οικουμενισμός, ο οποίος προωθείται από τη Μασονία και τον Σιωνισμό και, κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς, είναι παναίρεση. Ο Οικουμενισμός θεωρεί και ονομάζει όλες αυτές τις αιρέσεις «Εκκλησίες». Πού είναι η «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» του Χριστού, όπως διατυπώνεται στο Σύμβολο της Πίστεως; Αμνηστεύονται οι αιρέσεις. Συγχέονται όλα στον βωμό του Οικουμενισμού – αχταρμάς οικουμενιστικός!

Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, που κατ᾽ έτος διαβάζεται, έστω και τμηματικά, κάθε Κυριακή της Ορθοδοξίας, σαφώς τονίζει και διατρανώνει αυτήν την αλήθεια.

«Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν… ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται (ποιά αλήθεια άραγε;)… Οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν, καί τούς Αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶντες… Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν».

Καταφαίνεται, λοιπόν, στις μέρες μας, πως και οι άλλες θρησκείες ως οδοί πλέον σωτηρίας στηρίζουν την οικουμένη. Κατάπτωση, βεβήλωση της αμωμήτου Πίστεως! Η Ορθοδοξία δεν έχει το αποκλειστικό προνόμιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Όλες οι θρησκείες είναι οδοί σωτηρίας. Μέγα ολίσθημα! Αντιπατερική και αντίχριστη τοποθέτηση του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Η σιωπή κάθε Ιεράρχου, κληρικού και λαϊκού, σε αυτό δεν τον τιμά και τον εκθέτει ενώπιον του Θεού. Καταφαίνεται ότι ο Οικουμενισμός είναι ένα κίνημα συγκρητιστικό και αντίχριστο, που υποβιβάζει και υποβαθμίζει την αμώμητη πίστη στον Κύριο ημών Ιησού Χριστόν.

Εντός του Οικουμενισμού, λοιπόν, η Ορθοδοξία αλλοιώνεται. Χάνει την ομορφιά και την ευωδία της. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας είναι διάσπαρτη από ύμνους, θεσπέσια άσματα και ποιήματα που εκθειάζουν και επαινούν τους Αγίους Πατέρες ενάντια στην αιρετική λαίλαπα κάθε εποχής. Τί να πρωτοαναφέρει κανείς!

«Ὅλην συγκροτήσαντες τήν τῆς ψυχῆς ἐπιστήμην, καί τῷ θείῳ Πνεύματι συνδιασκεψάμενοι, τό μακάριον καί σεπτόν σύμβολον οἱ σεπτοί Πατέρες θεογράφως διεχάραξαν… ταῖς τῶν Ἀποστόλων ἑπόμενοι προδήλως διδαχαῖς, οἱ εὐκλεεῖς καί πανόλβιοι ὄντως καί θεόφρονες».

Το παραπάνω προσόμοιο των Αίνων των αγίων και μακαρίων Πατέρων, είναι ένα μόνο δείγμα μεταξύ πολλών άλλων.

Εύλογα γεννάται το ερώτημα: είναι θεοδίδακτη η Πίστη; Αν αποδεχθούμε τις οικουμενιστικές πλάνες, φαίνεται πως όχι! Αλλά πώς τολμούν χείλη Ιεραρχών να μιλούν για μετα-πατερική θεολογία; Δεν μας αρκούν οι θεοδίδακτοι και θεόφρονες Πατέρες, τα πάγχρυσα στόματα του λόγου, τα μυρίπνοα άνθη του παραδείσου, όπως πολύ εύστοχα τονίζει το δοξαστικό των Αίνων των αγίων Πατέρων; Ακόμη χειρότερα: παρουσίᾳ του Νεαπόλεως κ. Βαρνάβα προέκυψε μέχρι και ανάγνωση του «Πιστεύω» με τη συμπερίληψη του «Filioque»!

Σεβασμιώτατε,

Αναγνωρίζουμε και προσκυνούμε την Αρχιερωσύνη σας ως επόμενοι των αγίων Πατέρων, με προϋπόθεση την πορεία στην αλάνθαστη τροχιά και στον σωτήριο δρόμο που εκείνοι έχουν χαράξει. Πολλές φορές σε κηρύγματα ακούμε «Μνήμη Ἁγίου, μίμησις Ἁγίου». Μόνο που το Κολυμπάρι με την αποδοχή των αιρέσεων ως εκκλησιών παρεξέκκλινε από την Ορθόδοξη τροχιά και δεν δρόσισε με την αύρα του Αγίου Πνεύματος.

Ο Επίσκοπος είναι ταγμένος και υπόχρεως στο να υπακούει στις ευαγγελικές επιταγές, στα δόγματα, στην Ιερά Παράδοση και στην οδό της σωτηρίας που χαράσσεται από αυτά. Όταν, όμως, σιγούν οι Επίσκοποι και οι άμβωνες, τότε ο απλός λαός ομολογεί. Φάροι φαεινοί και λαμπρά παραδείγματα αποτελούν οι άγιοι Μάξιμος Ομολογητής (μοναχός), Θεόδωρος Στουδίτης (ηγούμενος), Μάρκος Ευγενικός κ.ά. Μας διδάσκουν πως, όταν δεν πνέει άνεμος δροσερός Ορθοδοξίας, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιστεκόμαστε σε αποφάσεις που παρεκκλίνουν από την ορθόδοξη τροχιά. Ο Απόστολος Παύλος με σαφήνεια μας προτρέπει: «ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1, 8).

Αιτία συγκλήσεως συνόδων δεν ήταν οι εκτροπές στο ήθος και στην τάξη μόνο, αλλά κυρίως οι αιρέσεις. Κύριο σκοπό είχαν να διατηρηθεί ο λόγος του Θεού καθαρός και ανόθευτος, αφού η Εκκλησία αποδίδει τεράστια σημασία στην καθαρότητα της αλήθειας, όπως για παράδειγμα:

α) Α´ οικουμενική σύνοδος στη Νίκαια της Μ. Ασίας (325 μ.Χ.): αντιμετώπισε την αίρεση του Αρχιμανδρίτου Αρείου που αρνήθηκε τη θεότητα του Υιού.

β) Β´ οικουμενική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη (381 μ.Χ.): αντιμετώπισε την αίρεση του Πατριάρχου Μακεδονίου που αρνήθηκε τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος.

γ) Γ´ οικουμενική σύνοδος στην Έφεσο (431 μ.Χ.): αντιμετώπισε την αίρεση του Πατριάρχου Νεστορίου που κατονόμαζε την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.

Ο Μέγας Αθανάσιος, ο στύλος της Ορθοδοξίας, μας προτρέπει:

«Ἐάν ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζουσι τόν λαόν, χρή αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ᾽ αὐτῶν ἐμβληθῆναι ὡς μετά Ἄννα καί Καϊάφα, εἰς τήν γέεναν τοῦ πυρός».

Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει: «Τα δημοσίως λεγόμενα και πραττόμενα δημοσίως να ελέγχονται» και «Οὐδέν γάρ ὄφελος βίου καθαροῦ, δογμάτων διεφθαρμένων».

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης συμβουλεύει:

«Αν ο προεστώς σου είναι σφαλερός εις την πολιτείαν και τα έργα του, μη περιεργάζεσαι. Αν όμως είναι σφαλερός κατά την πίστιν, φεύγε και παραίτησέ τον, όχι μόνο αν είναι άνθρωπος, αλλά καν άγγελος είναι από τον ουρανόν».

Στο Πηδάλιο επίσης (υποσημείωση στον ΜΣΤ´ Αποστολικό Κανόνα) αναφέρεται, ότι οι παπικοί είναι αιρετικοί και αβάπτιστοι.

Ο Μέγας Βασίλειος επίσης λέει:

«Πᾶς ὁ δυνάμενος λέγειν τήν ἀλήθειαν καί μη λέγων αὐτήν κατακριθήσεται ὑπό τοῦ Θεοῦ. Καί ταῦτα ἔνθα πίστις ἐστί τό κινδυνευόμενον καί τῆς ὅλης Ἐκκλησίας τῶν ὀρθοδόξων ἡ κρηπίς· τό γάρ ἐφησυχάζειν τοῖς τοιούτοις ἀρνήσεως ἴδιον, τό δέ ἐλέγχειν ὁμολογίας εἰλικρινοῦς».

Ο Γέρων Γαβριήλ ο Αγιορείτης, κατά πολλούς διάδοχη πνευματική κατάσταση του Αγίου Παϊσίου, τονίζει για τον Πάπα:

«Ο Πάπας είναι ο πρύτανης των αιρετικών διδασκαλιών και πρόδρομος του Αντιχρίστου, κατά τους Αγίους Πατέρες. Εχθρός της Παναγίας, άσπονδος και παμφίλτατος φίλος του διαβόλου. Τέλεια προσωποποίηση της πλάνης και απόλυτη ενσάρκωση της αίρεσης. Η παπική εκκλησία δεν είναι εκκλησία και δεν έχει μυστήρια».

Ο Μακρυγιάννης μάς εμπνέει: «Εάν μου πειράξουν την Πατρίδα και Θρησκεία θα μιλήσω και ας μου κάνουν ό,τι θέλουν».

Συνεπώς, στη Σύνοδο του Κολυμπαρίου δεν ορθοτομήθηκε ο λόγος της αλήθειας. Εμείς ως πιστοί, μέλη του πληρώματος της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και λογικά πρόβατα της ποίμνης του Χριστού, οφείλουμε υπακοή στους Επισκόπους και στους πνευματικούς μας, όταν ορθοτομούν τον λόγο της αληθείας. Όταν, όμως, δεν το πράττουν κατά τον Απόστολο Παύλο, όχι μόνο σε αυτούς δεν πρέπει να κάνουμε υπακοή, αλλά ούτε και σε άγγελο από τον ουρανό, αν κατέβει και μάς διδάξει αντίθετα από αυτά που διδάσκει η Εκκλησία («καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται», Γαλ. 1, 8).

Εμπνεόμενοι από όλα αυτά, τολμούμε, Σεβασμιώτατε, να θέσουμε ενώπιόν σας τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες μας. Κατά τη γνώμη μας, τα πράγματα είναι πάρα πολύ σοβαρά. Κινούνται «πυραυλοκίνητα» αντορθοδόξως. Δεν θα σώσουμε εμείς την Εκκλησία, όπως σίγουρα θα σπεύσουν κάποιοι να μας κατηγορήσουν. Αμαρτωλοί είμαστε: εμείς έχουμε ανάγκη την Εκκλησία, κι όχι η Εκκλησία εμάς. Έχει πηδαλιούχο την ασάλευτη Πέτρα, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστόν. Δεν παριστάνουμε τους νέους Μάρκους Ευγενικούς, Αθανασίους, Μαξίμους Ομολογητές κ.ά., αλλά αισθανόμαστε την ευθύνη και το βάρος που φέρουμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Έτσι, λοιπόν, η περαιτέρω ανοχή είναι πλέον ενοχή. Εμπόνως, υιικώς και βαθυσεβάστως σας παρακαλούμε και σας προτρέπουμε να καταδικάσετε επισήμως τον Οικουμενισμό και να ανακαλέσετε επισήμως την υπογραφή σας στα επίμαχα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης, εάν θέλετε να σας ψάλλουν «εἰς πολλά ἔτη» Άγγελοι εξ ουρανού και όχι τα δικά μας χοϊκά χείλη.

Παρακαλούμε να μην εκλάβετε την επιστολή αυτή ως κίνηση ανταρσίας, επανάστασης και έλλειψης σεβασμού. Απεναντίας διακατέχεται από σεβασμό κι αγάπη προς το πρόσωπό σας, του Προεστώτα της τοπικής μας Εκκλησίας.

Διατελούμε με σεβασμό, ζητούμε την ευχή σας και ευχόμαστε ταπεινοφρόνως όλους να μας φωτίζει ο Θεός.

Οι Υπογράφοντες

Γεώργιος Α Χ”χρηστίδης
Πολυτίμη Στάμτση Χ”χρηστίδου
Αθανάσιος Δρόσος
Θεόδωρος Στάμτσης
Σωτήριος Στάμτσης
Αθανάσιος Παπασυμεωνίδης
Ξενίδης Κωνσταντίνος
Τσαουσίδης Κωνσταντίνος
Μπεζιργιάννης Βασίλειος
Τυριλιώμη Πασχαλίνα
Πιριντζή Πασχαλίνα
Κυριακίδης Ιωάννης
Εσκιτζής Οδυσσεύς
Κούρτογλου Νεόφυτος
Κωνσταντίνος Σαμολαδάς