Το κήρυγμα της αγάπης δε σώζει, αλλά μόνο η εν μετανοία βίωση της αλήθειας των δογμάτων και η αληθινή ταπείνωση που μας διδάσκει η Πατερική διδασκαλία. 

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Εκοιμήθη το πρωί της 16ης Οκτωβρίου ο Μητροπολίτης Ιταλίας και Μελίτης κυρός Γεννάδιος, μετά από πολύμηνη ασθένεια. Αμέσως μετά την εκδημία του, τελέστηκε στη μνήμη του Πατριαρχικό τρισάγιο στο Φανάρι, όπως και στη γενέτειρά του, Κρεμαστή της Ρόδου. Επίσης ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος εξέφρασε τα θερμότατα συλλυπητήριά του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς και προς το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Ιταλίας και της Μάλτας. Ο κ. Ιγνάτιος θα τελέσει και Αρχιερατικό Μνημόσυνο για τον Μακαριστό Μητροπολίτη Γεννάδιο στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Βόλου, το οποίο θα ανακοινωθεί εν ευθέτω χρόνω. Η Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος και ο κ. Ιγνάτιος συνδέονταν με πολύ ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς με τον μακαριστό Μητροπολίτη Γεννάδιο. Μάλιστα το 2003, ο ίδιος εκόμισε το ιερό λείψανο στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Βόλου, προκειμένου να αποκτήσει το ιερό απότμημα του λειψάνου του πολιούχου του Βόλου, του Αγίου Νικολάου. Ο Μητροπολίτης Ιταλίας ήταν εκείνος που με την ευλογία του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, διαπραγματεύτηκε επί μακρόν με την καθολική επισκοπή του Ρίμινι, προκειμένου η Μητρόπολη της Δημητριάδος να αποκτήσει το ιερό κειμήλιο, το οποίο φυλάσσεται στον Μητροπολιτικό ιερό ναό. Ο κ. Ιγνάτιος, εξέφραζε τις ευγνώμονες ευχαριστίες του και την αδελφική του αγάπη για τον λόγο αυτό.

Ο κατά κόσμον Τσαμπίκος Ζερβός, γεννήθηκε στην Κρεμαστή της Ρόδου στις 8 Ιουλίου 1937. Μετά τις Σπουδές του στην Πατμιάδα του Γένους Σχολή, συνέχισε σπουδάζοντας Θεολογία στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Διάκονος χειροτονήθηκε το 1960. Στις 16 Απριλίου 1963 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στο ναΐδριο της Θεολογικής Σχολής Χάλκης από τον Μητροπολίτη Ρόδου Σπυρίδωνα. Στη συνέχεια απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα στη Νάπολη. Υπηρέτησε την ιστορική Εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου της Ελληνικής Αδελφότητας Νάπολης. Το 1967 έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Στις 17 Ιανουαρίου 1971 χειροτονήθηκε τιτουλάριος Επίσκοπος Κρατείας, Βοηθός Επίσκοπος της Μητροπόλεως Αυστρίας με έδρα τη Νάπολη της Ιταλίας. Το 1991 μετά την ίδρυση της Μητροπόλεως Ιταλίας συνέχισε να υπηρετεί στη Νεάπολη ως Βοηθός Επίσκοπος της Μητροπόλεως Ιταλίας. Με την εκλογή του, μετά από 275 χρόνια, είναι ο πρώτος Ορθόδοξος Επίσκοπος στην Ιταλία, όπου και χειροτονήθηκε. Στις 26 Αυγούστου 1996 εξελέγη παμψηφεί από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, Μητροπολίτης Ιταλίας και Μελίτης. Ενθρονίστηκε στον ιστορικό Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων Βενετίας στις 27 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

Για περίπου 10 χρόνια δίδασκε Πατερική Θεολογία στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο του Αγίου Νικολάου Μπάρι. Παράλληλα με την υπηρεσία του στην Ελληνική Αδελφότητα Νάπολης, συνέχισε τις σπουδές του στα γνωστικά αντικείμενα της Κοινωνιολογίας και της Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Νάπολης. Το 1970 ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Θεολογίας της Ποντιφικής Θεολογικής Σχολής Νότιας Ιταλίας, με θέμα της Διδακτορικής Διατριβής του: «Ἡ προσφορά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διά τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν». Το 1999 ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ και της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με θέμα της Διδακτορικής Διατριβής του: «Οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι τῆς Καμπανίας ἀπό τῆς Ἁλώσεως μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἰταλίας καί τοῦ Γκαριμπάλδη».

Κατά την μακρά ποιμαντορία του, ίδρυσε 50 και πλέον ενορίες, 5 νέες ιερές μονές, προέβη στην επανίδρυση της ιεράς μονής Αγίου Γεωργίου των εν Βενετία Ελληνίδων Ευγενών Μοναχών και κατόρθωσε να πραγματοποιήσει την Συμφωνία μεταξύ του Ιταλικού Κράτους και της Ορθοδόξου Ι. Μητροπόλεως Ιταλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Τον Μάιο του 2004, το κράτος της Ιταλίας παρέδωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ιταλίας τον ιστορικό Ιερό Ναό Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, στο ιστορικό κέντρο της Ρώμης. Με τη συμπλήρωση 50 ετών διακονίας στην Ιταλία τιμήθηκε από την Δημοκρατία της Ιταλίας με το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχου και από τον Δήμο της Ρόδου με το Χρυσό Μετάλλιο της πόλεως της Ρόδου. Επίσης τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Αγίου Δημητρίου, πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Εκοιμήθη στις 16 Οκτωβρίου και ετάφη στις 21 Οκτωβρίου 2020 στο ελληνικό κοιμητήριο της Βενετίας. Την ημέρα της κηδείας του, τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση στον Ι. Ναό Παναγίας Καθολικής, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ρόδου κ. Κυρίλλου παρουσία των τοπικών αρχών.

Κάθε χρόνο τον Αύγουστο επισκεπτόταν τη γενέτειρά του για να τιμήσει την προστάτιδα του χωριού του, την Παναγία Καθολική που πανηγύριζε στις 23 του μήνα και ταυτόχρονα ξεκουράζονταν κοντά στην οικογένειά του. Πραγματικά ως άνθρωπος είχε την ανάγκη να έχει επαφή με την ιδιαίτερη πατρίδα και την Ορθόδοξη ζωή της τοπικής κοινωνίας. Όμως η γνωριμία του με τον Αθηναγόρα και η προσωπική φιλία του με τους σύγχρονους οικουμενιστές της εποχής του τον οδήγησαν να έχει πολλές και ουσιαστικές σχέσεις, κυρίως με φιλοπαπικούς και λατινόφρονες κύκλους. 

Σε μία συνέντευξή του πριν από έξι χρόνια, είχε αναφέρει για τη συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχου και του Πάπα ότι: «μία τέτοια συνάντηση είναι ευπρόσδεκτη και ευλογημένη από τον Θεό». Διαβεβαίωνε επίσης, ότι προσωπικά ο ίδιος, ακολούθησε το ανώτερο και σοφό πατερικό πνεύμα του Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, πάντοτε με μοναδική αρχή και τέλος το Ευαγγέλιο και τα διδάγματα των αγίων Πατέρων. Έτσι πέτυχε την εύρεση των Ορθοδόξων Ελλήνων και τη συνάντηση με αυτούς μέσα στην Κιβωτό της σωτηρίας, την Εκκλησία. Ευρισκόμενος 53 έτη στην Ιταλία, έζησε όλους τους σταθμούς σε περιόδους φανατισμού, πάθους και μίσους μεταξύ των Χριστιανών. Η δική του Μητρόπολη καρποφόρησε χωρίς προβλήματα και δυσκολίες από την πλευρά του Βατικανού, της παπικής εκκλησίας και από τον Ιταλικό λαό, όλα αυτά τα χρόνια. Με ειλικρινή διάθεση, με ελπιδοφόρα συνεργασία και συναντήσεις εποικοδομητικές, αγωνίστηκε ώστε να λιγοστέψει την άγνοια και τα μισαλλόδοξα πάθη να εξαφανιστούν, και να ανοιχτεί μία νέα πορεία σε ολόκληρη τη χώρα, πορεία καταλλαγής, διαλόγου, αγάπης, ειρήνης και αδελφοσύνης. Πίστευε ότι τόσο οι διαθρησκειακοί όσον και οι διαχριστιανικοί διάλογοι έχουν σπουδαιότητα και σημασία στη ζωή και την πολιτεία του ανθρώπου. Σε ό,τι αφορά την ενότητα με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ανέφερε το εξής: «Οι πιστοί γενικότερα, σκεπτόμενοι και μη, επηρεαζόμενοι από τα αρνητικά και τις επικίνδυνες σειρήνες, να χωρέσουμε με πίστη στο θέλημα του Θεού, στην Πατερική ρήση ότι ο άνθρωπος είναι «εικών του Θεού», ο Οποίος θέλει «πάντας σωθήναι». Όταν ο άνθρωπος μάθη να προσεύχεται αληθινά, όταν ο άνθρωπος σταυρώσει τα πάθη του, όταν ο άνθρωπος νοιώσει τον πλησίον του ως «εικόνα του Θεού», τότε δε θα σκέφτεται τόσο χαμηλά, τόσο αρνητικά, χωρίς αγάπη και ενδιαφέρον διά τον πλησίον, με αφιλία και αναδελφωσύνη… Το δώρο της ενότητος, όπως ελέχθη ανωτέρω, είναι θέλημα του Θεού. Είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος. Η Ορθόδοξη Μητρόπολη Ιταλίας και Μελίτης, με προσευχή, αλλά και μεταφέρουσα το «Φως το αληθινόν της Ορθοδοξίας», ακολουθούσα το ευαγγελικό και πατερικό πνεύμα της αγάπης, της ειρήνης, της ελπίδος και της ενότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, πιστεύει ότι η συμπεριφορά της είναι τιμία, σοβαρά, αισιόδοξος και ελπιδοφόρος, είναι ελαχίστη προσφορά προς το ρηθέν υπό του Σωτήρος μας Χριστού «ίνα εν ώσιν». 

Εμείς γνωρίσαμε και αγαπήσαμε την Ορθοδοξία μέσα από τους αγίους Πατέρες μας γι αυτό εμπιστευόμαστε το λόγο τους και ως καθηγητές μας, εκείνοι μας καθοδηγούν και μας διδάσκουν. Πολλές φορές προτάσσουμε την πίστη τους και τα συγγράμματα τους για τη στερέωσή μας και προς απάντηση σε κάθε τι που διαφέρει από την αλήθεια του Ευαγγελίου μας. «Ο άγιος Γέροντας Ιουστίνος Πόποβιτς ως δογματικός διδάσκαλος ζούσε μέσα στο φως του Θεού, την τραγωδία των ανθρώπων, προς τους οποίους εξαγγέλλει την μοναδικότητα του Θεανθρώπου, την μοναδικότητα της Εκκλησίας και την εκτροπή του ευρωπαίου ανθρώπου από την Αλήθεια. Στα έργα του ο παπισμός, όπως και ολόκληρος ο ευρωπαϊκός Ουμανισμός, κρίνεται εν συγκρίσει και κατ’ αντιπαράθεση προς τον Θεανθρωπισμό ή Θεανθρωποκεντρισμό της Εκκλησίας. Οι λόγοι του κρίνουν τον παπισμό ως παναίρεση-παναμαρτία, καταρρίπτοντας την αντίληψη πως ο Ρωμαιοκαθολικισμός διατηρεί την συγγενέστερη προς την Ορθοδοξία πίστη. Πιστεύει ακράδαντα, ότι η Εκκλησία κατέχει εντός της την δυνατότητα ικανοποιήσεως όλων των αιτημάτων του ανθρώπου και των εφέσεών του και μάλιστα εις ασυγκρίτως μεγαλύτερο βαθμό, απ’ ό,τι αυτός δύναται να επιθυμήσει».

Η ταύτιση με το οικουμενιστικό πνεύμα της αγάπης που δεν εμπνέεται από την Πατερική διδασκαλία, είναι επιζήμια για την πίστη μας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το αντικείμενο των διαθρησκειακών διαλόγων με τους παπικούς, όταν οι διάλογοι εκτρέπονται από τη δογματική ακρίβεια και καταντούν «ανίερα παιχνίδια». Αναφέρει η Σύναξη κληρικών και μοναχών για την επιστολή του Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο: «Οι διάλογοι με τους ετεροδόξους σύμφωνα με την απόφαση της ιεραρχίας μας στις 16-10-09, πρέπει να γίνονται μέσα σε «Ορθόδοξα εκκλησιολογικά και κανονικά πλαίσια». Η επισήμανση «μέσα όμως στα Ορθόδοξα εκκλησιολογικά και κανονικα πλαίσια» κρίθηκε απαραίτη­τη, διότι, προφανώς, κατά την Ιεραρχία μας, δε συνέβαινε αυτό. Η ευγένεια και η λεπτότητα στη διατύπωση του ανακοινωθέντος της Ιεραρχίας θα έπρεπε να εμβάλει σε σκέψεις τους οικουμενιστὲς για την μέχρι τώρα πορεία τους, αν θέλουν να σέβονται τις συνοδικὲς απόψεις και αποφάσεις».

Είναι γεγονός ότι μετά την ψευδοσύνοδο της Κρήτης και τη νέα εκκλησιολογία, ζούμε την παρεκτροπή της δογματικής ακρίβειας και την αθέτηση των Κανόνων των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, από την ιεραρχία που συμμετέχει τακτικά στις οικουμενιστικές συμπροσευχές. Οι συμπροσευχές παρουσιάζονται ως πράξη αγάπης και ενότητας, κρύβοντας την αληθινή σκοπιμότητα και την μετέπειτα δόλια πανθρησκειακή τους προοπτική. Καμία αγάπη και ενότητα δεν μπορούμε εμείς οι Ορθόδοξοι να έχουμε με τους παπικούς αιρετικούς. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός που είναι ο Κριτής μας, θέλει να σώσει κάθε ψυχή μέσα από τη μετάνοια με βασική προϋπόθεση σωτηρίας να είναι ο πιστός εντός της Εκκλησίας Του και μακριά από τις αιρέσεις και τα σχίσματα. Αυτές οι φιλίες με τους αιρετικούς, αλλά και με τους αιρετίζοντες που επαινούν και τιμούν το παπικό πρωτείο και το αλάθητο του Πάπα, μολύνουν την Πίστη και αλλοιώνουν το φρόνημα. Ο Πάπας δεν έχει ιερωσύνη και ο παπισμός είναι αίρεση η οποία δεν έχει μυστήρια. Αυτή είναι η θέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, βάσει των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων και δεν μπορεί να την παρακάμψει ή να τη διαγράψει καμία ανθρώπινη φιλία. Η αλήθεια του Χριστού είναι πάνω από κάθε ανθρώπινη ανάγκη και φιλία και πάνω από κάθε ανθρώπινη φιλοσοφία. Η Ορθοδοξία μας είναι η αληθινή Πίστη. Το κήρυγμα της αγάπης δε σώζει, αλλά μόνο η εν μετανοία βίωση της αλήθειας των δογμάτων και η ζωή της αληθινής ταπείνωσης που μας διδάσκει η Πατερική διδασκαλία. Αυτή είναι η ανώτερη πνευματική τελείωση της Πίστεως, που συναντάμε στα Συναξάρια των αγίων και μας υπαγορεύει τον ομολογιακό και μαρτυρικό βίο, μέσα από το Φως το αληθινό της Ορθοδοξίας. 

  «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πί­­­­στιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσ­κυνοῦντες, αὕτη γάρ ἡμᾶς ἔσωσεν»

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra