του Πορφυρίτη

«Ἡ βασική ἀποστολή τῆς ΟΑΚ εἶναι ἡ διαλογική μαρτυρία καί ἡ λειτουργική διακονία τῆς Ὀρθοδοξίας στό σύγχρονο κόσμο. Ὤς ἐκ τούτου, τό ἔργο της εἶναι ἀφιερωμένο στήν καλλιέργεια τοῦ πνεύματος τοῦ διαλόγου ἀνάμεσα στήν Ὀρθοδοξία καί στίς ἄλλες ὁμολογίες καί θρησκεῖες καί γενικότερα ἀνάμεσα στήν πίστη, τήν ἐπιστήμη καί τόν πολιτισμό. Ἐμπνευσμένη ἀπό τήν πλατωνική παράδοση τοῦ συμφιλοσοφεῖν, ἡ ΟΑΚ φιλοδοξεῖ νά ἀποτελεῖ ἕνα χῶρο διαλόγου καί πνευματικῆς ἀνταλλαγῆς στή διακονία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων.»[1]. Πνευματικός της Προστάτης εἶναι ἡ Α.Θ.Π. ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης![2]

     Αὐτά διαβάζουμε στήν ἐπίσημη ἱστοσελίδα τῆς Ὀρθοδόξου Ἀκαδημίας Κρήτης περί τοῦ σκοποῦ ὑπάρξεώς της. Ἄν ὅμως, γυρίσουμε μερικές δεκαετίες πίσω, καί δοῦμε τό Καταστατικό τῆς ΟΑΚ, θά διαπιστώσουμε ὅτι, φαινομενικά, ὁ σκοπός της εἶναι διαφορετικός· δέν ὑπάρχει καμμία ἀναφορά σέ «ἄλλες ὁμολογίες καί θρησκεῖες». Προφανῶς οἱ καιροί ἀλλάζουν, ὅπως πολύ συχνά ἀρέσκονται νά λένε οἱ διαστροφεῖς οἰκουμενιστές καί ὁ ἄκοσμος κόσμος, καί ἑπομένως, ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Πίστη πρέπει νά προσαρμόζεται ἀναλόγως. Ὁ σκοπός λοιπόν, τῆς ΟΑΚ, γίνεται φανερός, «ὅπως οὗτος διατυποῖται εἰς τό καταστατικόν:

     “1. Ἡ ἐνδυνάμωσις καί ἐπιμόρφωσις τῶν λειτουργῶν καί τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα, ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς ἑλληνορθοδόξου πνευματικότητος, δίδωσι ζῶσαν καί ἀκεραίαν μαρτυρίαν τοῦ Εὐαγγελίου ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ.

      2. Ἡ ὑπό ὀρθόδοξον χριστιανικόν πρῖσμα καί συμφώνως πρός τάς παραδόσεις καί τάς ἀνάγκας τοῦ Γένους ἡμῶν θεώρησις καί ἔρευνα τῶν οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν καί πνευματικῶν ἐν γένει προβλημάτων.

      3. Ἡ ἐνίσχυσις τοῦ ἔργου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐξωτερικῆς Ἱεραποστολῆς.

      4. Ἡ παροχή τεχνικῆς καί ὑλικῆς βοηθείας πρός προαγωγήν τοῦ τόπου ἤ πρός ἱκανοποίησιν φιλανθρωπικῶν καί εὐαγῶν σκοπῶν’’.”[3].

      Ἴσως φαίνεται ἄσχετο, ἀλλά πληροφορούμαστε ἀπό τό ἴδιο Δελτίο «Ἐπίσκεψις» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης[4], ὅτι «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Εὐγένιος, πραγματοποιεῖ, ἀπό τῆς 5ης Σεπτεμβρίου, ‘ἐπίσκεψιν καλῆς θελήσεως’’ εἰς ΗΠΑ, διαρκείας 42 ἡμερῶν, ὡς προσκεκλημένος τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Κατά πρῶτον μετέβη εἰς Οὐάσιγκτον ὅπου συνηντήθη μέ ἐκπροσώπους τοῦ Στέητ Ντεπάρτμεντ.». Αὐτή ἡ εἴδηση, ἄν συνεκτιμηθεῖ στό σύγχρονο ἱστορικό πλαίσιο, μέ τίς σημερινές πληροφορίες καί γεγονότα (Ψευδοσύνοδος, Οὐκρανικό, κ.ἄ.) ἔχει, κατά τή γνώμη μας, βαρύνουσα σημασία.    

    Ἤδη, πολύ νωρίς, ἀπό τό ξεκίνημά της σχεδόν, ἡ ΟΑΚ ξεκίνησε τίς οἰκουμενιστικές της ἀτασθαλίες. Στό ἄρθρο μέ τίτλο-ἐρώτηση «Η ΚΡΗΤΗ ΤΟΠΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ;», τοῦ Δελτίου του Νοεμβρίου τῆς ἴδιας χρονιᾶς, ἀναγιγνώσκουμε:

      «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀκαδημία Κρήτης (βλ. Ἐπίσκ. ἀρ. 14, 15.9.70) τείνει νά καταστῇ ἕνας σημαντικός τόπος οἰκουμενικῶν συναντήσεων καί οὐσιαστικῆς γνωριμίας τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπό τῶν ἑτεροδόξων; Ἡ θετική ἀπάντησις εἰς τό ἐρώτημα τοῦτο δέν θά ἦτο μόνον ἡ εὐχή τῶν ὑπευθύνων τῆς Ἀκαδημίας, ἀλλά καί μία βάσιμος πρόβλεψις, ἄν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καί ἡ πρόσφατος δραστηριότης αὐτῆς.

      Οὕτω πληροφορούμεθα ὅτι κατά τό χρονικόν διάστημα ἀπό 9ης Αὐγούστου μέχρι 11ης Ὀκτωβρίου 1970 ἐπραγματοποιήθησαν εἰδικά μαθήματα ὑπό τόν γενικόν τίτλον ‘‘Ἡ Κρήτη χθές καί σήμερον’’, μέ ἰδιαιτέραν ἔμφασιν ἐπί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος καί τῆς οἰκουμενικῆς ἀγωγῆς. Τά μαθήματα ταῦτα παρηκολούθησαν εἰς τρεῖς κύκλους – διαρκείας τριῶν ἑβδομάδων ἕκαστος – 216 Καθολικοί καί Προτεστάνται ἐπιστήμονες ἐκ Γερμανίας.

      Ἐξ ἄλλου ἀπό 12-22 Ὀκτωβρίου ἔλαβε χώραν εἰς τήν αὐτήν Ἀκαδημίαν τό 14ον Συνέδριον τῶν παστόρων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Pfalz Δυτικῆς Γερμανίας, ὑπό τήν ἡγεσίαν τοῦ Ἀνωτ. Ἐκκλ. Συμβούλου F. Ross. Μετέσχον 38 πάστορες τῆς ὡς ἄνω Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας. Μεταξύ τῶν μαθημάτων, τά ὁποῖα ἐδίδαξαν κατά τό πλεῖστον συνεργάται τῆς Ἀκαδημίας, ἦσαν τά ἀκόλουθα: Ὁ πολιτισμός τῆς Κρήτης, […] Ἡ Ὀρθόδοξος Λατρεία, Ἡ ἱερολογία τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου, […] Ὀρθοδοξία καί οἰκουμενισμός, […] Τό πρόβλημα τῆς πίστεως εἰς τό ἔργον τοῦ Καζαντζάκη κ. ἄ….»[5]

      Καθώς φαίνεται, συνεχίζοντας τήν ἔρευνα τοῦ ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ, ἡ ΟΑΚ ἔχει «βεβαρημένο» οἰκουμενιστικό παρελθόν, ὄντας συνεπής στήν οἰκουμενιστική της παράδοση. Διαβάζουμε, ἔκπληκτοι, στό Δελτίον «Ἐπίσκεψις» τοῦ ἔτους 1975:

      «Κρήτη: Ὀρθόδοξοι θεολόγοι μελετοῦν θέματα τοῦ διαχριστιανικοῦ διαλόγου

Εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἀκαδημίαν Κρήτης ἔλαβε χώραν ἀπό 7ης μέχρι 14ης Μαρτίου σύσκεψις 40 περίπου θεολόγων ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων καί Ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν(σ.γ.: ἤτοι αἱρετικῶν μονοφυσιτικῶν κοινοτήτων). Ἡ σύσκεψις αὐτή, τήν ὁποίαν διωργάνωσεν ἡ Γραμματεία Ὀρθοδόξων Μελετῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ‘‘Πίστις καί Τάξις’’ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, εἶχεν ὡς σκοπόν τήν μελέτην τῶν προκαταρκτικῶν κειμένων τῶν Τμημάτων Β΄ (Τί χρειάζεται ἡ ἑνότης;) καί Ε΄ (Δομαί ἀδικίας καί ἀγῶνες πρός ἀπελευθέρωσιν) τῆς προσεχοῦς Ε΄ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π. Σ. Ε. […]

      α) Ἡ σύσκεψις τῆς Κρήτης ἐπεδοκίμασεν, ὡς πρός τό Τμῆμα Β΄, τόν ὑπό τοῦ Π.Σ.Ε. υἱοθετούμενον ὅρον ‘‘συνοδική κοινωνία’’. Ἀποφεύγουσα νά προβῇ εἰς ὁρισμούς ταυτίζοντας τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν πρός τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ σύσκεψις ἐζήτησεν ἀντιθέτως ν’ ἀνεύρῃ τόν οἰκουμενικόν δυναμισμόν τῆς ὀρθοδόξου ἀντιλήψεως περί ἑνότητος[…]

      Βασική συνέπεια τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς εἶναι, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν καλεῖ πλέον τούς μή ὀρθοδόξους νά ἐπιστρέψουν εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, ἀλλά μᾶλλον νά ‘‘ἀνεύρουν ἐντός τῶν ἰδίων ἐκκλησιῶν καί παραδόσεων τήν πληρότητα τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, ἐκδηλουμένης ἐν τῇ πληρότητι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς’’. Τοῦτο κυρίως πρωτίστως ἰσχύει δι’ αὐτήν ταύτην τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία ὀφείλει νά εὑρίσκεται ἐν συνεχεῖ ἐπιστροφῇ πρός τήν ἀληθῆ Ὀρθοδοξίαν. Ὑπεγραμμίσθη περαιτέρω, ὅτι πρέπει νά ἀποφεύγεται κάθε διαφοροποίησις μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, καθόσον ἀμφότεραι μετέχουν τῆς ἀληθοῦς Ὀρθοδοξίας[6]Τί χρείαν ἔχομεν ἄλλων μαρτύρων; Ἡ οἰκουμενιστική «θεωρία τῶν κλάδων» ἀναπτύσσεται μέ σαφήνεια· κάθε ἐκκλησία, μία ἐκ τῶν ὁποίων καί ἡ ὀρθόδοξη, ἀποτελεῖ καί ἕνα κλαδί τοῦ δέντρου πού εἶναι ἡ ἀληθινή Ὀρθοδοξία. Καί μᾶς λένε ὅτι σέ τέτοιου εἴδους συνάξεις δίνουν τήν ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ὅτι δέν προδίδουν τήν Ὀρθοδοξία καί ἄλλα τέτοια παραμύθια.

      Γιά νά εἴμαστε δίκαιοι, ἀναφέρουμε καί τήν κατακλεῖδα τῆς δημοσίευσης, πού ὡστόσο θά μποροῦσε νά ἀποτελεῖ καί ἕνα σκέλος τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ: «Ἄν καί τά συμπεράσματα τῆς συσκέψεως τῆς Κρήτης δέν εἶναι δεσμευτικά διά τάς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, ἐν τούτοις ἐκφράζουν ἕν νέον ρεῦμα ὀρθοδόξου σκέψεως, τό ὁποῖον δέν φαίνεται ἱκανοποιημένον μέ παλαιούς τύπους καί θέσεις, ζητεῖ δέ τήν δυναμικήν ἐπανεκτίμησιν καί ἀνανέωσιν τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας…».

      Στήν κεντρική εἴσοδο τῶν ἐγκαταστάσεων καί ἀκριβῶς ἔξω ἀπό τό Ἱερό Παρεκκλήσιο τῆς ΟΑΚ, ὑπάρχει ἀνηρτημένο βιτρό, ἔργο τοῦ R. Bleninger. «Στό ἒργο εἰκονίζονται», ὅπως σημειώνει ὁ π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος σέ ἐπιστολή του πρός τούς ὑπεύθυνους τῆς ΟΑΚ, καί ὄχι μόνο, ἕνας ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι καί ὁ Πνευματικός της Προστάτης, «στό κέντρο τῆς παραστάσεως τρεῖς ἀνθρώπινες φιγοῦρες ἀνάμεσα σέ φλόγες, οἱ ὁποῖες, προφανῶς, ὑποδηλώνουν τήν ταλαιπωρημένη στό καμίνι τῆς ζωῆς ἀνθρωπότητα.

      Οἱ τρεῖς αὐτοί ἂνθρωποι ὑψώνουν σέ στάση δεήσεως τά χέρια τους σέ θρησκευτικά σύµβολα: ὁ ἓνας πρός τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, ὁ ἂλλος πρός τήν Ἡµισέληνο (ἀριστερά τοῦ Σταυροῦ) καί ὁ τρίτος πρός τό Ἂστρο τοῦ ∆αυίδ (Ἑξάλφα, δεξιά τοῦ Σταυροῦ)!

      Ὁ Τίµιος Σταυρός καί τά δύο σύµβολα τῶν «µονοθεϊστικῶν θρησκειῶν» (Ἡµισέληνος καί Ἑξάλφα) πλαισιώνονται καί συνδέονται σέ µία εἰκαστική ἑνότητα µέ τό οὐράνιο τόξο, τό κατ’ ἐξοχήν σύµβολο τῆς Νέας Ἐποχῆς.

      Εἶναι πασιφανές ὃτι ἡ σύνθεση αὐτή προβάλλει µέ τόν πλέον σαφή καί ἀδιαµφισβήτητο τρόπο τόν διαθρησκειακό συγκρητιστικό οἰκουµενισµό.»[7]

      Κλείνοντας, διαπιστώνουμε ὅτι ἡ ἄκρως οἰκουμενιστική πορεία τῆς ΟΑΚ, ἦταν προδιαγεγραμμένη«Τό ἵδρυμα αὐτό εἶναι ‘‘καρπός ἐντόνου συνειδητοποιήσεως τῆς ἰδιαζούσης εὐθύνης τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καί τῶν προβλημάτων τοῦ βίου καί τῆς πίστεως αὐτοῦ’’. Τά ἀπαιτηθέντα ποσά διά τήν ἀνέγερσιν καί ἐξοπλισμόν τοῦ Ἱδρύματος, ἀνερχόμενα εἰς 11 καί πλέον ἑκατομ. δρχ., ἐξησφαλίσθησαν ἀπό ἐντοπίους πόρους, ἀλλά κυρίως χάρις εἰς τήν ‘‘γενναίαν συνδρομήν’’ τῆς ἐν Βόννῃ Ἐκκλησιαστικῆς Ὀργανώσεως Evangelische Zentralstelle fur Entwicklungshilfe (Κεντρική Εὐαγγελική Ὑπηρεσία βοηθείας διά τήν ἀνάπτυξιν).»[8].

      Ἀκολούθως συνάγουμε δυό συμπεράσματα: α) ἡ δημιουργία τῆς ΟΑΚ ἦταν ἐντεταγμένη στά σχέδια τῶν «γενναίων» χορηγῶν καί τῶν «ὀρθοδόξων» οἰκουμενιστῶν συνεργατῶν τους γιά τήν ἅλωση τῆς Ὀρθοδοξίας, καί β) πῶς νά τολμήσει, ἐάν βρισκόταν κάποιος Ὀρθόδοξος, νά πεῖ ὄχι στόν Εὐεργέτη του καί νά φανεῖ ἀχάριστος; Ἔτσι, ἡ οὐνιτικοῦ τύπου Ἀκαδημία, πού ἐν εἴδει δούρειου ἵππου, δρᾶ ἀνεξέλεγκτα καί ἀποκαλεῖται Ὀρθόδοξη εἶναι ἄκρως οἰκουμενιστική! Ἄλλωστε, αὐτό εἶναι ἕνα χαρακτηριστικότατο γνώρισμα τῶν παναιρετικῶν οἰκουμενιστῶν, ἡ χρήση τῶν ἀκριβῶς ἀντίθετων ἐννοιῶν τῶν λέξεων! Ἄς μή ξεχνᾶμε, παρά ταῦτα, ὅτι ὁ πραγματικός Εὐεργέτης μας δέν εἶναι κάποιος ἄνθρωπος, Χριστιανός ἤ μή, πόσο μᾶλλον ἀμετανόητος αἱρετικός· εἶναι ὁ ζῶν, ὁ ἀληθινός Τριαδικός Θεός! Ἐξ ὅσων ἐκτέθησαν ἀνωτέρῳ, καί σύμφωνα μέ γνωστή ἀλεξανδρινή ρήση, θά πρέπει «ἡ Ὀρθόδοξη Ἀ. Κ. ἤ νά ἀλλάξει διαγωγή καί ἔργα ἤ ὄνομα»!

Πορφυρίτης


  • [1] https://www.oac.gr
  • [2] https://www.oac.gr
  • [3] «Ἐπίσκεψις», Δεκαπενθήμερον Δελτίον Εἰδήσεων, Ἔτος 1ον Ἀριθ. 14, 15 Σεπτεμβρίου 1970. Ἐκδίδεται ὑπό τοῦ Ὀρθοδόξου Κέντρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Σαμπεζύ-Γενεύη Ἐλβετίας, σελ. 4. 
  • [4] «Ἐπίσκεψις», Δεκαπενθήμερον Δελτίον Εἰδήσεων, Ἔτος 1ον Ἀριθ. 14, 15 Σεπτεμβρίου 1970, σελ. 14. 
  • [5] «Ἐπίσκεψις», Δεκαπενθήμερον Δελτίον Εἰδήσεων, Ἔτος 1ον Ἀριθ. 18, 10 Νοεμβρίου 1970, σελ. 2. 
  • [6] «Ἐπίσκεψις», Δεκαπενθήμερον Δελτίον Εἰδήσεων, Ἔτος 6ον Ἀριθ. 121, 25 Μαρτίου 1975, σελ. 2-3. 
  • [7] «Ἀποκρυφιστικό – Οἰκουμενιστικό βιτρό στήν Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία Κρήτης»,  https://www.romfea.gr
  • [8] «Ἐπίσκεψις», Δεκαπενθήμερον Δελτίον Εἰδήσεων, Ἔτος 1ον Ἀριθ. 14, 15 Σεπτεμβρίου 1970, σελ. 3.