…”όστις απήλθε μετά χαράς και πόθου πολλού εις την ησυχίαν οπού ωρέγετο, και έκαμνε την υπηρεσίαν ταύτην αόκνως, προσευχόμενος αδιαλείπτως προς Κύριον”…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


ΠΕΡΙ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΟΥΚΟΥΖΕΛΗ, ΑΓΑΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ

Ητόν τις νέος εις την μεγαλόπολιν Δυρράχιον της πρώτης Ιουστινιανής, ορφανός από τον πατέρα˙ Η δε μήτηρ αυτού, ως ευσεβής και φιλόθεος έδωκε, τον παίδα να μανθάνη τα ιερά γράμματα˙ τον οποίον (διατί ήτον εις τον νουν επιδέξιος και πλείστα καλόφωνος) άπαντες τον επωνόμαζαν αγγελόφωνον. Τον καιρόν εκείνον (καθώς είναι συνήθεια εις τα βασίλεια πάντοτε) εζητούσαν ευλάλους και καλοφώνους, και ευρόντες αυτόν έλαβον εις σχολείον βασιλικόν, να παιδεύεται την Μουσικήν τέχνην, έως να γένη εις αυτήν τέλειος˙ όστις εις ολίγον καιρόν ως αγχίνους και φρόνιμος, υπερέβη άπαντας˙ όθεν και ο βασιλεύς τον ηγάπα κατά πολλά, και εβούλετο να τον υπανδρεύση πλουσιοπάροχα.

Μετά δε καιρόν βλέποντας, ότι οι Άρχοντες όλοι τον ετιμούσαν διά την αγάπην του βασιλέως, και την έμμουσον αυτού μελωδίαν, ελυπάτο και επικραίνετο, φοβούμενος μήπως και ζημιωθή διά την πρόσκαιρον δόξαν, την ουράνιον αγαλλίασιν˙ όθεν εζήτει καιρόν επιτήδειον να αναχωρήση από τον κόσμον.  
Εκείνας τας ημέρας έτυχεν εκεί εις τον βασιλέα Ηγούμενος της μεγίστης Λαύρας του αγίου όρους, διά αναγκαίαν υπόθεσιν, την οποίαν καλώς διορθώσας έστρεψε πάλιν εις το αυτού Μοναστήριον. Ο δε Κουκουζέλης ιδών την ευκοσμίαν του Ηγουμένου, και την αγγελικήν αυτού πολιτείαν, ευλαβηθείς, κατέλιπε πάσαν δόξαν και φαντασίαν βασιλικήν, και αυτά τα σαρκικά και μεταξωτά ιμάτια εκδυθείς, ενεδύθη τρίχινα, και ράβδον εργατικήν εις χείρας λαβών, απήλθεν εις την Λαύραν, και τον ηρώτησεν ο θυρωρός, πόθεν ήτον, τι εζήτει, και ποταπήν επιστήμην ήξευρεν;  
Ο δε απεκρίνατο˙ Μοναχός ποθώ να γένω, ήμουν βοσκός. Ταύτα μαθών διά του θυρωρού ο Ηγούμενος, εχάρη, διατί είχασι χρείαν από τοιούτον άνθρωπον. Και δοκιμάσαντες αυτόν ολίγον καιρόν, τον εκαλογέρευσαν, και έστειλαν αυτόν εις την έρημον να βόσκη τους τράγους˙ όστις απήλθε μετά χαράς και πόθου πολλού εις την ησυχίαν οπού ωρέγετο, και έκαμνε την υπηρεσίαν ταύτην αόκνως, προσευχόμενος αδιαλείπτως προς Κύριον.  

Ο δε βασιλεύς είχε θλίψιν πολλήν διά λόγου του˙ και αποστείλας ανθρώπους εγύρευσαν τόπους, και Κάστρη, ερήμους, και Μοναστήρια.  Και απελθόντες εις τον Άθωνα ηρεύνησαν και εκεί κάθε τόπον επιμελέστατα, αμή τινάς δεν ενόμιζε διά λόγου του, επειδή ήτον ενδεδυμένος παλαιά και διερρογώτα ιμάτια.  
Όστις εν μια των ημερών βόσκων τους τράγους εις ένα ακρωτήριον, και θεασάμενος ένθεν κακείθεν, ότι δεν ήτον τινάς να τον ακούση αρχίζει και έψαλλεν ένα Ύμνον με τέχνην πολλήν και κατάνυξιν. Ασκητής δε τις, εκατοίκα εκεί πλησίον εις ένα σπήλαιον, ακούσας τοσαύτην μελωδίαν γλυκυτάτην και παναρμόνιον, εθαύμασε, και εξελθών του σπηλαίου, βλέπει (εξαίσιον θέαμα) τον μεν βοσκόν ψάλλοντα, τους δε τράγους μη βόσκοντας, αλλά εστέκοντο, και τον εκύτταζαν ώσπερ εκπληττόμενοι και χαίροντες εις την αγγελικήν μελωδίαν εκείνην, και όχι ανθρώπινον.  

Ταύτα θεασάμενος, απήλθεν εις την Λαύραν, και τα ανήγγειλε εις τον Ηγούμενον, όστις έστειλε και τον έφεραν, και λέγει του˙ Ορκίζω σε εις τον Θεόν να μου ειπής την αλήθειαν.
Εσύ είσαι ο Κουκουζέλης Ιωάννης, ο παρά του βασιλέως τοσούτον ζητούμενος; Ο δε πεσών εις τους πόδας αυτού, εζήτει συγχώρησιν μετά δακρύων, λέγων˙ Εγώ ειμί ο αμαρτωλός και ανάξιος δούλος της αγιωσύνης σου˙ όμως δέομαι πολλά και παρακαλώ σε να με αφήσης εις αυτό το ευτελές διακόνημα, οπού μου έδωκες εξ αρχής, να ποιμαίνω τους τράγους, διά να μη το μάθη ο βασιλεύς. Ούτω γουν ποιήσας απήλθεν ο Προεστώς εις την βασιλεύουσαν, και πεσών εις τους πόδας του Άνακτος, είπε ταύτα˙ Δέομαι και παρακαλώ το κράτος της εξουσίας σου Δέσποτα, να μου χαρίσης ένα άνθρωπος διά ψυχικήν αυτού σωτηρίαν, και εάν ελύπησε την βασιλείαν σου, να τον συγχωρήσης.  
Ο δε βασιλεύς ηρώτησε του ζητουμένου το όνομα. Λέγει του ο Ηγούμενος. Εάν δεν μου δώσης εγγράφως το συμπαθές, δεν σου το λέγω. Τότε γουν εκέλευσε να κάμουσι γράμμα, και το υπέγραψεν. Έπειτα ο Ηγούμενος εδιηγήθη περί του Μοναχού Κουκουζέλη καταλεπτώς άπαντα.  
Ο μεν ουν βασιλεύς ταύτα ακούων, εδάκρυσε, και επήρε χαράν και λύπην εις την καρδίαν ανείκαστον. Εχάρη μεν, ότι ήτον τοσούτον ευλαβής, και ενεδύθη σχήμα αγγελικόν, μισήσας πάσαν σαρκικήν ηδυπάθειαν. Επικράνθη δε, πως έδωκε την χάριν εγγράφως, και δεν ημπόρει να την αρνηθή εις το ύστερον. Ο δε Ηγούμενος κατεπράϋνε με λόγους παρακλητικούς την καρδίαν του. Έπειτα ευχαριστήσας αυτόν, και ευχόμενος απήλθεν εις τη Μονήν αυτού, και διηγήθη πάσι τοις αδελφοίς τα γενόμενα.  

Έμεινεν ουν ο θαυμάσιος Ιωάννης του λοιπού ανενόχλητος από τον επίγειον βασιλέα, και υπερέτα τον Επουράνιον, ψάλλων και υμνολογών αυτόν αόκνως καθ’ εκάστην ημέραν. Μετά ταύτα λαβών από τον Προεστώτα συγχώρησιν, έκτισε κελλίον, και Εκκλησίαν των Αρχαγγέλων, έξωθεν του Μοναστηρίου, διά να ησυχάζει τας εξ ημέρας της εβδομάδος, τας δε Κυριακάς και τας λοιπάς Εορτάς δεν έλειπεν από τον δεξιόν Χορόν της μεγίστης Εκκλησίας, αλλά έψαλλε τω Θεώ μετά πόθου και κατανύξεως.  

Εν δε τω Σαββάτω της Ακαθίστου αφού έψαλεν επιμελώς τα Ιδιόμελα, και τον Κανόνα της Θεοτόκου κατά συνήθειαν, από τον κόπον αφύπνωσεν ολίγον εις το στασίδι του όρθιος. Τότε φαίνεται αυτώ η Κυρία Θεοτόκος, και λέγει του˙ χαίροις, Ιωάννη τέκνον μου˙ Ψάλλε μοι, και ου μη σε εγκαταλείπω. Ταύτα ειπούσα, του έδωκεν ένα χρυσούν νόμισμα.  
Ο δε, έξυπνος γενόμενος, εύρεν (ω του θαύματος) εις την αυτού δεξιάν το νόμισμα.  Όθεν χαράς απείρου και δακρύων πλησθείς, ηυχαρίστει την Θεομήτορα. Εκείνο δε το νόμισμα έβαλαν εις την Εκκλησίαν, το οποίον ετέλει μεγάλα θαυμάσια.  

Έκτοτε λοιπόν δεν έλειπεν από τον δεξιόν Χορόν πώποτε, ψάλλων προθύμως, και δοξολογών αόκνως τον Κύριον. Όθεν από τον πολύν κόπον εσάπησε το ποδάρι του, και έτρεχεν ύλη βρωμερά˙ αλλ’ η παντοδύναμος Δέσποινα τον ιάτρευσεν, ως και τον Δαμασκηνόν Ιωάννην, εμφανισθείσα αυτώ και λέγουσα˙ Έση από του νυν υγιής˙  και ευθύς έλαβε την θεραπείαν παντέλειον. Όθεν ευχαριστήσας τη Θεομήτορι, έμεινεν άνοσος έως τέλους βιώσας εν νηστείαις, αγρυπνίαις, και εξόχως είχε πολλήν ταπείνωσιν. Προείδε δε και την τελευτήν αυτού, και πάσι τοις αδελφοίς συνταξάμενος, και προσευξάμενος δι’ αυτούς, επαράγγειλε να τον ενταφιάσουν εις τον οίκον των Αρχαγγέλων, ον αυτός ωκοδόμησε. Και ούτως ανεπαύσατο εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω η δόξα εις τους αιώνας.
Αμήν.

ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ, ΑΓΑΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ, ΤΟΥ ΕΝ ΤΩ ΑΓΙΩ ΟΡΕΙ ΤΟΥ ΑΘΩ ΑΣΚΗΣΑΝΤΟΣ
ΜΕΡΟΣ Γ΄  ΘΑΥΜΑ Κ΄

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΝΥΞΙΣ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ