«Ἐκεῖ φθάσαμε. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Ἔρχεται τιμωρία· σεισμοί, πλημμῦρες, ἀνομβρίες, ἀσθένειες ἄγνωστες»...

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το τεράστιο υλικό του παλαιού και ανενεργού πλέον, αλλά επισκέψιμου για κάθε ενδιαφερόμενο, Ιστολογίου μας Κατάνυξις (https://www.katanixis.gr/), που αποτελεί ανυπολόγιστο πλούτο παρακαταθήκης και ενημέρωσης.


ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ!

Θα μιλήσω, ἀγαπητοί μου, ἁπλᾶ, γιὰ νὰ μὲ καταλάβετε ὅλοι. Ἀλλὰ θὰ ὑπάρ­χουν αὐ­τιὰ ν’ ἀκού­σουν; Μιὰ προφητεία λέει, ὅτι θά ᾿ρθουν χρό­νια, ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ κλείνουν τ’ αὐτιά τους νὰ μὴν ἀκούσουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ (Β΄ Τιμ. 4,4). Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ μ’ ἀ­κούσετε τολμῶ νὰ μιλήσω.

* * *

Δὲν ξέρω ἂν προσέξατε τὸ εὐαγγέλιο. Ὁ­μιλεῖ γιὰ μιὰ γυναῖ­κα ἁμαρτωλή, ποὺ πί­στε­ψε στὸ Χριστό. Αὐτὴ ἐν συνεχείᾳ βαπτίσθηκε, ὠ­νομάστηκε Φωτει­νή, καὶ τέλος μαρτύρησε ἡ ἴδια καὶ πολλοὶ συγγενεῖς της. Εἶνε ἁ­γία, καὶ ἑορτάζεται ὄχι μόνο σήμερα Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος, ἀλλὰ καὶ στὶς 26 Φεβρουαρίου.

«Σαμαρεῖτις» (Ἰωάν. 4,9) δὲν εἶνε τὸ ὄνομά της· σημαίνει τὸν τόπο καταγωγῆς της. Ὅ­πως μιὰ γυναῖκα ποὺ εἶνε ἀπὸ τὴ Μακεδονία τὴ λέμε Μακεδόνισσα, ἔτσι αὐτὴ λέγεται Σαμαρείτισσα, γιατὶ κατήγετο ἀπὸ τὴ Σαμάρεια, μιὰ ἐπαρ­χία τῆς Παλαιστίνης πάνω ἀπ’ τὰ Ἰεροσόλυμα μὲ πρωτεύουσα τὴν πόλι Σαμά­ρεια. Οἱ κάτοικοί της ἀρχικῶς πίστευαν στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ὅπως καὶ οἱ ᾿Ιουδαῖοι· ἔπειτα ὅ­μως ἀνακάτεψαν τὴν ἀληθινὴ θρησκεία μὲ εἰ­δωλολατρικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, καὶ ἔτσι ἄλλαξαν θρησκεία.

Προσοχή· διότι κ’ ἐμεῖς οἱ νεώτεροι Χριστι­ανοί, ποὺ ἔχουμε τὴ μό­νη ἀληθινὴ θρησκεία, ἀνακατέ­ψαμε τὴν ἁγία μας πίστι μὲ συνήθειες εἰδωλολατρικές. Τέτοιο ἔθιμο εἶνε λόγου χάριν τὶς ἀπόκρι­ες ὁ καρνάβαλος. Δὲν εἶ­­­νε χρι­στιανικὰ ἔθιμα ὁ καρνάβαλος, οἱ ἔξ­αλ­λοι χοροί, τὰ γλέντια καὶ οἱ διασκεδάσεις· εἶνε εἰ­δωλολατρικά. Ἀνακατεύεται τὸ λάδι μὲ τὸ νε­ρό; Ὄχι. Ἔτσι δὲν μπορεῖς ν’ ἀνακα­τέψῃς καὶ τὴν πίστι μας μὲ εἰδωλολατρίες. Νοθευμέ­νη λοιπὸν ἦταν ἡ θρησκεία τῶν Σαμαρειτῶν· καὶ γι᾿ αὐτὸ οἱ ᾿Ιουδαῖοι τοὺς περιφρονοῦσαν.

Ὡς πρὸς τὸ ἠθικό της ποιὸν ἡ Σαμαρείτισσα εἴπαμε ἦταν μιὰ γυναίκα ἁμαρτωλή, πολὺ ἁ­μαρτωλή. Παντρεύτηκε. Πῆρε ἕναν ἄντρα. Τὸν κράτησε; Ὄχι. Τὸν ἄφησε. Πῆρε δεύτερον. Τὸν κράτησε; Ὄχι. Πῆρε τρίτον. Τὸν κρά­τησε; Ὄχι. Πῆρε τέταρτον. Οὔτε κι αὐτὸν τὸν κράτησε. Πῆρε πέμπτον ἄντρα. Καὶ μ’ αὐτὸν χώρισε. Τὰ θέλει αὐτὰ ὁ Θεός;

Ἔτσι εἶνε καὶ κάτι σημερινὲς γυναῖκες. Ὁ Χριστὸς λέει· ἕνας ἄντρας – μιὰ γυναί­κα· παρθένος αὐτή, παρθέ­νος αὐτός, σμί­γουν καὶ κά­νουν οἰ­κο­γένεια. Τώρα στὰ νεώτερα κατηρα­μέ­­να χρόνια, σὲ πολιτεῖες καὶ σὲ χωριά, ἡ γυναίκα δὲν ζῇ μό­νο μὲ τὸν ἄντρα της. Ψέματα λέει, ὅτι ἔχει τὸν ἄντρα της· σμίγει καὶ μὲ τὸν ἕνα καὶ μὲ τὸν ἄλλο. Ὑπάρχουν γυναῖκες ποὺ ἔχουν σμί­ξει μὲ δέκα ἄντρες· δὲν τό ᾿χουν τί­ποτα. Φοβερὸ πρᾶγμα ἡ μοιχεία. Τὸ Εὐαγγέ­λιο ὅμως λέει, ὅτι στοὺς Χριστιανοὺς μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη χωρί­ζει τὸ ἀντρόγυνο.

Ἡ Σαμαρείτισσα λοιπὸν ἦταν σὰν τὶς πολλὲς σημερινὲς γυναῖκες· ζοῦσε στὴν παρανομία. Γι᾿ αὐτὸ βλέπουμε ὅτι εἶχε μιὰ ντροπή. Ἀπὸ ποῦ φαίνεται αὐτό· ἐνῷ οἱ ἄλλες γυναῖ­κες πήγαιναν πρωὶ γιὰ νερὸ στὴν πηγὴ ποὺ ἦ­ταν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, αὐτὴ πήγαινε μεσημέ­ρι μὲ τὴ στάμνα της, γιὰ νὰ μὴ συναντᾷ ἄλλον.

Αὐτὴ τοὺς ἀπέφευγε, κ’ ἐκεῖνοι τὴν περιφρο­νοῦσαν. Ὅλοι τὴν περιφρονοῦσαν, ἕνας μόνο δὲν τὴν περιφρόνησε, ἕνας μόνο τὴν ἀ­γαποῦσε εἰλικρινῶς καὶ ἐνδιαφέρθηκε γι᾿ αὐ­τήν· ὁ Χριστός, ποὺ τὸν εἶπαν «φίλο ἁμαρτω­λῶν» (Ματθ. 11,19· Λουκ. 7,34). Γιὰ νὰ τὴν συναντή­σῃ βάδισε χιλιόμετρα, σὰν τὸν τσοπᾶνο ποὺ χάνει τὸ πρόβατό του καὶ τρέχει νὰ τὸ βρῇ σὲ γκρεμοὺς καὶ χαράδρες. Πῆγε ἐκεῖ, στὴν πόλι τους, γιὰ νὰ βρῇ τὸ χαμένο αὐτὸ πρόβατο.

Ὅταν ἔφτασε, κάθισε στὸ πηγάδι. Σὲ λίγο νά ἡ Σαμαρείτισσα· ἔρχεται νὰ γεμίσῃ τὴ στά­μνα της νερό. Ὁ Χριστὸς τῆς λέει· —Δός μου νὰ πιῶ. Αὐτὴ παραξενεύτηκε. —᾿Ιουδαῖ­ος ἐσύ, ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μένα, μιὰ Σαμαρείτισ­σα; Ὁ Χριστὸς τῆς λέει· —Ἂν ἤξερες ποιός εἶν’ αὐ­τὸς ποὺ σοῦ ζητάει, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦ­σες, κι αὐτὸς θὰ σοῦ ἔδινε ἕνα ἄλλο νερό· νερὸ ἀ­θάνατο, ποὺ ὅποιος τὸ πιῇ δὲ δι­ψάει πλέον. —Κύριε, λέει ἡ γυναίκα, ἂν ἔχῃς τέτοιο νερό, δός μου το, γιὰ νὰ μὴ διψῶ καὶ νὰ μὴν ἔρχωμαι ἐδῶ νὰ γεμίζω. Τότε ὁ Χριστὸς τῆς λέει· —Πήγαινε φώναξε τὸν ἄντρα σου καὶ ἔλα ἐ­δῶ. Ἐκείνη ἀπαντᾷ· —Δὲν ἔχω ἄντρα. —Καλὰ εἶπες πὼς δὲν ἔχεις ἄντρα· γιατὶ πέντε ἄντρες ἄλλαξες, κι αὐτὸς ποὺ ἔ­χεις τώρα δὲν εἶνε δι­κός σου. Αὐτὴ τά ᾿χασε. Ξένος αὐτός, σκέφτη­κε, κ’ ἔρχεται ἀπὸ μακριά· ποῦ ξέρει τὴ ζωή μου;

Ἔτσι ἄρχισε διάλογος. Ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ τῆς εἶπε ὁ Χριστὸς ἡ γυναίκα κατάλαβε, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπρός της ἕνα κοινὸ ἄνθρωπο. ―Ἐ­­μεῖς, τοῦ λέει, περιμένουμε κάποιο μεγά­λο προφήτη, τὸ Μεσσία, ποὺ θὰ μᾶς ἐξη­γή­σῃ ὅ­λα τὰ μυστήρια. Τότε ὁ Χριστὸς τῆς ἀ­ποκαλύπτει· —᾿Εγὼ εἶμαι ποὺ σοῦ μιλῶ· ἐγὼ εἶμ’ αὐ­τὸς ποὺ περιμένουν καὶ Σαμαρεῖ­τες καὶ Ἰ­ουδαῖοι καὶ ὅλος ὁ κόσμος! Κατάπληκτη ἡ γυναί­κα ἀφήνει ἐκεῖ τὴ στάμνα καὶ τρέχει στὸ χωριό. Αὐτὴ ποὺ ἀπέφευγε νὰ δῇ ἄν­θρωπο, τώρα εἰ­δοποιεῖ ὅλους τοὺς Σαμαρεῖ­τες νὰ ἔρ­θουν νὰ δοῦν τὸ Χριστό. Καὶ πῆγαν. Καὶ ὁ Χριστὸς κάθησε μαζί τους δυὸ μέρες. Ἄκουσαν τὰ χρυσᾶ του λόγια καὶ πίστεψαν κι αὐτοί. Καὶ μετὰ ἔλεγαν στὴ γυναῖκα· Τώρα πιὰ δὲν πιστεύουμε για­τὶ μᾶς τὸ εἶπες ἐσύ· πεισθήκαμε μόνοι μας ἀπ’ ὅσα ἀκούσαμε καὶ γνωρίσαμε, ὅτι ὄντως αὐ­τὸς εἶνε ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου.

* * *

Αὐτὴ εἶνε μὲ συντομία, ἡ ἱστορία τοῦ σημε­ρινοῦ εὐαγγελίου. Ἡ ᾿Εκκλησία προβάλ­λει μπροστά μας τὴ Σαμαρείτισσα ὡς παράδει­γμα εἰλικρινοῦς μετανοίας. Διότι ἁμαρτωλὴ ἦταν αὐτή, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὶ εἴμεθα κ’ ἐμεῖς ὅλοι, ἀ­γαπητοί μου, ἄντρες καὶ γυναῖκες, γέροντες καὶ παιδιά. Ὅσοι καταγόμεθα ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, φέρομε μέσα μας τὸ σπέρμα τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀπωλείας.

Ἐμεῖς μάλιστα σή­­μερα εἴμεθα περισσότερο ἁμαρτωλοί. Δὲν ζοῦμε στὰ παλιὰ χρό­νια· ζοῦμε σὲ χρόνια μεγάλης διαφθορᾶς. Ποτέ ἄλλοτε οἱ ἄνθρωποι δὲν ἁμάρταναν ὅπως τώρα. Ἡμέρες συντελείας μοιάζουν οἱ μέρες μας. Μπορεῖ νά ’χουμε σπίτια μεγάλα μὲ ῥαδιόφω­να καὶ τη­λεοράσεις· μπορεῖ τὰ παιδιά μας νὰ σπου­δάζουν, νά ’χουμε τὸ πορτοφόλι γε­μᾶ­το, νὰ διαθέτουμε αὐτοκίνητο, νὰ γλεν­τοῦμε καὶ νὰ διασκεδά­ζουμε· ἀλλὰ εἴμεθα ἁ­μαρτωλοί, πολὺ ἁμαρτωλοί. Τὸν παλιὸ καιρὸ στὰ χωριά μας εἶχαν καλύ­βες, ἀλ­λὰ μέσ᾿ στὶς καλύβες, μὲ τὰ κεριὰ καὶ τὰ δᾳ­διά, κατοικοῦσαν ἅγιοι. Τώρα μέσα στὰ μέγαρα κατοικοῦν δαίμονες.

Ἀλλάξαμε, διαφέρουμε πολὺ ἀπὸ τοὺς προ­γό­νους μας. Πρὸ ἑκατὸ ἐτῶν δὲν ὑπῆρχε ἄ­πιστος, τώρα καὶ μικρὰ παιδιὰ σοῦ λένε «Δὲν ὑπάρχει Θεός». Ἄλλοτε οἱ ἄνθρωποι δὲν ἅ­πλωναν σὲ δικαστήριο τὸ χέρι στὸ Εὐαγγέλιο, τώρα μὲ εὐκολία παίρνουν καὶ ψεύτικο ὅρ­κο. Ἄλλοτε δὲ βλαστημοῦσαν, τώρα μέρα – νύ­χτα βλαστημοῦν ὅ,τι ἱερὸ καὶ ὅσιο. Ἄλλοτε χτυποῦσε ἡ καμπάνα καὶ ―φτερὰ στὰ πό­δια― ὅλοι ἔτρεχαν στὴν ἐκκλησία, καὶ κλαίγανε ὅ­ταν περνοῦσαν τὰ ἅγια καὶ βρέχανε τὴ γῆ τὰ δάκρυά τους, καὶ γίνονταν θαύματα· τώρα χτυπᾷ ἡ καμπάνα καὶ μέσα στοὺς δέκα Χριστιανοὺς ἕνας ἔρχεται, κι αὐτὸς δὲ βλέπει τὴν ὥρα πότε νὰ σχολάσῃ ἡ ἐκκλησία νὰ βγῇ ἔξω. Ἄλλοτε τὸ διαζύγιο ἦταν ἄγνωστο, τώρα βγάζουν τὰ διαζύγια ὅπως ἡ φάμπρικα βγάζει τὰ τοῦβλα· οἱ δικηγόροι ζοῦν ἀπὸ τὰ διαζύγια, καὶ οἱ γιατροὶ ἀπὸ τὶς ἐκτρώσεις.

Ἐκεῖ φθάσαμε. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Ἔρχεται τιμωρία· σεισμοί, πλημμῦρες, ἀνομβρίες, ἀσθένειες ἄγνωστες ἄλλοτε (ὅπως ὁ καρκίνος ποὺ θερίζει), ῥύπανσι τῆς ἀτμοσφαίρας, καὶ μάλιστα ὁ κίνδυνος ἀπὸ τὴ ῥαδιενέργεια ποὺ φαρμακώνει τὰ πάντα. Ἀχάριστε ἄνθρωπε, ποὺ βλαστημοῦσες τὸ Θεό, θὰ φοβᾶσαι νὰ φᾷς καὶ νὰ πιῇς, γιατὶ θὰ πικραθῇς καὶ θὰ πεθάνῃς κατὰ τὴν προφητεία τῆς Ἀποκαλύψεως (βλ. 8,10-11). Θὰ ’ρθῇ μέρα, ποὺ ἕνα ποτήρι καθαρὸ νερὸ θὰ δίνῃς μιὰ λίρα καὶ δὲ θὰ τὸ βρίσκῃς. Θὰ μᾶς τιμωρήσῃ ὁ Θεός, γιατὶ ὅλοι φύγαμε ἀπὸ κοντά του, παπᾶδες, δεσποτάδες, πατριαρχάδες, μικροί, μεγάλοι, δεξιοί, ἀριστεροί, μαῦροι, ἄσπροι, κόκκινοι, πράσινοι, ὅλοι ἀνεξαιρέτως.

* * *

Τί νὰ κάνουμε; ν’ ἀπελπιστοῦμε; Ὄχι. Μᾶς δίνει ἐλπίδα ἡ Σαμαρεῖτις, ποὺ ἦταν τόσο ἁ­μαρτωλὴ καὶ σώθηκε. Αὐτὴ εἶνε ἡ θρησκεία μας! Παίρνει τὸ κοράκι καὶ τὸ κάνει περιστέρι, παίρνει τὴ μοιχαλίδα καὶ τὴν κάνει ἀπόστολο, παίρνει τὸ λῃστὴ καὶ τὸν κάνει ἅγιο. Μεγάλη ἡ δύναμις τῆς μετανοίας. Γι’ αὐτὸ δὲ θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεὸς ἐπειδὴ ἁμαρτάνουμε· θὰ μᾶς δικάσῃ ἐπειδὴ δὲν μετανοοῦμε.

Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια ὅλους. Παπᾶδες, δεσποτάδες, πατριαρχάδες, μικροὶ καὶ μεγάλοι, δεξιοὶ καὶ ἀριστεροί, περιμένει νὰ ἐπιστρέψουμε κοντά του, διότι πλησιάζει ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Νὰ προσευχηθοῦμε, νὰ νηστεύσουμε, νὰ τρέξουμε στὴν ἐκκλησία, νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεός. Αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ στὴν ἀγάπη σας.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ Ἁγίου Ἀθανασίου Σιταριᾶς – Φλωρίνης 1-6-1986)