ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΟ «ΠΑΤΕΡΑ, ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ, ΑΣ ΑΠΟΦΥΓΩ ΤΟ
ΠΟΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟ· ΟΜΩΣ ΑΣ ΜΗ ΓΙΝΕΙ ΟΠΩΣ ΕΓΩ ΘΕΛΩ, ΑΛΛ’ ΟΠΩΣ ΘΕΛΕΙΣ ΕΣΥ»

Επίσης κατά των Μαρκιωνιστών και Μανιχαίων, και ότι δεν πρέπει να ριχνόμαστε στους κινδύνους, αλλά από κάθε θέλημα να προτιμούμε το θέλημα του Θεού.

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Παραθέτουμε σε συνέχειες αποσπάσματα από το αρχαίο κείμενο και τη μετάφραση της ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΟ «ΠΑΤΕΡΑ, ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ, ΑΣ ΑΠΟΦΥΓΩ ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟ· ΟΜΩΣ ΑΣ ΜΗ ΓΙΝΕΙ ΟΠΩΣ ΕΓΩ ΘΕΛΩ, ΑΛΛ’ ΟΠΩΣ ΘΕΛΕΙΣ ΕΣΥ». Επίσης κατά των Μαρκιωνιστών και Μανιχαίων, και ότι δεν πρέπει να ριχνόμαστε στους κινδύνους, αλλά από κάθε θέλημα να προτιμούμε το θέλημα του Θεού. (ΟΜΙΛΙΕΣ ΗΘΙΚΕΣ-ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ)

4ο μέρος.

Δείτε εδώ το 1ο μέρος, εδώ το 2ο και εδώ το 3ο.


Η αγάπη δείχνεται απ’ αυτά που υπάρχουν στη διάθεση του καθενός (Ιερός Χρυσόστομος)

Είτα οι μεν προφήται και τον σταυρόν ήδεισαν, και του σταυρού την αιτίαν, και τα εκ του σταυρού κατορθούμενα, και τον τάφον, και την ανάστασιν, και την ανάβασιν, και την προδοσίαν, και το δικαστήριον, και πάντα μετά ακριβείας διέγραψαν·  ο δε αποστείλας αυτούς, και ταύτα κελεύσας ειπείν, αυτός αγνόει; Και τίς αν ταύτα νουν έχων είποι; Οράς ότι ου δει τοις ρήμασιν απλώς προσέχειν; Ου γαρ δη τούτο μόνον εστί το άπορον, αλλά και το εξής απορώτερον. Τί γαρ φησί; «Πάτερ, ει δυνατόν, παρελθέτω απ΄εμού το ποτήριον τούτο». Ου γαρ δη αγνοών μόνον ευρεθήσετε, αλλά και παραιτούμενος τον σταυρόν· ο γαρ λέγει τούτο εστίν·  ει εγχωρεί, φησί, μη εμπέσοιμι εις το σταυρωθήναι, μηδέ αναιρεθήναι. Καίτοι τω Πέτρω τω κορυφαίω των αποστόλων τούτο ειπόντι, ότι «ίλεως σοι, Κύριε, ου μη έσται σοι τούτο», ούτω σφόδρα επετίμησεν, ως ειπείν, «ύπαγε οπίσω μου, σατανά, σκάνδαλον μου ει, ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων»· καίτοι γε προ μικρού μακαρίσας αυτόν.

Οι προφήτες λοιπόν γνώριζαν και το σταυρό και την αιτία του σταυρού και τα κατορθώματα από το σταυρό και τον τάφο και την ανάσταση και την ανάληψη και την προδοσία και το δικαστήριο, και τα περιέγραψαν όλα με ακρίβεια, ενώ εκείνος που τους απέστειλε και τους διέταξε να τα πουν αυτά δεν τα ξέρει; Και ποιος άνθρωπος που έχει μυαλό θα μπορούσε να τα ισχυρισθεί αυτά; Βλέπεις πως δεν πρέπει να προσέχουμε απλά μόνο τις λέξεις; Γιατί δεν προκαλεί αυτό μόνο απορία, αλλά και το επόμενο δημιουργεί μεγαλύτερη απορία. Τί  δηλαδή λέγει; «Πατέρα, αν είναι δυνατό, ας αποφύγω το ποτήρι αυτό». Γιατί εδώ δεν θα βρεθεί να αγνοεί μόνο, αλλά και να θέλει να αποφεύγει το σταυρό. Αυτό δηλαδή που λέγει σημαίνει το εξής· αν επιτρέπεται ας μη σταυρωθώ και ας μη θανατωθώ. Αν και τον Πέτρο, τον κορυφαίο από τους αποστόλους, όταν του είπε αυτό, ότι δηλαδή «ας σε λυπηθεί ο Θεός, Κύριε, ώστε να μη σου συμβεί αυτό», τον επιτίμησε πάρα πολύ, ώστε να του πει, «πήγαινε πίσω μου, σατανά, μου είσαι εμπόδιο, γιατί δεν σκέπτεσαι όπως θέλει ο Θεός, αλλά όπως θέλουν οι άνθρωποι», παρ’ όλο βέβαια που πριν από λίγο τον μακάρισε. 

Αλλ΄ούτως αυτώ άτοπον εδόκει είναι το μη σταυρωθήναι, ως εκείνον τον παρά του Πατρός την αποκάλυψιν δεξάμενον, τον μακαρισθέντα, τον λαβόντα τας κλεις των ουρανών, σατανάν κάλεσαι και σκάνδαλον, και αιτιάσθαι, ως μη φρονούντα τα του Θεού, επειδή ειπείν αυτώ, «ίλεως σοι, Κύριε, ου μη έσται σοι τούτο», το σταυρωθήναι. Ο τοίνυν τον μαθητήν ούτως υβρίσας, και τοσαύτη κατ΄αυτού χρησάμενος τη καταφορά ως και σατανάν αυτόν καλέσαι μετά τοσαύτα εγκώμια, επειδή έλεγε, μη σταυρωθής, πως αυτός εβούλετο μη σταυρωθήναι; Πως δε μετά ταύτα του καλού ποιμένος υπογράφων την εικόνα, τούτο έφησε μάλιστα δείγμα είναι της αρετής αυτού, το σφάττεσθαι υπέρ των προβάτων, ούτω λέγων· «εγώ ειμι ο ποιμήν ο καλός· ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». Και ουδέ μέχρι τούτου έστη, αλλά και επήγαγεν· «ο δε μισθωτός, και ουκ ων ποιμήν, θεωρεί τον λύκον ερχόμενον, και αφίησι τα πρόβατα, και φεύγει».

Το να μη σταυρωθεί λοιπόν του φαινόταν πως είναι τόσο παράλογο, ώστε, εκείνον που δέχθηκε την αποκάλυψη από τον Πατέρα, που μακαρίσθηκε , που έλαβε τα κλειδιά των ουρανών, να τον ονομάσει «σατανά» και «εμπόδιο», και να τον κατηγορήσει ότι δεν σκέπτεται όπως θέλει ο Θεός, επειδή του είπε, «ας σε λυπηθεί ο Θεός, Κύριε, ώστε να τον ονομάσει «σατανά» ύστερα από τόσα εγκώμια, επειδή  του είπε, ‘να μη σταυρωθείς’, πως αυτός ήθελε να μη σταυρωθεί; Και πώς ύστερα απ’ αυτά, όταν περιέγραφε την εικόνα του καλού ποιμένα, είπε ότι αυτό προ πάντων είναι δείγμα της αρετής του, το να θυσιάζεται για χάρη των προβάτων, λέγοντας, «εγώ είμαι ο καλός ποιμένας· ο καλός ποιμένας θυσιάζει τη ζωή του για χάρη των προβάτων»; Και δεν σταμάτησε μέχρις εδώ, αλλά και πρόσθεσε· «ο μισθωτός, που δεν είναι ποιμένας, βλέπει το λύκο να έρχεται και αφήνει τα πρόβατα και φεύγει». 

Ει τοίνυν του καλού ποιμένος το σφάττεσθαι, του δε μισθωτού το μη βούλεσθαι τούτο υπομένειν, πως αυτός λέγων είναι ποιμήν καλός, παρακαλεί μη σφαγιασθήναι; πως δε έλεγεν, «εγώ τίθημι την ψυχήν μου απ’ εμαυτού»; Ει γαρ από σαυτού τίθης, πως έτερον παρακαλείς, ίνα μη θης; Πώς δε αυτόν ο Παύλος θαυμάζει ταύτης ένεκα της προφάσεως, ούτω λέγων· «ος εν μορφή Θεού υπάρχων, ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλά εμαυτόν εκένωσε, μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος, εαυτόν εταπείνωσε, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού». Αυτός δε πάλιν ούτω πώς φησί· «δια τούτο με αγαπά ο Πατήρ, ότι εγώ την ψυχήν μου τίθημι, ίνα πάλιν λάβω αυτήν». Ει γαρ ου βούλεται, αλλά παραιτείται και παρακαλεί τον Πατέρα, πως δια τούτο αγαπάται; Η γαρ αγάπη των κατά γνώμην εστί. Πώς δε φησι πάλιν ο Παύλος, «αγαπάτε αλλήλους, καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς, και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ υμών»;  Αυτός δε πάλιν ο Χριστός μέλλων σταυρούσθαι έλεγε· «Πάτερ, ελήλυθεν η ώρα· δόξασον σου τον Υιόν», δόξαν τον σταυρόν καλών· και πως ενταύθα μεν παραιτείται, εκεί δε και κατεπείγει;

Αν λοιπόν γνώρισμα του καλού ποιμένα είναι το να θυσιάζεται και του μισθωτού το να μη θέλει να υπομένει αυτό, πώς αυτός, λέγοντας ότι είναι καλός ποιμένας, παρακαλεί να μη θυσιασθεί; Και πώς έλεγε, «εγώ από μόνος μου θυσιάζω τη ζωή μου»; Αν λοιπόν από μόνος σου τη θυσιάζεις, πως παρακαλείς άλλον για να μη τη θυσιάσεις; Και πώς ο Παύλος τον θαυμάζει εξ αιτίας αυτής της αφορμής, λέγοντας, «αυτός που, αν και ήταν Θεός, δε θεώρησε την ισότητά του με το Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά άδειασε τον εαυτό του, και πήρε τη μορφή δούλου  και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους και βρέθηκε κατά το σχήμα σαν άνθρωπος και ταπείνωσε τον εαυτό του και έγινε υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού»; Και ο ίδιος πάλι λέγει κάπως έτσι· «γι’ αυτό με αγαπάει ο Πατέρας μου, γιατί εγώ θυσιάζω τη ζωή μου, ώστε να την ξαναπάρω». Αν λοιπόν δε θέλει, αλλ’ αποφεύγει και παρακαλεί τον Πατέρα, πώς γι’ αυτό αγαπιέται; Γιατί η αγάπη δείχνεται απ’ αυτά που υπάρχουν στη διάθεση του καθενός. Και πως λέγει πάλι ο Παύλος, «να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως και ο Χριστός μας αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό του για χάρη μας»; Και ο ίδιος πάλι ο Χριστός, όταν επρόκειτο να σταυρωθεί, έλεγε, «Πατέρα, έφθασε η ώρα· δόξασε τον Υιό σου», ονομάζοντας δόξα το σταυρό. Και πώς εδώ αποφεύγει, ενώ εκεί βιάζεται;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ

ΟΜΙΛΙΕΣ
ΗΘΙΚΕΣ-ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΚΕΙΜΕΝΟ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΣΧΟΛΙΑ
Από τον
ΣΠΥΡΟ ΜΟΥΣΤΑΚΑ
Θεολόγο-Φιλόλογο

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Επόπτης 

Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου

Επιμελητής

Ελευθέριος Γ. Μαρετάκης, Θεολόγος

ΕΠΕ

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1986

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ https://katanixi.gr/