Ἄρθρο τοῦ Ἐλευθερίου Κρητικοῦ, θεολόγου
ἀποκλειστικά γιά τήν katanixi.gr

“…σκέψεις – κριτήρια, πού θά βοηθήσουν στήν ὄρθή ἀντίληψη τῶν πραγμάτων”

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Ἀφορμή γιά τή συγγραφή τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἄρθρου πήραμε ἀπό τήν πρόσφατη ἐπικαιρότητα καί ἰδιαιτέρως κάποιες ἀνορθόδοξες δηλώσεις καί πράξεις ἱεραρχῶν, ἀφορῶσες τήν ὁμοφυλοφιλία ἤ γενικῶς τή λεγόμενη «ἑτερότητα».

Σέ αὐτό τό ἄρθρο θά γίνει προσπάθεια νά ἐξετασθεῖ ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς κατά πόσο εἶναι δυνατόν νά γίνει ἀποδεκτή ἡ ἑτερότητα, μέ τήν κοσμική ἔννοια τῆς διαφορετικότητας, ἀπό τήν Ἐκκλησία. Βεβαίως, σκοπός μας δέν εἶναι νά ἀναλύσουμε τό συγκεκριμένο θέμα σέ ὅλο του τό εὖρος καί νά τό ἐξαντλήσουμε, ἀλλά νά παραθέσουμε μόνο ὁρισμένες σκέψεις – κριτήρια, πού θά βοηθήσουν στήν ὄρθή ἀντίληψη τῶν πραγμάτων.

Συχνά στήν ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία καί πολλάκις σέ πατερικά κείμενα συναντᾶται ὁ ὅρος «ἑτερότητα», δηλώνοντας ἄλλοτε τήν ὀντολογική διάκριση θεότητας καί κτίσεως καί ἄλλοτε τή διάκριση τῶν ὑποστάσεων. Στήν κατά τά τελευταῖα χρόνια φανεῖσα θεολογία τοῦ προσώπου γίνεται καί σέ αὐτήν ἔντονος λόγος γιά τήν ἑτερότητα, μέ τήν κοσμική ὅμως ἔννοια τῆς λέξεως, πού δηλώνει τή διαφορετικότητα. Ὁ σκοπός πού ἐξυπητερεῖ ἡ ἐμφάνισή της εἶναι ἡ προσπάθεια αἰτιολόγησης τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί ἐπίτευξης τοῦ στόχου τῆς παγκοσμιοποιήσεως πρός μιά ὁμοειδῆ κοινωνία. Ἔτσι συχνά συνοδεύεται τό κήρυγμα περί ἑτερότητας ἀπό τήν ἀνοχή ἤ καλύτερα τήν ἀποδοχή τοῦ διαφορετικοῦ, τό ἄνοιγμα πρός τό ἕτερο, τό σεβασμό πρός αὐτό καί τήν ὑιοθέτησή του. Τό ἕτερο βέβαια στά μοντέρνα κηρύγματα δέν νοεῖται ὡς ἡ ἑτερότητα τῶν ὄντων ἤ τῶν ἐπί μέρους ὑποστάσεων, πού στήν προκειμένη περίπτωση ὡς συστατικό στοιχεῖο τῆς ἑνότητάς τους διαθέτουν τή μία δημιουργική ἀρχή, ὅσον ἀφορᾶ στήν κτιστή πραγματικότητα, ἀλλά ὡς ἕτερο κατανοεῖται κάθε τι ξένο πρός τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία καί τήν ἁγιοπνευματική ζωή. Τοιουτοτρόπως, ἕτερο δύναται νά εἶναι ἡ αἵρεση ἤ τό παρά φύσιν, πράγματα τά ὁποῖα προωθοῦνται ποικιλοτρόπως στίς ἡμέρες μας.

Γεννᾶται, ὡστόσο, τό ἐρώτημα, ἐάν αὐτή ἡ θεωρία καί ἡ ἀποδοχή τῆς ἑτερότητας μποροῦν νά γίνουν ἀποδεκτά ἀπό τήν πατερική θεολογία. Ἡ ἀπάντηση δέν θά δυσκόλευε ἕναν χριστιανό καί φυσικά αὐτή θά ἦταν ἀρνητική, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν δύο τινά: τό γνωμικό θέλημα καί τό σκοπό ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπί τή βάσει αὐτῶν τῶν δύο δυνάμεθα νά ὑποστηρίξουμε ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἡ ἀποδοχή τῆς ἑτερότητας καί ἡ θεολογία τοῦ προσώπου μέ ὅλα τά συμπαρομαρτοῦντα αὐτῆς δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ διατήρηση τοῦ γνωμικοῦ θελήματος καί ἡ ἄρνηση τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν κατά τό πρότυπο τῆς τριαδικῆς ἑνότητας.  

Εἰδικώτερα, ἡ ἑτερότητα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ γνώμη, τό γνωμικό θέλημα, αὐτό δηλαδή πού ἐκφράζεται μέ τήν ἁπλή ἔκφραση πού λέμε ὅλοι μας: «κατά τή γνώμη μου». Ἡ γνώμη στασιάζει ἔναντι τῆς φύσης καί, ὅταν κυριαρχήσουν οἱ γνωμικές ἑτερότητες, τότε τό ὄν παρεκκλίνει ἀπό τή φυσική φορά πού εἶναι νά προκόψει στήν ὁμοίωση μέ τό Θεό. Τό γνωμικό θέλημα δηλώνει τή διαφοροποίηση τοῦ θελήματος ἀπό τήν καθολική βούληση καί τό ἕνα θέλημα, πού εἶναι ἡ μία βούληση καί τό ἕνα θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στή γνώμη ἄλλωστε ἀποδίδεται καί ἡ αἰτία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ἄρα, γίνεται κατανοητό ὅτι ἡ ἑτερότητα, ἡ διαφοροποίηση ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀδυνατεῖ νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στήν κατά χάρη θέωση.

Ἐντός τῆς Ἐκκλησίας τό γνωμικό θέλημα διά τῆς ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ δύναται νά θεραπευθεῖ. Κατά τρόπο ἐνεργειακό-μυστηριακό ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν, κατά μίμηση τῆς ἑνότητας τῆς ἁγίας Τριάδας. Ἡ ἑνότητα αὐτή συνίσταται στό ἕνα θέλημα, στήν κατάργηση τῶν πολλῶν θελημάτων, ἀκριβῶς μέ τήν ἔννοια πού λέμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἕνα θέλημα. Τό ἅγιο Πνεῦμα λειτουργεῖ στά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ -στά συντονισμένα μέ αὐτό- καί αὐτό εἶναι πού τά ἑνοποιεῖ. Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀναμορφώνεται καί κυριαρχεῖ ἀνάμεσα στό Θεό καί τόν ἄνθρωπο μιά βούληση καί κίνηση[1].

Ἐπιπροσθέτως, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, μέ βάση τήν ἀσκητική γραμματεία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἀγαπάει τό ὅμοιο, τό κατ’ εἰκόνα τοῦ Κυρίου, καί ὄχι τό ἕτερο. Τό ὅμοιο βλέπουν καί οἱ Πατέρες μας στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου, δηλαδή τό κατ’ εἰκόνα, καί κατ’ αὐτούς στό πρός ὁμοίωση ὀφείλει νά προσανατολίζεται ἕκαστος καί ὄχι στό ἕτερο.

Κατά ταῦτα γίνεται φανερό ὅτι ἡ ἑτερότητα, ταυτιζομένη μέ τό γνωμικό θέλημα, ἀδυνατεῖ νά γίνει ἀποδεκτή ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἀντιθέτως, ἀποτέλεσμα τῆς ἐντάξεως τῶν ἀνθρώπων στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἡ συμφωνία γνώμης καί τό ἑνιαῖο φρόνημα ὡς ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ σώματος. Ἡ ἑνότητα αὐτή, κατά μίμηση τῆς τριαδικῆς ἑνότητας, ζητεῖται στήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Κάθε κήρυγμα περί ἀποδοχῆς τῆς ἑτερότητας ὀφείλει νά ἀντικατασταθεῖ μέ κήρυγμα μετανοίας, μιά καί δι’ αὐτῆς ἐπαναποκτᾶται ὁ σύνδεσμος μέ τό Θεό, ὅταν ἡ συμπεριφορά μας δηλώνει ἔκπτωση ἀπό τήν ἁγιοπνευματική κοινωνία καί ἐγωκεντρικό φρόνημα.


  • [1]. Παραθέτουμε σχετική χρήση ἀπό ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: «…ἐπειδὴ αὐτὸν ἐξ ἑαυτοῦ, ὡς ἔστι γνῶναι τὸν Θεὸν ἡ κτίσις οὐ δύναται. Οὔτε γὰρ οἷόν τε ἦν κατὰ τὸ εἰκὸς πρὸς τὸν ἁπλοῦν τε καὶ ταυτὸν συναχθῆναι, τὸν μὴ ταυτὸν ἑαυτῷ γενόμενον καὶ ἁπλοῦν, ἀλλ’ ἔτι πολλοῖς κατὰ τὴν γνώμην πρὸς τὴν φύσιν διαιρούμενον μέρεσι, εἰ μὴ πρότερον διὰ φιλανθρωπίας τῇ φύσει τὴν γνώμην συνάψας, ἕνα ἐπ’ ἀμφοῖν λόγον εἰρηνικόν τε καὶ ἀστασίαστον, καὶ πρὸς οὐδὲν οὐδαμῶς ἄλλο προηγουμένως τῶν μετὰ Θεὸν κινούμενον ἔδειξε· καθ’ ὃν ἄτμητος καὶ ἀδιαίρετος μένει ἡ φύσις ἐν τοῖς τοῦτο λαβοῦσι τὸ χάρισμα· ταῖς τῶν πολλῶν γνωμικαῖς ἑτερότησιν οὐ συνδιατεμνομένη. Οὐκέτι γὰρ πρὸς τόνδε καὶ τόνδε ἄλλοι καὶ ἄλλοι γινόμενοι τὴν φύσιν μερίζουσιν, ἀλλ’ οἱ αὐτοὶ πρὸς τοὺς αὐτοὺς διαμένουσι, μὴ σκοποῦντες τὸ ἐφ’ ἑκάστῳ κατὰ τὴν γνώμην ἴδιον, καθὸ μεμέρισται τὰ μεμερισμένα, ἀλλὰ τὸ ἐν πᾶσι κατὰ τὴν φύσιν κοινὸν καὶ ἀμέριστον, καθὸ τὰ μεμερισμένα συνάγεται Ἔργον γὰρ τῆς ἀγάπης τελειότατον, καὶ τῆς κατ’ αὐτὴν ἐνεργείας πέρας, δι’ ἀντιδόσεως σχετικῆς τῶν κατ’ αὐτὴν συνημμένων ἀλλήλοις ἐμπρέπειν τὰ ἰδιώματα παρασκευάζειν, καὶ τὰς κλήσεις· καὶ Θεὸν μὲν τὸν ἄνθρωπον ποιεῖν, ἄνθρωπον δὲ τὸν Θεὸν χρηματίζειν καὶ φαίνεσθαι, διὰ τὴν μίαν καὶ ἀπαράλλακτον ἀμφοτέρων κατὰ τὸ θέλημα βούλησίν τε καὶ κίνησιν, ὡς ἐπί τε τοῦ Ἀβραάμ, καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων εὑρίσκομεν» (Πρὸς Ἰωάννην κουβικουλάριον, PG 91 400D-401B).

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Δείτε σχετικά:
Η διακοπή κοινωνίας των ορθοδόξων με τους αιρετίζοντες κληρικούς και η διασφάλιση της εκκλησιαστικής ενότητας
Ζήλος και ζηλωτισμός επί τη βάσει της εκκλησιαστικής παραδόσεως
Προσφορά της θείας κοινωνίας εκτός της θείας λειτουργίας. Η εγκύκλιος του αρχιεπισκόπου Καναδά