Γράφει η θεολόγος Αργυρή Νάκου
αποκλειστικά για την katanixi.gr

“Ένας τέτοιος διδάσκαλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι ο Μέγας Βασίλειος, ο κανόνας της πίστεως, ένας από τους στρατηγούς στον στρατό του Χριστού, στην πρώτη γραμμή εναντίον των εχθρών του Θεού, των αιρετικών…”

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πατέρες της Εκκλησίας

Ο όρος Πατήρ είναι ο τριαδικός Θεός, ο δημιουργός του σύμπαντος, που ο ίδιος Ιησούς Χριστός και Θεός ημών επέτρεψε να τον αποκαλούμε Πατέρα μας, στη Κυριακή προσευχή. Πατέρα αποκαλούμε επίσης τον φυσικό μας γεννήτορα, στον οποίο οφείλουμε την βιολογική μας ύπαρξη, όπως πατέρα αποκαλούμε και τον κληρικό ή μοναχό, στον οποίο οφείλουμε την πνευματική μας οντότητα, την διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας. Πατέρες της Εκκλησίας όμως είναι οι κληρικοί που με τη διδασκαλία, τα συγγράμματα και τη ζωή τους εξέφρασαν και πραγματοποίησαν, κατά το ανθρωπίνως δυνατό, τον υψηλό στόχο του χριστιανισμού για τον άνθρωπο, που είναι η θέωση του ανθρώπου, το ανέβασμα στο χώρο του Θεού, το ανέβασμα στο όρος όπου συνάντησαν τον Θεό, όπως άλλοτε ο Μωυσής στο Σινά. Ένας εκ των σπουδαιοτέρων Πατέρων της Εκκλησίας είναι ο Μέγας Βασίλειος.

Η σπουδαιότητα των Πατέρων

Οι Πατέρες, οι σοφοί, άγιοι, ορθόδοξοι, διδάσκαλοι και συγγραφείς δεν είναι υπόθεση μόνον του παρελθόντος. Αυτό το εργαστήρι που λέγεται ορθόδοξη Εκκλησία είναι το μόνο εργαστήρι που παράγει συνεχώς αγίους και πατέρες. Δεν είναι πατέρες ο Άγιος Κοσμάς, ο Αιτωλός; Ο Άγιος Νεκτάριος, ο Άγιος Αρσένιος, Παΐσιος, Πορφύριος, Γεώργιος Καρσλίδης…. και τόσοι άλλοι νεώτεροι άγιοι…;

Πρέπει να ξέρουμε όμως εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί ότι η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) δεν είναι η αποκλειστική πηγή της πίστεως μας, όπως πιστεύουν οι Διαμαρτυρόμενοι, κοινώς Προτεστάντες· δεχόμαστε ως πηγή πίστεως μαζί με την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, “των Αποστόλων το κήρυγμα και των Πατέρων τα δόγματα” όπως ψάλλει η Εκκλησία, κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Ιερά Παράδοση

Η δεύτερη πηγή της πίστεως του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, όπως είπαμε, είναι η Ιερή Παράδοση, προφορική και γραπτή. Προφορική είναι ό, τι ιερό γύρω από την πίστη μας διαδόθηκε μέχρι την ημερών μας, από στόμα σε στόμα· παραδείγματος χάριν γράφει ο Άγιος Δαμασκηνός, ότι το να κάνουμε τον σταυρό μας δεν είναι γραμμένο κάπου, σαν εντολή δηλαδή, είναι για τους ορθοδόξους προφορική παράδοση· το να είναι το Ιερό βήμα των ναών, με την κόγχη, στραμμένο προς την ανατολή, επίσης ο Άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός μας εξηγεί ότι γίνεται διότι ο Χριστός- διαδόθηκε από στόμα σε στόμα- όταν σταυρώθηκε ήταν στραμμένος προς την δύση, επομένως οι βλέποντες τότε αυτόν ήταν στραμμένοι προς την ανατολή, πράγμα που σημαίνει ότι στην Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου οι κρινόμενοι άνθρωποι θα είναι στραμμένοι πάλι προς την ανατολή. Γι’ αυτό και ο ιερέας όταν λειτουργεί είναι στραμμένος προς της ανατολή, προς τον Κύριο δηλαδή, και όχι προς τον λαό όπως δυστυχώς γίνεται με τους παπικούς, οι οποίοι παίρνουν τη θέση του Χριστού και λειτουργούν κατά πρόσωπο με τον λαό. Μόνο στο κήρυγμα είναι στραμμένος προς τον λαό, διότι αυτό είναι παρένθεση εκτός μυστηρίου για να ερμηνεύσει, να βοηθήσει να γίνει κατανοητό το βαθύτερο νόημα του Ευαγγελίου.

Γραπτή Ιερά Παράδοση είναι οι αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων, εννέα τον αριθμό, και όχι μόνον επτά, όπως είθισται να λέγεται μετά από την απόσχιση της παπικής ομολογίας το 1054 μ.Χ.

Όταν λέμε αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων εννοούμε τους κανόνες για ζητήματα διοικητικά και τους όρους για θέματα πίστεως, τα οποία ονομάζουμε δόγματα, δηλ. πρόκειται για την επιστημονική έκφραση των αρχών της ορθοδόξου πίστεως· λόγου χάριν το “Πιστεύω” είναι συνοπτική έκφραση της πίστεως μας και αποτελείται από 12 άρθρα. Τα 7 πρώτα συντάχθηκαν στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο το 325 στην Νίκαια της Μ. Ασίας και τα 5 στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 431 μ.Χ. Επίσης όταν λέμε γραπτή Ιερά Παράδοση εννοούμε και τα έργα των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας, των οικουμενικών διδασκάλων, στα οποία έργα διδασκόμαστε τί είναι ορθόδοξος πίστη και τί αιρετικοί, οι οποίοι διδάσκαλοι, όπως προαναφέραμε, είπαν τα αυτά και δεν λέει ο κάθε ένας, βασιζόμενος στη λογική του χωρίς τη χάρη του Θεού, ό, τι “κοινώς του καπνίσει”.

Ένας τέτοιος διδάσκαλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι ο Μέγας Βασίλειος, ο κανόνας της πίστεως, ένας από τους στρατηγούς στον στρατό του Χριστού, στην πρώτη γραμμή εναντίον των εχθρών του Θεού, των αιρετικών, οι οποίοι δυστυχώς, πλανεμένοι οι ίδιοι, πλανούν όσους θέλουν να πλανώνται, σίγουροι για την πλάνη τους.

Μέγας Βασίλειος

Μία από τις μεγαλύτερες μορφές της Εκκλησίας, τόσο από άποψη χαρακτήρος, όσο και εξ’ απόψεως μόρφωσης, είναι η του μεγάλου Βασιλείου. Ήδη από τους συγχρόνους του ακόμη έχαιρε σεβασμού, οι οποίοι τον είχαν ονομάσει μέγα, και δικαίως, διότι ήταν μέγας ως άνθρωπος, ως ιεράρχης και ως συγγραφέας.

Ο Δ’ αιώνας μ. Χ. θεωρείται χρυσός αιώνας της Εκκλησίας, όπως ο Ε’ αιώνας π. Χ. της αρχαίας εποχής, χάριν μιας πλειάδος από εξόχους θεολόγους, ανάμεσα στους οποίους κατατάσσεται και ο Μ. Βασίλειος, οι οποίοι συνετέλεσαν στην νίκη της ορθοδοξίας εναντίον των Αρειανών¹ και των πνευματομάχων¹.

Ο Μέγας Βασίλειος καταγόταν από ευγενή οικογένεια, η οποία πρόσφερε πολλές υπηρεσίες στην Εκκλησία. Ο πατέρας του, ονόματι Βασίλειος και αυτός, ήταν ρήτορας και καθηγητής στην Νεοκαισάρεια του Πόντου. Η μητέρα του, Εμμέλεια, ήταν κόρη μάρτυρα. Γεννήθηκε στην Νεοκαισάρεια του Πόντου το 330. Από παιδί ακόμη ήταν ασθενικής κράσης. Με τις φροντίδες της μητέρας του και της γιαγιάς του, Μακρίνας, πήρε εξαιρετική ανατροφή· αυτό φαίνεται από τον εξαίρετο χαρακτήρα που είχαν όλα τα παιδιά αυτής της οικογένειας.

Η Μακρίνα (η νεώτερη) ήταν η μεγαλύτερη, έγινε μοναχή μαζί με τη μητέρα της στον Πόντο, ο Νευκράτιος πέθανε στην ηλικία των 27 ετών ψαρεύοντας στον Ίρι ποταμό για να θρέφει τους φτωχούς, ο Γρηγόριος έγινε επίσκοπος Νύσσης, και ο Πέτρος επίσκοπος Σεβάστειας.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο οικογενειακό του περιβάλλον. Ο πατέρας του ανέλαβε τη μόρφωσή του μέχρι τον θάνατό του· ήταν τότε ο Μέγας Βασίλειος 15 ετών.

Στη συνέχεια πήγε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας όπου γνωρίστηκε με τον Γρηγόριο από την Αριανζό, τον μετέπειτα Θεολόγο² όπως επαξίως κέρδισε τον τίτλο, και τον Ιουλιανό τον παραβάτη, όπως θα δούμε στην πορείας της ζωής του.

Μετέπειτα τον βρίσκουμε στην Κωνσταντινούπολη, τη νέα τότε πρωτεύουσα του κράτους, να παρακολουθεί μαθήματα στον διάσημο καθηγητή της ρητορικής Λιβάνιο. Σύμφωνα δε με την συνήθεια της εποχής εκείνης θέλησε και ο Βασίλειος να ακούσει κατά το δυνατόν περισσότερους διδασκάλους σε διάφορες πόλεις με τελευταία την πόλη των Αθηνών, το κέντρο της ρητορικής, όπου δίδασκαν οι σοφιστές Ιμέριος, Προαιρέσιος και άλλοι, και όπου σπούδαζαν φοιτητές από παντού, ανάμεσα στους οποίους και ο μετέπειτα αυτοκράτορας Ιουλιανός ο παραβάτης.

Στο πανεπιστήμιο των Αθηνών είχε πάει πιο μπροστά ο ήδη γνωστός του Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός, με τον οποίο ο Βασίλειος συνδέθηκε με πολύ στενή φιλία, την οποία περιγράφει ο Γρηγόριος πολύ παραστατικά σε έναν λόγο του αναφερόμενος στον φίλο του, και σαν παλαιότερος φοιτητής ο Γρηγόριος προστάτεψε τον Βασίλειο από τα “καψόνια”, που υπέβαλαν τότε οι παλαιοί φοιτητές στους νεώτερους. Έκτοτε οι δύο νέοι δεν αποχωρίσθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών τους στην Αθήνα. Έμεναν στο ίδιο σπίτι, έτρωγαν μαζί και είχαν κοινά ιδεώδη · σχεδόν είχαν μία ψυχή σε δυο σώματα. «Τα πάντα μεν δή κοινά και μία ψυχή δυοίν δέουσαι σωμάτων διάστασιν.»

Στο πανεπιστήμιο Αθηνών η μόρφωση ήταν μάλλον εγκυκλοπαιδική παρά ειδική. Διδάσκονταν κυρίως η φιλολογία, ρητορική και φιλοσοφία. Στον κλάδο της ρητορικής διδάσκονταν η εκμάθηση των κανόνων για τη σύνταξη πανηγυρικών λόγων, δικανικών και την διδασκαλία των νόμων. Η φιλοσοφία περιελάμβανε πρώτα την πράξη, δηλαδή ηθική, δεύτερον τη φύση, δηλ. αστρονομία, γεωμετρία, αριθμητική και γεωγραφία και τέλος την μεταφυσική ή θεολογία. Ο Μ. Βασίλειος παρακολούθησε και τους τρεις αυτούς κλάδους της επιστήμης και χάριν της υγείας του (υπέβοσκε μία ασθένεια των νεφρών από ανέκαθεν) πήρε και ορισμένες γνώσεις ιατρικής.

Οι φοιτητές των Αθηνών τότε, όπως και πάντοτε, ενδιαφερόταν και για άλλα πράγματα εκτός απ’ τα μαθήματά τους, ίσως περισσότερο γι’ αυτά, δηλ. θέατρα, γιορτές και πανηγύρια και τα συμπόσια με τις ωραίες τραπεζοκόμους, όπως χαρακτηριστικά διηγείται ο Γρηγόριος, και μάλιστα κατά την διάρκεια των παραδόσεων, επειδή έπλητταν, συνεννοούντο για το τι θα κάνουν το υπόλοιπο της ημέρας μετά τις παραδόσεις. Οι καθηγητές κατέβαλλαν πολλές προσπάθειες για να τραβήξουν την προσοχή τους στην παράδοση των μαθημάτων.

Οι δυο φίλοι όμως από την Καππαδοκία ελαφρές μόνον παραχωρήσεις έκαναν σε αθώες διασκεδάσεις μη ακολουθώντας το σύνολο. Σιγά σιγά σχηματίσθηκε μια “παρέα”, όπως θα λέγαμε σήμερα, γύρω από τους δύο συνετούς φίλους, τους οποίους θαύμαζαν και ακολουθούσαν και άλλοι φοιτητές, με συνέπεια να σχηματισθεί ο πρώτος στην ιστορία χριστιανικός σύλλογος.

Οι δύο φίλοι δύο μόνον δρόμους γνώριζαν· αυτόν που οδηγεί στην σχολή και τον άλλο που οδηγούσε στον χριστιανικό ναό, παρ’ όλο ότι δεν είχαν ακόμα βαπτισθεί. Όταν τελείωσαν οι σπουδές τους, ο Μ. Βασίλειος αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του, ενώ ο Γρηγόριος παρέμεινε ακόμα ένα -δύο χρόνια καθ’ όσον ο φοιτητικός σύλλογος που είχαν οργανώσει οι δύο φίλοι τον κράτησαν στην Αθήνα και του παραχώρησαν καθηγητική έδρα, σύμφωνα με τη δικαιοδοσία που είχαν τότε οι φοιτητές.

Στην Καισάρεια ο Μέγας Βασίλειος εξάσκησε το επάγγελμα του ρητοδιδασκάλου, κάτι δηλαδή σαν τον τωρινό δικηγόρο, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία, ώστε οι συμπατριώτες του επιχείρησαν να τον καλέσουν στην Νεοκαισάρεια και μάλιστα αντί αδράς αμοιβής, χωρίς βέβαια να τον πείσουν. Η νέα όμως αναστροφή στο συγγενικό του περιβάλλον έφερε στην μνήμη του την παιδική του ηλικία και την άγια μορφή της γιαγιάς του Μακρίνας, με συνέπεια να ελκυσθεί από τα χριστιανικά βιβλία και να διακρίνει σ’ αυτά ένα άλλο φως, πολύ διαφορετικό από το φως των αρχαιοελληνικών που είχε σπουδάσει. Αποφάσισε τότε να συνεχίσει τις σπουδές του προς άλλη κατεύθυνση.

Ταξίδευσε στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία για να γνωρίσει από κοντά τον χριστιανισμό και την μοναχική ζωή όπου ήκμαζε σ’ αυτές τις χώρες.

Όταν επέστρεψε στην Καισάρεια χειροτονήθηκε διάκονος και υπηρέτησε στην μητρόπολη της Καππαδοκίας. Ο αρειανισμός είχε καταδικασθεί στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά δυστυχώς συνέχιζε να υπάρχει και να διαιρούνται οι χριστιανοί σε αιρετικούς και παραδοσιακούς. Οπότε όταν ο επίσκοπός του Διάνιος προσχώρησε στους αρειανούς δεν άντεξε, οπότε μοίρασε το μεγαλύτερο μέρος της πατρικής του κληρονομιάς και έφυγε· ήταν όταν τότε 30 χρόνων.

Εγκαταστάθηκε στον Πόντο, σε ένα οικογενειακό κτήμα κοντά στον Ίρι ποταμό, κατάφυτο. Σε κοντινό δε σημείο υπήρχε και η γυναικεία Μονή που ίδρυσε η αδελφή του, Μακρίνα, μαζί με την μητέρα τους, Εμμέλεια. Εκεί τον βρήκε και ο φίλος του Γρηγόριος, ο οποίος είχε φύγει απ’ την Αθήνα μη μπορώντας ν’ αντέξει τον χωρισμό του πιστού και πραγματικού του φίλου, του Βασιλείου. Και να πάλι μαζί να σπουδάζουν τώρα, όμως σε διαφορετικό αντικείμενο έρευνας, την θεολογία με βάση κυρίως τον Ωριγένη, από τα συγγράμματα του οποίου συνέταξαν την φιλοκαλία και συνεργάσθηκαν για την οργάνωση του μοναχικού βίου.

Μετά από δύο χρόνια , στα 32 δηλ., στην Μητρόπολη Καισαρείας ο αιρετικός επίσκοπος (αρειανός) Διάνιος πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Ευσέβιος, ο οποίος έπεισε τον Βασίλειο να δεχθεί να γίνει ιερέας. Όμως, ο ανθρώπινος φθόνος μπήκε ανάμεσά τους, με συνέπεια να ψυχρανθούν οι σχέσεις τους, γι’ αυτό και ο Βασίλειος έδωσε τόπο στην οργή και έφυγε από τον Πόντο όμως, ο Γρηγόριος, ο πατέρας του Θεολόγου, όπως διηγείται ο ίδιος, τους συμφιλίωσε και επανήλθε ο Βασίλειος.

Έκτοτε συνεργάσθηκαν οι δύο άνδρες κατά των Αρειανών και έγινε ο Βασίλειος για τον Ευσέβιο σύμβουλος αγαθός, με το να του εξηγεί τα θεία, καθηγητής περί του πρακτέου, βακτηρία στα γεράματά του, ώστε να ξεχασθεί η παλαιά τους έχθρα.

Μετά από 5 χρόνια συνεργασίας ο Ευσέβιος πέθανε κι εκλέχθηκε επίσκοπος, παρά τις αντιδράσεις των Αρειανών, ο Βασίλειος.

Το έργο του Μεγάλου Βασιλείου ως επισκόπου

Στην Ορθόδοξη εκκλησία 2 λειτουργίες τελούνταν καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Η του Αγ. Χρυσοστόμου και Αγ. Βασιλείου. Η του Αγ. Χρυσοστόμου τελείται όλες της Κυριακές και γιορτές του χρόνου εκτός από 10 ημέρες κατά τις οποίες τελείται η του. Αγ. Βασιλείου δηλαδή τις πέντε πρώτες Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, την Μ. Πέμπτη, το Μ. Σάββατο, την παραμονή Χριστουγέννων, παραμονή των Φώτων και την ημέρα της γιορτής του Αγ. Βασιλείου.

Ο πρώτος που έγραψε θεία λειτουργία είναι ο Άγιος Ιάκωβος, ο γιος του μνήστωρος Ιωσήφ, ο λεγόμενος και Αδελφόθεος ,στην εβραϊκή γλώσσα, την οποία μεταγλώττισε (απέδωσε) στην ελληνική ο Άγιος Κλήμης, ο μαθητής του Αποστόλου Πέτρου, ο μετέπειτα επίσκοπος Ρώμης.

Επειδή όμως η του Αγ. Ιακώβου ήταν πολύ μακροσκελής και διαρκούσε πολύ χρόνο, με συνέπεια οι χριστιανοί να κουράζονται και να γογγύζουν επειδή έπρεπε να πάνε και στις καθημερινές εργασίες τους, ο Άγ. Βασίλειους αποφάσισε να μικρύνει την χρονική έκταση της Μυσταγωγίας, όμως ήθελε και την έγκριση του Θεού για το εγχείρημα αυτό. Για πολλές μέρες με νηστεία και προσευχή ζητούσε να του απαντήσει ο Θεός και ο Θεός απάντησε μέσα από ένα όραμα που είδε ο Άγιος. Του φάνηκε ότι ήλθε ο Χριστός με τους Αποστόλους και τέλεσε την θεία Μυσταγωγία μαζί τους, όμως δεν έλεγε τις ευχές ο Κύριος όπως είναι γραμμένες στην λειτουργία του Αδελφοθέου Ιακώβου, αλλά παρέλειπε πολλές. Με αυτό το όραμα ο Θεός απάντησε στον Άγ. Βασίλειο και πήρε το θάρρος να γράψει την θεία Λειτουργία όπως είναι σήμερα, πολύ πιο σύντομη δηλ. Αργότερα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την συντόμεψε ακόμη περισσότερο, όπως είναι σήμερα.

Τα συγγράμματα του Μ. Βασιλείου είναι πολλά και σπουδαία, εκτός από την “Φιλοκαλία” που συνέταξε μαζί με τον φίλο του στον Πόντο ,όπως είδαμε, έγραψε κι άλλα ποικίλου, θεολογικού περιεχομένου, όπου φαίνεται η εξαίρετος επιστημονική του συγκρότηση και η κατά Θεόν σοφία ως εκλεκτού τέκνου του Θεού. Τα συγγράμματα αυτά από το περιεχόμενο κατατάσσονται σε Λειτουργικά, Δογματικά, Ερμηνευτικά στην Αγ. Γραφή, Λόγοι σε διάφορες γιορτές Αγίων Μαρτύρων, παιδαγωγικά, ηθικές και πρακτικές ομιλίες, Ασκητικά. Ως κατ’ εξοχήν δε θεμελιωτής του Κοινοβιακού συστήματος, έγραψε 92 Κανόνες και τέλος έγραψε 366 επιστολές σε διαφόρους και για διάφορα ζητήματα, στις οποίες αποκαλύπτεται η πολυμάθεια του και η τελειότητα του ύφους.

Στις ομιλίες του κατάφερνε με παραδείγματα από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη να πείθει τους ανθρώπους και να τους στρέφει από την άγνοια, την αμάθεια, τη σύγχυση, την εμπάθεια στον σωστό δρόμο του Θεού, όπως την εποχή της μεγάλης πείνας όταν ενέσκυψε, εις την επαρχία του και πολλοί πέθαιναν από ασιτία. Κατάφερε τότε να πείσει τους πλουσίους που φύλαγαν το σιτάρι στις αποθήκες τους περιμένοντας να το πουλήσουν σε καιρό κατάλληλο για αυτούς για περισσότερα κέρδη, να γίνουν φιλάνθρωποι από αγριότεροι των θηρίων που ήταν, γιατί όπως τους εξηγούσε, τα θηρία αν και είναι άγρια, λυπούνται τα όμοιά τους.

Με άλλα λόγια μιμήθηκε τον Δεσπότη Χριστό και χρησιμοποίησε μαστίγιο όπως Εκείνος για να τους πείσει: άσκησε δηλ. λεκτική αυστηρότητα στο τέλος για ν’ ανοίξουν τις αποθήκες αλλά και ένιψε τα πόδια των πεινασμένων της Επαρχίας του, όπως και Εκείνος ένιψε τα πόδια των Μαθητών του. Τι έκανε; Ο ίδιος μοίραζε το σιτάρι, μόνος το έβραζε, τα δε στάρια μόνος τα μοίραζε στους φτωχούς και έτσι κατάφερε να θεραπεύσει τη συμφορά εκείνη της πείνας. Πώς να μην τον αποκαλούν Μέγα κι όταν ακόμη ζούσε;

Η φήμη του Αγίου είχε φθάσει σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στην έρημο ζούσε ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος. Όταν άκουσε για τα θαύματα του Αγίου Βασιλείου πήρε μαζί του ένα διερμηνέα που γνώριζε την ελληνική και συριακή γλώσσα και πήγε στην Καισάρεια για να τον γνωρίσει από κοντά. Όταν μπήκε μέσα στον ναό, όπου λειτουργούσε ο Μέγας, ήταν η γιορτή των Φώτων, πληροφορήθηκε τον ερχομό του Οσίου Εφραίμ από το Άγιο Πνεύμα και έστειλε έναν Διάκονο να τον οδηγήσει στο Άγιο Βήμα. Ο Όσιος όμως δεν πείσθηκε και αρνήθηκε να πάει στο Άγιο Βήμα με τη δικαιολογία και απορία πώς ο Μέγας Βασίλειος, αφού είναι ξένος και άγνωστος, πώς τον γνώρισε.

Δεύτερη φορά ο Διάκονος του μετέφερε το κάλεσμα του Αγ. Βασιλείου και φίλησε τα άκρα των ποδιών του, όπως και ο Όσιος Εφραίμ έπραξε το ίδιο και τον παρακάλεσε να μεταφέρει στον Μέγα Βασίλειο την επιθυμία του να πάει εκείνη τη στιγμή το Ιερό Βήμα όπου τον καλούσε ο Αρχιεπίσκοπος, αλλά κατά μόνας να τον συναντήσει στο σκευοφυλάκιο. Πράγματι ,η συνάντηση των δύο Αγίων έγινε στον τόπο όπου ζήτησε ο Εφραίμ όπου και παρακάλεσε, διά του διερμηνέως του, να παρακαλέσει τον Θεό να μάθει να μιλάει την ελληνική γλώσσα. Το αίτημά του έγινε δεκτό και τότε οι δύο Άγιοι στάθηκαν ο ένας κοντά στον άλλο και προσευχήθηκαν μαζί. Μετά από ένα χρονικό διάστημα προσευχής ο Μ. Βασίλειος μεγαλοφώνως είπε «Η χάρις του Αγίου Πνεύματος έστω μετά σου και λάλησον Ελληνιστί». Ο Όσιος Εφραίμ άρχισε ευθύς αμέσως να μιλάει ελληνικά και δεν χρειαζόταν πλέον τον διερμηνέα του.

Στη συνέχεια ο Μέγας. Βασίλειος χειροτόνησε τον Όσιο Εφραίμ Ιερέα και τον διερμηνέα του Διάκονο. Τρεις ημέρες παρέμεινε ο Όσιος Εφραίμ κοντά στον Μ. Βασίλειο και επέστρεψε πάλι στην έρημο απ’ όπου είχε ξεκινήσει για να φθάσει στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.

Σύγκρουση του Μ. Βασιλείου με δύο αυτοκράτορες, τον Αρειανό Ουάλη και τον ειδωλολάτρη Ιουλιανό

Ο αυτοκράτορας Ουάλης, αρειανός ων, είχε ήδη λάβει μέτρα εναντίον άλλων επισκόπων. Ο ύπαρχος των πραιτωριανών, Μόδεστος, εκπροσωπούσε τον αυτοκράτορα και περιόδευε στις επαρχίες για να εξαναγκάζει τους επισκόπους να προσαρμοσθούν προς τον αρειανισμό.

Όταν ήλθε στην Καισάρεια ο Ουάλης για να εξαναγκάσει τον επίσκοπο Βασίλειο, γνωστό τοις πάσι για το ορθόδοξο φρόνημά του ( ότι ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος και όχι απλώς ένας άνθρωπος και επομένως δημιούργημα του Θεού όπως πίστευε), όταν λοιπόν ήλθε ο Μόδεστος στην Καισάρεια ήταν σίγουρος ότι θα αναγκάσει τον Βασίλειο να υποκύψει ή με απειλές ή με υποσχέσεις. Η στάση όμως του Βασιλείου ήταν η στάση ενός μεγάλου, ενός επισκόπου διαφορετικού από τους πολλούς, οι οποία συνήθως υποκύπτουν και προδίδουν την πίστη τους στον Τριαδικό Θεό.

Δεν τον φόβισε η δήμευση διότι δεν είχε τίποτε περισσότερο από ένα τρίχινο ράσο και μερικά βιβλία· ούτε η εξορία, γιατί όλη η γη για εκείνον είναι Του Θεού· ούτε τα βάσανα γιατί το σώμα του, του είπε, είναι τόσο κουρασμένο, ώστε θα συντριβεί με τον πρώτο κτύπημα· ούτε ο θάνατος που θα τον φέρει γρήγορα κοντά στον Θεό· άλλωστε, σχεδόν είχε πεθάνει σωματικά. Και στο τέλος πρόσθεσε στον Μόδεστο να μεταφέρει την απάντησή του και στον Αυτοκράτορα. “Ακουέτω ταύτα και βασιλεύς”.

Ο Μόδεστος έμεινες ενεός, “κοινώς κουφάθηκε” και απάντησε ότι δεν είχε συναντήσει ποτέ έως τότε από επίσκοπο τέτοια λόγια, οπότε ο Βασίλειος παρατήρησε ότι δεν θα είχε συναντήσει ποτέ έως τότε επίσκοπο (ο νοών νοείτω.)

Πάντως βρήκε άλλο μέσο να μειώσει τον Ιεράρχη, παρ’ όλον τον θαυμασμό του γι’ αυτόν και την θεραπεία του άρρωστου παιδιού του από τον ίδιο, δηλαδή χώρισε στα δύο την επαρχία της Καππαδοκίας και δημιούργησε δεύτερη Καππαδοκία με έδρα τα Τύανα. Ο επίσκοπος Τυάνων Άνθιμος άρχισε να δημιουργεί προβλήματα και να εμποδίζει την μεταφορά προϊόντων της μητρόπολης Καισαρείας.

Ο Μέγας Βασίλειος αντέδρασε με τη δημιουργία, σε διάφορες κωμοπόλεις επισκόπων, όπου τοποθέτησε προϊσταμένους ανθρώπους αφοσιωμένους σ’ αυτόν, ούτως ώστε να διατηρήσει μέρος της επαρχίας μακριά απ’ την επιρροή του Ανθίμου και της αιρετικής κυβέρνησης του Ουάλη. Έτσι, στην προσπάθειά του αυτή τοποθέτησε τον αδελφό του Γρηγόριο στη Νύσσα και τον φίλο του Γρηγόριο στα Σάσιμα. Ο Γρηγόριος όμως παρά την αφοσίωσή του σε εκείνον δεν δέχθηκε να αναλάβει την έδρα και αυτό το γεγονός στάθηκε η αιτία να ψυχρανθούν οι δύο φίλοι, ευτυχώς προσωρινά.

– Η σύγκρουση του Μ. Βασιλείου με τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη ή Αποστάτη

Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης υπήρξε ετεροθαλής αδερφός του Μ. Κωνσταντίνου και βαπτισμένος χριστιανός. Γνώριζε πολύ καλά την Γραφή και όχι μόνον, πήγαινε στην Εκκλησία και διακονούσε αυτήν ως αναγνώστης. Είχε άριστη αρχαιοελληνική παιδεία, η οποία όμως τον κέρδισε ή μάλλον τον κυρίευσε γιατί όταν βρέθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο προσπάθησε να επιβάλλει την ειδωλολατρία και να διώξει τους χριστιανούς με πολύ μίσος, τους οποίους αποκαλούσε περιφρονητικά “Ναζωραίους”. Απέκλεισε απ’ το διδασκαλικό έργο στις Σχολές όσους καθηγητές ήταν χριστιανοί και στη συνέχεια απαγόρευσε και τους χριστιανούς μαθητές να παρακολουθούν μαθήματα στις Σχολές. Ήθελε να καταδικάσει τους χριστιανούς σε αμάθεια εκτός κι αν οι μαθητές και καθηγητές των φιλοσοφικών σχολών πίστευαν στον θεό Ήλιο. Και ήταν τότε που οι χριστιανοί αντέδρασαν και άρχισαν να ιδρύουν σχολές, όπως ο Αγ. Βασίλειος, να γράφουν έπη, δράματα και διαλόγους με βιβλικό περιεχόμενο. Στους δύο στηλιτευτικούς λόγους του προς τον Ιουλιανό ο Γρηγόριος ο Θεολόγος εξηγεί ότι όλη αυτή η κίνηση να επαναφέρει τα είδωλα, προέρχεται από φθόνο και μίσος εναντίων του Χριστιανισμού · ήθελε να καταδικάσει τους Χριστιανούς, τους Γαλιλαίους όπως περιφρονητικά τους ονόμαζε, σε απαιδευσία. Με αυτό όμως έδειχνε ότι φοβούνταν την δύναμη της Χριστιανικής θρησκείας, η οποία συνδέονταν με την ελληνική παιδεία.

– Η συνάντηση του Ιουλιανού του παραβάτη με τον Μ. Βασίλειο στην Καισάρεια

Ο Ιουλιανός πίστευε ότι ήταν η ενσάρκωση του Μ. Αλεξάνδρου· όταν εξεστράτευσε εναντίον της Περσίας πέρασε από την Καισάρεια. Ο Μ. Βασίλειος για να τον τιμήσει τον παλιό του συμμαθητή στην Αθήνα τώρα ως βασιλιά, πήρε τον λαό της Καισάρειας και πήγε να τον προϋπαντήσει.

Στην απαίτηση του Ιουλιανού να του προσφέρει δώρα, κατά τα ειωθότα της εποχής, ο Μ. Βασίλειος του πρόσφερε αντί χρυσού και αργύρου, που είχε την απαίτηση ο Ιουλιανός να του προσφέρει, τρία κριθαρένια ψωμιά, από αυτά δηλ. που έτρωγε και ο ίδιος. Ο βασιλιάς οργίσθηκε και διέταξε να ανταμείψουν τον Ιεράρχη για το δώρο που του πρόσφερε, να του δώσουν δηλ. χορτάρι απ’ το λιβάδι. Ετοιμόλογος και ευθύς ο Ιεράρχης τού απάντησε: «Εμείς, βασιλιά μας, σου προσφέραμε, επειδή μας το ζήτησες, από εκείνο που τρώμε και συ έκανες το ίδιο· μας πρόσφερες χόρτο, απ’ αυτό που τρως και ‘συ».

Ο Ιουλιανός οργίσθηκε τότε και απάντησε στον Άγιο: «Δέξου τώρα αυτό το δώρο και όταν επιστρέψω απ’ την Περσία νικητής, τότε, την μεν πόλη σου θα κατακαύσω, το δε μωρό ποίμνιό σου θα αιχμαλωτίσω και ‘συ θα πάρεις την αμοιβή που σου ταιριάζει». Έφυγε για την Περσία γεμάτος από οργή και αισιοδοξία ότι θα νικήσει.

Ο Μ. Βασίλειος γνωρίζοντας «τα έργα και τις ημέρες» του ωργίλου και ειδωλολάτρη Ιουλιανού κάλεσε τον λαό και τους ανήγγειλε τις απειλές του βασιλιά και τους συμβούλεψε να φέρουνε όσα χρήματα έχουν και όταν έρθει ο βασιλιάς από την Περσία να του τα προσφέρουν για να μην εκτελέσει την απειλή του. Πράγματι συγκεντρώθηκε πολύς χρυσός, άργυρος και πολύτιμοι λίθοι και τα τοποθέτησε ο Άγιος στο σκευοφυλάκιο αφού προηγουμένως κατέγραψε ό, τι ο κάθε ένας προσέφερε.

Όμως ο Άγιος κατά το αρχαιοελληνικό ρητό «συν Αθηνά και χείρα κίνει» δεν αρκέσθηκε μόνο στη συγκέντρωση χρημάτων, μαζί με το λαό ανέβηκε στο όρος Δίδυμο (επειδή είχε δύο κορυφές), όπου βρισκόταν ο Ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου και εκεί κλήρος και λαός παρακαλούσαν τον Θεό να αλλάξει την απόφαση του βασιλιά. Τότε ο Άγιος έζησε ένα θαύμα · είδε πλήθος Αγγέλων γύρω από το βουνό και ανάμεσά τους μία γυναίκα πάνω σε θρόνο, η οποία είπε στους Αγγέλους: «Καλέστε τον Μερκούριο να πάει και να φονεύσει τον εχθρό του Υιού μου, Ιουλιανό».

Μετά από αυτή την οπτασία κατέβηκε αμέσως με μερικούς κληρικούς στην πόλη· ήταν εκεί ο Ναός του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου βρισκόταν και το λείψανό του και τα όπλα του, διότι ο Άγιος Μερκούριος μαρτύρησε στην Καισάρεια προ εκατό χρόνων επί Βαλεριανού και Βαλερίου.

Όταν μπήκε ο Άγιος μέσα σε αυτόν τον Ναό και δεν βρήκε το λείψανο και τα όπλα του, ρώτησε τον Σκευοφύλακα τί συνέβη. Εκείνος δήλωσε άγνοια. Τότε κατάλαβε τι σήμαινε το όραμα που είδε κατά τη νύκτα εκείνη· ήταν τότε που σκοτώθηκε ο ασεβέστατος βασιλιάς. Ευθύς αμέσως επέστρεψε στο όρος όπου ήταν συγκεντρωμένοι όλοι και χαρούμενος τους ανακοίνωσε ότι ο Ιουλιανός σκοτώθηκε. Τότε τους πρότεινε να πάνε στην πόλη για να πάρει ο κάθε ένας τα χρήματα που έδωσε. Όμως οι χριστιανοί όλοι με ένα στόμα, με μια φωνή απάντησαν ότι τα χαρίζουν στο Θεό που τους έσωσε τη ζωή τους.

Ο Άγιος παίνεσε την προθυμία τους, όμως τους πρότεινε να πάρουν ο κάθε ένας το 1/3 και τα υπόλοιπα να τα αφιερώσουν προς ενίσχυση των ιδρυμάτων του συγκροτήματος γνωστού με το όνομα “Βασιλειάδα”, όπου διακονούσε και ο ίδιος.

Συγγράμματα του Μ. Βασιλείου

Ο Μ. Βασίλειος διακρίθηκε και ως μέγας συγγραφέας. Η επίδραση της παιδείας που έτυχε είναι ολοφάνερη στα συγγράμματά του.

α) Πρακτικά: Στα έργα αυτά, χωρίς πολεμική τάση, καταδεικνύεται η θετική στάση του χριστιανισμού έναντι του κόσμου.

Στην ομιλία προς τους νέους σε συνάθροιση των χριστιανών σπουδαστών της Καισάρειας , προτρέπει τους νέους να μελετήσουν πρώτα την κλασσική φιλολογία διότι θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν τη Γραφή, όμως να προσέξουν και να πάρουν ό, τι είναι καλό, όπως οι μέλισσες παίρνουν από τα ρόδα την γύρη και να απορρίψουν τα αρνητικά και αιρετικά στοιχεία, όπως την καταπίεση της γυναίκας και των δούλων, τους μύθους περί θεών κ.ά. και να κρατήσουν τα θετικά, όπως έπραξε και ο ίδιος.

β) Τα ασκητικά είναι συλλογή συγγραμμάτων που απαρτίζουν 12 βιβλία με συμβουλές για τον μοναχικό βίο.

Σε μια ομιλία του «Εις το πρόσεχε σεαυτώ» ξεκινάει απ’ το αξίωμα του Σωκράτους “γνώθι σεαυτώ” και προτρέπει τον άνθρωπο να θεωρήσει ως ασήμαντα την φτώχεια, την ασήμαντη καταγωγή του, την αρρώστια. Αν αντιληφθεί την αναξιότητά του θα θεωρήσει ασήμαντα τα αγαθά του κόσμου. Αν προσέχει στον εαυτό του, θα προσέχει στο Θεό. Η ηθική τελείωση είναι κατ’ εξοχήν έργο του ανθρώπου, από τη φύση του επιθυμεί τα καλά. Κυρίως αγαθό είναι ο Θεός· επειδή δε όλοι ποθούν το αγαθό, άρα όλοι ποθούν τον Θεό. Το κακό; Είναι ανύπαρκτο· δεν είναι ον ούτε ουσία, αλλά στέρηση του αγαθού, όπως το σκοτάδι δεν είναι αυθύπαρκτο, είναι η στέρηση του φωτός.

γ) Ερμηνευτικά: Σημαντικό έργο είναι οι εννέα (9) ομιλίες στην εξαήμερο της Γένεσης. Πρόκειται για μια σύνθεση, όπου συμπλέκονται οι επιστημονικές του γνώσεις με τις θεολογικές. Τις ομιλίες αυτές παρακολουθούσε ένα κοινό από εργάτες, τεχνίτες και γυναίκες του λαού, προ της πρωινής τους εργασίας και μετά το πέρας της εργασίας τους κατά την ίδια ημέρα αψηφώντας τον κόπο τους.

Μιλάει για την δημιουργία του κόσμου κι του ανθρώπου σε έξι ημέρες κατά τη διήγηση του πρώτου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, τη Γένεση. Είναι μία σύνθεση γνώσεων από τα έργα του Αιλιανού, του Πλινίου και άλλων φιλοσόφων και γραφικών χωρίων.

γ) Δογματικά: Στα έργα αυτά υπερασπίζεται την ορθοδοξία έναντι των αιρέσεων της εποχής του.

Το τέλος του Αγίου

Οι μεγάλες εκκλησιαστικές και κοινωνικές φροντίδες ήταν δυσβάστακτες για τον ασθενικό επίσκοπο αλλά και κυρίως λόγω της υπερασκητικής ζωής του. Ανέκαθεν υπέβοσκε κάποια αρρώστια στον οργανισμό του, μάλλον των νεφρών.

Όλη η πόλη παρακολουθούσε την έκβαση της υγείας του με πολλή αγωνία και πολλή προσευχή για τον αγαπημένο τους επίσκοπο.

Πέθανε στα τέλη Δεκεμβρίου του 378 με τις τελευταίες λέξεις «εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμα μου». Κηδεύθηκε την πρώτη ημέρα του επομένου έτους. Κατά την κηδεία του από τον συνωστισμό και τη συγκίνηση των συμπολιτών του παρατηρήθηκαν λιποθυμίες και θάνατοι.

Έχαιρε τιμής και σεβασμού εν τη ζωή ακόμη, και τον αποκαλούσαν ήδη Μέγα. Παρατηρήθηκε μάλιστα το φαινόμενο να μιμούνται και τα σωματικά του ελαττώματα.

Παραπομπές

  • Οι Αρειανοί δίδασκαν ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά δημιούργημα του Θεού και οι πνευματομάχοι ότι το Άγιο πνεύμα δεν είναι Θεός.
  • Τον όρο Θεολόγο στην Ορθόδοξη Εκκλησία τον κατέχουν τρεις μόνον Άγιοι. Ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, ο Γρηγόριος ο Νανζιανός και ο Συμεών ο νέος (σε αντιδιαστολή με τον γέροντά του ο οποίος ονομαζόταν και αυτός Συμεών).

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra