Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

“Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ὅσοι πιστεύουν σ᾽ αὐτὸν μὴν κλαῖνε τοὺς νεκροὺς ἀ­παρηγόρητα, μὴ πενθοῦν χω­ρὶς ἐλπίδα”

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr
Ἀναδημοσιεύουμε ἀπό τό Ἰστολόγιο Κατάνυξη

“Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συν­επορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγον­τες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ”.

Κυριακὴ Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 7,11-16)

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο βιβλίο ἀνώτερο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Νὰ μὴν τ᾽ ἀκοῦμε μόνο τὴν Κυ­ριακή· νὰ ὑ­πάρχῃ καὶ στὸ σπίτι, κάθε μέρα ὁ πα­τέρας νὰ διαβάζῃ ἕνα κομμάτι, νὰ τ᾽ ἀκοῦνε ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά. Ὅπου ὑπάρχει τὸ Εὐ­αγγέλιο, ἐκεῖ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ σταθῇ.

* * *

Τὸ εὐαγγέλιο λοιπὸν σήμερα μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ κάτι ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀποφεύγουμε νὰ μιλήσου­με. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὴ γλῶσσα κ᾽ οἱ ἄν­θρωποι μι­λᾶνε ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ. Μι­λᾶνε στὸ σπίτι, στὸ καφενεῖο, στὸ δρό­μο, στὰ σχολεῖα, στὰ πανεπιστήμια… Γιὰ τί μιλᾶ­νε; Γιὰ λεφτά, ἐπιστῆμες, γνῶσι καὶ γράμματα· γιὰ γάμους, συνοικέσια, διαζύγια· γιὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, πολιτική, ποδόσφαιρο – μπάλλα… Γιὰ ὅ­λα μι­λᾶ­νε, καὶ μόνο γιὰ ἕνα δὲν τολμοῦν νὰ μιλήσουν. Ποιό εἶν᾽ αὐτό, ποὺ ὁ ἄν­­­θρωπος ὁ τόσο φλύαρος δὲν τολμᾷ νὰ τὸ φέ­ρῃ στὸ λό­γο του; Εἶ­νε κά­­τι ἑ­κατὸ τοῖς ἑκατὸ βέβαιο. Ποιό δηλαδή· ὅτι ὅ­λοι ἐ­μεῖς θὰ ἔρθῃ μιὰ ὥρα ποὺ θὰ πεθάνουμε· εἶνε ὁ θάνατος!

Γιὰ τὸ θάνατο δὲν μιλάει καν­είς λοιπόν. Ἀ­πο­φεύγουν. Στὶς σύγχρονες πολιτεῖες, ποὺ ὑπάρ­χουν γραφεῖα κηδειῶν, ἐπιβλή­θηκε πλέον νὰ μὴν τὰ λένε «γραφεῖα κηδειῶν», ἀλλὰ νὰ τὰ λέ­νε «γραφεῖα τελετῶν», γιὰ νὰ μὴν ταρά­ζωνται οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴν ἐνθύμησι τοῦ θα­νά­­του. Ἐπίσης, ἐνῷ παλαιότερα τὸ νεκρὸ τὸν εἶχαν ἀ­σκέπαστο, ὥστε νὰ τὸν βλέ­που­με καὶ νὰ λέμε «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2· 12,8), τώρα τὸν σκεπά­­­ζουν νὰ μὴν τὸν βλέπουν καὶ λυποῦνται. Ἐ­πίσης, ἐνῷ ἄλλοτε τὰ φέρετρα τὰ ἔβγαζαν ἔξω ἀπὸ τὰ καταστήματα τῶν γραφεί­ων, τώρα τὰ κρύβουν μέσα. Ἀ­ποφεύγουν ὅ,τι θυμίζει θάνατο. Πολλοὶ ἐπίσης –δὲν ξέρω ἂν τὸ κάνε­τε κ᾽ ἐσεῖς–, ἅμα ἀκούσουν τὴ λέξι θάνατος, λένε «Χτύπα ξύλο», νομίζοντας πὼς ἔτσι φεύγει τάχα ὁ θάνατος.

Ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν γιατὶ ὁ θάνατος προ­καλεῖ δυσφορία, φόβο καὶ τρόμο. Γιατί ἆραγε; Διότι ὁ θάνατος εἶνε κάτι ἀντίθετο μὲ τὴ φύσι μας. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε νά ᾽νε ἀ­θάνατος, ὅπως καὶ οἱ ἄγγελοι, νὰ μὴν πεθάνῃ ποτέ. Δυσ­τυχῶς ὅμως ἁμάρτησε. Καὶ ὅπως ὅταν στὸ μῆ­λο μπῇ σκουλήκι τὸ μῆλο σαπίζει καὶ κοντὰ σ᾽ αὐτὸ σαπίζουν καὶ τ᾽ ἄλ­λα μῆλα πού ᾽νε στὸ κα­λάθι, ἔτσι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ μπῆκε ἡ ἁμαρτία στὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ἄλλαξε ἡ φύσι τοῦ ἀν­θρώπου· ἡ ἁμαρτία ἔφθειρε τὶς σωματικὲς καὶ πνευματικὲς καὶ διανοητικὲς ἱκανότητές του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἀσθένεια καὶ τελικὰ νὰ ἔλθῃ ὁ θάνατος. «Τὰ ὀ­­ψώνια τῆς ἁ­μαρτίας θάνατος» (῾Ρωμ. 6,23)· ἡ ἁμαρτία προκάλεσε τὴν ἀσθένεια, τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο.

Ἀπὸ τότε ὁ θάνατος ἔγινε κυρίαρχος βασιλιᾶς τοῦ κόσμου, ὁ χάρος ποὺ λένε. Ἐνσκήπτει παντοῦ, σὲ ὁποιαδήποτε ὥρα καὶ σὲ ὁ­ποιονδήποτε ἄνθρωπο. Ἁρπάζει τὸν ἀσπρομάλλη γέ­ρο ἀλλὰ καὶ τὸ χαριτωμένο παιδάκι ἀ­π᾽ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας, τὸν φτωχὸ ἀλλὰ καὶ τὸν πλούσιο, τὸν ἀγράμματο ποὺ δὲν ξέρει νὰ βά­λῃ τὴν ὑπογραφή του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐ­πιστήμο­να ποὺ στέλνει πυραύλους καὶ διαστημόπλοια σὲ ἄλλους πλανῆτες, τὸν στρατι­ώτη ἀλλὰ καὶ τὸ στρατηγὸ καὶ τὸ βασιλιᾶ. Ὑπῆρχε ἄλλος πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, ποὺ ἔ­φτασε τόσο μακριά; καὶ ὅμως ἦρθε στιγμὴ ποὺ πέθανε κι αὐτός· καὶ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὸν χωροῦσε ὁ κόσμος, τὸν χώρε­σε ἕ­νας λάκκος δυὸ μέτρα· ἐκεῖ μέσα μπῆκε. «Μα­ταιό­της ματαιοτήτων τὰ πάντα ματαιότης».

Ὁ θάνατος, ὅπως εἴπαμε, προκαλεῖ ἀνησυ­χία. Καὶ ὅπως ὅταν φυσάῃ ἄνεμος στὸ δάσος σείονται ὅ­λα τὰ φύλλα, ἔτσι καὶ ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου ταρά­ζει ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ θάνατος δημιουργεῖ φόβο καὶ τρόμο. Γι᾽ αὐτό, ὅταν κά­ποιος πεθά­νῃ, κοιτάζουν νὰ τὸν θάψουν ἆρον – ἆρον, τὸ συν­τομώτερο, ἐνῷ παλαιότερα τὸν κρατοῦσαν. Ὁ ἅ­γιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· Τὸ νεκρὸ «νὰ μὴ τὸν θάπτετε, ἀλλὰ νὰ τὸν φυ­λάττετε εἰκοσιτέσσαρες ὧ­ρες· καὶ νὰ μαζεύε­σθε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, καὶ νὰ τὸν στοχά­ζεσθε καλά, διότι καλύτερος διδάσκαλος δὲν εἶνε ἄλ­λος ἀπὸ τὸν θάνατον» (ἡμέτ. ἔργ. σσ. 120-121).

Κάποιοι, ἀπὸ ἀγωνία γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, κάνουν τὴ μεγάλη ἁμαρτία νὰ καταφεύ­γουν στὸν δαίμονα, πηγαίνουν δηλαδὴ σὲ μέν­τι­ουμ, στοὺς πνευματιστάς· καὶ τοὺς πληρώνουν ἁδρά, γιὰ νὰ μάθουν «εἰδήσεις» γιὰ ἐκεί­νους ποὺ ἔχουν περάσει τὴ γέφυρα τοῦ θανά­του. Προσοχή, ὁ διάβολος ἐξαπατᾷ καὶ παραπλανᾷ!

Ἀλλὰ σήμερα τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο γιὰ τὸ θάνατο; Μιὰ μεγάλη εὐχάριστη εἴδησι· ὅτι κάποιος νίκησε τὸ χάρο. Ποιός εἶν᾽ αὐτός; Ἕ­νας, κανείς ἄλλος· οὔτε πλούσιος, οὔτε βασιλιᾶς, οὔτε σοφός. Προσπαθεῖ ἡ ἐπιστήμη νὰ νικήσῃ τὸ θάνατο· ἀδύνατον. Μόνο ὁ Χριστὸς πάλεψε μαζί του καὶ τὸν νίκησε. Πολλὲς φορὲς τὸν νίκησε, ὅπως βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο.

Μία φορὰ ἦταν ὅταν πῆγε στὸ σπίτι ἑνὸς ἄρχοντα καὶ βρῆκε τὸ κορίτσι του πεθαμένο. Καὶ ὅπως ἡ μάνα ξυπνάει τὸ παιδί, ἔτσι ὁ Κύρι­ος ἀνέστησε τὸ κορίτσι. «Ἡ παῖς, ἐ­γεί­ρου», τῆς εἶπε, καὶ ἡ νεκρὴ ἀναστήθηκε (Λουκ. 8,54).

Ἡ δεύτερη φορὰ εἶνε αὐτὴ ποὺ περιγράφει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνέστησε τὸ γυιὸ μιᾶς χήρας γυναίκας στὴν πόλι Ναΐν. Καθὼς πλησίαζε ἐκεῖ, ἄκουσε θρῆνο καὶ κοπετό· γινόταν κηδεία. Πίσω ἀπ᾽ τὸ νεκρὸ ἔ­κλαιγε ἡ μάνα γοερά, καὶ κόσμος πολὺς ἀκολουθοῦσε. Ὁ Χριστὸς σταμάτησε, πλησίασε στὸ φέρετρο καὶ λέει στὴ γυναῖκα· Μὴν κλαῖς. Ἔπειτα μὲ ἕνα λόγο, «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐ­γέρθητι» (Λουκ. 7,14) –ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους, ἐμεῖς πιστεύουμε–, ἀμέσως τὸ παιδί, λὲς καὶ τὸ πέρασε ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα, ζωντάνεψε καὶ ἀνακάθησε μέσα στὴν κάσσα. Καὶ εἶδαν τὸ θαῦμα ὄχι ἕνας καὶ δυὸ ἀλλὰ πλῆ­θος κόσμου, ποὺ πίστεψαν καὶ δόξαζαν τὸ Θεό.

Τὸ τρίτο θαῦμα ἔγινε πρὶν τὴν ἡμέρα τῶν Βα­ΐων. Ὁ Χριστὸς πῆγε στὸ νεκροταφεῖο, ὅ­­που ἦ­ταν θαμμένος ἕνας φίλος του πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Προσευχήθηκε καὶ φώναξε δυνα­­τὰ «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ἰω. 11,43)· κι ὁ Λάζαρος ἀναστήθηκε καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ μνῆμα.

Ἀλλὰ καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, ἐνῷ ὁ Χρι­στὸς ἦταν στὸ σταυρὸ κι ὁ ἥλιος σκοτίστηκε καὶ ἡ γῆ σείστηκε, ὅταν εἶπε τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30), τὰ μνήματα ἄνοιξαν, βγῆκαν νεκροὶ καὶ παρουσιάστηκαν σὲ πολλούς (βλ. Ματθ. 27,52-53).

Ἀλλὰ τὸ ἀκόμη πιὸ μεγάλο, ποὺ μᾶς πείθει πλέον ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ὅτι ὑπάρχει ἀνάστασις, ποιό εἶνε; Εἶνε αὐτὸ ποὺ ἑορτάζουμε κάθε Κυριακή· ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ὁ ἴδιος, μὲ σφραγισμένο τὸν τάφο ἀναστήθηκε, βγῆκε ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ ἐμφανίστηκε στοὺς μαθητάς.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε, ὅσοι πιστεύουν σ᾽ αὐτὸν μὴν κλαῖνε τοὺς νεκροὺς ἀ­παρηγόρητα, μὴ πενθοῦν χω­ρὶς ἐλπίδα. Σὲ κά­ποια μέρη ἔχουν τὴν κα­κὴ συνήθεια, στὸ πένθος νὰ μὴν πατᾶνε στὴν ἐκ­κλησία, λὲς καὶ ὁ ναὸς εἶνε τόπος διασκεδάσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἡ μάνα ποὺ παρη­γορεῖ· τότε ἀκριβῶς, τὸν καιρὸ τοῦ πένθους, ἔχεις ἀνάγκη νά ᾽σαι κοντά της. Σατανικὰ ἔθιμα αὐ­τά, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ πο­νηρὸς ξεκόβει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ Θεό.

Τί εἶνε, ἀγαπητοί μου, ὁ θάνατος; Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· «Ὅταν κοιμώμεθα δὲν εἴμεθα ὡσὰν ἀποθαμένοι; Ὁ ὕπνος τί εἶ­νε; Μι­κρὸς θάνατος, καὶ ὁ θάνατος μεγάλος ὕ­­πνος» (ἡμέτ. ἔργ. σ. 176). Ἡ μάνα ὅταν βλέπῃ τὸ παιδάκι νὰ κοιμᾶται δὲν κλαίει· ξέρει ὅτι ἀναπαύεται καὶ τὸ πρωὶ θ᾽ ἀνοίξῃ τὰ ματάκια του. Ἔτσι καὶ ὁ θά­νατος· ἕνας ὕπνος εἶνε, καὶ κάθε ξύπνημα μιὰ ἀνάστασις. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶ­νε σὰν τὰ ζῷα· ἔχει μεγαλεῖο, πλάστηκε γιὰ τὴν αἰωνιότητα, δὲν τελειώνει μὲ τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθά­φτη.

Τί ἄλλο εἶνε ὁ θάνατος; Μιὰ ἀλλαγὴ κατοικίας. Φεύγεις ἀπὸ ἕνα σπίτι παλαιὸ καὶ πηγαί­νεις σὲ ἕνα καινούργιο· φεύγουμε ἀπὸ τὴν κα­λύβα αὐτῆς τῆς γῆς, γιὰ νὰ πᾶμε στὰ παλάτια τοῦ οὐρανοῦ· αὐτὸ πιστεύουμε. Ὅπως ὅταν κάποιος φεύγῃ στὸ ἐξωτερικὸ ξέρετε ὅτι ζῇ ἐ­κεῖ, καὶ ἂν μάλιστα μάθετε ὅτι περνάει καλὰ χαίρεστε, ἔτσι καὶ ἐδῶ. Ὅσο εἶστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει Ἀμερική, τόσο νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει ὁ ἄλλος κόσμος. Ναί!

Ἔχουμε καμμιὰ ἀπόδειξι; Κάθε βῆμα καὶ ἀ­πόδειξι. Εἶνε Ὀκτώβριος καὶ βλέπω τὰ χωρά­φια σπαρμένα. Ὁ γεωργὸς θάβει τὸ σπόρο στὴ γῆ νὰ σαπίσῃ, καὶ ἀπὸ τὸν σάπιο σπόρο βγαίνει κατόπιν ἕνα ὡραῖο στάχυ ἢ λουλούδι ἢ δέν­τρο. Ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μὲ τὴν ταφὴ σαπίζουμε μέσ᾽ στὴ γῆ σὰν τὸν σπόρο, καὶ μὲ τὴν ἀνάστασι θὰ βγῇ κατόπιν ὁ καινούργιος ἄν­θρωπος (βλ. Α΄ Κορ. 15,37-38). Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» (Σύμβ. πίστ. 11). Ἔτσι ζοῦσαν οἱ παλαιότεροι καὶ γι᾽ αὐτὸ εὔχονταν μεταξύ τους «Καλὴ ψυχή!».

* * *

Τὸ πρακτικὸ δίδαγμα ποιό εἶνε, ἀδελφοί μου; Δὲν ξέρουμε πότε θὰ πεθάνουμε, ἄγνωστη ἡ ὥ­ρα. Νὰ εἴμαστε λοιπὸν ἕτοιμοι. Τὰ εἰσιτήριά σας, τὰ εἰσιτή­ριά μας! Τὸ δὲ εἰσιτήριο γράφει· πίστις, μετάνοια, ἀγάπη, ἔργα καλά. Κι ὅταν ἔρ­θῃ ἡ ὥρα, νὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Γαλάτειας – Ἑορδαίας τὴν 19-10-1980.