Κυριακὴ Θ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 12,16-21· 14,35)

Ο ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, κάθε ἄνθρω­πος, ὁπουδήποτε καὶ ἂν κατοικῇ καὶ ὅ­ποια γλῶσσα καὶ ἂν λαλῇ καὶ ὅ,τι μόρφωσι κι ἂν ἔχῃ, δὲν εἶνε τώρα ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέ­ρια τοῦ Δημιουργοῦ. Μὴ σᾶς φαίνεται παράξε­νο αὐτό. Διότι στὰ ἔγκατα τῆς ὑπάρξεώς μας συ­ν­­έ­βη κάποτε ἕνας φοβερὸς σεισμός, τὸ λε­γόμενο προπατορικὸ ἁμάρτημα, ποὺ ἔ­φθει­ρε τὴν ἀνθρωπίνη φύσι. Μέσα μας ὑπάρχει τὸ κα­­κό, τὸ μικρόβιο τῆς διαφθορᾶς. Ὅπως ἡ χελώνα ὅ­που κι ἂν πάῃ φέρνει μαζὶ τὸ καύκαλό της, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὅ,­τι κι ἂν κάνῃ, φέρνει μαζί του τὴν κακία, τὰ πάθη καὶ ἐλαττώματά του, ποὺ εἶνε πολλά.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ φοβερὰ πάθη, ποὺ πολὺ ταλαιπω­ρεῖ τὴν ἀνθρωπότητα, εἶνε ἡ πλεονεξία. Τὴν εἰ­κόνα της ζωγραφίζει μπροστά μας σήμερα τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο.

* * *

Ὁμιλεῖ γιὰ ἕνα πλεονέκτη πλούσιο. Δὲν εἶ­χε ῥευστὸ χρῆμα, εἶχε ὅμως κτήματα πολλά· χωράφια, ἀμπέλια, ἐ­λαι­ῶ­­νες. Καὶ συνέβη ἐκεί­νη τὴ χρονιὰ νὰ ἔρθῃ πλούσια σοδειά. Τὰ χωράφια πράσινη θάλασσα, οἱ ἐλιὲς ἔσπαζαν ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ καρποῦ, τ᾽ ἀμπέλια γεμᾶτα σταφύλια, τὰ ὀπωροφό­ρα δέντρα κατάφορτα.

Τί ἔπρεπε νὰ κάνῃ μπροστὰ σ᾽ αὐτὴ τὴν ἐ­ξαιρετικὴ εὐλογία; Νὰ δοξάσῃ τὸ Θεό. Γιατὶ ἂν ὁ οὐρανὸς δὲν ἔβρεχε κι ὁ ἥ­λιος δὲν ἔστελνε τὶς ἀκτῖνες του κι ὁ δροσε­ρὸς ἀέρας δὲ φυσοῦ­­σε, ἂν δηλα­­δὴ δὲν ὑπῆρχαν οἱ κα­τάλληλες συν­θῆκες, τίποτα δὲ θὰ φύτρωνε. Χάρις στὴν εὐ­λογία τοῦ Θεοῦ τὰ κτήματά του ἀπέδωσαν. Θά ᾽πρεπε λοιπὸν νὰ πῇ ἕνα «Δόξα σοι ὁ Θεός», ἕνα εὐχαριστῶ. Δὲν τὸ λέει. Εἶνε ἀχάριστος.

Καὶ μόνο ἀχάριστος; Εἶνε καὶ σκληρός. Ὅ­πως πάνω στὸ γρανίτη λουλούδι δὲ φυτρώ­νει, ἔτσι καὶ στὴν καρδιὰ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἀνθίζει καμμιά εὐγένεια, ἀγάπη, εὐσπλαχνία. Εἶνε ἀπάνθρωπος, δὲ βλέπει κανέναν ἄλλο, δὲν ἐνδιαφέρεται τί γίνεται δίπλα του.

Τὸν ἀπασχολεῖ ποῦ θ᾽ ἀποθηκεύσῃ τοὺς καρπούς, γιατὶ οἱ ἀποθῆκες του εἶνε μικρές, κ᾽ εἶνε στενοχωρημένος. Bραδιάζει κι ὅλοι πᾶ­νε γιὰ ὕπνο· τὰ πουλιὰ στὰ δέντρα, τὰ νήπια στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας καὶ στὴν κούνια, ἀκόμα κι ὁ κακοῦργος στὸ κελλὶ τῆς φυλα­κῆς. Ἕνας δὲν κοιμᾶται· ὁ πλεονέκτης. Μεσά­νυχτα καὶ πέρα ἀπ᾽ τὰ μεσάνυχτα τὸν τρώει ἡ ἀγωνία. Ἔχει πρόβλημα νὰ λύσῃ. Ποιό;

«Τί νὰ κάνω;…», λέει (Λουκ. 12,17). Νὰ τό ᾽λεγε ἕνας φτωχὸς οἰκογενειάρχης, ποὺ παλεύει μέρα καὶ νύχτα νὰ τὰ βγάλῃ πέρα στὶς δύσ­κολίες τῆς ζωῆς; Νὰ τό ᾽λεγε ἕνας ἄρ­ρωστος, ποὺ βογγάει στὸ κρεβάτι καὶ γιατρειὰ δὲν ἔχει; Νὰ τό ᾽λεγε ἕνας κατάδικος φυλακισμένος γιὰ χρέη; Νὰ τὸ λέγανε οἱ δυστυχισμένοι ποὺ δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε; «Τί νὰ κάνω;»· τὸ λέει ἕνας πλούσιος, ὁ πλεονέκτης πλούσιος.

Καὶ δὲν τὸ λέει μόνο αὐτός· τὸ λένε ὅλοι οἱ ὅμοιοί του. Διότι ἡ παραβολὴ αὐτή, ποὺ εἶπε ὁ Κύριος πρὶν δυὸ χιλιάδες χρόνια, ἔχει καὶ σήμερα τὴν ἐφαρμογή της. Καὶ οἱ σημερινοὶ πλούσιοι τὴν ἴδια ἀγωνία ἔχουν. «Τί νὰ κάνου­με;», ρωτοῦν, εἴτε ἔχουν κτήματα εἴτε ἔχουν χρήματα. Τί νὰ τὸ κάνουν τὸ χρῆμα τους; Νὰ τὸ κρύψουν σὲ χρηματοκιβώτια στὸ σπίτι; Ν᾽ ἀνοίξουν λάκκο νὰ τὸ θάψουν; Νὰ τὸ καταθέ­σουν σὲ ταμιευτήρια καὶ τράπε­ζες, μὲ ἐνδεχό­μενο αὔριο νὰ χάσῃ τὴν ἀξία του; Νὰ τὸ κάνουν ῥάβδους χρυσοῦ, πρᾶγμα δύσκολο; Ν᾽ ἀ­γοράσουν οἰκόπεδα ἢ διαμερίσματα ἢ πολυκατοικίες, ποὺ μπορεῖ νὰ πέσουν μ᾽ ἕνα σεισμό; «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιό­της» (᾿Εκκλ. 1,2). Μεγάλη ἡ ἀγωνία τοῦ πλούτου.

Ἀλλὰ ὁ πλεονέκτης πλούσιος δὲν εἶνε μόνο ἀχάριστος οὔτε μόνο σκληρός· εἶνε καὶ ἀ­χόρταγος. Προ­σπαθεῖ ὄχι μόνο νὰ ἀσφαλίσῃ τὰ ὑπάρχοντά του, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ πολλαπλασιάσῃ. Ἔφθασε νὰ ἔχῃ ἕνα ἑκατομμύριο; θέλει νὰ τὸ κάνῃ δύο. Ἔφθασε τὰ δύο ἑκατομμύ­ρια; θέλει νὰ τὰ κά­νῃ τέσσερα. Ἔγιναν τέσσερα; πάει νὰ τὰ κά­νῃ ὀχτώ, καὶ οὕτω καθ᾽ ἑξῆς. Ἕνα σισύφειο λίθο, ποὺ ἔλεγαν οἱ ἀρ­χαῖ­οι, κυλάει ἀκαταπαύστως ὁ πλεονέκτης. Ὑ­πάρχει μία σπάνια ἀσθένεια ποὺ λέγεται ὑ­δρω­πικία. Ὁ ὑδρωπικὸς ὅσο πίνει νερὸ τόσο περισσότερο διψάει· καὶ ὁ πλεονέκτης ὅσο περισσότερα χρήματα ἀποκτᾷ τόσο περισσότερα θέλει. Διψᾷ τὰ χρήματα. Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια, Φτάνει, δὲν θέλω ἄλλα νερά· ὁ χάρος μπορεῖ νὰ πῇ, Χόρτασα, δὲν θέλω ἄλλους νεκρούς· μὰ ὁ πλεονέκτης δὲν χορταίνει. Φοβερὸ τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας, τῆς ὁποίας ζωηρὰ εἰκόνα ζωγράφισε ὁ Κύριός μας στὴν σημερινὴ παραβολή.

Ἂν ἐρευνήσουμε τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, θὰ δοῦμε ὅτι ὅλοι ἔχουμε μιὰ ῥοπὴ στὴν πλεονεξία. Ἔπρεπε νὰ ἀρκούμεθα σ᾽ αὐτὰ ποὺ ἔ­χουμε. Ἡ μεγαλύτερη φιλοσοφία εἶνε αὐτὸ ποὺ διδάσκει ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο ὅταν λέει· «…Τὸν ἄρτον ἡ­μῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡ­μῖν σήμερον» (Ματθ. 6,11). Τί μεγάλος λόγος αὐ­τός! Ἂν οἱ ἄνθρωποι ἐνδιαφέρονταν μόνο γιὰ τὸ ψωμὶ τῆς αὐριανῆς ἡμέρας, γιὰ τὰ ἀναγ­καῖα, ὁ κόσμος θὰ ἦταν εὐτυχισμένος. Λίγοι σκέπτονται ἔτσι· οἱ περισσότεροι θέλουν τὰ περισσότερα, κυνηγοῦν τὰ πλούτη.

Νά κι ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς. Ἐξασφάλισε ἀγαθὰ γιὰ πολλὰ χρόνια. Καὶ ὅμως δὲν ἔ­ζησε οὔτε μιὰ μέρα, οὔτε μιὰ νύχτα. Ἔχασε τὴν εὐκαιρία νὰ λύσῃ σωστὰ τὸ πρόβλημά του. Εὔ­κολη ἦταν ἡ λύσι. Πῶς; Χρει­αζόταν ἀ­ποθῆ­κες, μὰ ἀποθῆκες ὑπῆρ­χαν. Ποιές ἦταν οἱ ἀ­πο­θῆκες; Τὰ στομάχια τῶν πεινασμένων. Ἐκεῖ θὰ τὰ ἀσφάλιζε ἑ­κατὸ τοῖς ἑκατό. Ἂν μοίραζε στοὺς φτωχοὺς μὲ φιλανθρωπία καὶ δικαιοσύ­νη τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχε (σιτάρι, καλαμπόκι, ἐ­λιὲς κ.τ.λ.), θὰ εἶχε λύσει τὸ πρόβλημα καὶ θὰ ἦταν ἕνας εὐεργέτης τοῦ λαοῦ. Δὲν ἤθελε ὅ­μως τὴ λύσι αὐτή. Βρῆκε ἄλλη. Ποιά· «Καθε­λῶ μου τὰς ἀποθήκας», θὰ γκρεμίσω τὶς ἀπο­θῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες καὶ θὰ ἀσφαλίσω ἐκεῖ ὅλα τὰ ἀγαθά μου, καὶ θὰ πῶ στὴν ψυχή μου· «Ψυχή,… ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (Λουκ. 12,18-19).

Ἔτσι σκεπτόταν ὁ ἄνθρωπος αὐτός, χωρὶς ὅμως νὰ ὑπολογίσῃ ὅτι ὑπεράνω ὅλων εἶνε ὁ Θεός. Καὶ τὴ νύχτα – τὰ μεσάνυχτα ἔπεσε ἀ­στρο­πελέκι – κεραυνός, ἡ θεία ἀπόφασι· «Ἄ­φρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦ­σιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (ἔ.ἀ. 12,20)· ἀπόψε, ὄχι ἄγγελοι πτερωτοί, ἀλλὰ δαίμονες σκοτεινοὶ θ᾽ ἁρπάξουν τὴν ψυχή σου, κι αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασες σὲ ποιόν θ᾽ ἀνήκουν;
Αὐτὸ ἦταν τὸ τέλος, τὸ ἄδοξο τέλος τοῦ πλεονέκτου πλουσίου, ποὺ καὶ σήμερα πολλοὶ τοῦ μοιάζουν καὶ τὸν ἀκολουθοῦν.

* * *

Πλεονέκτης, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε μόνο ὁ πλούσιος· εἶνε κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ ἔ­χει λίγα καὶ ὡς μόνο στόχο του ἔχει θέσει νὰ τὰ αὐξήσῃ μὲ κάθε τρόπο. Τὸ μικρόβιο τῆς πλεονεξίας ὑπάρχει, ἐνδημεῖ, καὶ εἶνε πηγὴ κακῶν.

Ἡ πλεονεξία ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴ χαρά, τὴν εἰρήνη, τὴν ἡσυχία, τὴν ἀνάπαυσι. Χα­λάει φιλίες, χωρίζει ἑταιρεῖες μεγάλες καὶ μικρές. Τί λέω; – ἡ πλεονεξία χωρίζει ἀδέρφια, ποὺ μπορεῖ νὰ φτάσουν μέχρι τὸν Ἄρειο Πάγο γιὰ ἕνα κομμάτι γῆς. Ἡ πλεονεξία σπρώ­χνει σὲ ἐγκλήματα μεγάλα. Ποιός δημιούργησε τὰ πενήντα ἑκατομμύρια νεκροὺς τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου; ρωτῆ­στε τὶς χῆρες, τὰ ὀρφανά, τοὺς τάφους τῶν νε­κρῶν. Ρωτῆστε ὅλους· γιατί ἔγιναν οἱ πόλεμοι αὐτοὶ καὶ γιατί θὰ γίνῃ ὁ τρίτος παγκόσμιος πόλεμος; Γιὰ τὰ ἰδανικά; Ψέμα, μεγάλο ψέμα. Γιὰ τὰ κάρβουνα καὶ τὰ πετρέλαια. Κράτη πλεονεκτικά, μὲ ἐκτάσεις ἀπέραντες καὶ ἀγα­θὰ ἀμύθητα, δὲν ἀρκοῦνται σ᾽ αὐτά, ἀλλὰ ζητοῦν νὰ κατακτήσουν ὁλόκληρη τὴ σφαῖρα.

Ἡ πλεονεξία θεραπεύεται ἆραγε; Οἱ ψυχολόγοι λένε ὅτι εἶνε ἀνίατη ἀσθένεια. Ἀνοίγω ὅ­μως τὸ Εὐαγγέλιο κ᾽ ἐ­κεῖ βλέπω ὅτι εἶνε δυσί­ατη ἀλλ᾽ ὄχι ἀνίατη. Ὑπάρχει φάρμα­κο. Πῶς ὀ­νομάζεται; Ὅσοι μέσα μας αἰσθανόμεθα τὸ πάθος αὐτό, τρέξτε στὸ φαρμακεῖο ν᾽ ἀγοράσου­με τὸ φάρμακο τὸ σωτήριο· παρέχεται δω­ρεάν. Ποιό εἶνε; Μία λέξις· ἐλεημοσύνη! Ἡ πλεονεξία λέει· Ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ᾽χῃς. Ἡ ἐλεημοσύνη τί λέει· Δῶσε, ἄνοιξε τὸ χέρι, τὸ πορτοφόλι, τὴν καρδιά σου καὶ σκόρ­πισε. Ὁ ἐλεήμων «ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πέ­νη­σιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰ­ῶ­να» (Ψαλμ. 111,9· Β΄ Κορ. 9,9). Ποιός ὅμως δίνει;

Τὸ τέλος τῶν πλεονεκτῶν δὲν εἶνε μόνο ἐμφύλιοι σπαραγμοί, κοινωνικὲς ἐπαναστά­σεις ποὺ ἀνατρέπουν καθεστῶτα πλεονεξίας· εἶνε πρὸ παντὸς ἡ τιμωρία του Θεοῦ. Διότι ὅ­σο ἀγαπητὸς εἶνε ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος, τόσο μισητὸς εἶνε ὁ πλεονέκτης. Τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατατάξῃ ὁ Χριστός.

Εἴθε ὁ Κύριος, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγί­ας Θεοτόκου, νὰ μᾶς φωτίσῃ νὰ ἐρευνήσουμε τὸν ψυχικό μας κόσμο καὶ νὰ γίνουμε ὅλοι ἐλεήμονες. Καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τὸ πλεόνασμα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ὑστέρημά μας νὰ δίνουμε. Τὸ δίδειν εἶνε τοῦ Χριστοῦ, ἐνῷ τὸ ἁρπάζειν καὶ κλέπτειν καὶ πλεονεκτεῖν εἶνε τοῦ διαβόλου.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου τὴν 19-11-1978

ΠΗΓΗ