«Ὦ Τριάς ὑπερούσιε, Πάτερ, Υἱέ καί Πνεῦμα Ἅγιο, ἄς εἶσαι δεδοξασμένη στούς αἰῶνας» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μέρος 17ον

«Ἀδελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καί ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος Αὐτοῦ. Ἐνδύσασθε τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρός τό δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Πρός Ἐφεσ. 6, 10-11).

Μόνον ἄν κλείσουν ὅλες οἱ θύρες τῆς ψυχρότητος, δηλαδή ἄν διορθωθοῦν τά σφάλματα πού προξένησαν αὐτή τήν συστολή τῆς Θείας Χάριτος ἤ ἀποτιναχθεῖ ἀπό πάνω τους ἡ ἀμέλεια καί ἡ ραθυμία, οἱ ὁποῖες συνήθως μειώνουν τόν ζῆλο, οἱ ψυχές τῶν ἀγωνιστῶν θά ἐπανέλθουν στήν πρώτη τους δυναμική κατάσταση. 

Ἡ πίστη καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, μέ τήν βεβαιότητα ὅτι Ἐκεῖνος μᾶς στρατολογεῖ σ’ αὐτόν τόν πόλεμο κατά τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ μας καί κατά τοῦ διαβόλου καί ὁ λίγος χρόνος τῆς ἐπί γῆς ζωῆς μας ὑποδαυλίζει τό ζῆλο ἀλλά καί τήν προθυμία σέ τοῦτο τόν ἀγῶνα. 

Ἀσφαλῶς εἶναι πολύ σημαντική ἡ προτροπή τῶν Ἁγίων Πατέρων σχετικά μέ τόν πνευματικό ἀγώνα, ὅτι κανονικά πρέπει νά ἀρχίζει ἀπό τήν νεανική ἡλικία. 

Διότι κατά τήν νεότητα τόσο οἱ σωματικές μέ τίς ψυχικές δυνάμεις βοηθοῦν σ’ ἕναν ἐντατικό ὅσο καί σκληρό ἀγῶνα καθώς τά πάθη εἶναι εὐκολοθεράπευτα, ἐπειδή δέν ἔχουν ἀκόμη ἰσχυροποιηθεῖ ἀπό τήν μακροχρόνια ἱκανοποίησή τους. 

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, στό ἔργο του ὁ «Ἀόρατος Πόλεμος», γιά αὐτόν τόν «Ἀόρατον» Πόλεμο τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, γράφει τά ἑξῆς: 

Κεφάλαιο ΚΑ´

Ἡ διόρθωσις τῶν ἐξωτερικῶν αἰσθήσεων. Καί μέ ποιό τρόπο μπορεῖ κάποιος νά περάσῃ ἀπό αὐτές στή θεωρία καί δοξολογία τοῦ Θεοῦ

Μεγάλη σκέψις καί παντοτεινή ἐξάσκησις χρειάζεται γιά νά κυβερνηθοῦν καί νά διορθωθοῦν καλά οἱ πέντε ἐξωτερικές μας αἰσθήσεις· δηλαδή ἡ ὅρασις, ἡ ἀκοή, ἡ ὄσφρησις, ἡ γεῦσις καί ἡ ἁφή. (54)

Γιατί ἡ παράλογη ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς, πού εἶναι σάν στρατηγός τῆς διεφθαρμένης μας φύσεως, γέρνει μέ ὑπερβολή στό νά ζητάῃ πάντα τίς εὐχαριστήσεις καί τίς ἀναπαύσεις.

Καί μή μπορώντας μόνη της νά τίς ἀποκτήσῃ, μεταχειρίζεται τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος σάν στρατιῶτες καί ὄργανα φυσικά, γιά νά συλλαμβάνῃ τά ἀπ᾿ ἔξω ἀντικείμενά τους, δηλαδή τά αἰσθητά πράγματα, τῶν ὁποίων τίς εὐχάριστες εἰκόνες καί φαντασίες πού περνᾶνε παίρνοντάς της, τίς τυπώνει στήν ψυχή, καί μετά ἀπό αὐτά ἀκολουθεῖ ἡ εὐχαρίστησις. 

Αὐτή ἐξ αἰτίας τῆς συγγένειας πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τῆς σάρκας, μοιράζεται σέ ὅλα ἐκεῖνα τά μέρη τῶν αἰσθήσεων, πού χωροῦν αὐτή τήν εὐχαρίστησι· καί ἀπό αὐτήν, συμβαίνει ἀλλοίμονο στή ψυχή ὁ ἀθάνατος θάνατος· καί συπληρώνεται αὐτό πού γράφτηκε, ὅτι «ἀνέβη θάνατος διά τῶν θυρίδων» (Ἱερ. 9, 20). 

Δηλαδή μέσα ἀπό τίς αἰσθήσεις, τίς ὁποῖες ἔχει σάν παράθυρα ἡ ψυχή, γιά νά ἀπολαμβάνῃ τά αἰσθητά.

Βλέπεις, ἀδελφέ, τήν μεγάλη ζημιά, πού σοῦ προξενεῖται ἀπό τίς αἰσθήσεις; 

Πρόσεχε, λοιπόν, νά τήν θεραπεύσῃς, δηλαδή, φρόντιζε καλῶς, νά μήν ἀφήνῃς νά πηγαίνουν οἱ αἰσθήσεις σου ἐκεῖ, πού αὐτές θέλουν, οὔτε νά τίς μεταχειρισθῇς γιά μόνη τήν ἀπόλαυσι τῶν αἰσθητῶν ἡδονῶν καί ὄχι γιά κανένα ἄλλο σκοπό καλό ὠφέλεια ἀνάγκη. 

Καί ἄν ὡς τώρα, χωρίς νά τά γνωρίσῃς αὐτά, οἱ αἰσθήσεις σου δόθησαν ὁλοκληρωτικά στίς αἰσθητές εὐχαριστίες, ὅμως, ἀπό τώρα καί ὕστερα, ἀγωνίσου ὅσο μπορεῖς, νά τίς φέρῃς πίσω.

Καί νά τίς κυβερνήσῃς τόσο καλά, μέ τρόπο πού, ἀπό ἐκεῖ πού πρωτύτερα ὑποδουλώνονταν ἄθλια στίς μάταιες καί ψυχοφθόρες ἡδονές, νά ἀποκτοῦν ὕστερα ἀπό κάθε κτίσμα καί ἀντικείμενο αἰσθητό, ψυχωφελῆ νοήματα.

Καί νά τά φέρουν μέσα στή ψυχή· μέσα ἀπό τά νοήματα αὐτά ἡ ψυχή μπορεῖ νά συμμαζεύται στόν ἑαυτό της, καί μέ τά φτερά τῶν ἀΰλων της δυνάμεων, νά ἀνεβαίνῃ στή μελέτη καί δοξολογία τοῦ Θεοῦ (55)· αὐτό ὁποῖο μπορεῖς καί σύ νά τό κάνῃς μέ τόν ἑξῆς τρόπο.

Γιά παράδειγμα· ὅταν βρεθῇ μπροστά σέ καμμία ἐξωτερική σου αἴσθησι κανένα αἰσθητό ἀντικείμενο, εἴτε ὁρατό, εἴτε ἀκουστό, εἴτε ὀσφρατό, εἴτε γευστικό χειροπιαστό, ξεχώρισε μέ τόν λογισμό σου ἀπό τό ὑλικό πρᾶγμα πού ἔχει τό ἄϋλο πνεῦμα, δηλαδή τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού εἶναι σέ αὐτό.

Καί σκέψου, ὅτι αὐτό ἀπό μόνο του, δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχῃ τό εἶναι ἄλλο τίποτε, ἀπό ὅσα βρίσκονται σέ αὐτό· ἀλλά ὅλο του τό κάθε τί εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ τό πνεῦμα του ἀοράτως τοῦ δίνει ἐκεῖνο τό εἶναι, ἐκείνη τήν ἀγαθότητα, ἐκείνη τήν ὡραιότητα, ἐκείνη τήν δύναμι, ἐκείνη τήν σοφία καί κάθε ἄλλο καλό πού ἔχει μέσα του. 

Ὁπότε ἐδῶ ἄς χαρῆ ἡ καρδιά σου, διότι μόνον ὁ Θεός σου εἶναι ἡ αἰτία καί ἡ ἀρχή τόσων διαφόρων, τόσων μεγάλων, τόσων θαυμαστῶν στήν ἀκρίβεια πραγμάτων καί ὅτι αὐτός μέ ὑπεροχή, ὅλα τά ἐμπεριέχει στόν ἑαυτό του· καί ὅτι αὐτές οἱ τελειότητες ὅλων τῶν αἰσθητῶν κτισμάτων, δέν εἶναι ἄλλο παρά ἕνας ἐλάχιστος βαθμός ἕνας ἴσκιος τῶν ἀπείρων αὐτοῦ θεϊκῶν θαυμασιῶν καί τελειοτήτων. 

Καί λοιπόν ὅταν ἐσύ κατά αὐτόν τόν τρόπο συνηθίσῃς νά βλέπῃς τά αἰσθητά κτίσματα καί δέν μένῃς στό ἐξωτερικό καί στό φαινόμενο μόνον, ἀλλά διαπερνᾷς μέ τόν νοῦ σου στήν ἐσωτερική καί κρυφή αὐτή ὡραιότητα γιατί εἰκόνες τῶν νοητῶν εἶναι τά αἰσθητά κατά τόν Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη τότε τήν μέν ἐξωτερική τους ὡραιότητα, ὡς ἀσήμαντη καί ὑλική, θά τήν καταφρονήσῃς καί θά τήν προσπεράσῃς, στήν δέ κρυπτόμενη δύναμι καί ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά προσηλώσῃς τό νοῦ σου, δοξολογώντας τόν Κύριο.

Ἔτσι βλέποντας τά τέσσαρα στοιχεῖα, τή φωτιά, τόν ἀέρα, τό νερό καί τήν γῆ καί στοχαζόμενος τήν οὐσία καί τήν δύναμι καί τήν ἐνέργεια πού ἔχουν, μέ μεγάλη σου εὐχαρίστησι θά πῇς πρός τόν τέλειο Δημιουργό, πού κατά τέτοιο τρόπο τά δημιούργησε: 

«Ὦ Θεία οὐσία! Ὦ ἄπειρος Δύναμις καί ἐνέργεια ἄκρως ἐπιθυμητή, πόσο χαίρομαι καί εὐχαριστοῦμαι, διότι ἐσύ εἶσαι μόνη ἡ ἀρχή καί αἰτία κάθε κτιστῆς οὐσίας τῶν ὄντων καί κάθε ἐνέργειας καί δυνάμεως»! (56) 

Ἔτσι ὅταν βλέπῃς τά οὐράνια καί φωτεινά σώματα, τόν ἥλιο, τήν σελήνη καί τά ἀστέρια καί σκεφθῇς ὅτι πῆραν τό φῶς καί τήν λαμπρότητα ἀπό τόν Θεό, θά φωνάξης: 

«Ὦ φῶς, ὑπέρ πᾶν φῶς, ἀπό τό ὁποῖο δημιουργήθηκε κάθε φῶς ἄϋλον καί ὑλικό.

Ὦ φῶς θαυμαστό, τό πρῶτο ἀντικείμενο τῆς χαρᾶς τῶν Ἀγγέλων καί τῆς ἀπολαύσεως τῶν ἁγίων, στοῦ ὁποίου τήν ἀκλινῆ θεωρίαν, θαμπώνονται οἱ ὀφθαλμοί τῶν Χερουβίμ, καί σέ σύγκρισι αὐτοῦ, ὅλα τά αἰσθητά φῶτα φαίνονται σκοτάδι βαθύτατο, σέ δοξολογῶ καί σέ ὑπερυψῶ. 

Ὦ φῶς ἀληθινό, ὅπου φωτίζεις κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο. «Ἦν τό φῶς τό ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον» (Ἰωάν. 1, 9).

Ἀξίωσέ με νά σέ δῶ νοερά, γιά νά χαρῆ μέ τήν τελειότητα ἡ καρδιά μου»

Ἔτσι καί ὅταν βλέπῃς τά δένδρα, τά χόρτα καί ἄλλα διάφορα φυτά καί σκέφτεσαι μέ τό μυαλό, πῶς ζοῦνε, τρέφονται, αὐξάνουν καί γεννοῦν τά ὅμοιά τους καί πῶς ἀπό μόνα τους δέν ἔχουν τήν ζωή καί τά ὑπόλοιπα πού ἔχουν, ἀλλά ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πού ἐσύ δέν βλέπεις, τό ὁποῖο μόνο τά ζωογονεῖ· ἔτσι μπορεῖς νά πῇς: 

«Νά, ἐδῶ εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή, ἀπό τήν ὁποία, στήν ὁποία καί διά τῆς ὁποίας ζοῦν καί τρέφονται καί αὐξάνουν τά πάντα, ὤ ζωντανή θεραπεία τῆς καρδιᾶς μου! 

Παρόμοια καί ἀπό τήν μορφή τῶν ἀλόγων ζῴων, θά ἐξυψώσῃς τό νοῦ σου στόν Θεό, πού δίνει σέ αὐτά τήν αἴσθησι καί τήν ἀπό τόπου σέ τόπο κίνησι, λέγοντας: 

πρῶτον κινοῦν· τό ὁποῖο μολονότι κινεῖς τά πάντα, εἶσαι ἀκίνητο στόν ἑαυτό σου· ὤ, πόσο χαίρομαι καί εὐφραίνομαι στήν ἀκινησία καί στερεότητά σου»!

Βλέποντας πάλι τόν ἑαυτό σου καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους καί σκεπτόμενος ὅτι μόνο ἐσύ ἔχει ὄρθιο σχῆμα καί εἶσαι σωστός καί λογικός ἀπό ὅλα τά ἄλλα ζῷα καί πώς εἶσαι μία ἕνωσις καί ἕνας σύνδεσμος τῶν ἀΰλων καί ὑλικῶν κτισμάτων, παρακινήσου σέ δοξολογία καί εὐχαριστία τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ σου καί πές: 

«Ὦ Τριάς ὑπερούσιε, Πάτερ, Υἱέ καί Πνεῦμα Ἅγιο, ἄς εἶσαι δεδοξασμένη στούς αἰῶνας. Πόσο χρεωστῶ νά σέ εὐχαριστῶ πάντοτε, ὄχι μόνον διότι μέ ἔπλασες ἀπό τήν γῆ καί μέ ἔκαμες βασιλέα ὅλων τῶν ἐπιγείων κτισμάτων ὄχι μόνον διότι μέ τίμησες κατά τήν φύσι μέ τήν δική σου εἰκόνα, μέ νοῦν, λόγον καί πνεῦμα ζωοποιό του σώματος μου (57), ἀλλά καί διότι μοῦ ἔδωσες δύναμι νά γίνω προαιρετικά μέ τίς ἀρετές, καθ᾿ ὁμοίωσιν δική σου, γιά νά μπορῶ ἔτσι νά σέ ἀπολαμβάνω στούς αἰῶνας».

Ἔρχομαι τώρα στίς πέντε αἰσθήσεις εἰδικώτερα καί σοῦ λέω· ἄν θέλγεσαι, ἀδελφέ, ἀπό τήν ὡραιότητα καί τό κάλλος τῶν κτισμάτων, τήν ὁποία βλέπουν τά μάτια σου, χώρισε μέ τόν νοῦ σου ἐκεῖνο πού βλέπῃς, ἀπό τό πνεῦμα πού δέν βλέπεις.

Καί σκέψου, ὅτι ὅλη ἐκείνη ἡ ὡραιότητα πού φαίνεται ἀπό ἔξω, εἶναι τοῦ μόνου ἀοράτου καί παγκαλεστάτου πνεύματος, ἀπό τήν ὁποία λαμβάνει τήν ἀφορμή ἐκείνη ἡ ἐξωτερική ὡραιότητα· καί πές γεμάτος εὐχαρίστησι. 

«Νά τά ρυάκια τῆς ἄκτιστης πηγῆς! 

Νά, οἱ ρανίδες τοῦ ἀπείρου πελάγους παντός ἀγαθοῦ! 

, καί πόσο χαίρομαι, ὤ εἰς τά ἐνδότερά της καρδιᾶς μου, συλλογιζόμενος τήν αἰώνια καί ἄπειρη τοῦ Κτίστου μου ὡραιότητα, πού εἶναι ἀρχή καί αἰτία πάσης κτιστῆς ὡραιότητος! 

, πόσο γλυκαίνομαι, στοχαζόμενος τό ἄφραστον καί ἀκατανόητο καί ὑπέρκαλο κάλλος τοῦ Θεοῦ μου, ἀπό τό ὁποῖο ἔχει τήν ἀρχή κάθε κάλλος».

Ὅταν ἀκούσῃς καμιά γλυκειά φωνή ἡ ἁρμονία ἤχων καί τραγουδιῶν, στρέψε τό νοῦ σου στόν Θεό καί πές:

« ἀρμονία τῶν ἁρμονιῶν, Κύριέ μου! 

Πόσο εὐφραίνομαι στίς ἄπειρές σου τελειότητες· ἐπειδή ὅλες μαζί σοῦ ἀποδίδουν ὑπερουράνια ἁρμονία· καί ἑνωμένες ἀκόμη μέ τούς Ἀγγέλους στούς οὐρανούς καί μέ ὅλα τά κτίσματα, δημιουργοῦν μεγάλη συμφωνία· πότε θά ἔλθη, Κύριέ μου, ἡ ὥρα, νά ἀκούσω μέσα στά ὦτα τῆς καρδιᾶς μου τήν γλυκυτάτη φωνή σου νά μοῦ πῇς:

“Σοῦ δίνω τήν δική μου εἰρήνη· τήν εἰρήνη ἀπό τά πάθη· διότι ἡ φωνή σου εἶναι εὐχάριστη”. 

«νάστα, ἐλθέ, ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου, καί ἐλθέ, σύ περιστερά μου, ἐν σκέπῃ τῆς πέτρας, ἐχόμενα τοῦ προτειχίσματος· δεῖξόν μοι τήν ὄψιν σου, καί ἀκούτισόν με τήν φωνήν σου, ὅτι ἡ φωνή σου ἡδεῖα, καί ἡ ὄψις σου ὡραία», σύμφωνα μέ τό Ἆσμα (Ἆσμ. 2, 14).

ν πάλι μυρίζῃς κανένα ἄρωμα λουλοῦδι εὐωδιαστό, πέρασε ἀπό τήν ἐξωτερική εὐωδία στήν κρυμένη μυρωδιά τοῦ γίου Πνεύματος καί πές· “Νά, οἱ εὐωδίες τοῦ πανευώδους ἐκείνου ἄνθους καί τοῦ ἀκενώτου ἐκείνου μύρου, τό ὁποῖο δόθηκε σέ ὅλα τά κτίσματά του· κατά τό Ἆσμα ἐγώ ἄνθος τῆς πεδιάδος, κρίνο τῶν κοιλάδων”. 

«Ἐγώ ἄνθος τοῦ πεδίου, κρίνον τῶν κοιλάδων. Ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν, οὕτως ἡ πλησίον μου ἀνά μέσον τῶν θυγατέρων». (Ἆσμ. 2, 1).

Καί πάλι· “τό ὄνομά σου μύρο πού σκορπιέται”. «Καί ὀσμή μύρων σου ὑπέρ πάντα τά ἀρώματα· μῦρον ἐκκενωθέν ὄνομά σου. Διά τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε» (Ἆσμ. 1, 3). 

Νά, ἡ τῆς πηγαίας εὐωδίας διάδοσις, ἡ ὁποία ἄφθονα πλημμυρίζει τίς θεϊκές της πνοές, ἀπό τούς πάνω καί καθαρώτατους Ἀγγέλους, μέχρι τά τελευταῖα κτίσματα καί τά κάνει ὅλα νά εὐωδιάζουν, σύμφωνα μέ τόν Ἀρεοπαγίτη Διονύσιο (Ἐκκλησ. Ἱεραρ. κεφ. Δ´).

Σχετικά μέ τήν ὁποία εὐωδία εἶπε ὁ Ἰσαάκ στό υἱό τοῦ Ἰακώβ· “ἡ εὐωδία τοῦ υἱοῦ μου εἶναι σάν τοῦ ἀγροῦ, τήν ὁποία εὐλόγησε ὁ Κύριος”. 

«Καί ἐγγίσας ἐφίλησεν αὐτόν, καί ὠσφράνθη τήν ὀσμήν τῶν ἱματίων αὐτοῦ καί εὐλόγησεν αὐτόν καί εἶπεν· ἰδού ὀσμή τοῦ υἱοῦ μου ὡς ὀσμή ἀγροῦ πλήρους, ὅν εὐλόγησε Κύριος» (Γέν. 27, 27).

Πάλι, ὅταν τρῷς πίνῃς, σκέψου πώς ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος, πού δίνει σέ ὅλα τά φαγητά νοστιμάδα καί μόνο μέ Αὐτόν εὐχαριστημένος, μπορεῖς νά πῇς: 

«Νά χαίρεσαι ψυχή μου διότι, καθώς ἔξω ἀπό τόν Θεόν σου δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάπαυσις, ἔτσι ἔξω ἀπό αὐτόν, δέν ὑπάρχει καί καμμία γλυκύτητα νοστιμάδα· ὁπότε, σέ αὐτόν μόνο μπορεῖς νά εὐχαριστιέσαι, καθώς Δαυΐδ σέ παρακινεῖ λέγοντας: 

“Δοκιμάστε καί δεῖτε πόσο καλός εἶναι ὁ Κύριος”, «γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος· μακάριος ἀνήρ, ὅς ἐλπίζει ἐπ᾿ αὐτόν» (Ψαλμός 33, 9). 

Καί ὁ Σολομώντας σέ πληροφορεῖ λέγοντας σχετικά μέ αὐτό· “ὅτι ὁ καρπός του εἶναι γλυκός στό λαρύγγι μου”. 

«ς μῆλον ἐν τοῖς ξύλοις τοῦ δρυμοῦ, οὕτως ἀδελφιδός μου ἀνά μέσον τῶν υἱῶν· ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ἐπεθύμησα καί ἐκάθισα, καί καρπός αὐτοῦ γλυκύς ἐν λάρυγγί μου.» (Ἆσμα 2, 3).

Ὅταν κινήσῃς τά χέρια σου, γιά νά κάνῃς κανένα ἔργο, σκέψου, πώς ὁ Θεός εἶναι ἡ πρώτη αἰτία ἐκείνου τοῦ ἔργου καί σύ, δέν εἶσαι ἄλλο, παρά ἕνα ζωντανό ὄργανό Του· στόν ὁποῖο σηκώνοντας τόν λογισμό σου, πές ἔτσι: 

«Πόση εἶναι ἡ χαρά πού δοκιμάζω μέσα στόν ἑαυτό μου, Ὕψιστε Θεέ τοῦ σύμπαντος! 

Γιατί ἐγώ δέν μπορῶ νά κάνω χωρίς ἐσένα κανένα πρᾶγμα· πράγματι, εἶσαι ὁ πρῶτος καί ὁ ἀρχικός δημιουργός κάθε πράγματος».

Ὅταν βλέπῃς σέ ἄλλους ἀγαθότητα, σοφία, δικαιοσύνη καί ἄλλες ἀρετές, κάνοντας μέ τό νοῦ σου αὐτόν τόν διαχωρισμό, πές στόν Θεό σου: 

«Ὦ πλουσιώτατε θησαυρέ τῆς ἀρετῆς, πόση εἶναι ἡ χαρά μου! 

Διότι ἀπό σένα καί διά σοῦ μόνου προέρχεται κάθε καλό· καί διότι ὅλο τό καλό, κατά σύγκρισι τῶν Θείων σου τελειοτήτων, εἶναι μηδέν· σέ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, γι᾿ αὐτό καί γιά κάθε ἄλλο καλό πού ἔκανες στόν πλησίον μου· ἀλλά θυμήσου, Θεέ μου, καί τή δική μου φτώχεια καί τήν μεγάλη ἀνάγκη πού ἔχω γιά τήν ἀρετή».

Καί γιά νά πῶ γενικά, ὅσες φορές δῇς στά κτίσματα κάποιο πρᾶγμα νά σέ ἀρέσῃ καί σέ εὐχαριστῇ, μή σταματήσῃς σ᾿ αὐτό, ἀλλά πέρασε μέ τόν λογισμό σου στό Θεό καί πές: 

«ν Θεέ μου, τά κτίσματά σου εἶναι τόσο ὡραῖα, τόσο χαροποιά, τόσο ἀρεστά, πόσο ραγε ὡραῖος, πόσο χαροποιός καί γλυκύτατος εἶσαι ἐσύ ὁ Κτίστης ὅλων αὐτῶν»!

Ἐάν λοιπόν, ἀγαπητέ, ἔτσι κάνῃς, μπορεῖς νά ἀπολαμβάνῃς τόν Θεό μέσα ἀπό τίς πέντε αἰσθήσεις σου καί νά ἀνεβαίνῃς πάντα ἀπό τά κτίσματα στόν Κτίστη, μέ τρόπο πού ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως νά σοῦ γίνεται μία θεολογία καί ἀκόμη εὑρισκόμενος σέ αὐτόν τόν κόσμο τῶν αἰσθήσεων, νά φαντάζεσαι ἐκεῖνο τόν νοητό. 

Ἐπειδή καί εἶναι ἀλήθεια, ὅλος ὁ κόσμος καί ὅλη ἡ φύσις, δέν εἶναι ἄλλο παρά ἕνας νόμος καί ἕνα ὄργανο κάτω ἀπό τό ὁποῖο ἀόρατα βρίσκεται ὁ Δημιουργός καί τεχνίτης, ἐνεργώντας καί δείχνοντας τήν τέχνη Του καί μέ τά ὁρατά καί ὑλικά προβάλλει τίς ἀόρατες καί ἀσώματες ἐνέργειες καί τελειότητές Του”. (58)

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐδῶ μᾶς συμβουλεύει πατρικά, κυρίως μέ τήν ταπείνωση καί πάντοτε μέσα ἀπό τήν πράξη μέ σοφά λόγια, ὡς ἑξῆς: «Καί ἄρχισε τό ἔργο, καί πολέμησε γιά νά νικήσῃς· καί βέβαια ἀπό αὐτά θά ἀποκτήσῃς τήν ὁλοκληρωτική ἐλπίδα στόν Θεό. 

Μέ τά τέσσερα αὐτά ὅπλα ὁπλίσου, ἀδελφέ μου, σάν ὁπλισμό πολύ ἀσφαλῆ καί ἀναγκαῖο, γιά νά γίνῃς νικητής σέ αὐτόν τόν ἀόρατο πόλεμο καί γιά νά λάβης τό στεφάνι

Καί αὐτά εἶναι: Τό α΄ νά μήν ἐμπιστεύεσαι ποτέ τόν ἑαυτόν σου, τό β΄ νά ἔχῃς πάντα ὅλο σου τό θάρρος καί τήν ἐλπίδα στό Θεό, τό γ΄ νά ἀγωνίζεσαι πάντα· καί τό δ΄ νά προσεύχεσαι».

Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς ἄς ζητήσουμε νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἄς ἐνδυθοῦμε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, ἄς ἀντισταθοῦμε γιά νά δυνηθοῦμε κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς πονηρίας, νά ἀναδειχθοῦμε νικητές. 

Ἄς ἐργαστοῦμε μέσα ἀπό τήν ἰσχυρή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν κατάκτηση τῶν ἐπουρανίων ἀφθάρτων ἀγαθῶν, τῆς δικαιοσύνης, κι’ ἀκόμη αὐτῆς τῆς θεωρίας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μέ τόν Ψαλμό τοῦ Δαυΐδ: «γώ δέ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ Σου χ ο ρ τ α σ θ ή σ ο μ α ι ἐν τῷ ὀφθῆναι μοι τήν δόξαν Σου» (Ψαλμός 16, 15). 

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 54. «Ἀόρατος Πόλεμος» Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος. Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος. http://users.uoa.gr https://www.imaik.gr
  • 55. Γιά αὐτό ὁ μέγας ἐκεῖνος Αὐγουστίνος ἔλεγε, ὅτι, «ὅσα κτίσματα εὑρίσκονται εἰς τόν κόσμον, ὁμιλοῦσι μέ τούς ἐναρέτους ἄνδρας μέ μίαν γλῶσσαν βουβήν ἀληθινά καί σιωπηλήν, ἀλλά κατά πολλά ἐνεργητικήν, ἡ ὁποία εὔκολα ἀκούεται καί καταλαμβάνεται ἀπό αὐτούς καί τούς παρακινεῖ περισσότερον εἰς τήν τοῦ Θεοῦ ἀγάπην καί ἀπό ὅλα τά πάντα ἐβρίσκουν ἀφορμήν νά λαμβάνουν καλούς καί εὐλαβητικούς λογισμούς». Καί ὁ Θεολόγος Γρηγόριος λέγει· «Ὅλα δοξάζουν τόν Θεό μέ ἀλάλητες φωνές· γιά ὅλα εὐχαριστεῖται ὁ Θεός διά μέσου ἐμοῦ· καί ἔτσι ὁ ὕμνος ἐκείνων γίνεται δικός μας, ἀπό τούς ὁποίους ἐγώ παίρνω τόν ὕμνο». (Λόγος εἰς τήν Καινήν Κυριακήν). Ὁπότε καί οἱ τρεῖς παῖδες πῆραν ἀφορμή ἀπό ὅλα τά δημιουργήματα νά δοξολογήσουν τόν Κτίστη στόν ὕμνο τους.
  • 56. Σημείωσε ὅτι, κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο, ἡ οὐσία τῶν ὑπαρκτῶν ἔχει εἰκόνα τοῦ Πατέρα, ἡ δύναμις τοῦ Υἱοῦ, ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε κατά ὅποιον τρόπο παραθέτει αὐτόν σάν Θεό ποιητή, ὄχι μόνο πώς εἶναι ἕνας, ἀλλά καί πώς εἶναι Τρία.
  • 57. Βλέπε τό λη´ κεφάλαιο τῶν φυσικῶν καί θεολογικῶν τοῦ μεγάλου τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγορίου στή Φιλοκαλία, πού λέγει ἐκεῖνος ὁ θειότατος νοῦς ὅτι τό ζωοποιό Πνεῦμα τοῦ σώματος, εἶναι ἕνας ἔρωτας νοερός, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπό τό νοῦ καί τό Λόγο, καί ὑπάρχει στό λόγο καί στό νοῦ καί σέ αὐτό ὑπάρχει τόν λόγο καί τό νοῦ· καί ὅτι, σύμφωνα μέ αὐτό τό ζωοποιό Πνεῦμα, ἡ νοερά καί ἡ λογική ψυχή, πιό πολύ ἀπό τούς Ἀγγέλους εἶναι, σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή ἐκεῖνοι δέν ἔχουν τέτοιο εἴδους ζωοποιό Πνεῦμα, διότι δέν ἔχουν τό σῶμα τό ὁποῖο νά δίνῃ ζωή.
  • 58. Γι᾿ αὐτό, ἀπό μέν τό ἕνα μέρος ὁ Σολομώντας εἶπε· “ἀπό τό μέγεθος καί τήν ὀμορφιά τῶν δημιουργημάτων, παίρνουμε τήν ἀνάλογη ἰδέα γιά τήν δημιουργία τους”. «Εἰ δέ δύναμιν καί ἐνέργειαν ἐκπλαγέντες νοησάτωσαν ἀπ᾿ αὐτῶν πόσῳ ὁ κατασκευάσας αὐτά δυνατώτερός ἐστιν· ἐκ γάρ μεγέθους καλλονῆς κτισμάτων ἀναλόγως ὁ γενεσιουργός αὐτῶν θεωρεῖται» (Σοφ. Σολομ. 13, 4-5)· ἀπό δέ τό ἄλλο ὁ μακάριος Παῦλος· “Μολονότι εἶναι ἀόρατες καί ἡ αἰώνια δύναμις τοῦ Θεοῦ καί ἡ Θεϊκή Του ἰδιότητα, μποροῦσαν νά τίς ἰδοῦν μέσα στήν δημιουργία, ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος”. «Τά γάρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπό κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καί θειότης, εἰς τό εἶναι αὐτούς ἀναπολογήτους» (Ρωμ. 1, 20). Προσθέτουμε καί αὐτό ἐδῶ ὅτι γιά τό σκοπό αὐτό δημιουργήθηκαν, ἀπό τό ἕνα μέρος, ὅλα τά Δημιουργήματα, μέ λόγο καί μέ σοφία, ἀπό δέ τό ἄλλο, οἱ ἄνθρωποι πλουτίσθηκαν μέ δύναμι λογική, μελετώντας τούς λόγους τῶν δημιουργημάτων, ὥστε ἀπό τή λογική αὐτή δύναμι νά ἀνεβαίνουν στή γνῶσι καί μελέτη τοῦ προαιώνιου καί ἐνυπόστατου λόγου, ἀπό τόν Ὁποῖο τά πάντα ἔγιναν. «Πάντα γάρ φησι, δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν, ὅ γέγονεν» (Ἰωάν. 1, 3). Ἐπειδή ἀπό τίς αἰτίες γνωρίζουμε τά ἀποτελέσματα, καί ἀπό τά ἐπακόλουθα, τί προηγήθηκε· ὥστε φθάνει μόνο κάποιος νά γνωρίζει νά σκέφτεται σωστά καί ἀμέσως, μέσα στήν Δημιουργία βρίσκει τήν πίστι καί ἀπό τά Κτίσματα καί τούς μελετώμενους λόγους τῶν κτισμάτων, ἀντιλαμβάνεται καί πιστεύει χωρίς ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχει Θεός.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra