«Ὅταν ντύνεσαι, θυμήσου, ὅτι ὁ αἰώνιος Λόγος ντύθηκε σάρκα ἀνθρώπου γιά νά ντύσῃ ἐσένα ἀπό τήν Θεότητά Του» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μέρος 18ον

«Ἀδελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καί ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος Αὐτοῦ. Ἐνδύσασθε τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρός τό δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Πρός Ἐφεσ. 6, 10-11). 

Ὁ ἀγωνιστής ἐπινοεῖ τρόπους γιά νά πολεμήση τά πάθη του καί νά βοηθήσει τόν ἑαυτό του κατά τήν πορεία τῆς σωτηρίας, ἀποκομίζοντας γιά τό γῆρας του καί κυρίως γιά τήν αἰώνια ζωή μόνον θησαυρούς ἁγιότητας. 

Ὅλα συμβάλλουν καί ὁδηγοῦν πρός τήν ἁγιότητα, ἀλλά τά σωματικά ἔργα, χωρίς ἐσωτερική καθαρότητα ἀπό μόνα τους ἀποβαίνουν σέ ματαιοπονία. 

Ἔτσι ὁ ἀγωνιστής μέ τήν σταθερότητα τῆς ἀπόφασης ἀπαλλαγῆς ἀπό τά πάθη  ἡ ὁποία εἶναι μία ἀπό τίς βασικές προϋποθέσεις τῆς πνευματικῆς προόδου γιά τήν ψυχή πού μέ τήν μετάνοια καί τόν συνεχῆ ἀγῶνα φεύγει ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας, πορευόμενη πρός τήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ. 

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, στό ἔργο του ὁ «Ἀόρατος Πόλεμος», γιά αὐτόν τόν «Ἀόρατον» Πόλεμο τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, γράφει τά ἑξῆς: 

Κεφάλαιο ΚΒ´

Τά ἴδια αἰσθητά πράγματα πού εἴπαμε, μᾶς χρησιμεύουν ὡς μέσα καί ὄργανα, γιά νά διορθώνουμε τίς αἰσθήσεις μας, ἐάν περνᾷ ἀπό αὐτά στή μελέτη τοῦ σαρκωθέντος Λόγου καί στά μυστήρια τῆς ζωῆς καί τοῦ πάθους Του

Παραπάνω σοῦ ἔδειξα, πῶς ἐμεῖς ἀπό τά αἰσθητά μποροῦμε νά ἀνεβάσουμε τόν νοῦ στή θεωρία τοῦ Θεοῦ. (59)

Τώρα μάθε καί ἄλλο τρόπο, γιά νά ἀνεβάσῃς τό νοῦ σου στή μελέτη τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, σκεπτόμενος τά ἁγιώτατα μυστήρια τῆς ζωῆς καί τοῦ πάθους του. 

Ὅλα τά αἰσθητά πράγματα τοῦ σύμπαντος κόσμου, μποροῦν νά βοηθήσουν σέ αὐτή τήν μελέτη καί θεωρία, ἄν πρῶτα συλλογισθῇς σ᾿ αὐτά, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, τόν Κορυφαῖο Θεό, ὡς μοναδική καί πρώτη αἰτία, πού τούς ἔδωσε ὅλο ἐκεῖνο τό εἶναι, τήν δύναμι, τήν ὡραιότητα καί ὅλες τίς ἄλλες τελειότητες πού ἔχουν.

Καί ἄν μετά ἀπό αὐτά σκεφθῇς, πόσο μεγάλη καί ἄπειρη στάθηκε ἡ ἀγαθότητα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ὄντας μοναδική ἀρχή καί Κύριος κάθε δημιουργήματος, θέλησε νά πέσῃ τόσο χαμηλά, νά γίνῃ ἄνθρωπος, νά πάθῃ καί νά πεθάνῃ γιά τόν ἄνθρωπον, ἐπιτρέποντας στά ἴδια ἔργα τῶν χειρῶν Του, νά ὁπλισθοῦν ἐναντίον Του γιά νά τόν σταυρώσουν.

Λοιπόν ὅταν ἐσύ βλέπῃς ἀκοῦς πιάνῃς ὅπλα, σχοινιά, ξυλοδαρμούς, στύλους, ἀγκάθια, καρφιά, σφυριά καί ἄλλα τέτοια, συλλογίσου μέ τόν νοῦ σου ὅτι ὅλα αὐτά, στάθηκαν ὄργανα τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου σου.

Πάλι, ὅταν βλέπῃς κατοικῇς σέ σπίτια φτωχικά, ἄς ἔρχεται στήν ἐνθύμησί σου τό σπήλαιο καί ἡ φάτνη τοῦ Δεσπότου σου. 

ν δῇς νά βρέχῃ, θυμήσου ἐκείνη τήν γεμάτη αἵματα βροχή τοῦ ἱδρῶτα, πού ἔσταζε στόν κῆπο ἀπό τό ἱερώτατο σῶμα τοῦ γ λ υ κ ύ τ α τ ο ύ μας Ἰησοῦ καί κατάβρεξε τήν γῆ. 

ν βλέπῃς τήν θάλασσα καί τά καΐκια, θυμήσου, πῶς ὁ Θεός σου περπάτησε σωματικά πάνω σέ αὐτή, καί πῶς στεκότανε μέσα στά πλοῖα καί δίδασκε τούς ὄχλους ἀπό αὐτά. 

Οἱ πέτρες, πού θά δῇς, θά σοῦ θυμήσουν ἐκεῖνες τίς πέτρες, πού συντρίφθηκαν στόν θάνατό Του· ἡ γῆ θά σοῦ θυμήσῃ ἐκεῖνο τό σεισμό, πού ἔκανε τότε στό πάθος Του.

Ὁ ἥλιος, θά σοῦ θυμίσῃ τό σκοτάδι, πού τόν σκοτείνιασε τότε· τά νερά θά σοῦ θυμήσουν ἐκεῖνο τό νερό, πού ἔτρεξε ἀπό τήν ἁγία Του πλευρά, ὅταν τόν ἐτρύπησε ὁ στρατιώτης νεκρό στό Σταυρό. 

ν πίνῃς κρασί ἄλλο ποτό, θυμήσου τό ξύδι καί τήν χολή, πού πότισαν τόν Δεσπότη σου. 

ν σέ θέλγῃ ἡ εὐωδία τῶν ἀρωμάτων, τρέξε νοερά στή δυσωδία, πού ὁ Ἰησοῦς αἰσθανόταν στό ὄρος τοῦ Γολγοθᾶ, τό ὁποῖο ἦταν τόπος τῆς καταδίκης, στό ὁποῖο ἀποκεφάλιζαν τούς ἀνθρώπους καί γι᾿ αὐτό ἦταν δύσοσμο καί βρωμερό (60).

Ὅταν ντύνεσαι, θυμήσου, ὅτι ὁ αἰώνιος Λόγος ντύθηκε σάρκα ἀνθρώπου γιά νά ντύσῃ ἐσένα ἀπό τήν Θ ε ό τ η τ ά Του

Ὅταν πάλι ξεντύνεσαι, σκέψου τόν Χριστό σου, πού ἔμεινε γυμνός γιά νά μαστιγωθῇ καί νά καρφωθῇ στό Σταυρό γιά λογαριασμό σου. 

Ἐάν σου φανῇ καμμία φωνή γλυκειά καί νόστιμη, μετάθεσε τήν ἀγάπη στό Σωτῆρα σου, στοῦ ὁποίου τά χείλη ξεχύθηκε ὅλη ἡ χάρι καί νοστιμάδα, κατά τό ψαλμικό, “ἐξεχύθη χάρις ἐν χείλεσί σου”. 

«ραῖος κάλλει παρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων, ἐξεχύθη χάρις ἐν χείλεσί σου· διά τοῦτο εὐλόγησέ σε ὁ Θεός εἰς τόν αἰῶνα» (Ψαλμός 44, 3).

Καί ἀπό τήν γλυκύτητα τῆς γλώσσης Του κρεμόταν ὁ λαός, κατά τόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ· “ὁ λαός ὅλος ὅταν τόν ἄκουγε κρεμόταν ἀπό τά χείλη Του”. 

«Καί οὐχ εὕρισκον τό τί ποιήσουσιν· ὁ λαός γάρ ἅπας ἐξεκρέματο αὐτοῦ ἀκούων» (Λουκ. 19, 48). 

Ἐάν ἀκούσῃς ταραχές καί φωνές τοῦ λαοῦ, σκέψου ἐκεῖνες τίς παράνομες φωνές τῶν Ἰουδαίων, «Ἆρον, Ἆρον, σταύρωσον αὐτόν», πού ἀκούστηκαν δυνατά στά Θεϊκά αὐτιά Του. 

ν δῇς κανένα ὄμορφο πρόσωπο, θυμήσου πως ὁ ὡραιότατος Ἰησοῦς Χριστός, πάνω ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἔγινε ἄμορφος, καί ἀτιμασμένος, χωρίς καμία ὀμορφιά πάνω στό Σταυρό γιά τήν ἀγάπη σου. 

Κάθε φορά, πού θά κτυπήσῃ τό ρολόϊ, ἄς ἔρθη στό νοῦ σου ἐκεῖνο τό λυποθύμισμα τῆς καρδιᾶς, πού ἔνιωσε ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἄρχισε στό κῆπο νά φοβᾶται τήν ὥρα τοῦ Πάθους καί τοῦ θανάτου, πού πλησίασε· νόμισε πώς ἀκοῦς ἐκείνους τούς σκληρούς χτύπους πού ἀκούγονταν ἀπό τά σφυριά, ὅταν τόν κάρφωναν στό Σταυρό. 

Καί γιά νά πῶ ἁπλά, σέ κάθε λυπηρή ἀφορμή πού θά σέ βρῇ βρῇ ἄλλους, σκέψου πώς δέν εἶναι μηδέν κάθε λύπη καί δοκιμασία, κατ᾿ ἀναλογία καί ὁμοιότητα τῶν ἀνήκουστων δοκιμασιῶν, πού καταπλήγωσαν καί συνέτριψαν τό σῶμα καί τήν ψυχή τοῦ Κυρίου σου.

Κεφάλαιο ΚΓ´

Πῶς πρέπει νά διορθώνουμε τίς αἰσθήσεις μας μέ ἄλλους τρόπους, ὅταν μᾶς παρουσιάζωνται τά ὁρατά ἀντικείμενά τους.

Ὅταν βλέπῃς πράγματα ὡραῖα στήν ὄψι καί τίμια στή γῆ, σκέψου, ὅτι ὅλα εἶναι μηδαμηνά, καί σάν μιά κοπριά, σέ σχέσι μέ τήν σύγκρισι τῶν ὡραιοτήτων καί πλουσιοτήτων τοῦ οὐρανοῦ, τά ὁποῖα μετά τό θάνατο θά ἀπολαύσῃς ἄν καταφρονήσῃς ὅλο τόν κόσμο.

Στρέφοντας ὅλη τή ματιά σου πρός τόν ἥλιο, σκέψου ὅτι περισσότερο ἀπό αὐτόν εἶναι φωτεινή καί ὡραία ἡ ψυχή σου, ἄν σταματᾷς στή χάρι τοῦ Ποιητοῦ σου· διαφορετικά, εἶναι περισσότερο σκοτεινή καί σιχαμερή ἀπό τό καταχθόνιο σκοτάδι. 

Βλέποντας μέ τά μάτια σου στόν οὐρανό, πέρασε μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς σου ψηλότερα στό πύρινο οὐρανό (61), καί ἐκεῖ συγκετρώσου μέ τόν λογισμό, σάν νά σοῦ εἶναι αὐτός ἕτοιμος γιά παντοτεινή εὐτυχέστατη κατοικία, ἐφ᾿ ὅσον ζήσεις ἐδῶ στή γῆ μέ ἀθῳότητα. 

Ἀκούγοντας τά κελαηδίσματα τῶν πουλιῶν πάνω στά δέντρα τήν ἐποχή τῆς ἀνοίξεως καί ἄλλα μελῳδικά τραγούδια, ἀνέβασε τό νοῦ σου σέ ἐκεῖνα τά γλυκοκελαηδίσματα τοῦ Παραδείσου, καί σκέψου πώς ἐκεῖ ἀκούγεται ἀσταμάτητα τό «Ἀλληλούϊα» καί οἱ ἄλλες ἀγγελικές δοξολογίες (62) 

Καί παρακάλεσε τόν Θεό νά σέ ἀξιώσῃ νά τόν ὑμνῇς γιά πάντα, μαζί μέ ἐκεῖνα τά οὐράνια πνεύματα: “Καί μετά ταῦτα ἤκουσα φωνήν ὄχλου πολλοῦ μεγάλην ἐν τῷ οὐρανῷ, λέγοντος Ἀλληλούϊα”, «καί δεύτερον εἴρηκαν· ἀλληλούϊα· καί ὁ καπνός αὐτῆς ἀναβαίνει εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Ἀποκ. 19, 3).

Ὅταν καταλάβης ὅτι νιώθεις εὐχαρίστησι ἀπό τήν ὡραιότητα τῶν δημιουργημάτων, σκέψου, ὅτι ἐκεῖ παρακάτω ἀπό τήν εὐχαρίστηση, βρίσκεται κρεμασμένο τό ὑποχθόνιο φίδι, πολύ προσεκτικό καί πρόθυμο νά σέ σκοτώσῃ ἀκόμη καί νά σέ πληγώσῃ καί πές ἐναντίον του. 

«Ἄ, κατηραμένο φίδι! Πῶς κάθεσαι ἔτσι πού ἔχεις στήσει παγίδα, γιά νά μέ καταφᾶς»! Καί ἔπειτα ἀφοῦ στραφῆς πρός τό Θεό, πές· «Εὐλογητός εἶσαι, Θεέ μου, πού μοῦ φανέρωσες τόν ἐχθρό μου καί μέ ἐλευθέρωσες ἀπό τό λυσσασμένο του λάρυγγα καί τό ἄγγιστρο». 

Καί ἀμέσως κατέφυγε στίς πληγές τοῦ Ἐσταυρωμένου, συγκεντρώσου σέ αὐτές, καί σκέψου πόσο ὑπέφερε ὁ Κύριός μας στήν ἁγιώτατη σάρκα Του, γιά νά σέ ἐλευθερώσῃ ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά σέ κάνῃ νὰ μισήσῃς τίς ἡδονές τῆς σάρκας.

Σοῦ θυμίζω καί ἄλλο ἕνα πρᾶγμα, γιά νά ἀποφύγῃς αὐτή τήν ἐπικίνδυνη ἀπόλαυσι καί εὐχαρίστησι τῆς σάρκας· καί αὐτό εἶναι, τό νά βυθίζῃς καλά τό νοῦ σου στό νά συλλογίζεται μετά ἀπό τόν θάνατο τί θά γίνῃ ἐκεῖνο τό πρόσωπο πού τότε σοῦ ἄρεσε.

Δηλαδή, ὅτι θά γίνῃ σάπιο καί γεμάτο σκουλίκια καί βρωμιά· ὅταν περπατᾷς σέ κάθε βῆμα καί διασκελισμό ποδιοῦ πού κάνεις, θυμήσου πώς κατά αὐτόν τόν τρόπο πηγαίνεις πλησιάζοντας στόν τάφο. 

Βλέποντας πουλιά στόν ἀέρα, νερά νά τρέχουν, σκέψου πώς ἡ ζωή σου μέ μεγαλύτερη ταχύτητα πετᾶ καί πηγαίνει στό τέλος της. 

Ὅταν ξεσηκωθοῦν ἄνεμοι δυνατοί τόν χειμῶνα, ἀστράφτει καί βροντάει ὁ οὐρανός, τότε θυμήσου τή φοβερή μέρα τῆς Κρίσεως.

Καί κλίνοντας τά γόνατα, προσκύνησε τόν Θεό καί παρακάλεσέ Τον νά σοῦ δώσῃ χάρι καί χρόνο, νά ἑτοιμασθῇς καλά, γιά νά παρουσιασθῇς τότε μπροστά στήν Ὕψιστη Μεγαλειότητα.

Ἐάν σέ βροῦν διάφορα γεγονότα, ἐξασκήσου κατά αὐτό τόν τρόπο:

Ὅταν, παραδείγματος χάριν, εἶσαι στενοχωρημένος ἀπό κανένα πόνο μελαγχολία ὑποφέρῃς ἀπό πυρετό κρύωμα κάτι ἄλλο θλιβερό, ἀνέβασε τό νοῦ σου στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Στόν ὁποῖο φάνηκε εὐχάριστο γιά τό καλό σου νά ὑποφέρῃς σ᾿ αὐτό τό μέτρο καί αὐτή τήν ἐποχή ἐκείνη τήν ἀρώστεια καί τήν θλῖψι, γιά τήν ὁποία, χαρούμενος γιά τήν ἀγάπη πού σοῦ δείχνει ὁ Θεός, καί γιά τήν ἀφορμή πού σοῦ δίνει νά τόν ὑπηρετήσῃς σέ ὅλα ἐκεῖνα πού τοῦ ἀρέσουν περισσότερο, πές μέ τήν καρδιά σου:

«Ἰδού εἰς ἐμέ τό πλήρωμα τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ μου, τό ὁποῖο ἀπό πολλά χρόνια ὥρισε μέ ἀγάπη νά ὑποφέρω ἐγώ αὐτή τήν θλῖψι· ἄς εἶναι πάντα εὐλογημένος ὁ ἀγαθώτατός μου Δεσπότης». 

Καί πάλι, ὅταν ἔλθη στό νοῦ σου κανένας καλός λογισμός, στρέψου στό Θεό καί γνωρίζοντας ὅτι προῆλθε ἀπό αὐτόν, εὐχαρίστησέ τον.

Ὅταν κάνῃς ἀνάγνωσι, πίστεψε ὅτι βλέπεις τόν Θεό κάτω ἀπό ἐκεῖνα τά λόγια, καί δέξου τα σάν νά προέρχονταν ἀπό τό Θεϊκό Του στόμα. 

Τόν καιρό πού βλέπεις ὅτι βασιλεύει ὁ ἥλιος καί ἔρχεται ἡ νύχτα, λυπήσου καί παρακάλεσε τόν Θεό, νά μήν πέσῃς στό αἰώνιο σκοτάδι”.

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐδῶ μᾶς συμβουλεύει πατρικά, κυρίως μέ τήν ταπείνωση καί πάντοτε μέσα ἀπό τήν πράξη μέ σοφά λόγια, ὡς ἑξῆς: «Καί ἄρχισε τό ἔργο, καί πολέμησε γιά νά νικήσῃς· καί βέβαια ἀπό αὐτά θά ἀποκτήσῃς τήν ὁλοκληρωτική ἐλπίδα στόν Θεό. 

Μέ τά τέσσερα αὐτά ὅπλα ὁπλίσου, ἀδελφέ μου, σάν ὁπλισμό πολύ ἀσφαλῆ καί ἀναγκαῖο, γιά νά γίνῃς νικητής σέ αὐτόν τόν ἀόρατο πόλεμο καί γιά νά λάβης τό στεφάνι

Καί αὐτά εἶναι: Τό α΄ νά μήν ἐμπιστεύεσαι ποτέ τόν ἑαυτόν σου, τό β΄ νά ἔχῃς πάντα ὅλο σου τό θάρρος καί τήν ἐλπίδα στό Θεό, τό γ΄ νά ἀγωνίζεσαι πάντα· καί τό δ΄ νά προσεύχεσαι».

Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς ἄς ζητήσουμε νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἄς ἐνδυθοῦμε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, ἄς ἀντισταθοῦμε γιά νά δυνηθοῦμε κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς πονηρίας, νά ἀναδειχθοῦμε νικητές. 

Ἄς ἐργαστοῦμε μέσα ἀπό τήν ἰσχυρή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν κατάκτηση τῶν ἐπουρανίων ἀφθάρτων ἀγαθῶν, τῆς δικαιοσύνης, κι’ ἀκόμη αὐτῆς τῆς θεωρίας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μέ τόν Ψαλμό τοῦ Δαυΐδ: «γώ δέ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ Σου χ ο ρ τ α σ θ ή σ ο μ α ι ἐν τῷ ὀφθῆναι μοι τήν δόξαν Σου» (Ψαλμός 16, 15). 

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 59. «Ἀόρατος Πόλεμος» Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος. Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος. http://users.uoa.gr https://www.imaik.gr/?cat=187
  • 60. Γιά δυό λόγους ὁ λόφος τοῦ Γολγοθᾶ ὠνομάσθηκε Κρανίου τόπος, πρῶτα καί τό πιό σημαντικό, γιατί κατά τήν γνώμη Βασιλείου, Χρυσοστόμου καί Θεοφυλάκτου εἶναι ἡ παράδοσις αὐτή ὅτι, ἐκεῖ ἦταν θαμμένο τό σῶμα τοῦ Ἀδάμ. Γι᾿ αὐτό καί ὁ μοναχός Ἐπιφάνιος σέ αὐτό τό σύγγραμμα σχετικά μέ τήν Συρία καί τήν Ἱερουσαλήμ λέει· «Ὑπό τόν Γολγοθᾶν ναός (ἤτοι οἶκος) μικρός τοῦ Ἀδάμ ἐστι καί ἐν αὐτῷ ἥν ἡ κάρα αὐτοῦ ὑπό τό δεῖγμα τοῦ Γολγοθᾶ» ὁπότε ἀπό αὐτό ὀνομάστηκε Κρανίου τόπος· ἡ δεύτερη καί πιό πρόχειρη αἰτία εἶναι γιατί κατά τήν γνώμην τοῦ Κορεσσίου καί ἄλλων ἱστορικῶν, δέν ἔλειπαν ἀπό ἐκεῖ πάντα κρανία σπαρμένα αὐτῶν τῶν κακούργων πού ἀπεκεφάλιζαν, ἀπό τά ὁποῖα καί ὀνομάστηκε Κρανίου τόπος.
  • 61. Ὁ πύρινος οὐρανός ἔχοντας τήν οὐσία του ἀπό φῶς καθαρώτατο, κατά τόν ἅγιο Κάλλιστο, εἶναι, κατά τούς θεολόγους, ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ, κατά τό «ὁ οὐρανός μοι θρόνος»· καί πάλι, «ὁ οὐρανός τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ» αὐτός εἶναι καί ἡ κατοικία ὅλων τῶν ἁγίων, τόσον Ἀγγέλων, ὅσον καί τῶν ἀνθρώπων· αὐτός εἶναι καί ἡ πολυπόθητη βασιλεία τῶν οὐρανῶν, σχετικά γιά τήν ὁποία ἔλεγε ὁ μακάριος Αὐγουστῖνος, «ἄν καί μίαν μόνην ἡμέραν ἔμελλον νά ἀπολαύσω τήν οὐράνιον βασιλείαν, πάντα τά τοῦ κόσμου καί πᾶσαν σωματικήν καταφρονήσω ἀπόλαυσιν». Καί ὁ Ἱερώνυμος ἐμφανίστηκε σέ ὄνειρο στόν ἱερό Αὐγουστῖνο πρῶτα τόν ἐρώτησε σχετικά μέ τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔλεγε· «Ἀδελφέ, ἡ οὐράνια μακαριότητα καί μέ τό στόμα δέν περιγράφεται καί μέ τόν ἀνθρώπινο νοῦ δέν καταλαβαίνεται. Αὐτήν καί οἱ Ἄγγελοι ἀπολαμβάνουν καί οἱ δίκαιοι συναπολαμβάνουν καί πίστευε ἔτσι».
  • 62. Τρεῖς ἐξαίσιοι ὕμνοι καί δοξολογίες εἶναι, μέ τίς ὁποῖες δοξολογοῦν τήν Ἁγία Τριάδα οἱ ἐννιά τάξεις τῶν Ἀγγέλων. Καί τῆς μέν πρώτης Ἱεραρχίας τῶν Θρόνων, Χερουβίμ καί Σεραφίμ, εἶναι ὁ ἴδιος ὕμνος, τό, Γέλ γέλ τό ὁποῖο βγαίνει ἀπό τούς κύκλους τῶν Χερουβείμ κατά τόν Ἰεζεκιήλ, «καί ἐν μέσῳ τῶν ζῴων ὅρασις ὡς ἀνθράκων πυρός καιομένων, ὡς ὄψις λαμπάδων συστρεφομένων ἀναμέσον τῶν ζῴων καί φέγγος τοῦ πυρός, καί ἐκ τοῦ πυρός ἐξεπορεύετο ἀστραπή» (Ἰεζ. 1, 13), δηλώνει δέ ἀνακυλισμό, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιον Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη (Οὐράν. Ἱεραρχ. κεφ. ιε´)· τῆς δέ δεύτερης ἱεραρχίας, τῶν Κυριοτήτων, Δυνάμεων καί Ἐξουσιῶν, ὁ ἴδιος ὕμνος εἶναι τό, Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος”, «καί ἐκέκραγεν ἕτερος πρός τόν ἕτερον καί ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ» (Ἡσαΐας 6, 3). Τῆς δέ τρίτης τῶν Ἀρχῶν Ἀρχαγγέλων καί Ἀγγέλων ἴδιος ὕμνος εἶναι τό, Ἀλληλούϊα, κατά τόν Νικήτα τόν Στηθᾶτο (Φιλοκαλ. κεφ. η´ τῆς τρίτης ἐκατοντ.).

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra