«Ἀπόφευγε νά μιλᾷς αὐστηρά καί μεγαλόφωνα» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μέρος 19ον

«Ἀδελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καί ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος Αὐτοῦ. Ἐνδύσασθε τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρός τό δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Πρός Ἐφεσ. 6, 10-11).

Γιά νά μήν ἐγκαταλείψη τόν ἀγῶνα ὁ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς ἔχει ἀνάγκη μεγάλης ὑπομονῆς. Διότι ὁ πνευματικός πόλεμος δέν ἔχει ἀνακωχή, οὔτε τέλος εἰς τήν ἐπί γῆς ζωή.

Δεῖγμα γνησιότητος τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα εἶναι τό νά γίνεται ἐν κρυπτῷ καί νά ἀποφεύγει τόν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. 

Μεγαλύτερη ἀξία ἔχει ὁ ἀγώνας πού γίνεται γιά τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τά ψυχικά πάθη, γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς «μητέρας τῶν ἀρετῶν». 

Μέσα ἀπό τήν ἄγρυπνη προσοχή ἐντοπίζονται ἀπό τόν ἀγωνιστή καί τά παραμικρά κινήματα τῆς καρδιᾶς τοῦ ἔσω ἀνθρώπου μέ τήν ἄσκηση τῶν πρακτικῶν ἀρετῶν. 

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, στό ἔργο του ὁ «Ἀόρατος Πόλεμος», γιά αὐτόν τόν «Ἀόρατον» Πόλεμο τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, γράφει τά ἑξῆς: 

“Βλέποντας τόν Σταυρό, συλλογίσου πώς αὐτός εἶναι ἡ σημαία καί τό λάβαρο τῆς ἐκστρατείας καί τοῦ πολέμου σου, καί πώς, ἄν ἀπομακρυνθῇς ἀπό αὐτόν, θά παραδοθῇς στά χέρια τῶν ἐχθρῶν ἄν ὅμως τόν ἀκολουθήσῃς, θά φθάσῃς στόν οὐρανό φορτωμένος μέ ἔνδοξα βραβεῖα. (63)

Βλέποντας τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἀφιέρωσε τήν καρδιά σου σ᾿ αὐτή πού βασιλεύει στόν Παράδεισο καί εὐχαρίστησέ την, γιατί στάθηκε πάντα ἕτοιμη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ σου, γιατί γέννησε, θήλασε, ἀνέθρεψε τόν Λυτρωτή τοῦ κόσμου, καί γιατί δέν λείπει στόν ἀόρατό μας πόλεμο ἡ προστασία καί ἡ βοήθειά της. 

Οἱ εἰκόνες τῶν Ἁγίων, ἄς παραβάλλουν στό νοῦ σου ὅτι ἔχεις τόσους συμπαραστάτες καί μεσῖτες στόν Θεό καί παρακαλοῦν γιά σένα· αὐτοί ρίχνοντας μέ γενναιότητα τά κοντάρια τους καί ἀφοῦ περπάτησαν, σοῦ ἄνοιξαν τόν δρόμο, μέσα ἀπό τόν ὁποῖο περπατώντας, θά στεφανωθῇς καί σύ μαζί τους σέ μιά δόξα παντοτεινή.

Ὅταν δῇς τίς Ἐκκλησίες, ἀνάμεσα στίς ἄλλες εὐλαβεῖς σκέψεις σου, συλλογίσου ὅτι ἡ ψυχή σου εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τό “ἐσεῖς εἶσθε ναός τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ”, «ὑμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθώς εἶπεν ὁ Θεός ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω, καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός» (Β´ Κορ. 6, 16).

Καί πρέπει νά διατηρῇς τήν ψυχή σου καθαρή καί ἁγνή. Ἀκούγοντας σέ κάθε στιγμή τόν ἀσπασμό τοῦ Ἀγγέλου τό, Θεοτόκε Παρθένε, κάνε αὐτές τίς σκέψεις: 

α´. Εὐχαρίστησε τόν Θεό γιά ἐκεῖνο τό μήνυμα, πού ἔστειλε ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ καί στάθηκε ἡ ἀρχή τῆς σωτηρίας μας. 

β´. Χαῖρε μαζί μέ τήν Ἀειπαρθένο Μαρία γιά τά πολλά μεγαλεῖα της, στά ὁποῖα ὑψώθηκε γιά τήν ἐξαίρετη τιμή καί βαθύτατη ταπείνωσί της. 

Καί γ´ προσκύνησε μαζί μέ αὐτήν τήν εὐτυχισμένη Μητέρα καί μέ τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ τό Θεῖο της βρέφος, πού τότε ἀμέσως συνελήφθη στή παναγία της μήτρα· αὐτό πρέπει νά τό ἐπαναλαμβάνῃς τρεῖς φορές τήν ἡμέρα, τό βράδυ, τό πρωί καί τό μεσημέρι.

Τήν δέ Πέμπτη τό βράδυ, σκέψου τήν λύπη τῆς Θεοτόκου γιά τόν γεμάτο αἵματα ἱδρῶτα, πού ἔτρεξε ἀπό τόν ἀγαπητό της Υἱό μέσα στόν Κῆπο πού προσευχόταν, ὅταν πῆγαν οἱ στρατιῶτες μέ τόν Ἰούδα καί τόν ἔπιασαν καί γιά τήν θλῖψι πού εἶχε ὁ Υἱός της ὅλη ἐκείνη τήν νύχτα.

Τό πρωΐ τῆς Παρασκευῆς, σκέψου τίς λῦπες καί τούς πόνους πού δοκίμασε γιά τήν παρουσίασι τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ της στόν Πιλᾶτο καί στόν Ἡρῴδη, γιά τήν ἀπόφασι τοῦ θανάτου καί γιά τό σήκωμα τοῦ Σταυροῦ Του.

Τό μεσημέρι, ἕως τό Σάββατο, σκέψου τήν ρομφαία τῆς θλίψεως πού πέρασε τήν καρδιά αὐτῆς τῆς πολύ ἄξιας Κυρίας, γιά τήν σταύρωσι καί τόν θάνατο τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ της, γιά τό σκληρότατο τρύπημα τῆς λόγχης τῆς ἁγίας Του πλευρᾶς καί γιά τήν ταφή Του κ.τ.λ. 

Καί μέ συντομία, ἄς εἶσαι πάντα ξάγρυπνος καί προσεκτικός, στό νά κυβερνᾷς τίς αἰσθήσεις σου, καί σέ κάθε τί πού τυχαίνει, χαροποιό λυπηρό, ἀγωνίσου νά κινῆσαι νά πηγαίνεις πίσω, ὄχι ἀπό τήν ἀγάπη τό μῖσος τῶν ἐπιγείων, ἀλλά ἀπό μόνη τήν θέλησι τοῦ Θεοῦ καί νά δέχεσαι αὐτά νά τά ἀποστρέφεσαι τόσο, ὅσο θέλει ὁ Θεός.

Λοιπόν, ς γνωρίζῃς ὅτι τούς παραπάνω τρόπους, πού σοῦ φανέρωσα γιά τήν κυβέρνησι τῶν αἰσθήσεών σου, δέν σοῦ τούς ἔδωσα γιά νά ἀσχολῆσαι συνέχεια μέ αὐτούς.

Ἐπειδή καί ἔχῃς ὑποχρέωσι σχεδόν πάντα, νά ἔχῃς τό νοῦ σου μαζεμένο μέσα στήν καρδιά σου, γιά νά στέκεσαι μαζί μέ τόν Κύριό σου, ὁ ὁποῖος θέλει νά προσέχῃς στό νά νικᾷς τούς ἐχθρούς σου καί τά πάθη σου, μέ συνεχεῖς πράξεις, τόσο μέ τό νά ἀντιστέκεσαι σ᾿ αὐτά, ὅσο καί μέ τίς πράξεις τῶν ἀντίθετων ἀρετῶν, καθώς σοῦ προεῖπα στό ιγ´ κεφάλαιο· ἀλλά σοῦ τούς ἑρμήνευσα γιά νά γνωρίζῃς νά κυβερνᾷς τόν ἑαυτό σου, ὅταν τό καλέσῃ ἡ ἀνάγκη. 

Γιατί πολλοί, καί παλαιοί καί νέοι ἀσκητές, καί ἄλλοι μέ παρόμοιες φαντασίες πλανήθηκαν καί χάθηκαν ἀπό τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καί συνηθίζει νά μετασχηματίζεται σέ ἄγγελο φωτός, καθώς εἶπε ὁ Παῦλος, γιά νά πλανήσῃ τόν ἄνθρωπο· “Καί ὁ ἴδιος ὁ σατανᾶς μεταμφιέζεται σέ ἄγγελο φωτός”.

«Καί οὐ θαυμαστόν· αὐτός γάρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β´ Κορ. 11, 14).

Γνώριζε ἐπίσης καί αὐτό, ὅτι καθώς ἀπό τήν αἴσθησι γεννιέται ἡ φαντασία, ἔτσι ἀντιστρόφως καί ἀπό τήν φαντασία γεννιέται ἡ αἴσθηση, δηλαδή τόσο πολύ χοντραίνει καί παχαίνει ἡ φαντασία σέ μερικούς ἀνθρώπους, πού προκαλεῖ τίς ἴδιες ἐνέργειες καί ἔχει τά ἴδια ἀποτελέσματα, πού κάνει καί ἡ αἴσθησις.

Γι᾿ αὐτό πολλοί ὑποχόνδριοι καί φαντασιώδεις φοβοῦνται ἀπό τίς φαντασίες τους, ὅπως φοβοῦνται καί ἀπό τίς αἰσθήσεις τους· καί γλυκαίνονται καί προσπαθοῦν πονοῦν καί ὑποφέρουν, κάποιοι καί πεθαίνουν μόνο καί μόνο ἀπό αὐτά τά πρόσωπα καί πράγματα πού φαντάζονται, παρομοίως σάν νά ἦταν παρόντα αἰσθητά καί πραγματικά, αὐτά τά ἴδια πρόσωπα καί πράγματα πού φαντάζονται. 

Καί, λοιπόν, ποιός δέν βλέπει πόσο κακό πρᾶγμα εἶναι ἡ φαντασία καί πόσο πρέπει νά τήν ἀποφεύγουμε;

Κεφάλαιο ΚΔ´

Πῶς πρέπει νά κυβερνᾶμε τή γλῶσσα μας;

Ἀνάγκη μεγάλη εἶναι νά κυβερνᾷ κάποιος ὅπως πρέπει τήν γλῶσσα του καί νά τήν χαλιναγωγῇ. 

Γιατί, κάθε ἕνας κλίνει πολύ στό νά τήν ἀφήνῃ νά τρέχῃ καί νά ὁμιλῇ γιά ἐκεῖνα πού δίνουν εὐχαρίστησι στίς αἰσθήσεις μας.

Ἡ πολυλογία, τίς περισσότερες φορές, προέρχεται ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ἀπό τήν ὁποία, φανταζόμενοι ἐμεῖς πώς γνωρίζουμε πολλά, καί ἱκανοποιώντας τή γνώμη μας, πιεζόμαστε μέ πολλές ἐπαναλήψεις τῶν λόγων μας, νά τυπώσουμε τήν γνώμη μας αὐτή στίς καρδιές τῶν ἄλλων, γιά νά τούς κάνουμε τόν δάσκαλο, σάν νά ἔχουν ἀνάγκη νά μάθουν ἀπό μᾶς.

Καί μάλιστα τήν ἴδια ὑπερηφάνεια δείχνουμε ὅταν τούς διδάσκουμε χωρίς αὐτοί νά μᾶς ρωτήσουν πρῶτα.

Τά κακά πού γεννιοῦνται ἀπό τήν πολυλογία, δέν εἶναι δυνατό νά τά περιγράψουμε μέ λίγα λόγια· ἡ πολυλογία εἶναι μητέρα τῆς ἀκηδίας· ὑπόθεσις ἄγνοιας καί ἀνοησίας· πόρτα τῆς καταλαλιᾶς, ὑπηρέτης τῶν ψεμμάτων καί ψυχρότητα τῆς εὐλαβοῦς θερμότητας· τά πολλά λόγια δυναμώνουν τά πάθη καί ἀπό αὐτά κινεῖται μετά ἀπό αὐτά ἡ γλῶσσα μέ περισσότερη εὐκολία στήν ἀδιάκριτη συζήτησι. 

Γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος, θέλοντας νά φανερώσῃ πόσο δύσκολο εἶναι τό νά μήν ἁμαρτάνῃ κάποιος στά λόγια πού λέει, εἶπε ὅτι αὐτό εἶναι χαρακτηριστικό τῶν τελείων ἀνδρῶν:

“Ἄν κάποιος δέν κάνῃ σφάλματα μέ τά λόγια, αὐτός εἶναι τέλειος ἄνθρωπος, ἱκανός νά χαλιναγωγήσῃ ὅλο του τόν ἑαυτό”, «πολλά γάρ πταίομεν ἅπαντες. Εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατός χαλιναγωγῆσαι καί ὅλον τό σῶμα» (Ἰακ. 3, 2). 

Γιατί, ἀφοῦ ἡ γλῶσσα ἀρχίσει μία φορά νά μιλάει, τρέχει σάν ἀχαλίνωτο ἄλογο, καί δέν μιλάει μόνο τά καλά καί αὐτά πού πρέπει, ἀλλά καί τά κακά· γι᾿ αὐτό καί ὀνομάζεται αὐτή ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀπόστολο, “μεστή ἀπό κακό, γεμάτη ἀπό δηλητήριο θανατηφόρο”, «τήν δέ γλῶσσαν οὐδείς δύναται ἀνθρώπων δαμάσαι· ἀκατάσχετον κακόν, μεστή ἰοῦ θανατηφόρου» (Ἰακ. 3, 8). 

Ὅπως σύμφωνα καί ὁ Σολομώντας εἶπε, ὅτι ἀπό τήν πολυλογία δέν θά ἀποφύγῃς τήν ἁμαρτία· «ἐκ πολυλογίας οὐκ ἐκφεύξῃ ἁμαρτίαν, φειδόμενος δέ χειλέων νοήμων ἔσῃ» (Παρ. 10, 19). 

Καί γιά νά μιλήσουμε γενικά, ὅποιος μιλάει πολύ, δείχνει ὅτι εἶναι ἀνόητος· «καί ὁ ἄφρων πληθύνει λόγους, οὐκ ἔγνω ἄνθρωπος τί τό γενόμενον, καί τί τό ἐσόμενον, ὅτι ὀπίσω αὐτοῦ, τίς ἀναγγελεῖ αὐτῷ;» (Ἐκκλ. 10, 14).

Μήν ἀνοίξης μεγάλες συνομιλίες μέ ἐκεῖνον, πού σέ ἀκούει μέ κακή ὄρεξι, γιά νά μή τόν ἀηδιάσῃς καί τόν κάνῃς νά σέ σιχαθῇ, ὅπως γράφτηκε: 

“Ὁ πλεονάζων λόγον, βδελυχθήσεται”, «ἄνθρωπος σοφός σιγήσει ἕως καιροῦ, ὁ δέ λαπιστής καί ἄφρων ὑπερβήσεται καιρόν. Ὁ πλεονάζων λόγῳ βδελυχθήσεται, καί ὁ ἐνεξουσιαζόμενος μισηθήσεται» (Σειράχ 20, 8). 

Ἀπόφευγε νά μιλᾷς αὐστηρά καί μεγαλόφωνα

Γιατί καί τά δυό εἶναι πολύ μισητά καί δίνουν ὑποψία ὅτι εἶσαι μάταιος καί ἔχεις μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό σου· μήν μιλᾷς ποτέ γιά τόν ἑαυτό σου καί γιά τίς ὑποθέσεις σου γιά τούς συγγενεῖς σου· παρά, ὅταν εἶναι ἀνάγκη καί ὅσο μπορεῖς περισσότερο, μέ συντομία καί ὀλιγολογία. 

Καί ἄν σοῦ φανῇ πώς ἄλλοι μιλοῦν γιά τόν ἑαυτό τους παραπάνω, ἐσύ πίεσε τόν ἑαυτό σου νά μή τούς μιμηθῇς, ἄν ὑποτεθῇ ὅτι καί τά λόγια τους νά φαίνωνται ταπεινά καί τῶν ἴδιων κατηγορητικά. 

Γιά δέ τόν πλησίον σου καί γιά ὅσα ἀνάγονται σέ αὐτό, μίλα ὅσο λιγώτερο μπορεῖς, ὅταν καί ἐκεῖ πού εἶναι ἀνάγκη γιά τό καλό του (64).

Γιά τόν Θεό, νά μιλᾷς μέ ὅλη σου τήν ὄρεξι καί μάλιστα γιά τήν ἀγάπη καί τήν ἀγαθότητά Του. 

Ἀλλά μέ φόβο, σκεπτόμενος, ὅτι μπορεῖς νά κάνῃς λάθος ἀκόμη καί σέ αὐτό. 

Ὁπότε, καλύτερα ἀγάπα νά προσέχῃς, ὅταν ἄλλοι μιλοῦν σχετικά μέ αὐτά, φυλάττοντας τούς λόγους τους στά ἐσωτερικά τῆς καρδιᾶς σου. 

Γιά τά ἄλλα πού μιλᾶνε, μόνο ὁ ἦχος τῆς φωνῆς ἄς ἐνοχλῇ τήν ἀκοή σου· ἀλλά ὁ νοῦς σου, ἄς στέκεται ἀνυψωμένος στό Θεό. 

Ἀλλά καί ὅταν ἀκόμη εἶναι ἀνάγκη νά ἀκούσῃς ἐκεῖνον, πού μιλάει γιά νά καταλάβης καί νά τοῦ ἀπαντήσῃς, καί τότε μήν παραλείψης ἀνάμεσα νά ὑψώσῃς κάποιο μέ τό λογισμό στόν οὐρανό, πού κατοικεῖ ὁ Θεός σου· καί σκέψου τό ὕψος του καί πώς αὐτός βλέπει πάντα τήν μηδαμινότητά σου, ἐξέταζε καλά ἐκεῖνα, πού ἔρχονται στήν καρδιά σου γιά νά πῇς, πρίν νά περάσουν στή γλῶσσα καί θά βρῇς πολλά, πού εἶναι καλύτερα νά μήν βγοῦν ἀπό τό στόμα σου.

Ἀλλά ἀκόμη γνώριζε, ὅτι καί ἀπό ἐκεῖνα, πού σκέφτεσαι ὅτι εἶναι καλά νά πῇς, εἶναι πολύ καλύτερο νά τά θάψης στή σιωπή καί θά τό γνωρίσῃς, ἀφοῦ περάσῃ ἐκείνη ἡ συνομιλία.

Ἡ σιωπή, εἶναι μία μεγάλη ἐνδυνάμωσις τοῦ Ἀοράτου Πολέμου καί μία σίγουρη ἐλπίδα τῆς νίκης· ἡ σιωπή, εἶναι πολύ ἀγαπημένη ἀπό ἐκεῖνον, πού δέν ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του, ἀλλά ἐλπίζει στό Θεό· εἶναι φύλακας τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καί θαυμαστῆ βοήθεια στήν ἐκγύμνασι τῶν ἀρετῶν (65)· καί ἀκόμη εἶναι σημεῖο φρονιμάδας. 

Γιατί, ἄν καί ἄλλος δέν μιλάη, τό κάνει γιατί δέν ἔχει λόγο νά πῇ· «Ἐστί σιωπῶν, οὐ γάρ ἔχει ἀπόκρισιν» (Σειράχ 20, 6)· καί ἄλλος, διότι φυλάττει τόν κατάλληλο καιρό γιά νά μιλήσῃ· «Καί ἔστι σιωπῶν, εἰδώς καιρόν» (αὐτόθι). 

Καί ἄλλος γιά ἄλλες αἰτίες (66)· γενικά ὅμως καί ὁλοκληρωτικά, ὅποιος δέν μιλάει, δείχνει πώς εἶναι φρόνιμος καί σοφός· “ἐστί σιωπῶν καί αὐτός φρόνιμος”. «Ἔστιν ἔλεγχος ς οὐκ ἔστιν ὡραῖος, καί ἔστι σιωπῶν καί αὐτός φρόνιμος» (Σειράχ 20, 1). 

“Ἕνας σωπαίνει καί ἀποδεικνύεται σοφός”, «ἔστι σιωπῶν εὑρισκόμενος σοφός, καί ἔστι μισητός ἀπό πολλῆς λαλιᾶς» (Σειράχ 20, 5).

Γιά νά συνηθίσῃς νά σιωπᾷς, σκέψου πολλές φορές τίς ζημιές καί τούς κινδύνους τῆς πολυλογίας καί τά μεγάλα καλά τῆς σιωπῆς καί αὐτούς τούς τρεῖς τρόπους, πού εἶπα στά προηγούμενα τρία κεφάλαια, δηλαδή τό νά ἀνεβαίνῃ κάποιος ἀπό τά αἰσθητά στή θεωρία τοῦ Θεοῦ, στή θεωρία τοῦ σαρκωθέντος Λόγου· καί στό στολισμό τῶν ἠθῶν, μποροῦν νά μεταχειρίζονται ἐκεῖνοι, πού ἔχουν γνῶσι, διάκρισι καί δύναμι στό λογισμό, γιά νά διορθώνουν τίς αἰσθήσεις τους μέ αὐτούς. 

Ὅσοι ὅμως δέν ἔχουν αὐτή τήν γνῶσι καί τήν δύναμι, αὐτοί μέ ἄλλον τρόπο μποροῦν νά διορθώνουν τίς αἰσθήσεις τους· δηλαδή, μέ ὅλη τους τήν δύναμι νά ἀπέχουν ἀπό ὅλα ἐκεῖνα τά αἰσθητά, πού μποροῦν νά βλάπτουν τήν ψυχή τους”.

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐδῶ μᾶς συμβουλεύει πατρικά, κυρίως μέ τήν ταπείνωση καί πάντοτε μέσα ἀπό τήν πράξη μέ σοφά λόγια, ὡς ἑξῆς: «Καί ἄρχισε τό ἔργο, καί πολέμησε γιά νά νικήσῃς· καί βέβαια ἀπό αὐτά θά ἀποκτήσῃς τήν ὁλοκληρωτική ἐλπίδα στόν Θεό. 

Μέ τά τέσσερα αὐτά ὅπλα ὁπλίσου, ἀδελφέ μου, σάν ὁπλισμό πολύ ἀσφαλῆ καί ἀναγκαῖο, γιά νά γίνῃς νικητής σέ αὐτόν τόν ἀόρατο πόλεμο καί γιά νά λάβης τό στεφάνι

Καί αὐτά εἶναι: Τό α΄ νά μήν ἐμπιστεύεσαι ποτέ τόν ἑαυτόν σου, τό β΄ νά ἔχῃς πάντα ὅλο σου τό θάρρος καί τήν ἐλπίδα στό Θεό, τό γ΄ νά ἀγωνίζεσαι πάντα· καί τό δ΄ νά προσεύχεσαι».

Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς ἄς ζητήσουμε νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἄς ἐνδυθοῦμε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, ἄς ἀντισταθοῦμε γιά νά δυνηθοῦμε κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς πονηρίας, νά ἀναδειχθοῦμε νικητές. 

Ἄς ἐργαστοῦμε μέσα ἀπό τήν ἰσχυρή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν κατάκτηση τῶν ἐπουρανίων ἀφθάρτων ἀγαθῶν, τῆς δικαιοσύνης, κι’ ἀκόμη αὐτῆς τῆς θεωρίας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μέ τόν Ψαλμό τοῦ Δαυΐδ: «γώ δέ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ Σου χ ο ρ τ α σ θ ή σ ο μ α ι ἐν τῷ ὀφθῆναι μοι τήν δόξαν Σου» (Ψαλμός 16, 15). 

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 63. «Ἀόρατος Πόλεμος» Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος. Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος. http://users.uoa.gr https://www.imaik.gr
  • 64. Μιλώντας θυμήσου νά προσέχῃς στήν προσταγή τοῦ ἁγίου Θαλασσίου ἡ ὁποία λέει· «Ἀπό τούς πέντε τρόπους τῆς συνομιλίας νά διαλέξης τούς τρεῖς. Τόν τέταρτο μή τόν συνηθίσῃς. Καί ἀπό τόν πέμπτο νά ἀπέχῃς» (Φιλοκαλία). Οἱ τρεῖς δέ τρόποι, σύμφωνα μέ τόν Νικόλαο Κατασκεπηνό εἶναι τό ναί, τό ὄχι καί τό ξεκάθαρο. Ὁ τέταρτος εἶναι τό ἀμφίβολο. Ὁ δέ πέμπτος, τό ἄγνωστο, δηλαδή νά μιλᾷς γιά πράγματα πού γνωρίζεις πώς εἶναι ἀληθινά, ἤ ψεύτικα ἤ συγκεκριμένα· καί γιά τά ἀμφίβολα καί ἄγνωστα στούς λόγους σου, νά μήν μιλᾷς· ἤ ἐπειδή εἶναι πέντε τά εἴδη τοῦ λόγου, σύμφωνα μέ τόν Βλεμίδη στή λογική. Κλητικό μέ τό ὁποῖο καλοῦμε κάποιον. Ἐρωτηματικό, μέ τό ὁποῖον ἐρωτοῦμε. Εὐκτικό, μέ τό ὁποῖο εὐχόμαστε. Ὁριστικό, μέ τό ὁποῖο ὁριστικά καί καταφατικά μιλᾶμε καί Προστακτικό, μέ τό ὁποῖο ἀρχοντικά καί αὐθεντικά προστάζουμε. Ἐσύ χρησιμοποίησε στήν ὁμιλία σου μόνο τά τρία, τό δέ Ὁριστικό καί Προστακτικό μή τό χρησιμοποιῇς.
  • 65. Γιά αὐτό καί ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ (Λόγοι γ´) λέγει, ὅτι εἶναι συνεργός τῶν καλῶν ἡ σιωπή καί μεγαλύτερη ὅλων τῶν ἔργων τῆς μοναχικῆς πολιτείας (Λογ. λδ´) καί μυστήριο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος (Ἐπιστολ. γ´). Ὁ δέ μέγας Βαρσανούφιος λέει, ὅτι ἡ σιωπή πού κρατεῖται μέ τή θέλησί μας, εἶναι ἀνώτερη καί ἀπό αὐτή τή θεολογία.
  • 66. Ὁ δέ Ἀββᾶς Ἰσαάκ λέγει, ὅτι γιά τρία πράγματα σιωπᾷ κάποιος· ἤ γιά τήν δόξα τῶν ἀνθρώπων ἤ γιά τήν ζεστή ἐπιθυμία καί τό ζῆλο τῆς ἀρετῆς ἤ γιατί ἔχει κρυφή Θεϊκή συνομιλία μέσα στόν ἑαυτό του καί γι᾿ αὐτό τό λόγο πηγαίνει τό νοῦ του σέ αὐτή (λόγ. κστ´).

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra