«Ὁπότε, ἄν σκεφθῇς καλά, περισσότερο πρέπει νά ντρέπεσαι ἀπό τίς ἀρετές σου, παρά νά σοῦ ἀρέσουν αὐτές μάταια καί νά ὑπερηφανεύεσαι γιά αὐτές» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μέρος 27ον

«Ἀδελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καί ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος Αὐτοῦ. Ἐνδύσασθε τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρός τό δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Πρός Ἐφεσ. 6, 10-11).

Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ μόνη ἀρετή πού δέν μποροῦν νά μιμηθοῦν οἱ δαίμονες καί  εἶναι ἡ συντομότερη ὁδός γιά τήν ἀπάθεια, μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, κι’ ἀκόμη ὅτι εἶναι «Θησαυρός ἀσφαλισμένος σέ ὀστράκινα σκεύη», τῆς ὁποίας τά σημαντικότερα γνωρίσματα εἶναι ἡ εὐχάριστη ἀποδοχή τῆς ἀτιμίας, ἡ ἐξαφάνιση τοῦ θυμοῦ καί ἡ διαρκής ἔφεση γιά τήν μάθηση. 

Πολύ σπουδαία ἀρετή εἶναι ἡ ἀπάθεια τοῦ σώματος, δηλαδή ἡ ἁγνεία, πού ἀποκτᾶται μέ τήν ἡσυχία καί εἶναι γέννημα τῆς ἀληθινῆς ταπείνωσης διά τῆς ὑπακοῆς σέ ἀπλανῆ πνευματικό ὁδηγό. 

Γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἁγνείας, ἡ ὁποία ὅμως δέν εἶναι ἀνθρώπινο κατόρθωμα, ἀπαραίτητη εἶναι ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή, ἡ ταπεινοφροσύνη μέ τήν ἀοργησία. 

Σέ αὐτό τό «ὑπέρ φύσιν» ἄθλημα ὁ ἀντιρρητικός πόλεμος κατά τοῦ διαβόλου μέ τήν ἐμπιστοσύνη σέ ἀνθρώπινες δυνάμεις ἀποδεικνύονται ὡς ματαιοπονία, διότι ὁ ἀγωνιστής χρειάζεται τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί στόν ὁποῖον Κύριό του θά ἀναθέτει τήν ἀδυναμία τῆς φύσεώς του καί θά στηρίζει τήν κάθε ἐλπίδα του.

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, στό ἔργο του ὁ «Ἀόρατος Πόλεμος», γιά αὐτόν τόν «Ἀόρατον» Πόλεμο τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, γράφει τά ἑξῆς: 

Κεφάλαιο ΛΓ´

Ἡ τελευταία ἀπάτη, πού χρησιμοποιεῖ ὁ διάβολος, γιά νά μᾶς γίνωνται αἰτία κακίας οἱ ἀρετές πού ἀποκτήσαμε

“Τό πανοῦργο φίδι, δέν σταματάει ποτέ νά μᾶς πειράζῃ μέ τίς πανουργίες καί τίς ἀπάτες του, ἀκόμη καί σέ αὐτές τίς ἀρετές, πού ἀποκτήσαμε, γιά νά μᾶς γίνωνται αὐτές αἰτίες φθορᾶς καί κακίας· ἐπειδή, συναρεσκόμενοι σέ αὐτές καί στόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό, φτάνουμε νά ὑψηλοφρονοῦμε. (96)

Καί ὑψηλοφρονοῦντες πέφτουμε (φεῦ!) μετά ἀπό αὐτά στήν κακία καί στό λάκκο τῆς ὑπερηφάνειας καί τῆς κενοδοξίας. 

Ὁπότε, γιά νά φυλαχθῇς, ἀδελφέ, ἀπό αὐτό τόν κίνδυνο, συμμάζεψε ὅλο τό νοῦ σου στήν καρδιά σου καί πολέμα πάντα αὐτό τόν δαίμονα, σάν νά κάθεσαι, σέ μιά πλατιά καί εὐρύχωρη πολεμήστρα, στήν ἀληθινή καί πολύ βαθιά γνῶσι τῆς μηδαμινότητας τοῦ ἑαυτοῦ σου· σκεπτόμενος, πώς ἀληθινά δέν εἶσαι τίποτα ἄλλο, παρά τό μηδέν, καί πώς δέν μπορεῖς νά κάνῃς τίποτα, καί πώς δέν ἔχεις τίποτε ἄλλο, παρά ταλαιπωρίες, ἀρρώστιες, κακίες καί ἐλαττώματα, καί πώς δέν σοῦ ταιριάζει τίποτα ἄλλο, παρά αἰώνια καταδίκη. 

Καί ἀφοῦ βεβαιωθῇς σέ αὐτή τήν ἀλήθεια, μήν ἀφήσῃς ποτέ τό νοῦ σου νά ἀσχοληθῇ μέ τά ἐξωτερικά πράγματα τοῦ κόσμου, οὔτε κἄν ἀπό ἕνα παραμικρό λογισμό γεγονός πού θά σοῦ τύχη, ἔχοντας βέβαιο καί σίγουρο, ὅτι ὅλα τά ἐξωτερικά πράγματά σου εἶναι τόσο ἐχθρικά, πού ἄν εἶχες παραδοθῆ στά χέρια τους, θά ἤσουν σίγουρα νεκρός πληγωμένος.

Καί γιά νά γυμνάζεσαι καλά καί νά κρατᾷς καλά τήν ἀνωτέρω πολεμήστρα τῆς ἀληθινῆς γνώσεως τῆς μηδαμινότητάς σου, χρησιμοποίησε αὐτό τόν κανόνα: 

Ὅσες φορές φέρεις τό νοῦ σου στή σκέψι τοῦ ἑαυτοῦ σου καί τῶν ἔργων σου, νά ὑπολογίζῃς πάντα μέ ἐκεῖνο, πού εἶναι δικό σου καί ὄχι μέ ἐκεῖνο πού εἶναι τοῦ Θεοῦ καί τῆς χάριτός Του· καί ἔπειτα, πίστευε τόν ἑαυτό σου τέτοιο, ὅ,τι εἴδους τόν βρίσκεις πώς εἶναι μέ τήν δική σου δύναμι, γιά παράδειγμα:

ν σκεφθῇς τόν χρόνο, πού ἦταν πρίν νά δημιουργηθεῖς ἐσύ, θά δῇς ὅτι σέ ὅλη ἐκείνη τήν ἄβυσσο τῆς αἰωνιότητας ἤσουν ἕνα καθαρό μηδέν, οὔτε μποροῦσες νά κάνεις τίποτα, γιά νά λάβης τήν ὕπαρξι.

Πάλι στόν καιρό πού ἔχεις τήν ὕπαρξι, γιά μόνο τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ἀφίνοντας σέ Αὐτόν τό δικό Του τό ὁποῖο εἶναι ἡ διαρκῆς Πρόνοια, μέ τήν ὁποία κάθε ὥρα σέ φυλάει τί ἄλλο εἶσαι, παρά ἕνα μηδέν; 

Γιατί δέν μένει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι στό πρῶτο σου μηδέν ἀπό τό ὁποῖο σέ τράβηξε μέ τό παντοδύναμό Του χέρι ὁ Θεός θά μποροῦσες νά γυρίσεις αὐτοστιγμεί, ἄν αὐτός σέ ἀφήσῃ γιά μία μόνη στιγμή.

Εἶναι λοιπόν φανερό, ὅτι μένοντας σέ αὐτή τή φυσική ὕπαρξι, μέ τήν δική σου δύναμι, δέν μπορεῖς ποτέ νά ὑπολογίσῃς τόν ἑαυτό γιά κάτι νά θέλης νά σέ ὑπολογίζουν οἱ ἄλλοι.

Ἔπειτα, ἄν σταθῇς καλά στό «εὖ εἶναι» τῆς χάριτος, πρέπει νά σκεφθῇς καλά πώς ἄν ἡ δική σου φύσις γυμνωθῇ ἀπό τήν Θεία βοήθεια καί τήν Χάρι, ποιό καλό καί ἀξιόμισθο μπορεῖ ποτέ νά κάνῃ αὐτή μόνη της; 

Βέβαια, τίποτα. 

Ὥστε μπορεῖς καί σύ νά λές μέ τόν Παῦλο, “δέν ἐκοπίασα ἐγώ ἀλλά ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μαζί μου”, «χάριτι δέ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι· καί ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμέ οὐ κενή ἐγενήθη, ἀλλά περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγώ δέ, ἀλλ᾿ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σύν ἐμοί» (Α´ Κορ. 15, 10). 

Ἔπειτα, σκεπτόμενος ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τά πολλά σου περασμένα λάθη, καί ἐπιπλέον σέ αὐτά τά ἄλλα πάρα πολλά κακά πού θά ἔκανες, ἄν ὁ Θεός δέν σέ ἐμπόδιζε μέ τό σπλαχνικό Του χέρι, θά βρῇς ὅτι οἱ παρανομίες σου μέ τόν πολλαπλασιασμό, ὄχι μόνο τῶν ἡμερῶν καί τῶν χρόνων, στούς ὁποίους ἔγιναν, ἀλλά ἀκόμη καί τῶν κακῶν σου πράξεων καί τῶν συνηθειῶν καί παθῶν σου γιατί ἡ μία κακία καλεῖ καί παρασύρει στόν ἑαυτό της τήν ἄλλη οἱ παρανομίες σου, λέω, μποροῦν νά φθάσουν σέ ἕνα ἀριθμό σχεδόν ἀμέτρητο.

Καί σύ θά γινόσουν ἕνας ἄλλος καταχθόνιος ἑωσφόρος.

Ὁπότε, ἄν δέν θέλῃς νά εἶσαι ἅρπαγας καί κλέφτης τῆς ἀγαθότητας καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ· ἐπειδή ὅλα τά ἄλλα τά ἔδωσε ὁ Θεός καί στά κτίσματά Του, τήν δόξα ὅμως τήν κράτησε Αὐτός, γιά νά δοξάζεται μόνος ὡς Δημιουργός ὅλων, γι᾿ αὐτό λέει, “τήν δόξα μου δέν θά τήν δώσω σέ ἄλλον”, «ἐγώ Κύριος ὁ Θεός, τοῦτό μού ἐστι τό ὄνομα· τήν δόξαν μου ἑτέρῳ οὐ δώσω οὐδέ τάς ἀρετάς μου τοῖς γλυπτοῖς» (Ἡσαΐας 42, 8).

Ἀλλά θά μένῃς πάντα μέ τόν Κύριό σου καί νά δοξάζῃς Αὐτόν μόνο, ὅπως εἶναι δίκαιο, σέ κάθε σου πρᾶξι ἀγαθή, ὡς ἀρχή καί μέση καί τέλος ὅλων τῶν ἀγαθῶν, πρέπει νά πιστεύῃς ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ κατώτερος καί ὁ χειρότερος ὅλων τῶν ἀνθρώπων (97).

Καί γνώριζε καλά, ὅτι αὐτή ἡ κρίσις πού κάνεις γιά τόν ἑαυτό σου, δέν ἔχει καθόλου ὑπερβολή, γιά νά ἔχῃς ἀφορμή καί ἀπό αὐτό νά ὑπερηφανεύεσαι· ἀλλά εἶναι δίκαια καί ἀληθινή, καί στή συνέχεια, αἰτία ταπεινώσεως, τό πώς εἶσαι δηλαδή ἀπό ὅλους τούς ἄλλους χειρότερος. 

Ἐάν ὅμως καί σύ νομίζεις πώς γνωρίζοντας τήν πονηριά σου, ξεπερνᾷς κατά αὐτό κάποιον ἄλλο, πού φαντάζεται κάποιος κάτι γιά τόν ἑαυτό του· γνώριζε ὅτι ὑστερεῖσαι καί σύ πολύ καί γίνεσαι χειρότερος ἀπό αὐτόν.

ν καί θέλῃς νά σέ ὑπολογίζουν οἱ ἄνθρωποι καί νά νομίζεσαι ἀπό αὐτούς ὡς τέτοιος ὡς ἄνθρωπος πού μποροῦν νά ὑπολογίζουν ὁ ὁποῖος γνωρίζεις ὅτι δέν εἶσαι στήν πραγματικότητα.

Λοιπόν, ἄν θέλῃς ἡ γνῶσις τῆς πονηριᾶς σου καί τῆς μηδαμηνότητάς σου νά κρατᾷ μακριά τούς ἐχθρούς σου καί νά σέ κάνῃ ἀγαπητό στό Θεό, εἶναι ἀνάγκη, ὄχι μόνο νά περιφρονῇς τόν ἑαυτό σου ὡς ἀνάξιο, καί στή συνέχεια ἄξιο ὅλων τῶν κακῶν, ἀλλά καί νά θέλεις νά εἶσαι καταφρονημένος καί ἀπό τούς ἄλλους, ἀποστρεφόμενος τίς τιμές, χαιρόμενος στίς κατηγορίες καί κάνοντας ὅλα ἐκεῖνα, πού οἱ ἄλλοι πού ἔχουν κοσμικό φρόνιμα περιφρονοῦν. 

Αὐτῶν τή γνώμη καί τά λόγια μή δεχθῇς καθόλου (98), οὔτε νά ἐγκαταλείψῃς αὐτή τήν ἁγία πράξι τῆς περιφρονήσεως τοῦ ἑαυτοῦ σου, γιά νά γίνεται αὐτό ἀπό σένα, γι᾿ αὐτόν καί μόνο τόν σκοπό τῆς ταπεινώσεώς σου καί ὄχι γιά νά ἀρέσῃς στούς ἀνθρώπους καί νά σέ ἔχουν σέ ὑπόληψι.

Ἐάν δέ καί τύχει καμμία φορά, νά σέ ἀγαποῦν πολύ καί νά σέ ἐπαινοῦν ἄλλοι γιά κάποιο καλό πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, στάσου καλά μαζεμένος μέσα στόν ἑαυτό σου καί μή μετακινηθῇς καθόλου ἀπό τήν ἀληθινή γνῶσι τῆς μηδαμινότητάς σου, πού λέχθηκε παραπάνω.

Ἀλλά στρέψου πρῶτα στόν Θεό, λέγοντας πρός αὐτόν μέ ὅλη σου τήν καρδιά:

«ς μή γίνει ποτέ, Κύριέ μου, νά γίνω κλέφτης τῆς δικῆς σου τιμῆς καί χάριτος· Σέ σένα πρέπει αἶνος, τιμή καί δόξα· σέ μένα ντροπή». 

Σέ σένα, Κύριε, ἡ δικαιοσύνη καί σέ μένα ἡ ντροπή τοῦ προσώπου σου”, «σοί Κύριε ἡ δικαιοσύνη, καί ἡμῖν ἡ αἰσχύνη τοῦ προσώπου ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη… ἐν σοί Κύριέ ἐστιν ἡμῶν ἡ δικαιοσύνη καί ἡμῖν ἡ αἰσχύνη τοῦ προσώπου καί τοῖς βασιλεῦσιν ἡμῶν καί τοῖς ἄρχουσιν ἡμῶν καί τοῖς πατράσιν ἡμῶν, οἵτινες ἡμάρτομέν σοι» (Δανιήλ 9, 7-8). 

“Ὄχι σέ μᾶς Κύριε, ὄχι σέ μᾶς, ἀλλά δόξασε τό ὄνομά σου”, «μή ἡμῖν, Κύριε, μή ἡμῖν, ἀλλ᾿ τῷ ὀνόματί σου δός δόξαν, ἐπί τῷ ἐλέει σου καί τῇ ἀληθείᾳ σου» (Ψαλμός 113, 9). 

“Ἡ δόξα δική σου καί ἐγώ δικός σου δοῦλος”. «Παρά σοῦ νίκη, καί παρά σοῦ ἡ σοφία, καί σή ἡ δόξα καί ἐγώ σός οἰκέτης» (Ἔσδρας Α΄ 4, 59).

Μετά ἀπό αὐτά γύρισε πρός αὐτόν πού σέ ἐπαινεῖ, μιλώντας ἔτσι μέσα σου μέ τόν λογισμό σου.

Ἀπό ποῦ αὐτός μέ ἔχει γιά καλόν, ἀφοῦ δέν εἶναι ἄλλος καλός καί ἀγαθός παρά μόνος ὁ Θεός μου; 

Οὐδείς ἀγαθός, εἰ μή εἷς ὁ Θεός”. «Ὁ δέ εἶπεν αὐτῷ· τί μέ λέγεις ἀγαθόν; Οὐδείς ἀγαθός εἰ μή εἷς ὁ Θεός. Εἰ δέ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τήν ζωήν, τήρησον τάς ἐντολάς» (Ματθ. 19, 17). 

Γιατί, κάνοντας ἔτσι καί ἀποδίδοντας στό Θεό τό δικό Του, θά κρατήσῃς μακριά τούς ἐχθρούς καί θά γίνῃς ἄξιος νά δεχθῇς μεγαλύτερα χαρίσματα καί εὐεργεσίες ἀπό τόν Θεό. 

Ἀλλά καί ὅταν ἡ ἐνθύμησις τῶν καλῶν ἔργων καί ἀρετῶν πού κάνεις σέ παρακινοῦν στήν ὑπερηφάνεια, ἀμέσως σκέψου, πώς τά ἔργα αὐτά εἶναι τοῦ Θεοῦ καί ὄχι δικά σου (99) καί σάν νά μιλᾷς μέ αὐτά, πές:

«Ἐγώ δέν γνωρίζω πῶς φανερωθήκατε καί ᾔρθατε στό νοῦ μου! 

Γιατί, ἐγώ δέν εἶμαι ἡ ἀρχή σας, ἀλλά ὁ ἀγαθός Θεός καί ἡ χάρις Του· ἐκεῖνος σᾶς δημιούργησε, σᾶς ἔθρεψε καί σᾶς διαφύλαξε, λοιπόν Αὐτόν μόνον θέλω νά γνωρίζω γιά ἀληθινό καί ἀρχικό πατέρα καί αἴτιο, Αὐτόν νά εὐχαριστῶ καί σέ Αὐτόν νά ἀποδίδω κάθε ἔπαινο».

Ἔπειτα, σκέψου, πώς ὅλα τά ἔργα πού ἔκανες, δέν ἔφτασαν τήν ἀναλογία καί τή συμμετρία στό φῶς καί στή χάρη πού σοῦ παραδόθηκε, γιά νά γνωρίσῃς καί νά τά κάνῃς, ἀλλά πώς εἶναι πολύ ἀτελῆ καί πολύ μακριά ἀπό ἐκεῖνο τό καθαρό σκοπό καί τήν πρέπουσα ἐπιμέλεια, μέ τήν ὁποία ἔπρεπε νά τά κάνῃς. 

Ὁπότε, ἄν σκεφθῇς καλά, περισσότερο πρέπει νά ντρέπεσαι ἀπό τίς ἀρετές σου, παρά νά σοῦ ἀρέσουν αὐτές μάταια καί νά ὑπερηφανεύεσαι γιά αὐτές

Γιατί εἶναι ἀληθινό, ὅτι οἱ φυσικές ἀρετές τοῦ Θεοῦ, τίς ὁποῖες πρέπει νά μιμούμαστε, αὐτές ἀπό μόνες τους εἶναι καθαρές καί πολύ τέλειες, μολύνονται κατά κάποιο τρόπο καί μειώνονται ἀπό τίς ἀτέλειες καί ἐλλείψεις τῆς δικῆς μας μιμήσεως (100).

Ἀκόμη, σύγκρινε τά ἔργα σου μέ ἐκεῖνα τῶν ἁγίων καί ἀληθινῶν φίλων καί δούλων τοῦ Θεοῦ καί θά γνωρίσῃς, ὅτι τά μεγαλύτερα καί καλύτερα ἔργα τά δικά σου, εἶναι πολύ τιποτένια καί πολύ μικρῆς καθόλου τιμῆς.

ν τά συγκρίνῃς πάλι μέ ἐκεῖνα τά ἔργα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἔκανε γιά σένα στά Μυστήρια τῆς ζωῆς καί τοῦ Σταυροῦ Του (τά ὁποῖα νά ὑπολογίσῃς ὄχι σάν ἔργα Θεοῦ, ἀλλά καθ᾿ ἑαυτά μόνον ὡς ἔργα ἀνθρώπου). 

Καί ἄν σκεφθῇς τήν καθαρότητα τῆς ἀγάπης Του, τήν ἀναμαρτησία, μέ τήν ὁποία τά ἔκανε, θά γνωρίσῃς ὅτι ὅλα σου τά ἔργα καί οἱ ἀρετές, εἶναι σχεδόν ἁμαρτίες καί ἀκαθαρσίες. 

Γιατί γράφτηκε· “ὅλη ἡ δικαιοσύνη μας εἶναι σάν βρώμικο ροῦχο”, καί ἐγενήθημεν ὡς ἀκάθαρτοι πάντες ἡμεῖς, ὡς ράκος ἀποκαθημένης πᾶσα ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν· καί ἐξερρύημεν ὡς φύλλα διά τάς ἀνομίας ἡμῶν, οὕτως ἄνεμος οἴσει ἡμᾶς» (Ἡσαΐας 64, 6)· πολύ περισσότερο, χειρότερες ἀπό τό τίποτα.

Τελευταῖα, ἄν ἐξυψώσῃς τόν νοῦ σου στή θεότητα καί στήν ἄπειρη μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ σου, “ἔμπροσθεν τοῦ ὁποίου, οὐδέ ὁ οὐρανός εἶναι καθαρός”, «εἰ κατά ἁγίων οὐ πιστεύει, οὐρανός δέ οὐ καθαρός ἐναντίον αὐτοῦ;» ὅπως γράφτηκε στόν Ἰώβ (Ἰώβ 15, 15).

Καί στήν ὑπηρεσία καί λατρεία πού τοῦ πρέπει, θά δῇς καθαρά, ὅτι ὄχι ὑπερηφάνεια καί ὑψηλοφροσύνη, ἀλλά μεγάλος τρόμος καί φόβος πρέπει νά σοῦ δημιουργηθῇ σέ κάθε σου ἔργο, ὅσο καί ἄν εἶναι ἅγιο, ὅσο καί ἄν εἶναι πολύ τέλειο.

Καί ὅτι μόνο χρεωστᾶς νά πῇς μέ ὅλη σου τήν καρδιά στό Θεό, ἐκείνη τήν ταπεινή φωνή τοῦ Τελώνου· “ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ”.

«Καί ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστώς οὐκ ἤθελεν οὐδέ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τό στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.» (Λουκ. 18, 13)”.

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐδῶ μᾶς συμβουλεύει πατρικά, κυρίως μέ τήν ταπείνωση καί πάντοτε μέσα ἀπό τήν πράξη μέ σοφά λόγια, ὡς ἑξῆς: «Καί ἄρχισε τό ἔργο, καί πολέμησε γιά νά νικήσῃς· καί βέβαια ἀπό αὐτά θά ἀποκτήσῃς τήν ὁλοκληρωτική ἐλπίδα στόν Θεό. 

Μέ τά τέσσερα αὐτά ὅπλα ὁπλίσου, ἀδελφέ μου, σάν ὁπλισμό πολύ ἀσφαλῆ καί ἀναγκαῖο, γιά νά γίνῃς νικητής σέ αὐτόν τόν ἀόρατο πόλεμο καί γιά νά λάβης τό στεφάνι

Καί αὐτά εἶναι: Τό α΄ νά μήν ἐμπιστεύεσαι ποτέ τόν ἑαυτόν σου, τό β΄ νά ἔχῃς πάντα ὅλο σου τό θάρρος καί τήν ἐλπίδα στό Θεό, τό γ΄ νά ἀγωνίζεσαι πάντα· καί τό δ΄ νά προσεύχεσαι».

Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς ἄς ζητήσουμε νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἄς ἐνδυθοῦμε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, ἄς ἀντισταθοῦμε γιά νά δυνηθοῦμε κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς πονηρίας, νά ἀναδειχθοῦμε νικητές. 

Ἄς ἐργαστοῦμε μέσα ἀπό τήν ἰσχυρή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν κατάκτηση τῶν ἐπουρανίων ἀφθάρτων ἀγαθῶν, τῆς δικαιοσύνης, κι’ ἀκόμη αὐτῆς τῆς θεωρίας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μέ τόν Ψαλμό τοῦ Δαυΐδ: «γώ δέ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ Σου χ ο ρ τ α σ θ ή σ ο μ α ι ἐν τῷ ὀφθῆναι μοι τήν δόξαν Σου» (Ψαλμός 16, 15). 

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 96. «Ἀόρατος Πόλεμος» Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος. Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος. http://users.uoa.gr https://www.imaik.gr
  • 97. Πόσο πολύ ὠφέλιμο πρᾶγμα εἶναι τό νά ἔχῃ κανείς τόν ἑαυτό του χειρότερο καί κατώτερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, τό μαρτυροῦν οἱ ἅγιοι· ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει· «Δέν ὑπάρχει στόν Θεό τίποτε τόσο ἀγαπητό, ὅσο τό νά θεωρῇ κάποιος τόν ἑαυτό του ὡς τόν χειρότερο ἀπ᾿ ὅλους». Ὁ μέγας ἀνάμεσα στούς Πατέρες Βαρσανούφιος εἶπε· «Ἄν πράγματι θέλῃς νά σωθῇς, ἄκουσε τί νά κάνῃς ἔμπρακτα· σήκωσε τά πόδια σου ἀπό τήν γῆ καί ὕψωσε τό νοῦ σου στόν Θεό. Καί ἡ μελέτη σου ἄς εἶναι ἐκεῖ μέρα καί νύκτα· καί μέ ὅση δύναμι ἔχεις καταφρόνησε τόν ἑαυτό σου· πιστεύοντας ὅτι βλέπεις τόν ἑαυτό σου κάτω ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους· αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή ὁδός· ἐκτός ἀπό αὐτήν δέν ὑπάρχει ἄλλη γιά ἐκεῖνον πού θέλει νά σωθῇ μέ τήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ· ἄς τρέχῃ ἐκεῖνος πού θέλει γιά νά προλάβη· τόν ἐξορκίζω στό ὄνομα τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ πού θέλει νά χαρίσῃ τήν αἰώνια ζωή σέ ὅποιον ἐπιθυμεῖ». Ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, προσθέτει, ὅτι πρέπει νά ἔχουμε τόν ἑαυτό μας χειρότερο καί ἀπό ὅλα τά κτίσματα καί ἐλεεινότερο ἀπό τούς ἰδίους δαίμονες, διότι λέγει. «Ὑπάρχουν δυό εἴδη ταπεινώσεως, ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες. Τό ἕνα εἶναι νά θεωρῇ κανείς τόν ἑαυτό του κάτω ἀπό ὅλους καί νά ἀναφέρῃ τά κατορθώματά του στόν Θεό· τό πρῶτο εἶναι ἡ ἀρχή, τό δεύτερο τό τέλος». Καί αὐτή ἡ ταπείνωσις πετυχαίνεται ἀπό αὐτούς πού τήν ἐπιζητοῦν ὅταν ἐν γνώσει τους σκέπτωνται αὐτά τά τρία γιά τόν ἑαυτό τους· ὅτι εἶναι οἱ πιό ἁμαρτωλοί ἀπό ὅλους· καί τό ὅτι εἶναι οἱ πιό αἰσχροί ἀπό ὅλα τά κτίσματα, ἐπειδή βρίσκονται στήν παρά φύσι κατάστασι· καί ὅτι εἶναι πιό ἐλεεινοί καί ἀπό τούς δαίμονες, ἐπειδή ὑπηρετοῦν τούς δαίμονες». (Φιλοκαλία, κεφ. ριε´).
  • 98. Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία αὐτή, λέγει καί ὁ μέγας ἐκεῖνος ἔγκλειστος καί προφητικώτατος Βαρσανούφιος τά ἑξῆς: «Τό νά εἶσαι ἀμέριμνος ἀπό κάθε πρᾶγμα σέ κάνει νά πλησιάσῃς στήν πόλι, καί τό νά μή σέ ὑπολογίζουν οἱ ἄνθρωποι, σέ κάνει νά κατοικήσῃς στήν πόλι· καί τό νά πεθάνης γιά κάθε ἄνθρωπο, σέ κάνει νά κληρονομήσῃς τήν πόλι καί τούς θησαυρούς της. Ἄν θέλῃς νά σωθῇς, κράτα τό ἀψήφιστο, δηλαδή τό νά μή σέ ὑπολογίζουν οἱ ἄνθρωποι, καί τρέχε πρός τόν σκοπό σου». Τό ἀψήφιστο, κατά τόν ὅσιο Ἰωάννη, τόν μαθητή τοῦ Βαρσανουφίου, εἶναι τό νά μήν ἐξισώσῃς τόν ἑαυτό σου μέ ἄλλον καί νά τόν συγκρίνῃς μέ κάποιον ἄλλον. Οὔτε νά πῇς καί γιά κανένα καλό ἔργο ὅτι κι’ ἐγώ αὐτό τό ἔκανα. (πάλι ἐδῶ ὁ ἅγιος ἐννοεῖ ἤ τήν καρδιά, ἤ τήν ἀπάθεια ἤ τή θεϊκή γνῶσι).
  • 99. Καί ἀκολούθως συλλογίσου αὐτόν τόν ἀληθέστατο καί βεβαιώτατο στοχασμό, δηλαδή ὅσες περισσότερες ἀρετές κατορθώσεις καί ὅσα περισσότερα χαρίσματα λάβεις, τόσο περισσότερο εὐεργετεῖσαι ἀπό τόν Θεό· καί ὅσο περισσότερο εὐεργετεῖσαι, τόσο καί περισσότερο χρέος ἔχεις πρός τόν Θεό καί τόσο περισσότερο ὑπόχρεως γίνεσαι· ἔτσι ἀπό τόν στοχασμό αὐτόν ὄχι μόνο δέν θά ὑπερηφανευθῇς γιά τίς ἀρετές καί τά χαρίσματά σου, ἀλλά θά ἀγωνισθῇς καί νά κατεβῆς στό βάθος τῆς ταπεινώσεως μή ἔχοντας κάτι τό ἀντάξιο γιά νά εὐχαριστήσῃς τόν Θεό γιά τά Θεϊκά Του χαρίσματα.
  • 100. Χωριστά ἀπό αὐτό ὅλες οἱ ἀρετές, μέ τό νά εἶναι φυσικές ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί δωρεές καί χάριτες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀκολούθως εἶναι ἄναρχες καί ἀτέλειωτες κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο, ἄπειρες δέ κατά τό μέγεθος καί ἀναρίθμητες κατά τό πλῆθος, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος. Πῶς λοιπόν μπορεῖ κάποιος νά ὑψηλοφρονήσῃ, ὅτι ἀπέκτησε ἀρετές, ἀφοῦ μάθη πώς καί οἱ ἀρετές, οὔτε ἀρχή ἔχουν, οὔτε τέλος, οὔτε ἀριθμό; Καί πώς μάλιστα δέν θά κατεβῇ στό βάθος τῆς ταπεινώσεως, συλλογιζόμενος πώς ὅσες ἀρετές κι’ ἄν κατώρθωσε, πάλι οὔτε στήν ἀρχή ἀκόμη τῶν ἀρετῶν δέν ἔφθασε; Ἀλλά δέχθηκε ἀπό αὐτές τόσο μόνο, ὅσο εἶναι μία σταλαγματιά ἀπό ἄπειρο πέλαγος· ἤ πώς δέν θά παρακινηθῇ καί αὐτός πάντοτε νά λέγῃ ἐκείνη τήν εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἀρσενίου, πού λέγει· «Ὁ Θεός μου, μή μέ ἐγκαταλείψης· δέν ἔκανα κανένα ἀγαθό ἐνώπιόν σου, ἀλλά ἐξ αἰτίας τῆς εὐσπλαγχνίας σου, βοήθησέ με νά κάνω ἀρχή».

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra