«Σέ κάθε, λέγω, ἀνεκπλήρωτη ἐπιθυμία σου, θά ἔχῃς πάντα ἀφορμή νά εὐχαριστῇς τόν Θεό σου, ὅπως τοῦ ἀρέσει» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μέρος 26ον

«Ἀδελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καί ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος Αὐτοῦ. Ἐνδύσασθε τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρός τό δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Πρός Ἐφεσ. 6, 10-11).

Αὐτό τό μακάριο πένθος μέ τήν μνήμη τοῦ θανάτου πολεμοῦν τήν πολυλογία, πολλές φορές δέ καί ἡ θλίψη τῆς κοιλίας, δηλαδή ἡ νηστεία, τήν ὁποία βοηθεῖ πολύ ἡ ἐνθύμηση τῆς Κολάσεως. 

Ἐπίσης ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως ἀποξενώνουν τήν ψυχή ἀπό τό πάθος τοῦ ψεύδους, τό ὁποῖο γεννᾶ κυρίως ἡ ὑποκρισία.  

Τό ὀλέθριο πάθος τῆς ἀκηδίας, τό ὁποῖο εἶναι πραγματικά ψυχικός θάνατος γιά κάθε Ὀρθόδοξο, τό θεραπεύει ἡ ὑπακοή, τό κατά Θεόν πένθος, ἡ μνήμη τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ ψαλμωδία, τό ἐργόχειρο καί ἡ προσδοκία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. 

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, στό ἔργο του ὁ «Ἀόρατος Πόλεμος», γιά αὐτόν τόν «Ἀόρατον» Πόλεμο τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, γράφει τά ἑξῆς: 

Κεφάλαιο ΛΒ´

Ὁ πόλεμος καί ἡ ἀπάτη πού χρησιμοποιεῖ ὁ διάβολος, γιά νά ἐγκαταλείψουμε τόν δρόμο τῆς ἀρετῆς πού βαδίζουμε

“Ἡ τέταρτη ἀπάτη μέ τήν ὁποία μᾶς ἐπιτίθεται ὁ πονηρός διάβολος, ὅταν μᾶς δῇ ὅτι βαδίζουμε τόν εὐθύ δρόμο τῆς ἀρετῆς, εἶναι οἱ διάφορες ἐπιθυμίες, πού ξεσηκώνει ἐναντίον μας, γιά νά μᾶς κάνῃ νά ξεπέσουμε ἀπό τήν ἐκγύμνασι τῶν ἀρετῶν στίς κακίες. (93)

Γιά παράδειγμα, ὅταν ἕνας ἄρρωστος ὑποφέρῃ μέ ὑπομονετική θέλησι τήν ἀρρώστια του, ὁ ἐχθρός, πού γνωρίζει ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτόν μπορεῖ ἐκεῖνος νά ἀποκτήσῃ τήν συνήθεια τῆς ὑπομονῆς, τοῦ παρουσιάζει μπροστά του πολλά καλά ἔργα, πού θά μποροῦσε νά κάνῃ ἄν βρισκότανε σέ ἄλλη κατάστασι καί φροντίζει νά τόν πείσῃ ὅτι ἄν ἦταν ὑγιής, θά μποροῦσε νά ὑπηρετήσῃ καλύτερα τόν Θεό καί νά ὠφελήσῃ καί τόν ἑαυτό του καί τούς ἄλλους.

Ἀφοῦ τοῦ βάλλει αὐτές τίς ἐπιθυμίες, πηγαίνει σιγά σιγά, αὐξάνοντάς τες κατά αὐτό τόν τρόπο, πού τόν κάνει νά θορυβῆται καί νά ταράζεται, γιατί δέν μπορεῖ νά τίς τελειώσῃ, σύμφωνα μέ τό θέλημά του. 

Καί ὅσο τοῦ γίνονται μεγαλύτερες καί δυνατώτερες οἱ παρόμοιες ἐπιθυμίες, τόσο πιό πολύ αὐξάνει καί ἡ ἐνόχλησις καί ἡ ταραχή τῆς καρδιᾶς του· καί μετά λίγο λίγο, μέ ἱκανότητα τόν καταφέρνει ὁ ἐχθρός ὥστε νά μήν ὑπομένῃ πλέον τήν ἀρρώστια του, ὄχι ὡς ἀρρώστια, ἀλλά ὡς ἐμπόδιο ἐκείνων τῶν ἀρετῶν, πού μέ πολλή ὄρεξι ἐπιθυμεῖ νά κάνῃ, γιά μεγαλύτερη ὠφέλεια. 

Καί ἀφοῦ τόν φέρει σέ αὐτό τό σημεῖο, μέ πολλή ἱκανότητα τοῦ κλέβει ἀπό τό νοῦ ἐκεῖνο τόν σκοπό πού εἶχε γιά νά ὑπηρετήσει καλύτερα τόν Θεό καί νά ἀποκτήσῃ περισσότερες ἀρετές. 

Καί ἔτσι, ἄλλο δέν τοῦ ἀφήνει, παρά γυμνή καί μόνη τήν ἐπιθυμία του νά ἐλευθερωθῇ ἀπό τήν ἀρρώστια. 

Ἐπειδή ὅμως, σύμφωνα μέ τήν θέλησί του, δέν τοῦ περνᾷ, συγχύζεται καί ταράσσεται σέ τέτοιο σημεῖο, πού γίνεται ἐντελῶς ἀνυπόμονος, καί ἔτσι φθάνει ὁ ἄθλιος νά πέσῃ στήν κακία τῆς ἀνυπομονησίας, ἀπό τήν ἀρετή τῆς ὑπομονῆς, πού ἐξασκεῖτο ἀπό πρίν χωρίς νά τό καταλαβαίνῃ καθόλου (94).

Ὁ τρόπος λοιπόν, γιά νά ἀντισταθῇς σέ αὐτήν τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου, εἶναι ὁ ἑξῆς: 

Ὅταν βρεθῇς σέ αὐτή τήν κατάστασι τῆς ἀρρώστιας, πού νά ἐνοχλῆσαι καί νά ταράσσεσαι, πρόσεχε καλά, νά μή δέχεσαι νά μήν ὑποχωρῇς καθόλου στίς ἐπιθυμίες πού τότε σοῦ ἔρχονται, ὅσο καλές κι’ ἄν φαίνωνται. 

Γιατί, μή μπορώντας τότε νά τίς κάνῃς ἔργο, ἀναγκαστικά συγχύζεσαι καί δέν εἰρηνεύεις. 

Πρέπει λοιπόν, μέ κάθε ταπείνωσι, ὑπομονή καί ὑποταγή νά πιστεύῃς, πώς οἱ ἐπιθυμίες σου αὐτές, δέν μποροῦν νά πάρουν ἐκείνη τήν ἔκβασι καί τό τέλος πού ἐπιθυμεῖς, ὄντας ἐσύ περισσσότερο ἀδύνατος καί ἀστήρικτος ἀπό ἐκεῖνο πού ἐσύ λογαριάζεις· σκέψου ὅτι ὁ Θεός γιά τίς κρυφές κρίσεις Του καί γιά τίς ἁμαρτίες σου, δέν θέλει ἀπό σένα ἐκεῖνα τά καλά πού ἐπιθυμεῖς, ἀλλά καλύτερα θέλει νά σέ ἔχῃ ταπεινωμένο μέ τήν ὑπομονή, κάτω ἀπό τό γλυκό καί δυνατό χέρι τῆς θελήσεώς Του.

Ἔτσι παρόμοια καί ἄν ἔχῃς κάποτε κανόνα ἀπό τόν Πνευματικό σου γιά κανένα σου ἁμάρτημα καί γι᾿ αὐτό δέν μπορεῖς, ὅπως ἐπιθυμεῖς, νά ἀκολουθῇς μέ συνέπεια τήν κάθε ἐνέργεια πού κάνεις γιά εὐλάβεια, καί ἰδιαιτέρως τήν Θεία Κοινωνία, μή συγχυσθῇς καί ἐνοχληθῇς ἀπό τήν ἐπιθυμία τους.

Ἀλλά ἀφοῦ ἀποβάλῃς κάθε δικό σου θέλημα, φόρεσε ἐκεῖνο πού ἀρέσει στό Θεό μέ πόνο καρδιᾶς, λέγοντας μέσα σου. 

Ἄχ, ἐάν τό μάτι τῆς Θεϊκῆς Πρόνοιας, δέν ἔβλεπε σέ μένα ἀχαριστίες καί ἐλαττώματα, ἐγώ βέβαια, δέν θά βρισκόμουν τώρα σέ τέτοια ἀθλιότητα, νά στερηθῶ τή χάρι τῶν ἁγιωτάτων Μυστηρίων γι᾿ αὐτό, βλέποντας ὅτι ὁ Κύριος μου, μοῦ φανερώνει μέ αὐτό τήν ἀναξιότητά μου, ὑμνῶ καί δοξολογῶ στούς αἰῶνας τό ὄνομά Του. 

Λέγοντας πρός Αὐτόν: 

«Φιλανθρωπότατε Δέσποτα· ἐλπίζοντας καλά στήν ἀγαθότητά σου, ἄν καί εἶμαι ἀνάξιος ὁ ἄθλιος νά σέ δεχθῶ στήν ψυχή μου μέ τό μέσο τῶν Θείων Μυστηρίων, μέ ὅλα αὐτά, δέν σταματῶ μέ ἄλλον τρόπο νά σοῦ ἀνοίγω τήν καρδιά μου, γιά νά μπαίνῃς πνευματικά σέ αὐτή, νά τήν χαροποιῇς καί νά τήν δυναμώνῃς ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, πού θέλουν νά τήν χωρίσουν ἀπό σένα.

Καί παραμένω πάντα εὐχαριστημένος γιά ὅλα ἐκεῖνα, πού ἀρέσουν στά μάτια σου, Δημιουργέ μου καί Σωτῆρα μου· αὐτό μόνο ἐπιθυμῶ, τό θέλημά σου νά εἶναι καί τώρα καί πάντα ἡ τροφή μου καί ἡ δύναμίς μου.

Καί αὐτή μόνο τήν χάρι, πολυαγαπητέ μου, σοῦ ζητῶ· ἡ ψυχή μου ἐλευθερωμένη ἀπό κάθε τί πού δέν σοῦ ἀρέσει, νά μένῃ πάντα ντυμένη μέ τήν στολή τῶν ἁγίων σου ἐντολῶν καί ἑτοιμασμένη στό νοητό ἐρχομό σου καί σέ ὅ,τι ἄλλο ἐπιθυμεῖς νά μοῦ δώσῃς».

ν φυλάξης αὐτές τίς παραγγελίες, νά εἶσαι σίγουρος, ὅτι κάθε ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ, πού ἐσύ δέν μπορεῖς νά ὁλοκληρώσῃς, πού προέρχεται εἴτε ἀπό τήν φύσι, εἴτε ἀπό τόν διάβολο, πού θέλει νά σέ ἐνοχλεῖ πάντα καί νά σέ βγάζῃ πάντα ἀπό τόν δρόμο τῆς ἀρετῆς· καί καμμιά φορά ἀπό τόν Θεό, γιά νά δοκιμασθῇ ἡ ὑποταγή σου στό θέλημά Του.

Σέ κάθε, λέγω, ἀνεκπλήρωτη ἐπιθυμία σου, θά ἔχῃς πάντα ἀφορμή νά εὐχαριστῇς τόν Θεό σου, ὅπως τοῦ ἀρέσει

Γιατί ἀπό αὐτό ἀποτελεῖται ἡ ἀληθινή εὐλάβεια καί ἡ ὑπηρεσία πού ζητάει ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς.

Γνώριζε ἀκόμη καί αὐτό, ὅτι γιά νά μήν ἀγανακτῇς καί χάνῃς τήν ὑπομονή στίς θλίψεις καί στούς πειρασμούς πού ἔρχονται, ἀπό ὅποιο μέρος καί ἄν εἶναι, πρέπει νά χρησιμοποιῇς ἐκεῖνα τά δίκαια καί φρόνιμα μέσα, πού συνηθίζουν νά χρησιμοποιοῦν οἱ ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ.

Δηλαδή, τό νά μή δίνης ἐσύ ἀφορμή σέ αὐτές, τό νά παρακαλῇς τόν Θεό νά σέ ἐλευθερώνῃ ἀπό αὐτές καί ἄλλα παρόμοια· ὄχι ὅμως μέ τόση ἐπιθυμία καί ἀφοσίωσι ὁλοκληρωτική, γιά νά ἐλευθερωθῇς ἀπό τίς θλίψεις αὐτές, ἀλλά γιατί θέλει ὁ Θεός νά μεταχειριζώμαστε τά παρόμοια μέσα καί ὄργανα (95)

Γιατί, ἐμεῖς δέν γνωρίζουμε ἄν θέλῃ ὁ Θεός νά μᾶς ἐλευθερώσῃ μέ τά μέσα αὐτά ἀπό τήν θλῖψι ἐκείνη. 

Ὁπότε ἄν σύ κάνῃς ἀλλιῶς, ζητώντας ὁλοκληρωτικά νά ἐλευθερωθῇς ἀπό τίς θλίψεις, θά γκρεμισθῇς σέ πολλά κακά, καί εὔκολα θά πέσῃς στήν ἀνυπομονησία, μέ τό νά μή γίνεται ἡ ἐλευθερία αὐτή σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία καί τήν προσπάθειά σου· ἡ ὑπομονή σου θά εἶναι ἐλαττωματική, καί δέν θά εἶναι ὅλη ἀρεστή στό Θεό, ἀλλά θά εἶναι ἄξια μικροῦ μισθοῦ.

Τέλος πάντων, σέ πληροφορῶ ἐδῶ γιά μία κρυφή ἀπάτη τῆς φιλαυτίας, ἡ ὁποία συνηθίζει νά σκεπάζῃ τά ἐλαττώματά μας καί μέ κάποιο τρόπο νά τά ἀποκρούῃ ὅπως στό παράδειγμα:

Βρίσκεται κάποιος ἄρρωστος, λίγο ὑπομονητικός στήν ἀσθένειά του, ὁ ὁποῖος κρύβει τήν ἀνυπομονησία του μέ σκέπασμα κάποιου ζήλου φαινόμενης ἀρετῆς, λέγοντας πώς ἡ λύπη του δέν εἶναι ἀληθινή ἀνυπομονησία γιά τό μαρτύριο πού ὑποφέρει ἀπό τήν ἀσθένεια, ἀλλά ὅτι λυπᾶται εὔλογα, γιατί αὐτός ἔδωσε τήν ἀφορμή γιά τήν ἀσθένεια, γιατί ἐκεῖνοι πού τόν ὑπηρετοῦν, ἀηδιάζουν ἀπό τήν ἀσθένειά του καί δυσανασχετοῦν καί βλάπτονται. 

Ἔτσι μπορεῖ νά πῇ κανείς ὅτι καί ὁ φιλόδοξος, πού συγχύζεται γιά τήν δόξα πού δέν πῆρε, δέν ἀποδίδει τήν ἀφορμή τῆς ἀποτυχίας στή δική του ὑπερηφάνεια καί ματαιότητα, ἀλλά σέ ἄλλες ἀφορμές καί προφάσεις. 

Ὅτι δέ ἡ ρίζα τῆς μικροψυχίας καί συγχύσεως αὐτῶν, δέν εἶναι γι᾿ ἄλλους γι᾿ ἄλλη αἰτία, παρά γιατί αὐτοί μισοῦν καί ἀποστρέφονται ἐκεῖνο, πού εἶναι ἀντίθετο μέ τήν ἐπιθυμία τους.

Φανερό εἶναι· ἐπειδή, οὔτε ὁ παραπάνω ἄρρωστος φροντίζει καί συγχύζεται, γιατί οἱ ἴδιοι πού τόν ὑπηρετοῦν, κοπιάζουν τό ἴδιο ἀηδιάζουν καί βλάπτονται γιά τήν ἀσθένεια κάποιου ἄλλου, παρά γιά μόνο τή δική του· οὔτε ὁ φιλόδοξος, πού ἀναφέρθηκε, συγχύζεται τόσο γιά ἄλλες θλιβερές ὑποθέσεις, πού τοῦ τυχαίνουν, ὅσο γιατί ἀπέτυχε νά τοῦ δοθεῖ ἡ θέσις πού ἐπιθυμοῦσε. 

Ὁπότε, ἐσύ, γιά νά μή πέσῃς σέ αὐτό τό σφάλμα καί σέ ἄλλα, ὑπόφερε πάντα μέ ὑπομονή κάθε κόπο καί ἐκπαίδευσι, πού θά σέ ἀκολουθήσῃ, ἀπό ὅποιου εἴδους ἀφορμή καί ἄν εἶναι”.

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐδῶ μᾶς συμβουλεύει πατρικά, κυρίως μέ τήν ταπείνωση καί πάντοτε μέσα ἀπό τήν πράξη μέ σοφά λόγια, ὡς ἑξῆς: «Καί ἄρχισε τό ἔργο, καί πολέμησε γιά νά νικήσῃς· καί βέβαια ἀπό αὐτά θά ἀποκτήσῃς τήν ὁλοκληρωτική ἐλπίδα στόν Θεό. 

Μέ τά τέσσερα αὐτά ὅπλα ὁπλίσου, ἀδελφέ μου, σάν ὁπλισμό πολύ ἀσφαλῆ καί ἀναγκαῖο, γιά νά γίνῃς νικητής σέ αὐτόν τόν ἀόρατο πόλεμο καί γιά νά λάβης τό στεφάνι

Καί αὐτά εἶναι: Τό α΄ νά μήν ἐμπιστεύεσαι ποτέ τόν ἑαυτόν σου, τό β΄ νά ἔχῃς πάντα ὅλο σου τό θάρρος καί τήν ἐλπίδα στό Θεό, τό γ΄ νά ἀγωνίζεσαι πάντα· καί τό δ΄ νά προσεύχεσαι».

Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς ἄς ζητήσουμε νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἄς ἐνδυθοῦμε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, ἄς ἀντισταθοῦμε γιά νά δυνηθοῦμε κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς πονηρίας, νά ἀναδειχθοῦμε νικητές. 

Ἄς ἐργαστοῦμε μέσα ἀπό τήν ἰσχυρή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν κατάκτηση τῶν ἐπουρανίων ἀφθάρτων ἀγαθῶν, τῆς δικαιοσύνης, κι’ ἀκόμη αὐτῆς τῆς θεωρίας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μέ τόν Ψαλμό τοῦ Δαυΐδ: «γώ δέ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ Σου χ ο ρ τ α σ θ ή σ ο μ α ι ἐν τῷ ὀφθῆναι μοι τήν δόξαν Σου» (Ψαλμός 16, 15). 

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 93. «Ἀόρατος Πόλεμος» Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος. Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος. http://users.uoa.gr https://www.imaik.gr
  • 94. Ἔτσι καί ἐκεῖνος πού προκόβει κάτω ἀπό τήν ὑποταγή κάποιου Γέροντα, ἐπιθυμώντας νά κατορθώσῃ μεγαλύτερες ἀρετές, ἀπατᾶται καί ἀφίνει τήν ὑπακοή καί πηγαίνει στή μοναξιά καί ἄσκησι· καί ἐκεῖ πέφτοντας στήν ἀμέλεια, χάνει καί τήν λίγη προκοπή πού ἔκαμνε στήν ὑπακοή, ὅπως λέγει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακας· τό ἴδιο παθαίνει καί ὁ ἐρημίτης καί ἀναχωρητής, ὅταν ἀφήσῃ τήν ἐρημιά καί πηγαίνῃ σέ ὑπακοή, γιά νά ἀποκτήσῃ τάχα περισσότερες ἀρετές καί ὠφέλεια· ἐπειδή στήν ὑποταγή χάνει καί τή λίγη ἡσυχία, πού ἀπελάμβανε στήν μοναξιά.
  • 95. Δηλαδή νά παρακαλοῦμε νά μή μπαίνουμε σέ πειρασσμό, διότι λέγει· «Καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ. ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας· ἀμήν» (Ματθ. 6, 13). Καί πάλι· “Προσεύχεσθε νά μή εἰσέλθετε σέ πειρασμό”, «γενόμενος δέ ἐπί τοῦ τόπου εἶπεν αὐτοῖς· προσεύχεσθε μή εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν» (Λουκ. 22, 40)· αὐτό ἑρμηνεύοντας ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας λέγει, ὅτι εἶναι δαιμονικό πρᾶγμα καί ὑπερήφανο, τό νά ρίχνῃ κάποιος μόνος τόν ἑαυτό του σέ πειρασμούς. «Δαιμονιώδες γάρ τό ἐπιρρίπτειν ἑαυτούς εἰς πειρασμούς καί ἀλαζονικόν». Πρέπει λοιπόν καί πρίν ἀπό τόν πειρασμό, νά παρακαλοῦμε γιά νά μή πέσουμε σ᾿ αὐτόν, καί ἀφοῦ πέσουμε στόν πειρασμό πάλι νά παρακαλοῦμε, γιά νά μή νικηθοῦμε ἀπό αὐτόν (διότι ἔτσι ἑρμηνεύτεται τό «μή εἰσελθεῖν ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», κατά τόν Θεοφύλακτο)· δέν πρέπει ὅμως νά πέφτουμε τόσο, νά γογγύζουμε, νά ἀνησυχοῦμε καί νά λυπούμαστε, ὅταν μᾶς τύχουν πειρασμοί διάφοροι καί θλίψεις, ἀλλά νά εὐχαριστοῦμε καί νά χαιρώμαστε, καθώς μᾶς παραγγέλλει ὁ Ἀδελφόθεος: «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις» (Ἰάκ. 1, 2)· ὄντας πληροφορημένοι, ὅτι ὁ πειρασμός πού πάσχουμε, κατά τό ὄνομα πειράζει, δηλαδή δοκιμάζει καί λαμπρύνει τήν πίστι καί ἀγάπη πού ἔχουμε πρός τόν Θεό, ὅπως καί ἡ φωτιά λαμπρύνει τό χρυσάφι στό χωνευτήρι.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra