«Καί μή θέλῃς νά ἀκολουθῇς τόν Ἰησοῦ μόνον ὅταν πηγαίνῃ στό ὄρος τό Θαβώριο, ἀλλά νά τόν ἀκολουθῇς καί ὅταν πηγαίνῃ στό ὄρος τοῦ Γολγοθᾶ» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μέρος 46ον

«Ἐν σαρκί γάρ περιπατοῦντες οὐ κατά σάρκα στρατευόμεθα· τά γάρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλά δυνατά τῷ Θεῷ πρός καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων· λογισμούς καθαιροῦντες καί πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατά τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καί αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τήν ὑπακοήν τοῦ Χριστοῦ, καί ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή» (Πρός Β΄ Κορ. 10, 3-6).

Κάθε ἕνας ἀγωνιζόμενος ὀρθόδοξος μοναχός ἤ πιστός λαϊκός μέ τόν ἀγῶνα του ἐξεγείρει ἐναντίον του ὅλους τούς δαίμονες, ὅμως ἔτσι γίνεται φανερό ὅτι οἱ πολλοί πόλεμοι προξενοῦν πολλούς στεφάνους. «Ἄοκνος ψυχή, ἐξήγειρε καθ᾿ ἑαυτῆς δαίμονας· πληθυνθέντων δέ πολέμων ἐπληθύνθησαν στέφανοι»

Τούς ἀναχωρητές καί τούς ἡσυχαστές πάλι ὁ ἀπατεών διάβολος τούς πολεμεῖ μέ τήν ἐπιθυμία τῶν ἀρετῶν τῶν ὑποτακτικῶν μέσα στό Κοινόβιο. Κυρίως αὐτῆς τῆς φιλοξενίας, τῆς ἀγάπης πρός τούς ἀδελφούς, τῆς διακονίας τῶν ἀσθενῶν, γιά τούς ὁδηγήσει στήν ἀνυπομονησία καί τήν ἀποτυχία τῆς ἀσκήσεως.

Πολλές ψυχές ἀδελφῶν μοναχῶν πού ἀσκοῦν μεγάλη βία γιά τόν ἑαυτό τους πράγματι ἐπιχειροῦν ἀγῶνες ὑπεράνω τῶν δυνάμεών τους μόνο ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί μέ ταπεινό φρόνημα. 

Ὅμως συμβαίνει νά ὑπάρχουν πολλές ὑπερήφανες ψυχές πού παρακινοῦνται ἀπό τό διάβολο σέ ὑπερβολική ἄσκηση, γιά νά ταλαιπωρηθοῦν ψυχικά, ὥστε κατόπιν νά ἐγκαταλείψουν τόν πνευματικό ἀγῶνα τους, χωρίς νά κατορθώσουν καί ὅσα εἶναι δυνατόν σ᾿ αὐτούς νά πετύχουν καί μέ κίνδυνο γιά τήν ψυχή τους. 

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, στό ἔργο του ὁ «Ἀόρατος Πόλεμος», γιά αὐτόν τόν «Ἀόρατον» Πόλεμο τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, γράφει τά ἑξῆς:

Κεφάλαιον Ζ´

Ἡ αἰσθητή εὐλάβεια καί ἡ ψυχρότητα καί ξηρασία τῆς εὐλαβείας αὐτῆς

“Ἡ αἰσθητική εὐλάβεια, (149) δηλαδή τό νά αἰσθάνεσαι ἐσωτερικά τόν ἑαυτό σου, ἀδελφέ, ὅτι εἶναι πρόθυμος στά Θεῖα, ὅτι ἔχει ἀγάπη, ὅτι ἔχει κατάνυξι καί εὐλάβεια, αὐτό προέρχεται ἄλλοτε ἀπό τήν φύσι (150) καί ἄλλοτε ἀπό τόν διάβολο (151) καί ἄλλοτε ἀπό τήν χάρι. 

Ἀπό τούς καρπούς της μπορεῖς νά καταλάβῃς ἀπό πού προέρχεται. 

Γιατί ἄν δέν ἀκολουθήσῃ ἡ βελτίωσι τῆς ζωῆς σου, μπορεῖς νά ὑποψιάζεσαι μήπως προέρχεται ἀπό τόν διάβολο ἀπό τήν φύσι καί τόσο περισσότερο, ὅσο ἡ εὐλάβεια αὐτή ἀκολουθεῖται ἀπό ὄρεξι, γλυκύτητα καί ἐξάρτησι (προσκόλλημα) καί ἀπό κάποια φαντασία (ἰδέα) γιά τόν ἑαυτό σου. 

Ὅταν λοιπόν ἀντιληφθῇς πώς αἰσθάνεται ὁ νοῦς σου κάποια γλυκύτητα ἀπό πνευματικές γεύσεις, μή κάθεσαι νά σκέπτεσαι ἀπό ποιό μέρος σοῦ ἔρχονται, οὔτε νά στηρίζεσαι σ᾿ αὐτές, οὔτε ν᾿ ἀφήνῃς τόν νοῦ σου νά βγαίνῃ ἀπό τήν ταπεινή γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ σου.

Ἀλλά μέ περισσότερη φροντίδα καί μέ περισσότερο μῖσος τοῦ ἑαυτοῦ σου φρόντισε νά κρατᾷς ἐλεύθερη τήν καρδιά σου ἀπό κάθε προσκόλλησι καί ἀπό πνευματική ἀκόμη. 

Καί νά ἐπιθυμῇς μόνο τόν Θεό καί ὅ,τι τοῦ ἀρέσει.

Παρόμοια καί ἡ ψυχρότητα καί ἡ ξηρασία τῆς εὐλαβείας προέρχεται ἀπό τίς τρεῖς αἰτίες πού εἴπαμε προηγουμένως: 

Ἀπό τόν διάβολο, γιά νά ἐμποδίζῃ τόν νοῦ καί νά τόν κατευθύνῃ ἀπό τά πνευματικά ἔργα σέ ἔργα ματαιότητος καί ἡδονές τοῦ κόσμου. 

Ἀπό ἐμᾶς, ἀπό τίς ἐπιθυμίες μας καί τίς ἐξαρτήσεις πού ἔχουμε ἀπό τά γήινα πράγματα καί ἀπό τήν ἀδιαφορία μας, καί ἀπό τήν χάρι γιά τά ἑξῆς αἴτια: 

Δηλαδή γιά νά μᾶς κάνῃ αὐτή νά μάθουμε νά εἴμαστε πιό ἐπιμελεῖς καί νά ἐγκαταλείψουμε κάθε προσκόλλημα καί ἀσχολία πού δέν εἶναι τοῦ Θεοῦ, οὔτε τελειώνει στόν Θεό γιά νά γνωρίσουμε στήν πρᾶξι ὅτι κάθε μας καλό προέρχεται ἀπό αὐτόν μόνον γιά νά τιμῶμεν στό ἑξῆς περισσότερο τά χαρίσματά Του.

Καί νά εἴμαστε περισσότερο ταπεινοί καί νά προσέχουμε νά τά φυλάττουμε, γιά νά ἐνωνώμαστε ἀκόμη πιό δυνατά μέ τήν Θεϊκή Του μεγαλειότητα μέ τήν ὁλοκληρωτική ἀπάρνησι τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Ἀκόμη καί σέ αὐτές τίς πνευματικές τρυφές, ὥστε νά μή χωρίσουμε στά δυό τήν καρδιά μας ἔχοντας τήν προσκολλημένη σέ αὐτές, διότι τήν θέλει ὁ Θεός ὅλη δική του καί διότι καί ὁ ἴδιος χαίρεται νά μᾶς βλέπῃ νά πολεμοῦμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις χρησιμοποιώντας καί αὐτήν τήν ἴδια τήν χάρι Του.

Λοιπόν, ἄν καταλάβης ὅτι εἶσαι ψυχρός καί ξηρός καί δέν ἔχεις τήν εὐλάβεια καί τήν ἀγάπη καί τήν κατάνυξι πού πρέπει στά Θεῖα, ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου καί δές γιά ποιό σου ἐλάττωμα σοῦ ἀφαιρέθηκε ἡ παρόμοια εὐλάβεια, καί πολέμησε ἐναντίον ἐκείνου ὄχι γιά νά δεχθῇς πάλι τήν αἴσθησι τῆς χάριτος, ἀλλά γιά νά ἀφαιρέσῃς ἀπό τόν ἑαυτό σου ἐκεῖνο πού δέν ἀρέσει στόν Θεό. 

ν ὅμως δέν βρῇς τήν αἰτία καί τό ἐλάττωμα, ἡ αἰσθητή σου εὐλάβεια, ἄς εἶναι ἡ ἀληθινή εὐλάβεια, δηλαδή ἡ πρόθυμη ὑποταγή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. 

Γι᾿ αὐτό φρόντισε νά μήν ἐγκαταλείψης γιά κανένα λόγο τά πνευματικά σου γυμνάσματα, ἀλλά νά τά ἀκολουθῇς μέ ὅλη σου τήν δύναμι, κι’ ἄν σοῦ φαίνωνται χωρίς καρπό καί χωρίς ὄφελος πίνοντας μέ τήν θέλησί σου τό ποτήριον τῆς πικρίας, τό ὁποῖο σοῦ δίνει μέ τήν ψυχρότητα τῆς εὐλαβείας καί τήν στέρησι τῆς πνευματικῆς γλυκύτητας τό ἀγαπητό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Καί μή θέλῃς νά ἀκολουθῇς τόν Ἰησοῦ μόνον ὅταν πηγαίνῃ στό ὄρος τό Θαβώριο, ἀλλά νά τόν ἀκολουθῇς καί ὅταν πηγαίνῃ στό ὄρος τοῦ Γολγοθᾶ

Δηλαδή μή θέλῃς μόνο νά αἰσθάνεσαι μέσα σου τό Θεϊκό φῶς καί τίς πνευματικές χαρές καί γλυκύτητες, ἀλλά νά θέλῃς καί τούς σκοτισμούς καί τίς λῦπες καί τίς στενοχώριες καί τά πικρά φάρμακα πού γεύεται ἡ ψυχή ἀπό τούς πειρασμούς τῶν δαιμόνων, ἐσωτερικούς καί ἐξωτερικούς. 

Καί ἄν καμμιά φορά ἡ παρόμοια ψυχρότητα καί ξηρασία συνοδεύεται ἀπό τόσες πολλές σκοτώσεις τοῦ νοῦ, ὥστε νά μή γνωρίζῃς οὔτε τί νά κάνῃς, οὔτε πού νά ρίξης τό βλέμμα σου (152)· παρ᾿ ὅλα αὐτά μή φοβηθῇς, ἀλλά νά παραμείνης σταθερός στόν Σταυρό, μακρυά ἀπό κάθε κοσμική ἡδονή, τήν ὁποία μπορεῖ νά σοῦ προσφέρῃ ὁ κόσμος τά κτίσματα. 

Νά κρύβῃς ἀκόμη καί τό πάθος σου αὐτό ἀπό κάθε πρόσωπο καί φανέρωσε το μόνο στόν Πνευματικό σου πατέρα: 

Ἀλλά καί σ᾿ αὐτόν νά τό φανερώσῃς ὄχι γιά νά ἐλευθερωθῇς ἀπό τήν δοκιμασία, ἀλλά γιά νά σοῦ ἑρμηνεύσῃ τόν τρόπο γιά νά μπορέσῃς νά τήν ὑποφέρῃς ὅπως ἀρέσει στόν Θεό (153).

Ἀκόμη τίς προσευχές, τίς Θεῖες Μεταλήψεις καί τά ἄλλα σου γυμνάσματα καί τούς ἀγῶνες νά μήν τά μεταχειρίζεσαι γιά τίς Θεϊκές γλυκύτητες καί γιά νά κατεβαίνῃς ἀπό τό Σταυρό καί γιά τήν ἐκκοπή τοῦ θελήματός σου: 

Ἀλλά γιά νά παίρνῃς δύναμι καί νά μπορῇς νά ἀνυψώνῃς τό Σταυρό γιά μεγαλύτερη δόξα τοῦ Ἐσταυρωμένου, ὄντας εὐχαριστημένος σέ ὅ,τι θέλει αὐτός. 

Καί ὅταν καμμία φορά ἀπό τήν σύγχυσι τοῦ νοῦ σου δέν μπορῇς νά προσεύχεσαι καί νά μελετᾶς ὅπως συνηθίζεις, μελέτα μέ τόν καλύτερο τρόπο πού μπορεῖς, καί ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖς νά τό κάνῃς μέ τό νοῦ, προσπάθησε νά τό κάνῃς μέ τήν θέλησί σου καί μέ τά λόγια, μιλώντας μέ τόν ἑαυτό σου καί μέ τόν Θεό, καί θά ἰδῆς θαυμάσια ἀποτελέσματα καί θά πάρη ἡ καρδιά σου κουράγιο καί δύναμι.

Λοιπόν στόν καιρό τοῦ σκοτασμοῦ τοῦ νοῦ σου μπορεῖς νά λές: 

“Ψυχή μου, γιατί λυπᾶσαι καί μέ ἀναστατώνεις; Ἔλπισε στόν Θεό, πάλι θά ὑμνήσω τόν Σωτῆρα τῆς ὑπάρξεώς μου καί Θεό μου”, «ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; Καί ἱνατί συνταράσσεις με; Ἔλπισον ἐπί τόν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καί ὁ Θεός μου» (Ψαλμός 42, 5). 

Καί πάλι: “Γιατί Κύριε στέκεσαι ἀπό μακρυά; Ἀπουσιάζεις στούς δύσκολους καιρούς καί στίς θλίψεις;”, «ἱνατί, Κύριε, ἀφέστηκας μακρόθεν, ὑπερορᾷς ἐν εὐκαιρίαις ἐν θλίψεσιν;» (Ψαλμός 9, 2). 

“Μή μέ ἐγκαταλίπῃς ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μου, μήν ἀπομακρύνεσαι ἀπό ἐμένα”, «μή ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μή ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ψαλμός 37, 22). 

Καί θυμούμενος τήν ἱερή διδασκαλία πού ἐνέπνευσε ὁ Θεός τῶν θλίψεων στή Σάρρα, τήν ἀγαπημένη γυναῖκα τοῦ Τωβίτ, νά τήν μεταχειρισθῇς καί σύ καί νά λές μέ δυνατή φωνή: “Αὐτό θά συμβῇ σέ ὅποιον σέ λατρεύει: 

Ἡ ζωή αὐτή, ἄν εἶναι γιά δοκιμασία, θά στεφανωθῇ αὐτός πού ὑπομένει.

Ἐάν βρίσκεται σέ θλῖψι, θά ἐλευθερωθῇ ἀπό τήν θλῖψι. 

Κι’ ἄν πρόκειται νά καταστραφῆ ἐν διαφθορᾷ ἔσται δέν μπορεῖ αὐτό νά γίνῃ χωρίς τό ἔλεός σου, διότι δέν χαίρεσαι γιά τήν καταστροφή μας, διότι μετά τήν θαλασσοταραχή προκαλεῖς γαλήνη, καί μετά ἀπό τούς θρήνους καί τούς κλαυθμούς, σκορπίζεις τήν χαρά. 

Ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ, ἄς εἶναι τό ὄνομά σου εὐλογημένο στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων”. 

«Καί Τωβίτ ἔγραψε προσευχήν εἰς ἀγαλλίασιν καί εἶπεν· Εὐλογητός ὁ Θεός ὁ ζῶν εἰς τούς αἰῶνας καί ἡ βασιλεία αὐτοῦ» (Τωβίτ 13, 1).

Ἀκόμη νά θυμηθῇς τό Χριστό πού ὅταν βρισκόταν στόν κῆπο καί στό Σταυρό γιά μεγαλύτερη δοκιμασία, κατά τό αἰσθητό μέρος ἦταν ἐγκαταλειμμένος ἀπό τόν Οὐράνιο Πατέρα Του. 

Ἔτσι καί σύ μέ τήν ἐνθύμησι αὐτή ὑποφέροντας τό Σταυρό, θά πῇς μέ ὅλη σου τήν καρδιά: 

“Κύριε, ἄς μή γίνῃ τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό δικό σου”, «καί προελθών μικρόν ἔπεσεν ἐπί πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόμενος καί λέγων· Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο· πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ» (Ματθ. 26, 39). 

Καί ἐνεργώντας ἔτσι ἡ ὑπομονή σου καί ἡ προσευχή σου θά ἀνυψώσουν τίς φλόγες τῆς θυσίας τῆς καρδιᾶς σου καί θά φθάσουν μέχρι τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ καί θά παραμείνης πραγματικά εὐλαβής.

Διότι ἡ ἀληθινή εὐλάβεια εἶναι μία ζωντανή προθυμία τῆς θελήσεως καί μία σταθερή ἀγάπη νά ἀκολουθῇ κανείς τό Χριστό μέ τό Σταυρό στούς ὥμους σέ κάθε δρόμο πού ὁ ἴδιος μᾶς προσκαλεῖ πρός τόν ἑαυτό Του.

Καί τό νά θέλουμε τόν Θεό γιά τόν ἴδιο τόν Θεό, δηλαδή, γιατί ἔτσι θέλει ὁ Θεός. 

Γι᾿ αὐτό ἄν ἤθελαν οἱ ἄνθρωποι νά μετροῦν τήν προκοπή τους ἀπό τήν ἀληθινή αὐτήν εὐλάβεια καί ὄχι ἀπό αὐτήν πού φαίνεται μέ τίς αἰσθήσεις.

Δηλαδή ἀπό τό νά αἰσθάνωνται μόνο στήν καρδιά τους τήν πνευματική γλυκύτητα τῆς χάριτος, δέν θά ἔπεφταν στήν πλάνη οὔτε ἀπό τόν ἑαυτό τους οὔτε ἀπό τόν διάβολο, οὔτε θά θλίβονταν χωρίς ὠφέλεια. 

Μάλιστα θά εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό γιά ἕνα τέτοιο καλό πού τούς κάνει καί θά πρόσεχαν στό ἑξῆς νά ἐργάζωνται μέ μεγαλύτερο ζῆλο στήν Θεϊκή μεγαλειότητα πού κυβερνᾷ τό σύμπαν καί ἐπιτρέπει τά παρόμοια πολλές φορές, γιά δική Του δόξα καί δική μας ὠφέλεια.

Γι᾿ αὐτό πλανῶνται μερικοί πού μέ φόβο καί φρόνησι ἀποφεύγουν βέβαια τίς ἀφορμές τῶν ἁμαρτιῶν, ὅταν ὅμως ἐνοχλοῦνται πότε ἀπό φρικτοὺς καί ἄσχημους λογισμούς, πότε πάλι ἀπό ὄνειρα φοβερά καί αἰσχρά, συγχύζονται καί δειλιάζουν καί νομίζουν ὅτι ἐγκαταλείφθηκαν ἀπό τόν Θεό καί ἔτσι ἀπομακρύνθηκαν ἐντελῶς ἀπό τόν Θεό. 

Καί ἔτσι μένουν πολύ μαραμένοι καί σχεδόν κοντεύουν νά ἀπελπισθοῦν, καί ἐγκαταλείποντας κάθε καλή ἄσκησι τῶν ἀρετῶν ἐπιστρέφουν στήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν.

Καί δέν ἀντιλαμβάνονται καλά τήν χάρι πού τούς κάνει ὁ Θεός, ἀφήνοντάς τους νά ἐνοχλοῦνται ἀπό τά πνεύματα αὐτά τοῦ πειρασμοῦ, γιά νά καταλάβουν τήν ταπείνωσί τους καί νά τόν πλησιάσουν ὡς ἀσθενεῖς καί ὡς ἄνθρωποι πού ἔχουν ἀνάγκη ἀπό βοήθεια. 

Γι᾿ αὐτό ἀχάριστα παραπονοῦνται γιά ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο θά ἔπρεπε νά εὐχαριστοῦν τήν ἀμέτρητη ἀγαθότητά Του.

Ὅταν λοιπόν συμβαίνουν παρόμοια, ἐσύ ἐκεῖνο πού ἔχεις νά κάνῃς εἶναι τό ἑξῆς: 

Νά σκεφθῇς καλά καί νά συλλογισθῇς τήν διεστραμμένη σου κλίσι, τήν ὁποία ὁ Θεός θέλει νά γνωρίσῃς ποιά εἶναι γιά τό δικό σου καλό: 

Νά γνωρίσῃς ὅτι εἶσαι ἕτοιμος νά πέφτῃς σέ ὁποιοδήποτε μεγάλο κακό καί ὅτι χωρίς τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θά εἶχες πάθει τήν μεγαλύτερη καταστροφή. 

Ἔπειτα νά ἐλπίσῃς καί νά εἶσαι σίγουρος ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἕτοιμος νά σέ βοηθήσῃ, ἐπειδή σέ κάνει νά βλέπῃς τόν κίνδυνο καί θέλει νά σέ ἑλκύσῃ πιό κοντά Του παρακινώντας σε νά προσεύχεσαι καί νά τρέχῃς κοντά Του. 

Καί γι᾿ αὐτό τοῦ ὀφείλεις νά Τοῦ ἀποδίδῃς ταπεινές εὐχαριστίες. 

Καί ἄς εἶσαι σίγουρος ὅτι οἱ παρόμοιοι πειρασμοί βλάσφημοι εἶναι πονηροί αἰσχροί λογισμοί πού σέ πειράζουν, καλύτερα ἐκδιώκονται μέ μία καρτερία ὑπομονετική καί μέ μία ἐπιδέξια ἀποστροφή καί τέλεια καταφρόνησι, καί ὄχι μέ μία ἀντίστασι ἐπιδέξια καί μέ ἀντιρρητικό πόλεμο. 

Καί πρόσεξε τήν πρώτη ὑποσημείωσι τοῦ ιγ´ κεφαλαίου τοῦ Α´ Μέρους”.

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐδῶ στό δεύτερο μέρος τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου «Ἀόρατος Πόλεμος», μᾶς συμβουλεύει μέσα ἀπό τήν ἐνάρετη ζωή του καί τήν θεολογική του κατάρτιση, μέσα ἀπό τήν διδασκαλία καί τήν ὀρθή ποιμαντική τῶν Ἁγίων Πατέρων σύμφωνα μέ τά δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καί μέ τήν ἀσκητική ζωή τήν ὁποία μᾶς παρέδωσαν ἀκεραία καί ἀνόθευτη, ὡς ἑξῆς: 

«Τά τέσσερα ὅπλα πού εἴπαμε δηλαδή, τό νά μήν ἔχῃς θάρρος στόν ἑαυτό σου, τό νά ἐλπίζῃς στόν Θεό, τό νά ἀγωνίζεσαι πάντοτε καί τό νά προσεύχεσαι παίρνουν τήν δύναμι ἀπό τίς ἀξιομισθίες καί τήν χάρι πού μᾶς ἀξίωσε τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. 

Μέ ἐκεῖνα γίνεται ἡ μάχη κατά τῶν ἐχθρῶν μέ τήν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά αὐτό τό ὅπλο εἶναι αὐτό τό ἴδιο Αἷμα καί αὐτό τό ἴδιο τό Σῶμα μέ τήν ψυχή καί μέ τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ.  

Μέ αὐτό τό ὅπλο ὅμως πολεμοῦμε ἐκείνους μαζί μέ τόν Χριστό καί ὁ Χριστός τούς πολεμεῖ μαζί μέ ἐμᾶς, διότι, « τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν. 6, 56).

Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς ἄς ζητήσουμε νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἄς ἐργαστοῦμε μέσα ἀπό τήν ἰσχυρή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν κατάκτηση τῶν ἐπουρανίων, αἰωνίων καί ἀφθάρτων ἀγαθῶν καί τῆς δικαιοσύνης Αὐτοῦ.

Ὥστε νά δυνηθοῦμε κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς πονηρίας, νά ἀναδειχθοῦμε νικητές μέ τήν δύναμιν τοῦ Αἵματος Aὐτοῦ, ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρεται στήν Ἀποκάλυψη: «Καί αὐτοί ἐνίκησαν αὐτόν διά τό αἷμα τοῦ ἀρνίου καί διά τόν λόγον τῆς μαρτυρίας αὐτῶν, καί οὐκ ἠγάπησαν τήν ψυχήν αὐτῶν ἄχρι θανάτου» (Ἀποκ. 12, 11).

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 149. «Ἀόρατος Πόλεμος» Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος. Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος. http://users.uoa.gr https://www.imaik.gr
  • 150. Γιά παράδειγμα: Ὅπως εἶναι μερικοί εὐλαβεῖς καί πού κατανύσσονται εὔκολα, ὅπως οἱ γυναῖκες, καί ὅσοι ἔτυχε ἀπό τήν φύσι τους νά ἔχουν ἰδιοσυγκρασία ἁπαλή.
  • 151. Λέγεται ὅτι κατανύγονται ἀπό τόν διάβολο ὅσοι κάνουν αὐτά ἀπό κενοδοξία καί ἀνθρωπαρέσκεια ἀπό μέθη ἤ ἀπό διάφορα ἄλλα παρόμοια πάθη.
  • 152. Μελέτησε τόν λόγο τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ καί ἰδῆς τήν ἀλλοίωσι πού δέχεται ἡ ψυχή καί τόν σκοτισμό καί τήν ἀπόγνωσι καί τόν δισταγμό γιά τήν πίστι καί τίς βλασφημίες καί πῶς καί γιατί καί ποιοί τά παθαίνουν αὐτά καί πῶς θεραπεύονται.
  • 153. Καί ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ λέγει στόν ἴδιο λόγο ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού πάσχει αὐτά χρειάζεται φωτισμένον ἄνθρωπο καί πού νά ἔχῃ πεῖρα στά παρόμοια θέματα γιά νά φωτισθῇ ἀπό αὐτόν καί δυναμωθῇ.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra