Της Ολυμπίας
αποκλειστικά για την katanixi.gr

«Σέ ἐμένα πού εἶμαι ὁ πιό ἁμαρτωλός ἄνθρωπος στόν κόσμο, σέ ἐμένα προσωπικά μοῦ εἶναι ἀπαραίτητη μόνο ἡ μετάνοια» (Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

ΙΑ΄ Μέρος

Ὅσοι ἀμετανόητοι ἄνθρωποι ζοῦν μέ τήν ψεύτικη ἐλπίδα ὅτι θά μετανοήσουν ἀργότερα, ἁμαρτάνουν ἐκ προαιρέσεως καί μέ τόν λογισμό τους αὐτόν ὁ ὁποῖος εἶναι πλανεμένος συμπεριφέρονται ἀναξιόπιστα ἔναντι τοῦ Θεοῦ.

Καί αὐτοί, ἐλπίζοντας ὅτι θά μετανοήσουν, ἁμαρτάνουν αὐτοπροαιρέτως καί μέ πρόθεση νά ἐνεργήσουν ἔτσι πονηρά, συνήθως πλήττονται ἀπροσδοκήτως ἀπό τόν θάνατο, καί δέν τούς παρέχεται πλέον ὁ καιρός τόν ὁποῖον σκοπεύουν νά ἀφιερώσουν στήν ἀρετή.

Ὅμως ἄς γνωρίζουμε ὅτι, μόνο ἄν μετανοήσουμε πραγματικά καί ὄχι μόνο μέ λόγια, τότε μόνον θά μπορέσουμε νά δώσουμε τήν μαρτυρία τῆς μετανοίας μας.

Ὅταν προσκομίσουμε μαζί μέ τά δάκρυά μας, καί τήν ταπείνωση τῆς ψυχῆς μας, μόνο τότε μέ τήν θερμή προσευχή, τήν ἐσωτερική μας πίστη καί τήν εὐλάβεια πρός τό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, θά ἀποκτήσουμε μέσα ἀπό τό ἄπειρο ἐλεός Του, τόν ἄξιο καρπό τῆς ἀληθινῆς μετανοίας μας.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, στό λόγο του περί τῆς δικῆς μας μετανοίας μᾶς λέγει ὅτι: “Γι’ αὐτό τό λόγο ἐγώ θά ἀναφέρω παραδείγματα σημερινά ἀπό ἀνθρώπους πού ζοῦν δίπλα μας. (11)

Πρίν ἀπό μερικές μέρες μέ ἐπισκέφτηκε ἕνας ἔμπορος, πού μοῦ εἶπε γιά τόν ἑαυτό του τά ἑξῆς:

«Κληρονόμησα μία ἐμπορική ἐπιχείρηση ἀπό τόν πατέρα μου καί ἐπιθυμοῦσα μέ κάθε τρόπο νά τήν ἐπεκτείνω.

Χρησιμοποιοῦσα κάθε τρόπο καί κάθε μέσο γιά νά πετύχω τό στόχο μου.

Ἐξαπατοῦσα τούς ἀνθρώπους, χρησιμοποίησα πλαστά χρήματα, ὁρκιζόμουν ψεύτικα τήν ὥρα πού πουλοῦσα καί τήν ὥρα πού ἀγόραζα, ἔβαζα μεγάλο τόκο στούς ὀφειλέτες μου, ἔκλεβα ἀπό τόν καθένα καί ἤμουν τσιγκούνης μέ ὅλους.

Καί ὅσο ἐγώ βυθιζόμουν μέ ὅλη μου τήν ψυχή στίς ἐμπορικές μου δραστηριότητες, ὁ διάβολος μπῆκε στό σπίτι μου ἀπό τήν ἄλλη πόρτα καί ἄρχισε νά τό καταστρέφει συθέμελα.

Δηλαδή, ἡ γυναίκα μου παραδόθηκε στήν ἀκολασία καί ὁ μοναχογιός μας, περιφρονώντας καί ἐμένα καί τή μητέρα του, ἔφυγε μακριά, καί ἐγκατέλειψε τό σπίτι χωρίς νά πεῖ τίποτε.

Μία Κυριακή, πρίν νά βραδιάσει, καθόμουν στό σπίτι δίπλα στό παράθυρο, σκεπτόμενος τή δουλειά μου.

Τότε ἄκουσα δύο ἀνθρώπους νά μιλοῦν, στό δρόμο κάτω ἀπό τό παράθυρό μου.

Ὁ ἕνας ρώτησε τόν ἄλλο:

Ποῦ βρισκόμαστε;

Καί ὁ ἄλλος εἶπε:

Αὐτό εἶναι τό σπίτι τοῦ τάδε ἐμπόρου.

Ἀκούγοντας τό ὄνομά μου εἶπε ὁ πρῶτος:

Ὁ Θεός ἄς συγχωρέσει τήν ψυχή τοῦ τίμιου πατέρα του.

Καλύτερα θά ἦταν αὐτός ὁ ἄσπλαχνος γιός του, νά σβήσει ἀπό τήν ταμπέλα τό ὄνομα τοῦ τίμιου πατέρα του καί νά γράψει τήν ἐπιγραφή «Διάβολος καί Σία».

Ἐκείνη τή στιγμή ἄν ἕνας κεραυνός χτυποῦσε τό σπίτι μου, λιγότερο θά μέ τάραζε ἀπό αὐτά τά λόγια.

Τήν ἴδια νύχτα, παρόλο πού ἦταν σκοτάδι καί ἔβρεχε, πῆγα στόν τάφο τοῦ πατέρα μου καί ἔμεινα ἐκεῖ μέχρι τό ξημέρωμα, κλαίγοντας μέ λυγμούς.

Τό πρωί ἐγκατέλειψα τά πάντα καί βρῆκα καταφύγιο σ’ ἕνα ἀπομακρυσμένο Μοναστήρι.

Ἐκεῖ παρέμεινα μέχρι τώρα, μετανοώντας βαθιά μέ νηστεία καί προσευχή.

Σήμερα νιώθω πώς εἶμαι ἐντελῶς διαφορετικός ἄνθρωπος.

Βρῆκα τήν ψυχή μου, τόν μοναδικό μου θησαυρό.

Ἄρχισα νά σκέφτομαι καί νά φροντίζω γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μου, περισσότερο ἀπό καθετί ἄλλο στόν κόσμο».

Αὐτή ἡ ἱστορία μέ ἐξέπληξε γιά ἕνα λόγο.

Δέν μέ ἐξέπληξε ἡ ἱστορία ἀπό μόνη της, ἀλλά μέ ἐντυπωσίασαν οἱ ὁμοιότητες πού ἔχει μέ τίς ἱστορίες κάποιων μετανοημένων ἀνθρώπων καί ἁγίων, πού ἔζησαν πρίν ἀπό δεκαπέντε αἰῶνες.

Μία ἄλλη φορά μέ ἐπισκέφτηκε μία γυναίκα καί μέ κλάματα μοῦ διηγήθηκε τήν σκοτεινή ἱστορία τῆς ζωῆς της.

Ἡ ἱστορία της εἶναι τόσο σκοτεινή, πού εἶναι ντροπή νά τήν πεῖ κανείς ἀκόμη καί στό καπηλειό.

Πῶς λοιπόν νά τήν πεῖ κανείς ἀπό τό ἱερό βῆμα τοῦ Ναοῦ;

Ὅσο αὐτή ἐξομολογοῦνταν τίς ἁμαρτίες της, στό νοῦ μου εἶχα ἱστορίες ἄλλων ἁμαρτωλῶν γυναικῶν ἀπό τό Συναξάρι στό χριστιανικό παρελθόν.

Ὄχι μόνο οἱ ἁμαρτίες τῆς σύγχρονης ἁμαρτωλῆς γυναίκας ἔμοιαζαν μέ τίς ἁμαρτίες τῶν παλαιότερων ἁμαρτωλῶν γυναικῶν, ἀλλά καί ἡ ταπεινή, ἡ «ἐκ βαθέων» καί ἀποφασιστική μετάνοιά της ἔμοιαζε ἐπίσης.

Κάποτε, ὅταν ὑπηρετοῦσα σέ ἕνα ὀρεινό χωριό, θυμᾶμαι πώς ἦρθε ἕνας μορφωμένος, πολυμαθής «ἀνήξερος», νά μιλήσει σέ μία συγκέντρωση τοῦ λαοῦ γιά τά ἀνθρώπινα δικαιώματα.

Ἕνας ἀπό τούς πολλούς πού ὑπάρχουν σ’ αὐτή τή χώρα καί ἐκθέτουν συνεχῶς σέ κίνδυνο τήν εἰρήνη καί τήν ἠθική τοῦ λαοῦ.

Ἀνέλυε τά πάντα λεπτομερῶς, ἀλλά μιλοῦσε μέ σκέψεις ἄλλων ἀνθρώπων, χωρίς νά λέει τή δική του γνώμη.

Ὅταν τελείωσε τήν ὁμιλία του, οἱ ἄνθρωποι ἔμειναν σιωπηλοί σάν πέτρες.

Ὁ ὁμιλητής πλησίασε ἕναν σκεφτικό, μέσης ἡλικίας, ἁπλό ἄνθρωπο καί τόν ρώτησε ποιά εἶναι ἡ γνώμη του γιά τά ἀνθρώπινα δικαιώματα.

Αὐτός ἀναστέναξε βαθιά καί ἀπάντησε:

Γιατί ρωτᾶς ἐμένα, κύριε;

Ἐγώ εἶμαι ὁ πιό ἁμαρτωλός ἄνθρωπος στόν κόσμο.

Καί ἐμένα προσωπικά δέν μοῦ χρειάζεται κανένα δικαίωμα, ἐμένα μοῦ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ μετάνοια.

Δέν ἔχω δικαίωμα λόγω τῶν ἁμαρτιῶν μου, οὔτε νά ζεσταίνομαι ἀπό τό φῶς τοῦ ἥλιου τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἔχω δικαίωμα νά ἀναπνέω τό θεϊκό ὀξυγόνο.

Παρατήρησα, πώς στήν ὁμιλία σου δέν τόλμησες νά ἀναφέρεις τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πιθανόν ἀπό τό φόβο πού ἔχεις ἀπέναντι στόν Θεό.

Ἀκόμη καί ἐγώ πού εἶμαι τόσο ἁμαρτωλός, ἀξίζω περισσότερο νά ἀναφέρω τό ὄνομά Του.

Λέγοντας αὐτά στόν «πολυμαθή» κύριο, αὐτός ὁ ἁπλός ἄνθρωπος, στή συνέχεια ἄρχισε νά μιλᾶ στόν ὑπόλοιπο λαό γιά τήν ἀναγκαιότητα τῆς μετάνοιας.

Τούς εἶπε πώς ἡ μετάνοια εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγκη κάθε ἀνθρώπου καί ὁλόκληρου τοῦ λαοῦ καί συνέχισε λέγοντας πώς οἱ ἄνθρωποι εὔκολα θά συμφωνοῦσαν ὅσον ἀφορᾶ τά δικαιώματα καί θά ἔβαζαν σέ τάξη ὅλα ὅπως πρέπει, στήν περίπτωση πού θά μετάνιωναν γιά τίς ἁμαρτίες τους.

Οἱ ἁπλοί ἄνθρωποι ἀπό τό χωριό ἄκουσαν τά λόγια του μέ κατάπληξη καί τόν ἐπιδοκίμασαν.

«ἔξυπνος» κύριος ἐγκατέλειψε τήν συγκέντρωση μουρμουρίζοντας θυμωμένα καί ἔφυγε ἀπό τά βουνά μας.

Σέ ἐμένα πού εἶμαι ὁ πιό ἁμαρτωλός ἄνθρωπος στόν κόσμο, σέ ἐμένα προσωπικά μοῦ εἶναι ἀπαραίτητη μόνο ἡ μετάνοια”.

Κι’ ἐμεῖς ἀληθινά ἄς μιμούμαστε σέ ὁλόκληρη τήν ἐπίγεια ζωή μας τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, πάντοτε μᾶς διδάσκει: «Πορευθέντες δέ μάθετε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καί οὐ θυσίαν.

Οὐ γάρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. 9, 13).

Ἄς ἔχουμε ἀδέλφια μου, συνεχῶς στά χείλη μας τήν καρδιακή εὐχή:«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

11. Ἡ μετάνοια. Ἅγιος Νικόλαος Ἀχρίδος. (Ἐκφωνήθηκε στόν καθεδρικό ναό τοῦ Βελιγραδίου, σέ περίοδο νηστείας) https://i-n-agioy-nikolaoy-toy-neoy.webnode.gr/

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Δείτε σχετικά:
– Ο Κύριος περιμένει από εμάς μετάνοια και έλεος (Α΄Μέρος, Β΄, Γ΄Δ΄, Ε΄ΣΤ΄, Ζ΄, Η΄, Θ΄, Ι΄)