Τόσο ταπεινός ήταν ο Άγιος, ώστε να δοξάζει τον Κύριο που τον αξίωσε να λάβει ελεημοσύνη από τους δούλους του! 

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Τα χρόνια που βασίλευε ο Αρκάδιος (395-408 μ.Χ.) και ο Ονώριος (395-423), ζούσε ένας πλούσιος άρχοντας με το όνομα Ευφημιανός. Αυτός ο ενάρετος άρχοντας ξόδευε πολλά από τα πλούτη του για να ταΐζει τους φτωχούς, φροντίζοντάς τους μάλιστα ο ίδιος.

Οι άλλοι άρχοντες δεν συμφωνούσαν μαζί του και έλεγαν μεταξύ τους πως δεν ταιριάζει σε έναν τέτοιο σπουδαίο άρχοντα να ταΐζει φτωχούς. Αυτός όμως τους απαντούσε πως αν προσφέρουμε στους αδελφούς μας, θα μας προσφέρει και ο Θεός τη Χάρη Του. 

Ο Ευφημιανός είχε για σύζυγό του μια γυναίκα καλή και ενάρετη, την Αγλαΐα.  Είχαν όμως έναν πολύ μεγάλο πόνο… δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί. Παρακαλούσαν λοιπόν Τον Θεό να τους δώσει παιδί και ο Θεός άκουσε τις προσευχές τους και τους έδωσε ένα ευλογημένο αγόρι!

Το παιδί το ονόμασαν Αλέξιο και από μικρή ηλικία άρχισαν την εκπαίδευση του. Ο Αλέξιος διάβαζε τα θρησκευτικά κείμενα και έμαθε πολλά για τον Χριστό. Έτσι κατάλαβε ότι δεν έχουν καμία σημασία τα πλούτη αυτού του κόσμου και επιθυμούσε να κληρονομήσει τη βασιλεία των Ουρανών. Γι’ αυτό, κάτω από τα χρυσοϋφαντα ενδύματα του φορούσε κρυφά τριχωτό ράσο. 

Όταν μεγάλωσε, οι γονείς του θέλησαν να τον παντρέψουν και έψαξαν σε όλη τη Ρώμη να βρουν την καλύτερη και πλουσιότερη νύφη για τον γιο  τους. Ο Αλέξιος όμως, που ήταν ολόψυχα αφιερωμένος στον Κύριο, δεν το σκέφτονταν καθόλου το γάμο και παρακαλούσε τον Θεό, να οδηγήσει την ψυχή του στη σωτηρία.

Επειδή δεν ήθελε να στεναχωρήσει τους καλούς γονείς του, δέχθηκε να παντρευτεί την καλή κόρη που του βρήκαν, αλλά μόνο φαινομενικά. Μετά τον γάμο, που έμεινε μόνος με τη νύφη, άρχισε να  προσεύχεται . Μόλις τελείωσε την προσευχή του έδωσε στη γυναίκα του το δαχτυλίδι του γάμου και τη ζώνη του που ήταν πολύτιμα. Έβαλε φτωχικά ρούχα, πήρε μαζί του κάποιους πολύτιμους λίθους, την αποχαιρέτησε και έφυγε.

 Πήγε στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας και εγκαταστάθηκε σε έναν ναό της Θεοτόκου που είχαν την αχειροποίητο εικόνα του Χριστού. Εκεί μοίρασε όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς. Προσεύχονταν όλη νύχτα και κάθε Κυριακή μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστηρίων. Η εξωτερική του εμφάνιση άλλαξε πάρα πολύ λόγω της ασκητικής του εγκράτειας, τόσο που δεν αναγνωρίζονταν πια. 

Οι γονείς του τον έψαχναν από την αρχή στέλνοντας σε διάφορες πόλεις δούλους προς αναζήτησή του. Έστειλαν ακόμα και στην Έδεσσα και εκεί οι δούλοι τον συνάντησαν. Μάλιστα του έδωσαν και ελεημοσύνη αλλά κανείς τους δεν κατάλαβε ότι αυτός ο φτωχός που ήταν μπροστά τους ήταν ο άρχοντας Αλέξιος. Τόσο ταπεινός ήταν ο Άγιος, ώστε να δοξάζει τον Κύριο που τον αξίωσε να λάβει ελεημοσύνη από τους δούλους του. 

Ο Άγιος έμεινε στο ναό 17 χρόνια ζώντας ενάρετα και ασκητικά, όσο στην οικία του θρηνούσαν για την απώλειά του. Αυτά τα χρόνια  στην Έδεσσα, οι ντόπιοι αναγνώρισαν την αγιοσύνη του και ο ίδιος φοβούμενος να μην στερηθεί τη Βασιλεία των Ουρανών πήρε ένα πλοίο με προορισμό την Κιλικία. Όμως ένας άνεμος σηκώθηκε και το πλοίο αντί για την Κιλικία έφτασε στη Ρώμη! Τότε κατάλαβε ότι ο Θεός επέτρεψε να συμβεί αυτό και γι’ αυτό πήρε την απόφαση να πάει να ζήσει στο πατρικό του σπίτι σαν ξένος.

Πηγαίνοντας εκεί συνάντησε τον πατέρα του που επέστρεφε στο σπίτι τους και τον παρακάλεσε να τον λυπηθεί και να τον δεχτεί να μένει εκεί. Ο Άρχοντας, που δεν αναγνώρισε ότι ήταν ο γιος του, δέχτηκε και  μάλιστα όρισε έναν δούλο να τον φροντίζει. Το δωμάτιο που του έδωσε να μένει ήταν απέναντι από το δωμάτιο της γυναίκας του η οποία όλα αυτά τα χρόνια είχε παραμείνει εκεί. Καθημερινά την άκουγε που έκλαιγε με πολλά δάκρυα για τον χαμό του, μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο τον πόνο στην καρδιά του Αγίου Αλεξίου.

 Ο Άγιος βέβαια συνέχισε και εκεί τους αγώνες του. Τα φαγητά που του έδιναν τα μοίραζε στους φτωχούς. Ο ίδιος έτρωγε μόνο λίγο άρτο κάθε Κυριακή μετά τη Θεία Κοινωνία. Και αυτό μόνο ελάχιστα, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. 

Ο μισόκαλος διάβολος, βλέποντας τους αγώνες που υπέμενε, τον φθονούσε και του έστελνε και άλλους πειρασμούς, βάζοντας τους δούλους να τον υβρίζουν και να τον χτυπούν. Ο Άγιος Αλέξιος όμως τα υπέμενε όλα αγόγγυστα με καρτερία και πίστη στο Θεό. 

Σε αυτή την κατάσταση λοιπόν έμεινε για άλλα δεκαεπτά χρόνια, ώσπου κάποια μέρα, του αποκάλυψε ο Κύριος ότι ήρθε η ώρα να αναχωρήσει για τη Βασιλεία των Ουρανών. Ζήτησε τότε από τον δούλο που τον φρόντιζε να του φέρει χαρτί και μελάνι όπου έγραψε ποιος είναι αποκαλύπτοντας και κάποια προσωπικά πράγματα που μόνο αυτός θα μπορούσε να γνωρίζει. Παρακαλούσε μάλιστα να τον συγχωρήσουν για τις θλίψεις που τους προκάλεσε σημειώνοντας πως όλα αυτά τα έκανε για την αγάπη του Θεού. Αφού έγραψε αυτά έμεινε εκεί προσευχόμενος μέχρι να έρθει η ώρα του θανάτου.

Παράλληλα, στον ναό των Αγίων Αποστόλων όπου βρίσκονταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος και ο βασιλιάς Ονώριος και πλήθος κόσμου, άκουσαν φωνή να λέει πως θα φύγει ο Άνθρωπος του Θεού. Έκαναν τότε παράκληση για να τους φανερώσει ο Θεός πού θα βρουν τον Άγιο. Ο Κύριος άκουσε τις προσευχές τους και τους αποκάλυψε πως βρίσκονταν στον οίκο του άρχοντα Ευφημιανού.

Μόλις το άκουσε ο Ευφημιανός παραξενεύτηκε (όπως και όλοι οι άλλοι) και ζήτησε από τους δούλους του να του φανερώσουν ποιος είναι. Τότε ο δούλος που υπηρετούσε τον Άγιο φανέρωσε τους αγώνες του. Έτσι πήγαν στο δωμάτιό του και τον βρήκαν κεκοιμημένο με το χαρτί στο χέρι του. Το διάβασαν οι γονείς και η γυναίκα του με πολλή συγκίνηση που τον βρήκαν αλλά και θλίψη για την απώλειά του. 

Ενώ πενθούσαν η νύφη και οι γονείς του, ο βασιλιάς και ο Πατριάρχης πήραν το άγιο λείψανο ώστε να το προσκυνήσει όλος ο λαός και με αυτόν τον τρόπο έγιναν πολλά θαύματα και πολλοί θεραπεύτηκαν. Το μυροβλύζον λείψανό του παρέμεινε στο ναό για μια εβδομάδα και μετά πρόσταξαν να ενταφιαστεί. Όποιος μυρώνονταν με το μύρο που ανέβλυζε από τον Άγιο θεραπεύονταν!

 Ο Άγιος Αλέξιος, ο Άνθρωπος του Θεού κοιμήθηκε στις 17 Μαρτίου το 410 μ.Χ.

Ε.Ζ.  

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra